Ἑλληνικά   English  
Title

Why do I insist on the polytonic accentuation system

[By Gregorios Sifakis, Prof. emeritus of Classical Greek Philology at the University of Thessaloniki and New York University (January 2007). Although Prof. Sifakis is not a member of the Citizens' Movement for the Re-introduction of the Polytonic System, he has kindly accepted to send us the following essay regarding the reasons why he never adopted the monotonic system and keeps using all accents and breathings of the ancient accentual system (without the simplifications of the “Triantafyllidis Grammar” [1940], which he considers pointless after the substitution of a single “tonos” for the polytonism of the ancient language in modern Greek education).]

Μιὰ σύντομη—ὅσο καὶ ἀκριβής—ἀπάντηση θὰ ἦταν: ἐπειδὴ τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἀποτελοῦν ὀργανικὸ μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἐδῶ καὶ 22 αἰῶνες· καὶ ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία εἶναι, μὲ τὴ σειρά της, ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ γραπτὸς λόγος ἦταν ἐπὶ μακρὸν στὸ παρελθόν—καὶ εἶναι—τὸ κύριο μέσο δημόσιας ἐπικοινωνίας καὶ λογοτεχνικῆς ἔκφρασης.

Γιὰ νὰ γίνει σαφέστερη ἡ σχέση γραφῆς καὶ πολιτισμοῦ, ἀρκεῖ νὰ ἀναλογιστεῖ κανεὶς τὰ 3.000 κινεζικὰ ἰδεογράμματα (κατ᾿ ἐλάχιστον), ἢ τὸν συνδυασμὸ ἰδεογραμμάτων καὶ συλλαβογραμμάτων ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ Ἰάπωνες. Ἀκόμα κι ὅταν ἕνας ἀπόλυτος κυρίαρχος τῆς πολιτικῆς, ὅπως ὁ Μάο Ζεντόγκ, ἐπεχείρησε νὰ εἰσαγάγει τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο στὴν ἀχανῆ του χώρα (μετὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο καὶ τὴν ἑδραίωση τῆς ἐξουσίας του) μὲ σκοπὸ νὰ διευκολύνει τὸν ἐκμοντερνισμό της, ἀναγκάστηκε ἀπὸ τὴν καθολικὴ ἀντίδραση ποὺ συνάντησε ἐκ μέρους ἐκπαιδευτικῶν καὶ διανοουμένων νὰ ἀποσύρει τὴν ἐπαναστατικὴ καινοτομία του. Πρᾶγμα ποὺ δὲν ἐμπόδισε φυσικὰ τὴν ἐπιστημονική, τεχνολογικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη τῆς Κίνας, τῆς ὁποίας σήμερα εἴμαστε ὅλοι μάρτυρες. Ἐνῶ ἡ ἀντικατάσταση τοῦ ἀραβικοῦ ἀλφαβήτου ἀπὸ τὸ λατινικὸ κάθε ἄλλο παρὰ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἐξευρωπαϊσμὸ τῆς Τουρκίας, ὅπως ἐπεδίωκε τὸ 1928 ὁ Κεμὰλ Ἀτατούρκ.

Τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ μαθήματα διέφυγαν τῆς προσοχῆς τοῦ Ἀνδρέα Παπανδρέου καὶ τῶν συμβούλων του ὅταν, ἀφοῦ κέρδισαν τὶς ἐκλογὲς τοῦ 1981, θεώρησαν ὅτι θὰ ἔδιναν μεγάλη ὤθηση στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων. Τότε ὅμως εἶχε πιὰ ἐκλείψει ὁ λόγος ποὺ παλαιότερα ἔκανε τοὺς δημοτικιστὲς νὰ ζητοῦν τὴν κατάργησή τους—ὡς μέρος τῆς στρατηγικῆς τους ἐναντίον τῆς καθαρεύουσας—, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα του 1976 εἶχε ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν καθαρεύουσα τὸ ὑποστήριγμα τῆς ἐπίσημης γλώσσας τοῦ κράτους, καταδικάζοντάς την ἔτσι σὲ ἀναπόδραστο θάνατο.

Δυστυχῶς ἔκτοτε ἡ ἑλληνομάθεια (γενικότερα, ὄχι μόνο ἡ ἀρχαιομάθεια) βρίσκεται σὲ ἐλεύθερη πτώση, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἐπίπεδο τῶν σπουδῶν σὲ μέση καὶ ἀνώτατη ἐκπαίδευση, καὶ τὸ κατὰ γενικὴ ὁμολογία χαμηλὸ ἐπίπεδο τῶν νέων φοιτητῶν ποὺ εἰσάγονται στὰ ΑΕΙ τὰ τελευταῖα χρόνια—ἂν καὶ θὰ ἦταν ἀσφαλῶς μεγάλη ὑπερβολὴ νὰ ἀποδώσει κανεὶς τὸ μεῖζον αὐτὸ κοινωνικὸ πρόβλημα στὴν κατάργηση τῶν τόνων. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ μεταρρύθμιση τοῦ τονικοῦ συστήματος τῆς ἑλληνικῆς δὲν ἔχει μικρὴ συμμετοχὴ στὴν παρακμὴ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος κατὰ τὰ τελευταῖα 25 χρόνια, καθὼς ἐνίσχυσε τὴ φυσικὴ τάση τῶν παιδιῶν γιὰ ἐλάσσονα προσπάθεια καὶ τὴ γενικὴ τάση τῶν σύγχρονων Ἑλλήνων γιὰ περιφρόνηση νόμων καὶ κανόνων, εἴτε πρόκειται γιὰ τὸν κώδικα ὁδικῆς κυκλοφορίας, εἴτε γιὰ τὸν κώδικα τῆς πολεοδομίας, τὴν καταπάτηση τῶν δασῶν, κοκ. (χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι τὸ κράτος δὲν ἔχει τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς εὐθύνης γιὰ τὰ φαινόμενα αὐτά). Ἐπειδὴ μάλιστα τὸ ἁπλοϊκὸ καὶ ἀνεπαρκὲς μονοτονικὸ σύστημα ποὺ καθιερώθηκε στὰ σχολεῖα δὲν εἶχε λογικὴ καὶ συνέπεια (ὅπως εἶχαν τὰ συστήματα ποὺ εἶχαν προταθεῖ ἢ ἐφορμοστεῖ παλαιότερα ἀπὸ φιλολόγους τοῦ μεγέθους τῶν Ἰ. Θ. Κακριδῆ, Λίνου Πολίτη, Θρ. Σταύρου…), γρήγορα ἀγνοήθηκε ἀπὸ διδάσκοντες καὶ διδασκομένους, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ δεύτεροι νὰ καταλήξουν νὰ γράφουν σχεδὸν χωρὶς τόνους, καὶ οἱ πρῶτοι νὰ μὴ διορθώνουν τὰ “λάθη” τῶν μαθητῶν. Ἔτσι λοιπόν, γιὰ χάρη μιᾶς πρόσκαιρης παιδαγωγικῆς διευκόλυνσης στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ σχολείου, τὰ παιδιὰ ἄρχισαν νὰ ἐξοικειώνονται ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων μὲ τὴν ἀντιπαιδαγωγικὴ ἰδέα ὅτι περίπου ὅλα ἐπιτρέπονται καὶ τὰ λάθη σπανίως τιμωροῦνται.

Τὸ μέγεθος τῆς ζημιᾶς ὅμως ἦταν πολὺ μεγαλύτερο: ἐπειδὴ ἡ υἱοθέτηση τοῦ μονοτονικοῦ ἔγινε λίγα χρόνια μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ μαθήματος τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπὸ τὸ γυμνάσιο (μὲ τὴν ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1976), ἡ κατάργηση τῶν τόνων ἔσπασε ἄλλον ἕνα κρίκο ἀπὸ ἐκείνους ποὺ συνέδεαν τὴ νεοελληνικὴ ἐκπαίδευση μὲ τὸ μέγιστο παιδευτικὸ ἰδεῶδες τῆς κλασικῆς παιδείας καὶ τῆς προσέγγισής της μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων. Διαφημίστηκε, βέβαια, τότε ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μεταφράσεων στὴ μέση ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία καὶ καλῶς ἔγινε· ἀλλὰ οἱ μεταφράσεις ἔπρεπε νὰ πλαισιώσουν, ὄχι νὰ ἀντικαταστήσουν τὰ πρωτότυπα κείμενα, γιατὶ ἡ νεότερη γλωσσολογία μᾶς εἶχε ἐντωμεταξὺ διδάξει ὅτι σημαῖνον καὶ σημαινόμενο εἶναι σὰν τὶς δύο ὄψεις ἑνὸς χαρτιοῦ (ἂν σκίσεις τὴ μιὰ μεριὰ ἔχεις σκίσει καὶ τὴν ἄλλη) καὶ ὅτι ἡ μετάφραση δὲν εἶναι παρὰ “δεύτερη γραφή,” ὅπως ὀνόμαζε τὶς μεταφράσεις του ὁ Ὀδυσσέας Ἐλύτης· δηλαδὴ σὰν δικά του ἔργα περισσότερο παρὰ σὰν ἔργα τῆς Σαπφῶς ἢ τῶν ἄλλων ποιητῶν ποὺ εἶχε μεταφράσει. (Ἂς τὸ ποῦμε ἐδῶ χωρὶς περιστροφές: ὅσες μεταφράσεις, ἰδίως ποιητικῶν κειμένων, κι ἂν διαβάσει κανείς, ἢ ὅσες παραστάσεις, φέρ᾿ εἰπεῖν, ἀρχαίας τραγωδίας κι ἂν ἔχει δεῖ—ἐννοεῖται σὲ μετάφραση—δὲν ἰσοδυναμοῦν μὲ τὴν ἀνάγνωση καὶ ἐμβάθυνση στὸ κείμενο μιᾶς καὶ μόνο τραγωδίας στὸ πρωτότυπο. Βέβαια, κάποιες διορθωτικὲς κινήσεις σχετικὲς μὲ τὸ μάθημα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἔγιναν ἀργότερα, ἀλλὰ ὄχι πρὸς τὴν κατεύθυνση τῶν τόνων.)

Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβοδίκαιοι ἀπέναντι στὴ μνήμη τῶν μεγάλων φιλολόγων καὶ ἐκπαιδευτικῶν ποὺ κατὰ καιροὺς τάχθηκαν ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος, πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε πὼς στήριζαν τὶς ἀπόψεις τους σὲ σοβαρὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἴσχυαν μόνο σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ ὅτι ἡ γραφὴ πρέπει νὰ ἀπεικονίζει ὅσο τὸ δυνατὸν πιστότερα—ἀλλὰ καὶ ἁπλούστερα—τὸν προφορικὸ λόγο (ἑπομένως, ναὶ μὲν πολύ/πολλή/πολλοί, ἢ τύχη/τοίχοι/τείχη, γιατὶ ἁπλοποίηση τῆς ὀρθογραφίας πρὸς τὴ φωνητικὴ γραφὴ θὰ δημιουργοῦσε σύγχυση σημασιῶν, ἀλλὰ κήπος/δώρο/ένα, ἀφοῦ προφέρονται καὶ ἀκούονται ἀκριβῶς τὸ ἴδιο ὅπως τὰ κῆπος/δῶρο/ἕνα).

Ὅμως σήμερα γνωρίζομε καλύτερα ἀπ᾿ ὅτι στὸ παρελθὸν πὼς ὁ γραπτὸς λόγος δὲν εἶναι μόνο ἀπεικόνιση τοῦ προφορικοῦ, ἀλλὰ ἐπίσης ὁ τρόπος πρόσληψης τῆς λογοτεχνίας, ὅπως ἐπίσης εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο μεταδίδεται καὶ ἀφομοιώνεται ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση. Καὶ μολονότι τὸ βιβλίο δὲν πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσει ποτὲ τὸν δάσκαλο στὸ σχολεῖο, ἡ ἐκπαιδευτικὴ διαδικασία στηρίζεται ὅλο καὶ περισσότερο στὸν γραπτὸ παρὰ στὸν προφορικὸ λόγο, ὅσο οἱ μαθητὲς μεγαλώνουν καὶ ἀνεβαίνουν τὶς βαθμίδες τῆς ἐκπαίδευσης. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἀρχὴ καὶ ἐπιδίωξη τῆς ὅσο τὸ δυνατὸν πιστότερης—καὶ ἰδίως ἁπλούστερης—ἀπεικόνισης τοῦ προφορικοῦ λόγου ἀπὸ τὸν γραπτὸ δὲν ἔχει τὴν ἴδια σημασία ποὺ εἶχε σὲ ἐποχὲς ποὺ ἡ διάδοση καὶ πρόσληψη τῆς λογοτεχνίας στηρίζονταν στὸν προφορικὸ λόγο, ὅπως γινόταν κατὰ κανόνα σὲ ὅλη τὴν ἀρχαιότητα (ἀπαγγελίες ραψωδῶν, μουσικοί, θυμελικοὶ καὶ σκηνικοὶ ἀγῶνες καὶ πανηγύρεις, δημόσια πολιτικὴ καὶ δικανικὴ ρητορεία, μεγαλόφωνη ἀνάγνωση ἀκόμα καὶ κατ᾿ ἰδίαν, κτλ.).

Ἡ σύγχρονη, γενικευμένη, χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ ὀπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὰ κείμενα μπορεῖ, ἀφ᾿ ἑνός, νὰ ἐπεκτείνει τὰ σύμβολα τῆς γραφῆς, ὥστε νὰ γίνει δυνατὴ ἡ καταγραφὴ νέας γνώσης (κάτι ποὺ ἀφορᾶ περισσότερο τὶς θετικὲς ἐπιστῆμες) καί, ἀφ᾿ ἑτέρου, μὲ τὴ διατήρηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, νὰ συνυποδηλώνει τὴν παλαιότερη ἱστορία τῆς γλώσσας, φωτίζοντας ἔτσι καὶ ἐμπλουτίζοντας τὴν κατανόηση τῶν λογοτεχνικῶν κειμένων. Ἡ πρόσληψη, δηλαδή, τῆς λογοτεχνίας μέσῳ τοῦ γραπτοῦ λόγου προσφέρει μιὰ διαφορετικῆς τάξεως αἰσθητικὴ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν πρόσληψη τοῦ προφορικοῦ λόγου, καθὼς ἐπιτρέπει τὴ μελέτη τοῦ κειμένου (ὑπὸ συνθῆκες ἄνεσης χρόνου) σὲ βάθος καί, ὡς ἕναν βαθμό, τὴν ἀντίληψη τῶν συνυποδηλώσεων καὶ τῆς διακειμενικότητάς του.

Ἐδῶ, λοιπόν, ἔγκειται ἡ σημασία τῶν τόνων πού, ἐνῶ ἐπινοήθηκαν, περὶ τὸ 200 π.Χ., ὡς ὑπόμνηση τῆς παλαιότερης προσωδίας καὶ τοῦ “μουσικοῦ” τονισμοῦ τῆς γλώσσας, ποὺ εἶχαν πάψει πιὰ νὰ ἀκούονται, διατηρήθηκαν ἔκτοτε ὡς ἀναγκαῖα βοηθήματα γιὰ τὴν ἀναγνώριση καὶ κατανόηση λέξεων, κλίσεων, ἐγκλίσεων καὶ γενικότερα τῆς γραμματικῆς τῆς ἀρχαίας γλώσσας, ὅσο καὶ γιὰ τὴν ὀρθογράφησή της. Καὶ εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ χρήση, ὄχι ἡ ἀρχική τους σχέση μὲ τὴ χαμένη προφορὰ τῆς ἀρχαίας γλώσσας, ποὺ χρησιμεύει στὸν νεοελληνικὸ γραπτὸ λόγο, καθὼς σηματοδοτοῦν τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν τῆς γλώσσας καὶ βελτιώνουν τοὺς ὅρους πρόσληψης καὶ τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας. Ὁ Παπαδιαμάντης, φέρ᾿ εἰπεῖν, παραπέμπει τόσο συχνὰ στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ βυζαντινὴ ὑμνογραφία, ποὺ ἡ κατανόηση τῆς δικῆς του γλώσσας σὲ βάθος προϋποθέτει τὴν ἀναγνώριση καὶ κατανόηση τῶν παραπομπῶν αὐτῶν.

Καλῶς ἢ κακῶς (δὲν ἐνδιαφέρει πιά), ἡ παλαιότερη νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι ἐν μέρει γραμμένη στὴν καθαρεύουσα, καὶ ὁ Παπαδιαμάντης εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους συγγραφεῖς τῆς νεότερης Ἑλλάδας, ὅπως εἶναι ὁ Βιζυηνὸς καὶ ὁ Ροΐδης. Τὸ νὰ ἐκδώσει, λοιπόν, κανεὶς τοὺς συγγραφεῖς αὐτοὺς μονοτονικὰ δὲν θὰ ἦταν μόνο πράξη ἱεροσυλίας, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔκανε τὰ κείμενά τους ἀπὸ δυσπρόσιτα ἕως ἀκατανόητα. (Γι᾿ αὐτὸ ἡ μετάφραση τοῦ Παπαδιαμάντη σὲ κάποια μορφὴ “ὁμιλούμενης” νεοελληνικῆς—ὅτι κι ἂν σημαίνει αὐτὸ σήμερα—εἶναι προτιμότερη, γιατὶ ἱεροσυλία μιὰ φορὰ δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ, ἐνῶ ἀναγνωρίζει εὐθαρσῶς τὴν πνευματικὴ καὶ γλωσσικὴ παρακμὴ ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ἐποχή μας καὶ ἀνταποκρίνεται σ᾿ αὐτήν.)

Δὲν εἶναι ὅμως μόνο οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἔγραψαν στὴν καθαρεύουσα, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ποὺ χρησιμοποίησαν ἢ χρησιμοποιοῦν ἀρχαίους γραμματικοὺς τύπους ἢ φράσεις· λόγου χάριν, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους ποιητές μας, ὁ Καβάφης, ἐκτὸς ἀπὸ πλῆθος ἀρχαίων τύπων ἢ ἀρχαιοπρεπῶν φράσεων συχνὰ ἐνσωματώνει καὶ ἀρχαῖα χωρία στὰ ποιήματά του, τὰ ὁποῖα ὁ μονοτονισμὸς  ἐνίοτε μετατρέπει σὲ γρίφους. Ἰδοὺ τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ 154 “Ἀναγνωρισμένα” ποιήματά του, ὅπως παρουσιάζεται στὸν κατὰ τὰ ἄλλα πολὺ καλὰ σχεδιασμένo καὶ χρήσιμο «Επίσημο δικτυακό τόπο του Αρχείου Καβάφη» (http://www.kavafis.gr) :

Άγε, ω βασιλεύ Λακεδαιμονίων
Δεν καταδέχονταν η Κρατησίκλεια
ο κόσμος να την δει να κλαίει και να θρηνεί·
και μεγαλοπρεπής εβάδιζε και σιωπηλή.
Τίποτε δεν απόδειχνε η ατάραχη μορφή της
απ' τον καϋμό και τα τυράννια της.
Μα όσο και νάναι μια στιγμή δεν βάσταξε·
και πριν στο άθλιο πλοίο μπει να πάει στην Aλεξάνδρεια,
πήρε τον υιό της στον ναό του Ποσειδώνος,
και μόνοι σαν βρεθήκαν τον αγκάλιασε
και τον ασπάζονταν, «διαλγούντα», λέγει
ο Πλούταρχος, «και συντεταραγμένον».
Όμως ο δυνατός της χαρακτήρ επάσχισε·
και συνελθούσα η θαυμασία γυναίκα
είπε στον Κλεομένη «Άγε, ω βασιλεύ
Λακεδαιμονίων, όπως, επάν έξω
γενώμεθα, μηδείς ίδη δακρύοντας
ημάς μηδέ ανάξιόν τι της Σπάρτης
ποιούντας. Τούτο γαρ εφ' ημίν μόνον·
αι τύχαι δε, όπως αν ο δαίμων διδώ, πάρεισι.»
Και μες στο πλοίο μπήκε, πηαίνοντας προς το «διδώ».

Ἰδοὺ τώρα τὸ ἴδιο ποίημα μετὰ ἀπὸ ἀποκατάσταση τῶν τόνων:

Ἄγε, ὦ βασιλεῦ Λακεδαιμονίων
Δὲν καταδέχονταν ἡ Κρατησίκλεια
ὁ κόσμος νὰ τὴν δεῖ νὰ κλαίει καὶ νὰ θρηνεῖ·
καὶ μεγαλοπρεπὴς ἐβάδιζε καὶ σιωπηλή.
Τίποτε δὲν ἀπόδειχνε ἡ ἀτάραχη μορφή της
ἀπ' τὸν καϋμὸ καὶ τὰ τυράννια της.
Μὰ ὅσο καὶ νά ᾿ναι μιὰ στιγμὴ δὲν βάσταξε·
καὶ πρὶν στὸ ἄθλιο πλοῖο μπεῖ νὰ πάει στὴν Ἀλεξάνδρεια,
πῆρε τὸν υἱό της στὸν ναὸ τοῦ Ποσειδῶνος,
καὶ μόνοι σὰν βρεθῆκαν τὸν ἀγκάλιασε
καὶ τὸν ἀσπάζονταν, «διαλγοῦντα», λέγει
ὁ Πλούταρχος, «καὶ συντεταραγμένον».
Ὅμως ὁ δυνατός της χαρακτὴρ ἐπάσχισε·
καὶ συνελθοῦσα ἡ θαυμασία γυναίκα
εἶπε στὸν Κλεομένη «Ἄγε, ὦ βασιλεῦ
Λακεδαιμονίων, ὅπως, ἐπὰν ἔξω
γενώμεθα, μηδεὶς ἴδῃ δακρύοντας
ἡμᾶς μηδὲ ἀνάξιόν τι τῆς Σπάρτης
ποιοῦντας. Τοῦτο γὰρ ἐφ' ἡμῖν μόνον·
αἱ τύχαι δέ, ὅπως ἂν ὁ δαίμων διδῷ, πάρεισι.»
Καὶ μές στὸ πλοῖο μπῆκε, πηαίνοντας πρὸς τὸ «διδῷ».

Νομίζω, δὲν χρειάζονται σχόλια.

Μόλις καθιερώθηκε τὸ μονοτονικὸ στὴν ἐκπαίδευση ξεκίνησε μιὰ τρεχάλα συναγωνισμοῦ ἀνάμεσα σὲ συγγραφεῖς καὶ ἐκδότες βιβλίων (ἰδίως παιδικῶν), λεξικῶν, ἐγκυκλοπαιδειῶν, περιοδικῶν, κοκ., γιὰ τὸ ποιοί θὰ μονοτόνιζαν πρῶτοι τὶς ἐκδόσεις τους καὶ θὰ προλάβαιναν ἔτσι νὰ κερδίσουν περισσότερα ἀπὸ τὴ νέα ἀγορὰ ποὺ εἶχε ἀνοίξει. Ὅμως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἔμειναν ἀδιάφοροι ἀπέναντι σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα δρόμου ἦταν οἱ ποιητές—νομίζω τότε στὸ σύνολό τους—καὶ ἀρκετὰ περιοδικὰ ποὺ ἀπευθύνονται σὲ σκεπτόμενους ἀναγνῶστες, ὅπως Ὁ Πολίτης (ἀριστερὴ ἐπιθεώρηση), ἡ Νέα Ἑστία (παραδοσιακὸ περιοδικὸ γραμμάτων καὶ τεχνῶν), λίγο ἀργότερα ἡ Ποίηση (ἀφιερωμένο κυρίως στὴ μοντέρνα ποίηση), καὶ πολλὰ ἄλλα. Ὑποθέτω πὼς ὁ λόγος γι᾿ αὐτὸ εἶναι ὅτι οἱ ποιητές, πάνω καὶ πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους, θὰ προσυπέγραφαν καὶ σήμερα τὴ “δήλωση” τοῦ Ἐλύτη: «Tὴ γλώσσα, μοῦ ἔδωσαν ἑλληνική· / τὸ σπίτι φτωχικὸ στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου. / Μονάχη ἔγνοια ἡ γλώσσα μου στὶς ἀμμουδιὲς τοῦ Ὁμήρου» (Ἄξιον ἐστί, Βʹ).

Κλείνοντας αὐτὴν ἐδῶ, τὴ δική μου “δήλωση,” θέλω νὰ διευκρινίσω ὅτι δὲν ἐννοῶ πὼς τὸ πολυτονικὸ σύστημα τονισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀρχαιομάθεια, οὔτε καὶ πὼς ἡ ἀρχαιομάθεια εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν κατανόηση τῆς νεότερης λογοτεχνίας μας. Ὅμως, ὅταν κάποιο ἐπίπεδο ἐξοικείωσης μὲ τὴν ἀρχαία γραμματικὴ εἶναι ἀναγκαῖο γιὰ νὰ προσπελάσει κανείς, ὄχι τοὺς ἀρχαίους, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους νεότερους συγγραφεῖς μας, τὸ νὰ ἀποκόπτονται, ἀντὶ νὰ ἐνισχύονται, οἱ σύνδεσμοι τῆς νεότερης γλώσσας μας μὲ τὴν ἀρχαία συνιστᾶ πολιτικὴ λαϊκισμοῦ καὶ ἐκπαιδευτικῆς ἀφροσύνης.

Γ. Μ. Σηφάκης

Ὁμότιμος Καθηγ. Ἀρχ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας
Πανεπ. Θεσσαλονίκης & Πανεπ. Νέας Ὑόρκης

Θεσσαλονίκη, 18 Ἰανουαρίου 2007

© Γ. Μ. Σηφάκης, 2007

KIPEPOS Banner
Open both sides