Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων αʹ

[Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων, ἐκ τῶν συνεδριῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν», ἐκδόσεις Τζάκα-Δελαγραμμάτικα 1944: Ὁμιλίες τῶν κκ. καθηγητῶν Χατζῆ, Μαρινάτου, Πεζοπούλου, Ζώρα, Λογοθέτου καὶ Φάβη.]

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἀντ. Χατζῆ, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 35-36.

Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν τόνων ἐνταῦθα θὰ εἴπω μόνον τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ τεύχει Περὶ τῆς δίκης τῶν τόνων, σ. 286, γίνεται λόγος εἰδικὸς περὶ τοῦ τόνου τῆς λέξεως καρκίνος ἐκ τοῦ τονισμοῦ τῆς λέξεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν πρῴην Γεν. ᾽Επιθεωρητὴς τῆς ἐκπαιδεύσεως προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἐν τοῖς γυμνασίοις.᾽Αλλ᾿ ἐρωτῶ τὸν ἀφελῆ ἐκπαιδευτικόν: ὁ μαθητὴς τοῦ γυμνασίου δὲν ὀφείλει νὰ γινώσκῃ τὴν προσῳδίαν καὶ εἰδικῶς νὰ γινώσκῃ ἂν τὸ «ι» τῆς παραληγούσης τῆς εἰρημένης λέξεως εἶναι μακρὸν ἢ βραχύ; ᾽Εὰν συναντήσῃ τὴν λέξιν ταύτην παρά τινι ποιητῇ, ὁ τόνος δὲν θὰ ἐβοήθει αὐτὸν νὰ ἀναγνώσῃ ὀρθῶς τὸ μέτρον; Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῆς τελευταίας γυμνασιακῆς τάξεως ἐν σχολείοις τῆς ῾Εσπερίας ὀφείλουσι νὰ συντάξωσι ποίημα ἐν Λατινικῇ γλώσσῃ ἂν ἐν τῷ ποιήματι ὁ μαθητὴς τὴν λέξιν Carcinos (ἀστερισμὸς) ἐκλάβῃ ὡς ἔχουσαν τὸ i μακρόν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ἀπολυτήριον τοῦ γυμνασίου.

Ὥστε οἱ μαθηταὶ πάντων τῶν γυμνασίων τῆς οἰκουμένης θὰ γινώσκωσιν, ὅτι ἡ λέξις Πιλᾶτος ἔχει τὴν παραλήγουσαν μακρὰν καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ λέξις Πιλᾶτος προπερισπᾶται, μόνον δὲ ὁ ῞Ελλην μαθητὴς τοῦ γυμνασίου κατὰ τὸν πρῴην Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἀγνοῇ τοῦτο, θὰ θέτῃ δὲ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς παραληγούσης.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σπύρου Μαρινάτου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαιολογίας, σελ. 101-102.

Ἡ ἔναρξις τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας προβλήματος ἀπὸ τοὺς τόνους ἐξεφράσθη ἀπὸ μὲν ἀκαδημαϊκοὺς κύκλους ὡς ἰδέα, ἀπὸ ἄλλους δὲ ἐλευθέρους κύκλους καὶ ἐφηρμόσθη. Ἀκόμη καὶ εἰς διδακτικὰ βιβλία, ὄχι βεβαίως ἐπίσημα, ἔγινε τὸ πείραμα, ὅπως τὰ γραφέντα ὑπὸ τοῦ Ἐλ. Γιαννίδη.

Ὁ συνάδελφος κ. Κακριδῆς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάρτυράς του μᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Βιλαμόβιτς καὶ ἄλλοι ἐγνωμάτευσαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων ἢ τοὺς κατήργησαν1.

Θὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ Λάμερ, ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος διδάσκαλος μὲ τὴν βαρύνουσαν γνώμην, διότι ἐπὶ μίαν γενεὰν καὶ πλέον ἀνέθρεψε τοὺς φλογερωτέρους λατρευτὰς τῆς ᾽Αρχαιότητος, ἔχει μαζὶ μὲ πλείστους ἄλλους τὴν ἐναντίαν γνώμην καὶ τὴν αἰτιολογεῖ δεόντως. Πράγματι οἱ τόνοι διὰ τοὺς ξενογλώσσους εἶναι πολὺ ἀναγκαιότεροι παρὰ δι᾿ ἡμᾶς. Οἱ Γερμανοὶ μάλιστα, τονίζοντες λόγῳ παραδόσεως καὶ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τοὺς τονικοὺς κανόνας τῆς Λατινικῆς, ὑποπίπτουν εἰς ἀπειρίαν σφαλμάτων, ὅταν ἀπὸ μνήμης γράφουν ῾Ελληνικὰς φράσεις, ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ γίγας ὁ Βιλαμόβιτς (Αἴσχυλος, νεκυία, Τελεσίλλα). ᾽Εντεῦθεν ἑρμηνεύεται καὶ ἡ προσπάθειά του ἁπλοποιήσεως τῶν τονικῶν κανόνων εἰς τὰ σχολεῖα. Ὁ Λάμερ ἀναφέρει καὶ τὰς σχετικὰς συζητήκεις περὶ καταργήσεως τῶν τόνων εἰς τὴν ῾Ελλάδα, ἀλλὰ τονίζει ὅτι εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἐμμανουὴλ Πεζοπούλου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 163-166.

Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ν. Α. Βέη (Bees) περὶ τῶν τόνων

Ὁ κ. Ν. Α. Βέης (Bees) εἶπε κατὰ τὴν δίκην τοῦ κ. Κακριδῆ ὅτι «οἱ δὲ τόνοι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐχρησιμοποιήθησαν τὸ πρῶτον κατὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χρόνους χάριν τῶν βαρβάρων. Παράβαλε ὅσα περὶ τῶν τόνων ἔγραψεν ἐπ᾿ ἐσχάτων ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δ. Μπαλᾶνος ἐν Νέᾳ ῾Εστίᾳ 1942, 10 (1), τὰ ὁποῖα καὶ συνυπογράφω βεβαιῶν ὡς παλαιογράφος, ὅτι τὰ παλαιότερα καὶ ἀρχαιότερα χειρόγραφα ῾Ελλήνων συγγραφέων εἶνε ἄτονα καὶ ἀπνευμάτιστα».

Τί γράφει ὁ κ. Δ. Μπαλᾶνος εἶνε ἀδιάφορον, ἐπειδὴ οὗτος δἐν εἶνε φιλόλογος, ἀλλὰ θεολόγος, κακῶς δὲ ποιῶν ἀναμειγνύεται εἰς φιλολογικὰ ζητήματα, ἅτινα ἀγνοεῖ.

῾Ο κ. Δ. Μπαλᾶνος εἶνε καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. ῎Εργον δὲ τοῦ περὶ τὴν πατρολογίαν διατρίβοντος δὲν εἶνε μόνον ἡ ἐπανάληψις τῶν γεγραμμένων ὑπ᾿ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ἰδία μελέτη τῶν συγγραμμάτων τῶν πατέρων τῆς ῎Εκκλησίας, ὧν πολλὰ πρὸς τῆ θεολόγικῇ ἔχουσι καὶ φιλολογικὴν ἀξίαν.

῾Ο κ. Δ. Μπαλᾶνος πλὴν τῆς ἐργασίας αὑτοῦ περὶ ᾽Ισιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου, ἣν ἐν κρίσει δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Νέᾳ Φόρμιγγι» ἐπῄνεσα καὶ ἐγὼ (ἴδε τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Δ. Μπαλάνου πρὸς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν ἐπὶ τῇ ὑποψηφιότητι εἰς ἕδραν τῆς Πατρολογίας καὶ τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ «Πατρολογία» σ. 387) οὐδεμίαν ἄλλην, καθ᾿ ὅσον γινώσκω, συνέγραψε.

Φιλολογικὴν ἀξίαν ἔχει καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦ Μεγ. Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους παραίνεσις, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Τοῦτο δέ, δὲν ἐμελέτησεν ὁ κ. Δ. Μπαλᾶνος, ὡς δεικνύουσι τὰ σφάλματα ἐν τῇ «Πατρολογίᾳ» αὐτοῦ:

«᾽Εν τῇ πραγματείᾳ ταύτῃ...», γράφει ὁ κ. Μπαλᾶνος σ. 297-298, «ὁ μ. Βασίλειος θέλει νὰ δείξῃ πρὸς τοὺς ἀνεψιούς του, οἵτινες ἠκολούθουν παραδόσεις ἐθνικῶν ῥητόρων καὶ γραμματικῶν, καὶ χάριν ὧν ἔγραψε ταύτην, ὅτι τὰ ἐθνικὰ γράμματα δὲν ἔχουσι καθ᾿ ἑαυτὰ ἀξίαν, ἀλλὰ μόνον σχετικὴν καὶ προπαιδευτικήν, ἐφόσον συντελοῦσιν εἰς πληρεστέραν κατανόησιν τῆς Γραφῆς... ᾽Εκ των ἐθνικῶν συγγραμμάτων δέον νὰ ἀναγινώσκωμεν μόνον τὰ διδάσκοντα ἀρετὴν καὶ «καθάπερ τῆς ῥοδονιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι, τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ τῶν τοιούτων λόγων, ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν φυλαξώμεθα» (κεφ. 3), μιμούμενοι τὸν ᾽Οδυσσέα, ὅστις ἔφρασσε τὰ ὦτα, ἵνα μὴ σαγηνευθῇ ὑπὸ τοῦ ᾄσματος τῶν Σειρήνων καὶ τὰς μελίσσας, αἵτινες δὲν ἐκμυζοῦσι τὸ δηλητήριον τῶν ἀνθέων...».

Ἀλλ᾿ εἶνε γνωστὸν ἐκ τῆς ᾽Οδυσσείας, ὅτι ὁ ᾽Οδυσσεὺς ἔφραξε τὰ ὧτα τῶν ἑαυτοῦ ἑταίρων διὰ κηροῦ, αὐτὸς δ᾿ ἐδέθη ὑπὸ τούτων «ὀρθὸς ἐν ἱστοπέδῃ» καὶ ἤκουσε τὰ μέλη τῶν Σειρήνων. Δὲν εἶνε ἄρα ὀρθὸν τὸ γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Μπαλάνου «μιμούμενοι τὸν Ὀδυσσέα... ἵνα μὴ σαγηνευθῇ ὑπὸ τοῦ ᾄσματος τῶν Σειρήνων». ῾Ο Βασίλειος ἔτι δὲν λέγει ὅτι αἱ μέλισσαι δὲν λαμβάνουσι τὸ δηλητήριον ἐκ τῶν ἀνθέων. Τὸ χωρίον αὐτοῦ ἔχει οὕτω: «ἐκεῖναί τε γὰρ (αἱ μέλιτται) οὔτε ἅπασι τοῖς ἄνθεσι παραπλησίως ἐπέρχονται, οὔτε μήν, οἷς ἂν ἐπιπτῶσιν, ὅλα φέρειν ἐπιχειροῦσιν, ἀλλ᾽ ὅσον αὐτῶν ἐπιτήδειον πρὸς τὴν ἐργασὶαν λαβοῦσαι, τὸ λοιπὸν χαίρειν ἀφῆκαν». ῾Ο Ξενοφῶν ἐν τῇ Ἀναβάσει (Δʹ, 8, 20 κἑξ.) λέγει, ὅτι εὗρόν που σμήνη πολλὰ «καὶ τῶν κηρίων ὅσοι ἔφαγον τῶν στρατιωτῶν πάντες ἄφρονές τε ἐγίγνοντο καὶ ἤμουν καὶ κάτω διεχώρει αὐτοῖς καὶ ὀρθὸς οὐδεὶς ἠδύνατο ἵστασθαι, ... οἱ δὲ καὶ ἀποθνῄσκουσιν, τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπέθανε μὲν οὐδείς, ἀμφὶ δὲ τὴν αὐτήν πως ὥραν ἀνεφρόνουν· τρίτη δὲ καὶ τετάρτη ἀνίσταντο ὥσπερ ἐκ φαρμακοποσίας.».

Τὰ δὲ ἄλλα σφάλματα τοῦ κ. Μπαλάνου ἐν τῷ μέρει τούτῳ (ἀδιόρθωτα ἐν τοῖς «Παροράμασι», σ. 14-15) εἶνε «ῥοδονιᾶς» ἀντὶ τοῦ «ῥοδωνιᾶς» (πρβ. καὶ ἰωνιά, κρινωνιά), «ἐκμυζοῦσι» ἀντὶ τοῦ «ἐκμυζῶσι».

᾽Εν σ. 112, σημ. 3, ἡ γνωστοτάτη ῾Ελληνικὴ πόλις Κύμη ἐν ᾽Ιταλίᾳ μετεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Μπαλάνου εἰς Κοῦμαι («μία τῶν Σιβυλλῶν, μεταναστεύσασα ἐκ Κύμης τῆς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ εἰς Κούμας ἐν ᾽Ιταλίᾳ...»). Ταῦτα δὲ γράφω μόνον γεύματος χάριν. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων σφαλμάτων τοῦ κ. Μπαλάνου καὶ τῶν ἐν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ πρὸς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Μπόνη θὰ εἶνε ὁ λόγος ἐν καιρῷ.

Ἀλλ᾿ ὁ αὐτοχειροτονούμενος παλαιογράφος κ. Ν. Α. Βέης (Bees) φαίνεται ἀγνοῶν, ὅτι ὑπάρχουσι πάπυροι ἔχοντες τόνους (καὶ πνεύματα), ὡς ὁ πάπυρος τοῦ Βακχυλίδου (ἴδ. τὰ προλεγόμενα τῆς Λειψιανῆς ἐκδόσεως τοῦ ποιητοῦ τούτου), τοῦ Μενάνδρου, περὶ ὧν διαλαμβάνει ὁ C. Jensen ἐν τῇ ἐκδόσει τῶν Λειψάνων τοῦ Μενάνδρου («Menandri reliquiae» Auctarium Weidmannianum, Berol. MCMXXIX), τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Ἀλκμᾶνος. ῎Ιδ. Kühner-Blass Ausf. Gramm. Αʹ, σ. 317, F. Blass Paläographie, Handb. d. Kl. Altertumswiss. I2, σ. 308.

Ἀναφέρεται δέ, εἶ καὶ ἀμφισβητεῖται, ὅτι πρῶτος εἰσήγαγε τὰ σημεῖα ταῦτα τῆς προσῳδίας, ὡς καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα αὐτῆς ὁ γραμματικὸς Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος χάριν διευκολύνσεως τῶν μαθητῶν περὶ τὴν ἀνάγνωσιν κειμένων ἀρχαίων συγγραφέων, μάλιστα δὲ διαλεκτικῶν. Οὕτως οἱ Αἰολεῖς ἐτόνουν χείμων, ὄρανος, Φίττακος (τὸ σύνηθες ὄνομα τοῦ αἰσυμνήτου τούτου τῶν Μυτιληναίων ἦτο Πιττακός), κλπ. Οἱ Ἀττικοὶ ἔλεγον ἐρῆμος, ἑτοῖμος, μῶρος, κλπ., οὐχὶ δὲ ἔρημος, ἕτοιμος, μωρός, κλπ.

Θεμελιώδης ἐργασία περὶ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶνε τοῦ B. Laum Das alexandrinische Akzentuationssystem 1928. ῎Ιδ. καὶ E. Schwyzer Griech. Gramm. σ. 374 καὶ A. Gudeman Aristoteles Περὶ ποιητικῆς σ. 342 καὶ 343.

῾Ο ἡμέτερος A. Σιγάλας ῾Ιστ. τῆς ῾Ελλ. γραφῆς, 1934, σ. 307 γράφει:

«Τόνοι καὶ πνεύματα. Τὸ συνηθέστερον μέσον διακρίσεως τῶν λέξεων εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα. Οἱ παλαιότεροι πάπυροι δὲν φέρουν ἴχνη χρησιμοποιήσεως τῶν σημείων τούτων. Τὸ πρῶτον παρουσιάζονται ταῦτα κατὰ τὸν 1ον π. Χ. αἰῶνα, ἀλλ᾿ ἡ χρῆσίς των εἶναι ἤδη τόσον γενική, ἡ δὲ τοποθέτησίς των τόσον καθωρισμένη, ὥστε πρέπει νὰ ἀναγάγωμεν τὴν εἰσαγωγήν των εἰς πολὺ παλαιοτέρους χρόνους... ᾽Εξαίρεσιν κάμνει ἡ δασεῖα, τὴν ὁποίαν συνηντήσαμεν ἀνωτέρω σελ. 134 εἰς ἐπιγραφὰς καὶ νομίσματα ἤδη τοῦ 4ου π. Χ. αἰῶνος... Κατ᾿ ἀρχὰς τὰ σημεῖα ταῦτα χρησιμοποιοῦνται εἰς ἔργα ποιητῶν καὶ ῥητόρων, ἀλλὰ καὶ εἰς σχολικὰ κείμενα ἢ ὅπου ἡ σαφήνεια τοῦ κειμένου ἀπῄτει τοῦτο. ῾Η συνήθεια, καθ᾿ ἣν ἑκάστη συλλαβὴ ἐδέχετο τὸν προσήκοντα τόνον ἐπεκράτησεν εἰς τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα, εἰ καὶ δι᾿ ὀλίγον μόνον χρόνον. Οὕτως ἡ βαρεῖα ἐτίθετο ἐπὶ τῶν ἐλαφρῶς τονιζομένων συλλαβῶν, ἡ δὲ ὀξεῖα καὶ ἡ περισπωμένη ἐπὶ τῶν ἰσχυρότερον. ᾽Ολίγον κατ᾿ ὀλίγον οἱ γραφεῖς περιορίζονται εἰς τὴν τοποθέτησιν τόνου μόνον ἐπὶ τῆς ἴσχυρῶς τονιζομένης συλλαβῆς».

Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 2 τῆς αὐτῆς σελίδος γράφει «Τόνους συναντῶμεν σποραδικῶς μόνον εἰς νεωτέρας ἐπιγραφάς». Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 3 «Τὸν δεύτερον μ. Χ. αἰῶνα παρατηρεῖται ἀκόμη συνηθεστέρα χρησιμοποίησις αὐτῶν (τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων), τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ πλῆθος τῶν σῳζομένων παπύρων ἐκ τῆς ἐποχῆς ταύτης». Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 4 «Σύντομα πραγματεύεται τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἀλεξ. γραμματικῶν περὶ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ὁ ᾽Επιφάνιος (4ον αἰ.) εἰς τὸ σύγγραμμά του «Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν ἐκδ. Dindorf (Lipsiae 1862), κεφ. «Περὶ τῶν προσῳδιῶν».

Κατὰ ταῦτα οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Ν. Α. Βέη (Bees), εἶπεν ὅτι οἱ τόνοι εὑρέθησαν χάριν τῶν βαρβάρων.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Γεωργίου Ζώρα, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 278-294.

Καὶ τώρα ἂς ἴδωμεν κάπως εἰδικώτερον τί εἶναι τὸ πολυθρύλητον ζήτημα τῶν τόνων καὶ πῶς ἐνεφανίσθη. Δὲν πρόκειται, ὡς γνωστόν, περὶ νέας θεωρίας οὔτε περὶ νέας γλωσσικῆς ἐφευρέσεως, δεδομένου ὅτι τὸ θέμα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ πολλῶν τώρα πλέον δεκαετηρίδων ἀπασχολεῖ κατὰ καιροὺς τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων μας.

Εἰς τίνος τὴν κεφαλὴν ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ἡ ἰδέα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ τονικοῦ μας συστήματος, καὶ ποῖαι αἰτίαι τὸν ὤθησαν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν εἶναι δύσκολον νὰ καθορισθῆ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τῶν πρώτων ὑποστηρικτῶν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις συνοδεύεται ἀπὸ τὴν τάσιν μιᾶς γενικωτέρας μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου2. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πλείστους τῶν μεταγενεστέρων ὀπαδῶν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις ἀκολουθεῖται γενικῶς ἀπὸ παραλλήλους προσπαθείας ἀνακαινίσεῳς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας.

Χωρὶς νὰ σταματήσωμεν εἰς τὰς κάπως ἀβεβαίας προσπαθείας, τοῦ Χριστοπούλου καὶ τοῦ Ψαλίδα, οἵτινες ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ μιᾶς ἁπλουστεύσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος συνέταξε καὶ μίαν περίεργον αἰολοδωρικὴν γραμματικὴν τῆς νέας ἑλληνικῆς, ἀναφέρομεν ἐν πρῶτοις μεταξὺ τῶν μεταρρυθμιστῶν τοῦ τονικοῦ συστήματος τὸν Ἰωάννην Βηλαρᾶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ὑπεστήριξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ἱστορικῆς διὰ τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας, καὶ ἐφήρμοσεν ἐν μέρει τὸ σύστημα τοῦτο. Γράφει, σὺν ἄλλοις, ὁ Βηλαρᾶς; «Κε εμης ληπον, για να γραψομε τη φησηκη μας γλοσα πρεπη να ρηξομε το ω και το υ· κε στον τοπο του υ να βαλομε την παλια δηφθονγκο, κε να γενη τ᾿ αλφαβητο μας με 23 ψηφια τα οπηα ηνε αρκετα να παραστησουν ολες της απλες φονες της γλοσας μας κε καμποσες σηνθετες για το γληγορο γραψημο, καθος ηπα· να ρηξομε κε τες παλιες δηφθονγκες κε τρηφθονγκες κε να μεταχηρηστουμε τες ηδηκες μας τεσσερες κηριες αι, ει, οι, ουι· επηδης ακουοντε σ᾿ αφτες διο φονες διαφορετηκες σε μια σηλαβη, η προτη περισοτερο κε η δεφτερη οληγοτερο καθος στες λεξης: αιτος, χαιδεβο, πεται, λειμονι, λει, ελεημοσηνη, ροιδο, ακουι· κε τες πεντε καταχρηστηκες ια, ιε, ιη, ιο, ιου γηατη σε τουτες το ι δεν ακουετε, μονε χρησημεβη για να καμη μαλακοτερο το φονηεντο οπου ακολουθαι, καθος στες λεξες: πεδια, πιε, αξιη, σκολιο, ψομιου· κε ετση το ι στ᾿ αλφαβητο μας δε χρησημεβη σ᾿ αλο παρα στες δηφθονγκες μοναχα· μας χρηαζοντε ακομα κε τρηα σημαδια, η αποστροφο, η υποδηαστολη κε ο τονος· κε ο τονος οχη παντου, αλα μοναχα στα αμφηβολα, καθος άλα κε αλά, πόλη κε πολή, πεδία κε πεδιά· κε η επηληπη τονογραφια μας ηνε περησια, κι᾿ ουδε στην παλια εληνικη γλοσα χρησημεβε, οντα ζουσε· μας χρηαζετε κ' η στιγμογραφια».

Ὁ Βηλαρᾶς θέλει νὰ καταργήσῃ ὡρισμένα γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, τὰς διφθόγγους, τὰ διπλᾶ σύμφωνα κλ., ἐπίσης δὲ καὶ ὅλα τὰ πνεύματα καὶ τοὺς τόνους μὲ μία μόνην ἐξαίρεσιν διὰ τἀς ὁμοίας γραφῆς λέξεις, ὅπου ὁ τόνος θὰ χρησιμεύῃ ὡς διακριτικὸν σημεῖον, ὅπως πόλη (πόλις) καὶ πολὴ (πολύ).

Τὸ κήρυγμα τοῦ Βηλαρᾶ δὲν εὗρε — ὡς ἦτο ἑπόμενον — ὀπαδούς, οὔτε εἶχε μεγάλην ἀπήχησιν εἰς τὸ ἔθνος, ἀντιθέτως μάλιστα ἐκρίθη ὅτι «τεκμηριοῖ παράδοξόν τι νόσημα τῆς κριτικῆς τοῦ ἀνδρὸς δυνάμεως» (Ν. Δραγούμης).

᾽Επὶ πολλὰ ἔτη δὲν γίνεται πλέον σοβαρὸς λόγος περὶ μεταβολῆς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, οὔτε ἀπὸ τοὺς ῾Επτανησίους δημοτικιστάς, οὔτε — φυσικὰ — ἀπὸ τοὺς καθαρεύοντας ὀπαδοὺς τῆς ἀθηναϊκῆς σχολῆς, προσκεκολλημένους εἰς τὴν κλασσικὴν ῾Ελλάδα, καὶ τὴν παράδοσιν. Δὲν παραμελοῦνται ὅμως τὰ μνημεῖα τῆς δημοτικῆς γλώσσης καὶ ἡ φιλολογικὴ αὐτῆς μελέτη. Αἱ ἐκδόσεις μεσαιωνικῶν δημοτικῶν κειμένων, αἱ ἔρευναι περὶ τὸ πλούσιον λαογραφικὸν μας ὑλικὸν κλ., μαρτυροῦν ὅτι οὐδέποτε ἐξέλιπε τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημοτικῆς μας ποιήσεως. Οὐδεὶς ὅμως ἐνόμισεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παραγκωνισθῇ ἡ παράδοσις ἢ νὰ μεταρρυθμισθῇ ἄρδην τὸ ὀρθογραφικόν μας σύστημα.

Αἱ νέαι προσπάθειαι ὀρθογραφικῶν ἀνακαινίσεων συμπίπτουν μὲ τὴν, ἀνακίνησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ τὴν διεξαγωγἠν ἀτερμόνων γλωσσικῶν ἀγώνων. Χαρακτηριστικὸν γεγονὸς, εἶναι ὅτι περισσότεραι φωναὶ ἐγείρονται οὐχὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ῾Ελλάδος, ἀλλὰ ἀπὸ ὁμογενεῖς, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἔζησαν ἔξω τῶν συνόρων, τῆς χώρας, ἐν τῆ ξένῃ καὶ δὴ ἐν τῇ Δύσει. Οἱ νέοι μεταρρυθμισταὶ τάσσονται γενικῶς ὑπὲρ τῆς ἰδέας μιᾶς γενικῆς ἀνατροπῆς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, προτείνοντες ἕκαστος ἰδίαν λύσιν.

Οὕτως ὁ Τιμόθεος Κούστας ἐδημοσίευσε βιβλίον ὑπὸ τὸν τίτλον: «Πάντες ι Έλινες εγγράματι, τυτέστι πος ι καθομιλυμένι ελινικί δύνατε, διά καταλίλυ διδασκαλίας κε απλοπιίσεος επυσιόδους τυ ορθογραφικύ αφτίς μέρυς, κε ζοίν πλίονα ιθικήν τε κινονικίν ν αποκτίσι, κε εφκολομάθιτος να καταστί προς πάντας ομογενίς κε αλογενίς. ιπό Τιμοθέυ Κύστα» (1879). ῾Ο Κούστας, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ τίτλου τοῦ βιβλίου, ζητεῖ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας καὶ τὴν διατήρησιν ἑνὸς μόνον τόνου, τῆς ὀξείας, τιθεμένου ἐπὶ τῆς τονιζομένης συλλαβῆς, πλὴν τῶν μονοσυλλάβων λέξεων, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖ τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ τονισμοῦ.

Ἀργότερον ὁ Νικόλαος Φαρδὺς ἐκηρύχθη ἐπίσης κατὰ τοῦ κρατοῦντος τονικοῦ συστήματος εἰς δύο μικρὰς μελέτας του, ὑπὸ τὸν τίτλον « Περι ατονου και απνευματιστου γραφης της νεωτερας ελληνικης γλωσσης διατριβη» (1884) καὶ «Περι ατονου και απνευματισιου γραφης της νεωτερας ελληνικης γλωσσης μαρτυριαι και αποδειξεις» (1889), ὅπου, καίτοι τάσσεται ὑτὲρ τῆς κατὰ τὰ λοιπὰ διατηρήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, ζητεῖ τὴν τελείαν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων: Ὡς οἱ ἀνάλογοι νεωτερισμοὶ τῶν προηγουμένων μεταρρυθμιστῶν τῆς γλώσσης μας, οὕτω καὶ ἡ καινοτομία τοῦ Φαρδῦ προυκάλεσε αὐστηρότατα σχόλια καὶ κριτικάς, τινὰς τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἴδιος ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὀρθάς, ἕνεκεν δὲ τούτου βραδύτερον μετέβαλε τὸ ἀρχικόν του σχέδιον τῆς πλήοους καταργήσεως τῶν τόνων, ταχθεὶς πλέον ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἑνὸς τόνου, τῆς ὀξείας, εἰς τὰς ὑπερσυλλάβους μόνον λέξεις, ἀκολουθῶν οὕτω πως τὸ τονικὸν σύστημα τοῦ Κούστα: «Επρότεινα —γράφει— και υπεστήριξα, εφ᾿ όσον μου ήτο δυνατόν, την αφαίρεσιν των τόνων και των πνευμάτων εκ της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης, και απέδειξα ότι η ρίζα των λέξεων, εκ της αφαιρέσεως ταύτης ουδέν πάσχει. Επειδή όμως τινές νομίζουν ότι αφαιρουμένων των σημείων, του τονισμού, θα επέλθη δυσκολία εις την ανάγνωσιν, διά τούτο προς εξομάλυνσιν παντός προσκόμματος, δύναται να γίνῃ χρήσις ενός και μόνου σημείου, μιάς οξείας, λόγου χάριν, διά την τονιζομένην συλλαβήν των δισυλλάβων και υπερδισυλλάβων λέξεων».

Καὶ ὁ Ι. Σκυλίτσης ὡμίλησεν ἐπίσης διὰ τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ τονικοῦ μας συστήματος εἰς διάλεξίν του εἰς τὸν Παρνασσὸν «Περὶ ἄρσεως ματαιοπονίας» (1886), καὶ γραπτῶς ὑπεστήριξε τὰς γνώμας του. Εἰς τὸν «Αἰῶνα» τῆς 6 Νοεμβρίου 1886 ἀναπτύσσει εἰς ἄρθρον του ὑπὸ τὸν τίτλον «Αἱ γραφικαὶ προτάσεις» τὴν θεωρίαν του, ἥτις ἔγκειται εἰς τὴν κατάργησιν μόνον ἑνὸς πνεύματος (τῆς ψιλῆς), καὶ ἑνὸς τόνου (τῆς βαρείας), ἡ παράλειψις τῶν ὁποίων θὰ ὑπονοῆται διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν λοιπῶν τόνων καὶ τῆς δασείας. Γράφει, σὺν τοῖς ἄλλοις: «Απέδειξα ὅτι ἡ ψιλη και ἡ βαρεῖα, ἐπειδή, και αν λείψωσι, μαρτυροῦνται ὑπο τῶν άλλων τόνων τῶν διατηρουμένων δύνανται, να μη σημειῶνται... Δεν προτείνω κατάργησιν, αλλ᾿ ἁπλῆν άρσιν δύο σημείων τῆς γραφῆς εκ περισσοῦ τιθεμένων εν αυτῇ, αφοῦ ὅ,τι θέλουν να σημάνωσι τα σημεῖα ταῦτα σημαίνεται διά τε τῆς απουσίας των καὶ τῆς παρουσίας τῶν άλλων σημείων, τούτων δατηρουμένων εν τῇ θέσει των... Καθως εν τοῖς πνεύμασι, τηροῦντες την δασεῖαν μόνην, δεν χάνομεν τον τόπον τῆς ψιλῆς, αλλα μάλιστα χαρακτηρίζομεν αυτην εκ τῆς απουσίας τῆς δασείας, οὕτω και εν τοῖς τόνοις, τηροῦντες την οξεῖαν και την περισπωμένην δεν χάνομεν τον τόπον τῆς βαρείας».

Αὐτοὶ εἶναι οἱ κυριώτεροι πρωτοπόροι τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ αἱ παρ᾿ αὐτῶν προταθεῖσαι καινοτομίαι. Οἱ μεταγενέστεροι ἀκολουθοῦν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς θεωρίας τῶν ἀνωτέρω μεταρρυθμιστῶν καὶ ἐπαναλαμβάνουν ἐν πολλοῖς τὰ αὐτὰ μὲ ἐκείνους ἐπιχειρήματα. Οὕτως ἡ κατὰ καιροὺς ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος συνεχίζεται. Μετὰ τοὺς Βηλαρᾶν, Κούσταν, Φαρδύν, Σκυλίτσην κ.λπ., ἀκολουθοῦν οἱ Βλαστός, Πάλλης, Γιαννίδης, Χατζιδάκις 3, Τριανταφυλλίδης, κ.ἄ., ἀκόμη δὲ καὶ ἐλάχιστοι ξένοι.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὀπαδῶν τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως οἱ περισσότεροι περιωρίσθησαν εἰς τὴν θεωρητικὴν μόνον συζήτησιν τοῦ θέματος, ἄλλοι ἐφήρμοσαν τὰς θεωρίας των καὶ ἐν τῇ πράξει. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ζητοῦν μόνον τὴν τονικὴν μεταρούθμισιν, ἄλλοι προχωροῦν ἀκόμη καὶ μὲ τὴν τονικὴν μεταρρύθμισιν συνδέουν την γενικωτεραν μεταβολὴν τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῶν διπλῶν συμφώνων καὶ τῶν διφθόγγωην μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι μερικοὶ δὲν ἐδίστασαν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὰς καινοτομίας αὐτάς φθάσαντες μέχρι τοῦ σημείου νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου.

Ὡς γνωστόν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις δὲν ἐγένετο δεκτὴ οὔτε ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου Κράτους, οὔτε παρ᾿ ἄλλου τινὸς ἀνωτέρου δημοσίου πνευματικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας μας. Μόνον εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας ἐθεσπίσθη, ὁμοῦ μετὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος.

Τὸ ζήτημα τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως, ὅπως καὶ τοῦ τυπικοῦ ἐν γένει καὶ τῆς γραμματικῆς τῆς δημοτικῆς, ἔχει φθάσει τώρα πλέον εἰς πραγματικὸν χάος, ἑκάστου μετάρρυθμιστοῦ προτείνοντος καὶ ἀκολουθοῦντος ἴδιον τονικὸν σύστημα. Οὕτω μέχρι τῆς στιγμῆς, ἔχουν προταθῆ αἱ ἑξῆς λύσεις:

  1. Διὰ τὰ πνεύματα:
    1. κατάργησις καὶ τῶν δύο πνευμάτων
    2. κατάργησις μόνον τῆς ψιλῆς
  2. Διὰ τοὺς τόνους:
    1. κατάργησις ὅλων τῶν τόνων
    2. κατάργησις μόνον τῆς βαρείας καὶ διατήρησις τῆς ὀξείας καὶ περισπωμένης
    3. κατάργησις τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης καὶ διατήρησις μόνον τῆς ὀξείας
    4. κατάργησις καὶ τῶν τριῶν γνωστῶν τόνων καὶ ἀντικατάστασις δι᾿ ἄλλου τινὸς σημείου
    5. νὰ τονίζωνται μόνον αἱ δισύλλαβοι καὶ ὑπερδισύλλαβοι λέξεις
    6. νὰ τονίζωνται ὅλαι αἱ λέξεις καὶ αἱ μονοσύλλαβοι (διὰ τοῦ αὐτοῦ σημείου τονισμοῦ)
    7. νὰ τονίζωνται αἱ ὑπερμονοσύλλαβοι λέξεις, ἐφ᾿ ὅσον ὁ τόνος δὲν πίπτει ἐπὶ τῆς ληγούσης κ.λπ.
  3. Διὰ τὰ σημεῖα τοῦ τονισμοῦ:
    1. μερικοὶ προτείνουν τὴν ὀξεῖαν
    2. ἄλλοι ἕνα σταυρὸν
    3. ἄλλοι μικρὸν ἀστερίσκον
    4. ἄλλοι τριγωνικὴν κοκκίδα
    5. ἄλλοι στρογγύλην κοκκίδα
  4. Διὰ τὰς ἐγκλινομένας λέξεις:
    1. νὰ ἑνώνωνται μὲ τὰς προηγουμένας λέξεις, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν μίαν μόνην λέξιν
    2. νὰ συνδέωνται μὲ τὰς προηγουμένας λέξεις διὰ συνδετικῆς γραμμῆς (παύλας)
    3. νὰ γράφωνται χωριστὰ ἄτονοι, τῶν λοιπῶν μονοσυλλάβων λέξεων τονουμένων.

Ἄν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τῶν «πιθανοτήτων» θελήσωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς περιπτώσεις τῶν δυνατῶν συνδυασμῶν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταπληκτικοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἂν ἐπικρατήσῃ—ὅπως ἤδη εἰς τὸ τυπικὸν—ἡ πλήρης ἐλευθερία καὶ αὐθαιρεσία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τονικοῦ συστήματος.

Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω ἑκάστην τῶν προτεινομένων λύσεων καὶ τὰ τυχὸν πλεονεκτήματα ἢ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἑκάστη ἐξ αὐτῶν παρουσιάζει. Θὰ ἀρκεσθῶ εἴς ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος, τῆς ἀνάγκης δηλ. μιᾶς ἀμέσου μεταρρυθμίσεως τοῦ ἱστορικοῦ μας τονικοῦ συστήματος.

Ἴδωμεν ἐν βραχεῖ τοὺς πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς μεταρρυθμίσεως προβαλλομένους λόγους : α) ῞Οτι οἱ τόνοι ἀποτελοῦν παρ᾿ ἀρχαίοις εὕρημα πρὸς χρῆσιν τῶν βαρβάρων, ἄλλοι συνάδελφοι, ἐμοῦ ἁρμοδιώτεροι, ἠμφεσβήτησαν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα ἐμπνέει τοὺς πλείστους τῶν μεταρρυθμιστῶν τοῦ τονικοῦ μας συστήματος καὶ τῆς ὀρθογραφίας, ὥστε νὰ θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν καὶ πάλιν τὴν ἀρχαϊκὴν γραφήν. ᾽Εξ ἄλλου θὰ ἔπρεπε τότε νὰ παραιτηθῶμεν καὶ τῆς μικρογραμμάτου γραφῆς ἥτις ἀριθμεῖ παράδοσιν πολλῶν αἰώνων—καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς ἓν εἶδος μεγαλογραμμάτου γραφῆς, ὡς ἐπεχείρησεν ἄλλοτε ὁ Πάλλης!

β) ῞Οτι λόγοι αἰσθητικῆς ὑπαγορεύουν τὴν κατάργησιν τῶ πνευμάτων καὶ τῶν τόνων, δὲν νομίζω νὰ ἀποτελῇ σοβαρὸν ἐπίχείρημα, ἀφοῦ μάλιστα, ἀντιθέτως, μερικοὶ—ὡς ἀναφέρει ὁ Φαρδὺς—εἶναι ὅλως ἀντιθέτου γνώμης, καὶ κατεπολέμησαν τὴν παρ᾿ αὐτοῦ προτεινομένην κατάργησιν τῶν τόνων, ἀκριβῶς διότι «ἔλεγον ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφή, ἄνευ τόνων καὶ ἄνευ πνειμάτων, ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπον ἄνευ κεφαλῆς καὶ ἄνευ ποδῶν· ἄλλοι δὲ ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων εὐεργετημάτων, ἅτινα παρέχουσιν εἰς τὴν γλῶσσαν, ἑπέχουν ἐκ περισσοῦ καὶ τόπον κοσμήματος ἐν τῇ γραφῇ, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ γραφὴ τῆς γλώσσης μας καθίσταται εἰδεχθεστάτη». Ἄλλοι πάλιν ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ χρῆσις ἑνὸς μόνου τόνου, τῆς ὀξείας ἀποτελεῖ ἀφόρητον καὶ ἀνυπόφορον «μονοτονίαν». Ἂς μὴ λησμονῶμεν, τέλος, ὅτι ἡ ὕπαρξις τριῶν τόνων δὲν παρατηρεῖται, μόνον εἰς τὴν ἑλληνικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας, γλώσσας, ὡς τὴν γαλλικήν, χωρὶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον οἱ Γάλλοι, νὰ καταγίνουν εἰς εἰδικὰς περὶ τὴν καλαισθησίαν τοῦ τονικοῦ των συστήματος μελέτας. ` γ) Ὅτι ἀπὸ πρακτικῆς τυπωτικῆς ἀπόψεως ἡ κατάργησις τῶν τόνων θὰ ἐπέφερε μεγάλα ὀφέλη καὶ θὰ διηυκόλυνε πολὺ τὴν τυπογραφίαν, ἀποτελεῖ βεβαίως σοβαρὸν ἐπιχείρημα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησι, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ὀρθογραφία μιᾶς γλώσσης δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τυπογραφικῶν εὐκολιῶν (ὅπως δὲν καθορίζεται καὶ εἰς καμμίαν ἄλλην εὐρωπαϊκὴν ἢ ἐξωευρωπαϊκὴν γλῶσσαν), εἰδικῶς δι᾿ ἡμᾶς ἡ διατήρησις πνευμάτων καὶ τόνων εἰς τὰ ἑλληνικὰ τυπογραφεῖα θὰ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐκτύπωσιν ὅλων τῶν ἀρχαίων, βυζαντινῶν καὶ μεταβυζαντινῶν κειμένων, δηλ. ὅλου τοῦ πλουσιωτάτου φιλολογικοῦ θησαυροῦ τῆς Χώρας μας.

δ) Ὅτι τὸ κρατοῦν τονικὸν σύστημα ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν δυσκολίαν τῆς ὀρθογραφίας μας, καὶ ἑπομένως ὅτι καταργουμένων τῶν τόνων οἱ μαθηταὶ θέλουν ἀπαλλαγῆ μεγάλου φόρτου, ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων, ἀπὸ προπαγανδιστικῆς τουλάχιστον ἀπόψεως, ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἐπιστημονικῶς ἰσχυρότερόν. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς καθαρῶς παιδαγωγικὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα τόσον διεξοδικῶς ὡμίλησεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. ᾽Εξαρχόπουλος, ἐπικαλεσθεὶς τὴν μαρτυρίαν καὶ πολλῶν ξένων διακεκριμένων ἐπιστημόνων, θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι ὁ πυρετὸς τῆς ἁπλουστεύσεως τῆς γλώσσης—τόσον τοῦ τυπικοῦ ὅσον καὶ τοῦ συντακτικοῦ—δὲν εἶναι πάντοτε εἰς ὄφελος αὐτῆς. Μόνον τὰ ἰδιώματα τῶν πρωτογόνων καὶ βαρβάρων λαῶν εἶναι ἁπλᾶ, ἐνῷ ἀντιθέτως ὅσον μία γλῶσσα ἀναπτύσσεται τόσον καθίσταται πολυπλοκωτέρα καὶ πολυσύνθετος, ἵνα ἀκριβέστερον καὶ καλύτερον δύναται νὰ ἐκφράζῃ καὶ τὰ πλέον λεπτὰ διανοήματα καὶ ἀποβαίνῃ εἴς τὴν ἀκοὴν μουσικωτέρα καὶ γλυκυτέρα. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ὅταν προφασίζωνται μερικοὶ ὅτι ἡ χρῆσις τῶν τόνων, εἰναι αἰτία πλείστων ὀρθογραφικῶν σφαλμάτων, νομίζω ὅτι ὑποστηρίζουν πρᾶγμα ἀνακριβὲς καὶ ὅτι μετατίθεται ἡ πραγματικὴ βάσις τοῦ προβλήματος, διότι οὐχὶ ὁ τονισμός, ἀλλ᾿ ἡ γνῶσις τῶν βασικῶν γραμματικῶν κανόνων τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται καὶ ὁ τονισμὸς παρουσιάζει δυσκολίας διὰ τὰς ὁποίας τὴν εὐθύνην δὲν φέρουν, βεβαίως, τὰ ἄκακα αὐτὰ σημεῖα. Τὸ νὰ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν τοὺς τόνους διὰ νὰ ἀποκρύψωμεν τὴν ἄγνοιαν τῶν βασικῶν γραμματικῶν κανόνων καὶ τὴν ἡμιμάθεια τῶν νεωτέρων γενεῶν, εἶναι ὡς νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ βάλωμεν τὸ θερμόμετρον εἰς ἕνα ἀσθενῆ, διὰ νὰ ἀποκρύψωμεν τὸν πυρετόν του.

Ἡ χρῆσις τῶν τόνων δὲν παρουσιάζει αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν δυσχερείας. Οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ εἶναι σαφεῖς καὶ ἁπλούστατοι. Δυσκολίαν παρουσιάζει ἡ γνῶσις τῶν κανόνων περὶ διακρίσεως τῶν μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ. Ἀλλὰ τὴν γνῶσιν ταύτην πρέπει νὰ ἔχουν οἱ μαθηταὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τονικοῦ συστήματος, διότί τὸ θέμα τῆς διακρίσεως τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν ἀποτελεῖ σημαντικώτατον τμῆμα τῆς γραμματικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν εἰναι δυνατὸν νὰ παραμεληθῇ, καὶ διαγραφῇ—ἔστω καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὴ κατάργησιν τῶν τόνων—δεδομένου, ὅτι ἐπὶ τῆς διακρίσεως ταύτης ἔχουν τὴν βάσιν των καὶ ἄλλα σπουδαιότατα κεφάλαια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ὡς ὁ σχηματισμὸς τῶν παραθετικῶν (τῆς ὀρθογραφικῆς δηλ. γραφῆς τῶν καταλήξεων -οτερος καὶ -οτατος), καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀρχαία μετρική. Ἢ πρέπει νὰ παραμελήσωμεν καὶ διαγράψωμεν καὶ τὴν μετρικὴν ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας;

Ἂν οἱ μαθηταὶ γνωρίζουν καλῶς τὴν γραμματικήν, ὀλίγαι, ὀλίγισται θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν ἀμφιβολίας περὶ τοῦ τονισμοῦ. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς βασικοὺς κανόνας τοῦ τονισμοῦ α) ἂν μία λέξις τονίζεται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν δέχεται πάντοτε ὀξεῖαν, β) ἡ τονιζομένη συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα ἢ θέσει μακρὰ δέχεται πάντοτε ὀξεῖαν, γ) ἂν ἡ λέξις τονίζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν καὶ ἡ παραλήγουσα εἶναι μακρά, τότε ἡ λέξις δέχεται ὀξεῖαν μέν, ἂν ἡ λήγουσα τῆς λέξεως εἶναι μακρά, περισπωμένην δέ, ἂν ἡ λήγουσα εἰναι βραχεῖα, εἶναι φανερόν, ὅτι μόνον ὁ τρίτος δύναται νὰ παρουσιάσῃ δυσχερείας, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ περίπτωσις καθ᾿ ἣν ἡ λέξις τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης. Ἀλλὰ διὰ τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις ἡ γραμματικὴ ὁρίζει πότε ἡ παραλήγουσα καὶ ἡ λήγουσα εἶναι μακραὶ ἢ βραχεῖαι (π.χ. ὅταν προέρχονται ἐκ συναιρέσεως, ἢ ὅταν ἡ λέξις οὖσα σύνθετος λήγει εἰς -τιμος, -νικος, -ψυχος, -θυμος, -λυπος, -κινδυνος, ἢ ἀντιθέτως εἰς -ικος, -ιμος, -ινος, -ανος, -αρος, -δικος κ.λπ.). Ἑπομένως ὑπολείπεται, σχετικῶς μικρὸς ἀριθμὸς περιπτώσεων εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τῆς συλλαβῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας—διὰ τὰς ὁποίας ἐνίοτε καὶ ὁ εἰδικὸς φιλόλογος δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίας—ἡ ἀνακρίβεια τοῦ τονισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ σοβαρὸν παράπτωμα, δὲν ἀποκλείεται δὲ διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας νὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον πρὸς διευκόλυνσιν. Διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν γραμματικὴν τὸ ζήτημα τοῦ τονισμοῦ δὲν παρουσιάζει μεγάλην δυσκολίαν. Δυσκολίαν παρουσιάζει διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν γραμματικήν, ἀλλὰ δι᾿ αὐτοὺς τὸ τονικὸν πρόβλημα ἀποτελεῖ ἐπιουσιώδη λεπτομέρειαν. Διαπράττουν τόσα ἄλλα βαρύτερα καὶ χονδροειδῆ σφάλματα (ὑποψήφιος εἰς τὰς εἰσιτηρίυς ἐξετάσεις ἔγραψεν οἱ ῞Ελινες), ὥστε ἡ ἀνακρίβεια τοῦ τονισμοῦ νὰ περνᾷ εἰς ὅλως δευτερεύουσαν μοῖραν. Ἀντὶ νὰ βοηθῶμεν καὶ ὑποθάλπωμεν τὴν ἀγραμματωσύνην τῶν νεαρῶν σπουδαστῶν καὶ νὰ προτρέπωμεν αὐτοὺς νὰ καλύπτουν τὴν ἀμάθειάν των διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς γλώσσης μας, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ συμβουλεύσωμεν αὐτοὺς νὰ καταγίνουν περισσότερον εἰς τὴν μελέτην τῆς γραμματικῆς, ὁπότε τὸ ζήτημα τοῦ τονισμοῦ δὲν θὰ πάρουσίαζε μεγάλας δυσχερείας ὅπως δὲν παρουσίαζε διὰ τὰς παρελθούσας γενεάς, ὅτε ὁ κόσμος ἔκαμνε ὀλιγώτερον θόρυβον καὶ εἰργάζετο μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς.

Τὸ ζήτημα τῶν πνευμάτων εἶναι, φρονῶ, ἀκόμη ἁπλούστερον. Ὀλίγαι εἶναι αἱ δασυνὁμεναι λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ μικρὸς μαθητὴς ἀπομνημονεύει μετ᾿ εὐχερείας καὶ αἱ ὁποῖαι ἐντυποῦνται ἀσφαλῶς εἰς τὴν μνήμην του μετὰ βραχεῖαν ἄσκησιν. Ἡ ὕπαρξις τοῦ πνεύματος ἐξηγεῖ καὶ πολλὰ φαινόμενα τῆς γλώσσης μας καὶ τὴν μετατροπὴν διαφόρων συμφώνων (π.χ. ἔφεδρος, καθημερινῶς, κλπ.), τὰ ὁποῖα θὰ καθίσταντο ἀκατάληπτα καὶ ἀνεξήγητα ἐν περιπτώσει καταργήσεως τῶν πνευμάτων.

Καταργοῦντες τὰ πνεύματα θὰ ἐφθάνομεν εἰς τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι ἡμεῖς μόνον οἱ ῞Ελληνες, θὰ ἠγνοοῦμεν ποῖαι ἑλληνικαὶ λέξεις δασύνονται, ἐνῷ ὅλοι οἱ ξένοι θὰ ἐγνώριζον ταύτας, δεδομένου ὅτι αἱ πλεῖσται δασυνόμεναι ἑλληνικαὶ λέξεις ἔχουν εἰσέλθει εἰς τὸν γλωσσικὸν θησαυρὸν τῶν ξένων γλωσσῶν, διατηροῦσαι τὸ δασὺ πνεῦμα ὑπὸ τύπον τοῦ γράμματος h, ὡς π.χ. hydrogène, hydrographie, hydrologie, hebdomadairement, hectomètre, hélice, hellénique, hémisphère, hémorragie κ.λπ. κ.λπ.

Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι μὲ τὸν προτεινόμενον νεωτερισμόν, ἀντὶ νἀ διευκολύνωμεν τοὺς μαθητάς μας μᾶλλον σύγχυσιν θὰ φέρωμεν εἰς τὰς διανοίας των. ᾽Ενῷ τώρα οὗτοι ἀρχίζουν νὰ μανθάνουν ἀπὸ τὰς πρώτας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τὸ τονικόν μας σύστημα χωρὶς νὰ ἀπαντοῦν ἐξαιρετικὰς δυσχερείας, ἂν εἰσαχθῇ διὰ τὴν νέαν ἑλληνικὴν τὸ μονοτονικὸν ἢ ἄλλο σύστημα καὶ συνηθίσουν κατ᾿ ἀρχὰς εἰς τὴν χρῆσιν ἑνὸς μόνου τόνου, θὰ εἶναι, ἠναγκασμένοι βραδύτερον νὰ καταβάλουν τεραστίους κόπους πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ ἱστορικοῦ τονικοῦ συστήματος διὰ κείμενα τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς. Οὕτω ἀφ᾿ ἑνὸς θὰ πρέπῃ νὰ γνωρίζουν δύο τονικὰ συστήματα καὶ νὰ ἀποτυπώνουν εἰς τὴν μνήμην των διπλᾶς ὀπτικὰς εἰκόνας διὰ τὴν αὐτὴν λέξιν 4.

῍Ας μὴ νομισθῇ δὲ ὅτι τὸ προτεινόμενον τονικὸν σύστημα εἶναι ἁπλούστερον τοῦ νῦν κρατοῦντος. Ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ ἡ συχνὴ χρῆσις τῆς συνδετικῆς παύλας—ἀκαλαισθήτου εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, δυσχεροῦς εἰς τὴν χρῆσιν καὶ δυναμένης νὰ γεννήσῃ σύγχυσιν μὲ ἄλλα ἀνάλογα σημεῖα, ὡς τὸ ἑνωτικὸν κ.λπ.—εἶναι πολύπλοκος, ἀναμφισβήτως δὲ πολυπλοκωτέρα τοῦ ἱστορικοῦ συστήματος 5.

Περισσότερον ὅμως ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα ἐπιστημονικὸν ἢ πρακτικόν, νομίζω ὄτι προέχει ἡ ἐθνικο-ιστορικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ἐλέχθη ὅτι ἡ κατάργησις τῶν τόνων δὲν μεταβάλλει τὴν ἱστορικήν μας γραφήν, διότι οἱ τόνοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ σῶμα τῶν λέξεων, τοῦτο ὅμως δὲν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν.Τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι, ἀπὸ πολλῶν ἤδη αἰώνων ἀποτελοῦσι διακριτικὸν ἀναπόσπαστον τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ὅλος ὁ γραπτός μας φιλολογικὸς θησαυρὸς συνδέεται μὲ τὰ σημεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα συμπληροῦν καὶ ὁλοκληρώνουν τὸ ὀρθογραφικόν μας σύστημα, φοβοῦμᾳι δὲ μήπως ἡ κατάργησις τῶν τόνων σημάνῃ τὴν ἀπαρχὴν μιᾶς βαθμιαίας ἐγκαταλείψεως τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας γενικώτερον.

Εἴδομεν ὅτι οἱ πρῶτοι κηρυχθέντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων ζητοῦν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ὅλου ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος καὶ τὴν μεταρρύθμισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀλφαβήτου μας. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἀκολουθοῦν καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν μεταγενεστέρῳν εἰσηγητῶν τῆς τονικῆς ἁπλοποιήσεως, γράφοντες ἀπροκαλύπτως ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι δευτερεῦον καὶ ὅτι συνδέεται μὲ τὴν ριζικωτέραν μεταρρύθμισιν τῆς πατροπαραδότου ὀρθογραφίας. ῾Η κατάργησις τῶν τόνων θὰ ἀπετέλει οὕτω τὸ πρῶϊον βῆμα διὰ μίαν περαιτέρω γενικὴν ἀναστάτωσιν τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ἀλλ᾿ αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε τὴν τελείαν ἀποξένωσίν μας ἀπὸ τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν.

Εἶναι ὅμως ποτὲ δυνατὸν τοιαῦτα ἐθνικὰ προβλήματα, στενότατα συνυφασμένα μὲ αὐτὴν τὴν ἐθνικήν μας ὕπαρξιν νὰ λύωνται ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ διὰ φωνασκιῶν, ἐντυπωσιακῶν θορύβων καὶ πραξικοπημάτων; Ἡ παράδοσις ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐθνῶν. Ἔθνη χωρὶς παράδοσιν ἢ διασπάσαντα τὴν παράδοσιν εὐκόλως ἐγένοντο βορὰ ἄλλων λαῶν. ῍Αν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος κατώρθωσε παρὰ τὰς τοσαύτα ἀντιξόους συνθήκας καὶ παρὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους θυέλλας, τὰς ὁποίας ἐγνώρισεν εἰς τὴν μακρὰν ἱστορίαν του, νὰ σώσῃ τὴν ὕπαρξίν του καὶ νὰ διατηρήσῃ πάντοτε ἀκμαῖον, καὶ ζωηρὸν τὸ ἐθνικόν του φρόνημα, τοῦτο ὀφείλει εἰς τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του εἴς τὰ ἐθνικὰ ἰδανικὰ καὶ τὴν παράδοσιν. Τρεῖς χιλιετηρίδες ἐνδόξου ζωῆς, τριάκοντα ὅλοι αἰῶνες λαμπρᾶς ἱστορίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθοῦν. Ἄλλα κράτη μὲ ἱστορίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τὴν ἰδικήν μας, μὲ συστήματὰ καὶ γλωσσικὰ ἰδιώματα πολυπλοκώτερα τῶν ἰδικῶν μας, δὲν διενοήθησαν ποτὲ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ παρελθὸν καὶ τὴν γλωσσικήν των παράδοσιν. Κράτη ὡς ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, τῶν ὁποίων αἱ γλῶσσαι παρουσιάζουν ἀνυπερβλήτους δυσχερείας εἰς τὴν προφορὰν καὶ τὴν ὀρθογραφίαν, οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ μεταρρυθμίσουν ἢ ὁπωσδήποτε νὰ ἁπλουστεύστουν ταύτας, ἡ δὲ Γερμανία ἐπανῆλθε καὶ πάλιν εἰς τὴν τόσον κουραστικὴν καὶ ἀπηρχαιωμένην «γοτθικὴν» γραφήν της. Διατί λοιπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ μεταρρυθμιστικὸς ὀργασμὸς εἰς τὴν ῾Ελλάδα; Εἴμεθα ἆρά γε τόσον πολὺ προηγμένοι ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν τῆς Εὐρώπης, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς μόνοι ἀντιληφθῆ τἀς ἀπαιτήσεις τῆς ἐξελίξεως;

Ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς πρωτοτυπίας καὶ τοὺς γλωσσικοὺς ἀνακαινισμούς. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐθνικῆς δημοτικῆς μας γλώσσης, τὴν ὁποίαν ὅλοι σεβόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν καὶ τῶν διαφόρων ἀχαλιναγωγήτων διαστροφέων καὶ καταλυτῶν κάθε ὑγιοῦς γλωσσικῆς παραδόσεως. Πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀχαλίνωτον καὶ ἐπιζήμιον τάσιν τῶν νεωτεοισμῶν 6. ῾Η γλῶσσα εἶναι κάτι τὸ ἱερόν, ὅπως ἡ Πίστις καὶ ὅλα τὰ μεγάλα ἰδανικὰ τῆς φυλῆς μας. Ἂς τὴν σεβασθῶμεν, ἂς τὴν ἀγαπήσωμεν, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ τὴν γνωρίσωμεν καλύτερον καὶ νὰ τὴν διαφυλάξωμεν.

Ἔχω πάντοτε πεποίθησιν εἰς τὴν ἰσορροπίαν καὶ ἐχεφροσύνην τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα περίπου ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι ἀπόπειραι παντοίων μεταρρυθμίσεων τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, ἀλλ᾽ ὅλαι ἐναυάγησαν. Μία γλῶσσα ἔχουσα ἱστορίαν μακρῶν αἰώνων, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐπιπολαίων καὶ ἀβασανίστων πειραματισμῶν. Δὲν εἶμαι, βεβαίως, προφήτης, οὔτε δύναμαι νὰ προΐδω τί θὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν, ἐλπίζω ὅμως ὅτι ἡ ῾Ελλὰς ἀκόμη μίαν φορὰν θὰ δείξῃ τὴν εὐλάβειάν της εἰς τὰς παραδόσεις της, εὐλάβειαν, ἥτις δὲν πρέπει νὰ συγχέεται πρὸς κάθε παρεξηγημένην ἢ διεστρεβλωμένην προγονοπληξίαν ἢ ἀρχαιομανίαν.

Πρὸς τὸ παρὸν πάντως, ἀντὶ νέων γλωσσικῶν πειραματισμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην συντονισμοῦ ὅλων τῶν πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν τόσων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα βλέπομεν νὰ ὑψῶνται γύρω μας, ὡς τραγικὸς θρῆνος διὰ τὰς θλιβερὰς τοῦ παρελθόντος ἀπωλείας, ὡς προσκλητήριον εἰς μίαν ἐντατικὴν ἐργασίαν διὰ τὸ μέλλον. Ἂς καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς περισυλλογὴν καὶ διάσωσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ διασωθῇ, καὶ ἂς ἀφησωμεν τοὺς ἀκράτους νεωτερισμούς.

᾽Αντὶ νὰ ἐξάπτωμεν μὲ ἐπιζημίους πολεμικὰς τὰ πνεύματα τῆς νεολαίας μας, τῆς ὁποίας τὰ αἰώνια ἰδανικὰ ἔχουν τόσον κλονισθῆ ἀπὸ τὸ δρᾶμα τὸ ὁποῖον βλέπει ἐκτυλισσόμενον, κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, ἀντὶ νὰ προσφέρωμεν εἰς αὐτὴν παράδειγμα ἀταξίας καὶ ἀπειθαρχίας, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ τὴν συγκρατήσωμεν καὶ τὴν καθοδηγήσωμεν, ἔχοντες ὡς πρῶτον στήριγμα τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν, καὶ νὰ ἀποτρέψωμεν ἀπ᾿ αὐτῆς δεινότερα κακά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσουν τὰ διάφορα μεταρρυθμιστικὰ καὶ καινοφανῆ κηρύγματα.

***

Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν περὶ της μεταρρυθμίσεως τοῦ τονικοῦ μας συστήματος γνώμην μερικῶν ξένων ἐπιστημόνων, δὲν νομίζω ὅτι δύναται αὕτη νὰ ληφθῇ σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν. Ἐν πρώτοις πρόκειται περὶ μικρᾶς, ἐλαχίστης μειοψηφίας, ἔναντι τῆς πληθύος τῶν λοιπῶν ξένων ἑλληνιστῶν, οἵτινες εἶναι ἀντιθέτου γνώμης. Δεύτερον, θὰ ἦτο τῷ ὄντι λυπηρὸν καὶ παράδοξον—ἵνα μὴ εἴπω ὅτι θὰ ἀπετέλει δι᾿ ἡμᾶς ἐντροπὴν καὶ ἐξευτελισμὸν—νὰ καταφεύγωμεν εἰς τοὺς ξένους καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν γνώμην τούτων πρὸς λύσιν τῶν σημερινῶν γλωσσικῶν μας προβλημάτων. Ὁ ξένος, ὅσον καὶ ἂν γνωρίζῃ καλῶς τὴν νεωτέραν ἑλληνικήν, ἐκ τῶν ἀναφερομένων δέ τινες—καίτοι κολοσσοὶ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς ἐπιστήμης—μόνον ἀμυδρὰν γνῶσιν εἶχον αὐτῆς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθοῦ: Ἡ γλῶσσα εἶναι στοιχεῖον καθαρῶς ἐθνικόν, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ σοφώτερος τῶν ξένων δὲν ἔχει περισσότερον κῦρος ἀπὸ τὸν τελευταῖον ῞Ελληνα, διότι ἡ γλωσσικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ διαίσθησις τοῦ τελευταίου ῞Ελληνος θὰ εἶναι πάντοτε ἀνωτέρα ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπιστημονικὴν δεινότητα καὶ τοῦ διασημοτέρου ξένου ἐπιστήμονος. Θὰ ἦτο φρονιμώτερον οἱ ξένοι νὰ μᾶς ἀφήσουν ἡσύχους νὰ κανονίζωμεν τὰ τοῦ οἴκου ἡμῶν. Εἶναι πλέον καιρὸς τὰ ἐθνικὰ πνευματικά μας προβλήματα νὰ τὰ λύωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, μόνοι μας, καὶ νὰ μὴ ἐπιζητῶμεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων, διότι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι.

᾽Εξ ἄλλου διατί δὲν προσπαθοῦν οἱ κύριοι αὐτοὶ νὰ λύσουν τὰ οὐχὶ ὀλιγώτερον περίπλοκα ζητήματα τῆς γλώσσης των; Ποῖος ξένος—Γερμανός, ᾽Ιταλὸς ἢ Γάλλος—θὰ ἐπεκαλεῖτο ποτὲ τὴν γνώμην τῶν διαπρεπεστέρων ἐπιστημόνων τῆς ῾Ελλάδος πρὸς ρύθμισιν τοῦ γλωσσικοῦ, ἢ ὀρθογραφικοῦ συστηματος τῆς χώρας του; Δὲν νομίζετε ὄτι εἶναι ὀλίγον ἀφελὲς νὰ ὑποστηρίζηται μετὰ σοβαρότητος, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ τονικόν μας σύστημα διότι ἔχουν τοιαύτην γνώμην οἱ Hesseling, Pernot καὶ Roussel; ` Εἶναι ἀπορίας ἄξιον μέχρι ποίου σημείου φθάνει ὁ φανατισμὸς ξένων τινῶν ἑλληνιστῶν! Περιορίζομαι εἰς ἓν μόνον—τὸ χαρακτηριστικώτερον—παράδειγμα. ῾Ο κ. Louis Roussel γράφει: «Ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς κάθε ἁπλοποίησης. Ἡ ἐγκληματικὴ γαλλικὴ ὀρθογραφία καταδικάζει στὴν ἀμάθεια ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ μας... ῞Ωστε καλὰ νἁπλοποιήσετε σεῖς οἱ ῞Ελληνες τὸ πολύπλοκο σύστημα τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων. Καλίτερα όμως ν απλοπιίσετε κε το γενικὸ σίστιμα τις ορθογραφίας! Καὶ καλύτερο ἀκόμα νὰ καταργηθοῦν ἐντελῶς τὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα. Αὐτὰ διαφέρνουνε πιὰ τόσο πολὺ ἀπὸ τὰ γράμματα τὰ ἐπιγραφικὰ καὶ τὰ παπυρικά, ὥστε ἡ ἱστορικὴ παράδοση εἶναι ἔργῳ διακομμένη. Αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν σκεδὸ παρὰ στὰ ἑλληνικὰ τυπογραφεῖα· ἀποτελοῦνε ἀνείπωτο βάσανο σ᾿ ὅποιο ξένο θέλει ν᾿ ἀναφέρει ἔστω καὶ μιὰ ἑλληνικὴ λέξη. ῾Η μεταγραφὴ σὲ λατινικὰ στοιχεῖα εἶναι εὔκολη... ῍Ας ψοφήσει λοιπὸν τὸ ὠγύγιο σύστημα».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀνάλογα γράφει ὁ κύριος αὐτός. ᾽Αλλὰ διατί ὁ πρωτοπόρος καὶ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ ἐν Μομπελλιὲ Πανεπιστημίου δὲν ἀπεπειράθη νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν γαλλικὴν ὀρθογραφίαν τὴν ὁποίαν θεωρεῖ «ἐγκληματικήν»; Διατί ἀντὶ νὰ δίδῃ ἀφ᾿ ὑψηλοῦ μαθήματα εἰς ἡμᾶς τοὺς ῞Ελληνας «να απλοπιίσουμε τη γλόσα» μας δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκδώσῃ ἐν Γαλλίᾳ πραγματείαν του εἰς ἁπλοποιημένον ὀρθογραφικὸν σύστημα; Δὲν νομίζει ὁ πολύπονος μελετητὴς τοῦ Καραγκιόζη ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ἐσκαμμένα συμβουλεύων ἡμᾶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀλφάβητόν μας ἢ ὅπως ὁ ἴδιος προτιμᾷ «το αρφαβητικό μας σίστιμα» καὶ νὰ υἱοθετήσωμεν τὸ λατινικὸν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὸν διευκολύνωμεν ν᾿ ἀναφέρῃ ἑλληνικάς τινας λέξεις εἰς τὰ σοφὰ συγγράμματά του; Προσθέτει ὁ κ. Ρουσσὲλ ὅτι πολλάκις ἡμεῖς οἱ ῞Ελληνες εὑρισκόμεθα πρὸ μεγάλων δυσχερειῶν ὅταν θέλωμεν νὰ γράψωμεν ἑλληνιστὶ ξένας λέξεις. ῍Ας μὴ λησμονῇ ὅμως ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δυσκολίαν ταύτην σπανίως, μόνον προκειμένου νὰ μεταγράψωμεν κύρια ὀνόματα, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην εἰς τὴν γλῶσσαν μας νὰ κάμνωμεν χρῆσιν ξένων λέξεων, ἐνῷ οἱ ξένοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὰς ἐπιστήμας, τὰς τέχνας καὶ τὴν καθημερινὴν ζωὴν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ χρησιμοποιοῦν ἑλληνικοὺς ὅρους, καὶ εἶναι γνωστὸν ποίους ἑλιγμοὺς πρέπει νὰ κάμνουν διὰ νὰ μεταγράφουν μὲ τὰ λατινικά των στοιχεῖα λέξεις, ὡς ἀρχαιολογία, ψυχολογία, θεολογία κλ. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐσκέφθη ἕνεκα τούτου νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἀλφάβητον τῆς γλώσσης του καὶ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ἑλληνικόν, καίτοι τοῦτο θὰ ἦτο λογικώτερον καὶ φυσικώτερον, ἀφοῦ τὸ ἑλληνικὸν ἀλφάβητον εἶναι καὶ παλαιότερον καὶ ἀρτιώτερον, εἰς αὐτὸ δὲ εἶδον τὸ φῶς τὰ τελειότερα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας ἔργα καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἐχαράχθησαν τὰ θεῖα διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Κωνσταντίνου Ἰω. Λογοθέτου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, σελ. 341-346.

[...] πρὸς τί νὰ διατηρῶμεν εὐλαβούμενοι τὰ παραδεδομένα καὶ νὰ μὴ ὀβελίζωμεν αὐτὰ κατὰ μικρὸν ὡς περιττά; Εἰς τὰ περιττὰ δὲ καὶ ἀνωφελῆ πρέπει νὰ καταλεχθῶσι τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι7· ἐρρέτωσαν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι. Καὶ τὸ ἐλεεινὸν τοῦτο παραδίδαγμα εὐκόλως ἠλέγχθη καὶ δριμέως ἐκαυτηριάσθη ἐν τῇ συνεδρίᾳ ἐκείνῃ ὑπὸ πάντων (καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν μὴ διακρινομένων διὰ τὰ συντηρητικὰ φρονήματα) καθηγητῶν καὶ δὴ καὶ ὑπὸ τῶν τῆς ἀρχαίας φιλολογίας, ἰδίᾳ δὲ καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς παιδαγωγικῆς κ. Ἐξαρχοπούλου, ὅστις διεξοδικῶς ἐξετάσας τὴν προτεινομένην καὶ εἰσαγομένην καινοτομίαν ἀπὸ ψυχολογικῆς καὶ παιδαγωγικῆς ἀπόψεως ἔδειξε σαφῶς, τὴν πολλαπλῆν αὐτῆς ἀτοπίαν· διότι διὰ τῆς εἰσαγομένης ὀρθογραφίας αὐξάνονται μὲν αἱ δυσχέρειαι τῶν μαθητῶν περὶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς μητρικῆς γλώσσης, ἐπαυξάνονται δὲ μεγάλως αἱ δυσκολίαι περὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἀποκόπτεται δὲ εἷς ἔτι δεσμὸς ἐκ τῶν συνδεόντων τὸν ἀρχαῖον πρὸς τὸν νεώτερον ἑλληνικὸν κόσμον. Πρὸς τὰ σπουδαῖα ταῦτα καὶ ἀδιάσειστα ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα οὐδὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Κακριδῆς ἐν τῆ ᾽Απολογίᾳ νὰ ἀντιτάξῃ· ἠρκέσθη δὲ μόνον νὰ εἴπη ὅτι θεωρεῖ «τὴν τονικὴν ἁπλοποίησιν ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην (sic), διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μανθάνῃ νὰ γράφῃ σχετικῶς εὐκολώτερον μίαν οὕτως ἢ ἄλλως δύσκολον γλῶσσαν». Παρατρέχων καὶ θέλων νὰ ἀγνοῇ τὰ ἀποδειχθέντα (ὅτι δηλαδὴ ἡ εἰσαγομένη ὀρθογραφία ποιεῖ οὐχὶ εὐκολωτέραν ἀλλὰ τοὐναντίον δυσκολωτέραν τὴν ἐκμάθησιν τῆς τε νεωτέρας καὶ τῆς ἀρχαιοτέρας γλώσσης) δὲν εἶπεν ἡμῖν τὸ πῶς ἡ «δύσκολος γλῶσσα» θὰ καταστῇ διὰ τῆς εἰσαγομένης «τονικῆς ἁπλοποιήσεως» εὐκολωτέρα· πάντως φαίνεται πιστεύων ὅτι γλῶσσα πάντων ἡμῶν τῶν νεωτέρων ῾Ελλήνων εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣν αὐτὸς γράφει καὶ ὅτι ἡ τελευταία αὕτη οὐδὲν κοινὸν θὰ ἔχῃ πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καὶ παλαιότερον γραφομένην8. Μὴ ἔχων δὲ νὰ προσαγάγῃ ἐπιστημονικόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀνορθογράφου ὀρθογραφικῆς καινοτροπίας καταφεύγει εἰς τὴν ἐξ ἐνδόξων λεγομένην ἀπόδειξιν· ἐπικαλεῖται τὰς γνώμας πολλῶν καὶ παντοίων ῾Ελλήνων, οἵτινες ὅμως πάντες πλὴν τοῦ Γεω. Χατζιδάκι ἠσαν ἥκιστα ἁρμόδιοι γνώμονες καὶ κριταί, ἐλάχιστα ἄρα κατάλληλοι νὰ ἐκφέρωσι περὶ τοιούτων ζητημάτων ἔγκυρον γνώμην9. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας περιωρίσθη εἰς διατύπωσιν ἁπλῆς παρατηρήσεως χωρὶς νὰ τολμήσῃ τὸ παράπαν νὰ προέλθῃ εἰς πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Δὲν γινώσκω οὔτε, τί εἶπεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ εἰσηγούμενος τὴν ἄστοχον ἐκείνην πρότασιν οὔτε ὑπό τινων λόγων παραχθεὶς ἐξετράπη περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου εἰς τοιαύτην δοξασίαν. Ἀλλ᾿ ἐκπλήττομαι, ὁμολογῶ, δεινὴν ἔκπληξιν πῶς ὁ ἄλλως σοφὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τῶν ὀρθῶν καὶ σαφῶν αὑτοῦ θεωριῶν, ὅσας εἰχε πρότερον κάλλιστα διδάξει. Διότι γράφων ἄλλοτε περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ μεταφράζων πρὸς τοῦτο τὴν περὶ «Κοινῆς γλώσσης» ἐκπρεπῆ μελέτην τοῦ μεγάλου γλωσσολόγου Hermann Paul παρετήρει ἐν διασαφητικῇ τῶν ὑπ᾿ ἐκείνου λεγομένων σημειώσει τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἡ προφανὴς αὕτη ἀλήθεια παραγνωρίζεται παρ᾿ ἡμῖν πολλάκις, διὸ συχνάκις ἀκούομεν διαφόρων εἰσηγουμένων καινὰ περὶ τὴν ὀρθογραφίαν δαιμόνια, οἷον τὴν κατάργησιν τῆς δασείας, τῆς περισπωμένης, τῆς βαρείας κτλ. Ἀγνοοῦσι δ᾽ ὡς φαίνεται, οὗτοι ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἀρχαῖα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μνημεῖα δὲν δύνανται νὰ τυπῶνται καὶ ἀναγινώσκονται ἄλλως ἢ ὅπως νῦν γίνεται, εἶναι ἄντικρυς ἐθνοφθόρος πᾶσα πρότασις περὶ διαφόρου ὀρθογραφίας τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης περὶ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα, τὰς διφθόγγους κτλ. Διότι διαφόρου οὕτω γενομένου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης, ἀπὸ τῆς ἀρχαίας, οἱ νέοι θ᾿ ἀναγκάζωνται νὰ μανθάνωσιν ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ τὴν τῆς ἀρχαίας γλώσσης ὀρθογραφίαν· οὕτω δὲ οὐ μόνον μεγάλως θὰ κοπιῶσιν ἀλλὰ καὶ εἰς πλημμελήματα περὶ ταύτην θὰ περιπίπτωσι, καὶ τὸ μέγιστον τῆς νέας γλώσσης καταστάσης οὕτω διαφόρου τῆς ἀρχαίας, θέλει μεγάλως παρακωλύεσθαι ἡ διὰ τῶν ἀρχαίων βιβλίων ποικίλη μόρφωσις τῶν ἐπερχομένων γενεῶν»10. Γνωστὸν δ᾿ εἶναι ὅτι καὶ ἡ Ἀκαδήμεια ἀδιστάκτως, ὡς ἦτο εὔλογον, ἀπέρριψε τὴν γνώμην τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις διὰ τῶν ἐφημερίδων ἀπεδοκίμασε. Καὶ ἡμεῖς δὲ τότε ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως τοῦ ἄλλως σοφοῦ καὶ σεβαστοῦ ἡμῶν διδασκάλου καὶ ἀπηντήσαμεν ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ ἐν ᾧ ἐδεικνύομεν τοὺς κινδύνους τῆς τοιαύτης καινοτομίας. (Κ. Ι. Λογοθέτου, Ἀνάλεκτα φιλοσοφικὰ καὶ φιλολογικά, σελ. 170 ἑξ.). Παρετηροῦμεν λοιπὸν πλὴν ἄλλων ὅτι ἡ κατάργησις (ἔστω καὶ μερικὴ) τόνων καὶ πνευμάτων θὰ ἐγέννα σύγχυσιν καὶ ταραχὴν ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς νέας ταύτης γραφῆς πρὸς τὴν παραδεδομένην καὶ ἐπὶ αἰῶνας ἤδη καθιερωμένην. Ἡ διαφορὰ δηλαδὴ τῆς νεωτέρας μορφῆς τῶν λέξεων ἀπὸ τῆς ὑπαρχούσης ἐν ἀναριθμήτοις βιβλίοις θὰ προκαλέσῃ κατὰ ψυχολογικὴν ἀνάγκην σάλον καὶ ταραχὴν τοῦ γλωσσικοῦ συναισθήματος. Ἂς προστεθῇ ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ ξένοι νὰ πεισθῶσιν ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς ἐκδίδωσι τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ βυζαντιακὰ καὶ τὰ νεώτερα ἔτι κείμενα κατὰ τὸν νεώτερον τρόπον. Ἔπειτα δέ, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ γίνωμεν πρακτικοὶ (ἀφοῦ ζῶμεν ἐν αἰῶνι πρακτικῷ καὶ δυστυχῶς ὑλιστικῷ) καὶ κατ᾿ ἀκολουθίαν ἂν θελήσωμεν ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ φειδόμενοι τοῦ χρόνου νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, τότε διατί νὰ διακρίνωμεν τὸ ο καὶ ω, τὸ ε καὶ αι, τὸ η καὶ ι καὶ οι καὶ υ καὶ υι, διατί νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἁπλοποίησιν καὶ αὐτῶν; Ἀλλ᾿ ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἔγκειται ὁ κίνδυνος ὁ ἀπὸ τῶν καινοτομιῶν. Ἡ μία καινοτομία θὰ φέρῃ εὐχερῶς εἰς τὴν ἄλλην αὐξανομένης ὁλονὲν τῆς ὀρέξεως τῶν μεταρρυθμιστῶν (κατὰ τὴν γαλλικὴν παροιμίαν l’appétit vient en mangeant). Ὅταν δὲ ἀπὸ καλοῦ καὶ εὐπαγοῦς οἰκοδομήματος ἀρχίσωμεν νὰ ἀφαιρῶμεν λίθους ὑποτιθεμένους ὡς περιττούς, δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὁλοσχερὴς κατάρριψις καὶ τελεία κατεδάφισις αὐτοῦ. Τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς προτεινομένης καινοτομίας, ἐὰν παραφρονοῦν τὸ ἔθνος ἐδέχετο αὐτήν, δὲν θὰ ἐβράδυνον νὰ ἀναφανῶσιν. Οἱ προτείνοντες σήμερον τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ ὀρθογραφικοῦ συστήματος θὰ εἴπωσιν αὔριον ἄνευ ἀμφιβολίας· διατί νὰ γράφωμεν «κλασσικός», «καλλιτεχνικές», «άλλη», «ελληνικός», «Ελλάδας» κ. ἄ. (αἱ λέξεις ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ φυλλαδίου), διατί νὰ μὴ ἁπλοποιήσωμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ γράφωμεν ἓν μόνον σύμφωνον ἀντὶ δύο, ἀφοῦ ἐν τῇ προφορᾷ δὲν διακρίνονται; καὶ ἔπειτα διατί νὰ γράφωμεν «νεώτερου», «πρώτες», «δικαίωση», «όλο το δίκιο», «πιό», (λέξεις τοῦ φυλλαδίου) διακρίνοντες τὸ ο καὶ ω, μὴ διαφέροντα ἐν τῇ προφορᾷ; ᾽Εν συνεχείᾳ δὲ θὰ εἴπωσι· τί θέλετε τὰ η - ι - οι - υ - υι καὶ διατί δὲν γράφετε ἁπλοῦν ἓν λατινικὸν i; Καὶ διατί γράφετε μπ, ντ, γκ, γγ μὴ ἀποδίδοντα καλῶς τὴν προφορὰν καὶ δὲν γράφετε ἁπλούστερον (ἁπλοποίησιν γὰρ ζητοῦμεν!) τὰ λατινικὰ b, d, g; Οὕτω δὲ εἰσάγεται κατὰ μικρὸν ἀντὶ τοῦ ἑλληνικοῦ τὸ λατινικὸν ἀλφάβητον, εἰς ὃ καὶ ἀποβλέπουσι κατ᾿ οὐσίαν (πβλ. ᾽Απολογίαν ἐν τῇ δίκῃ τῶν τόνων, σ. 247) παρὰ τὴν δῆθεν διαμαρτυρίαν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς γλωσσικῆς καὶ πάσης ἄλλης ἀναρχίας. Ὁ σκοπός, ὡς εἶναι φανερόν, κατὰ μικρὸν καὶ βραδέως ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ἐπιτυγχάνεται καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα «οἴχεται ἀπιοῦσα», ἤτοι «pai peripato». Μετὰ τῆς γλώσσης ἡμῶν θὰ ἐκλίπῃ ὁ «ἱστορισμός», θὰ ἀρθῶσιν αἱ «ὀρθογραφικαὶ δυσκολίαι» καὶ δὲν θὰ ἀκούωνται «τὰ παράπονα διὰ τὴν ἀνορθογραφίαν τῶν νέων ῾Ελλήνων, ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κόντου ἀκόμη (μόνον ἀπὸ τότε;) καὶ ἔγιναν ὁλονὲν ἐντονώτερα εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικούς, λογοτεχνικοὺς καὶ κοινωνικοὺς κύκλους». Τότε θὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἀπόλυτον εὐκολίαν, ἰσοπέδωσιν τῶν πάντων καὶ ἄρσιν τῆς διακρίσεως πεπαιδευμένων καὶ ἀπαιδεύτων· ἕκαστος θὰ κινῆται ἐλευθέρως ἐν τῇ γλωσσικῇ Κερκύρᾳ διότι πράγματι γλῶσσα δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ταῦτα πάντα καλῶς γινώσκοντες οἱ ξένοι εἶναι συντηρητικοὶ περὶ τὴν γλῶσσαν, ἣν εὐλαβοῦνται καὶ φυλάττουσιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ὅθεν οὔτε οἱ Γάλλοι ἐτόλμησαν νὰ ἀποβάλωσι τὸ ἄφωνον e τὸ ἐν τέλει πολλῶν λέξεων οὔτε οἱ ῎Αγγλοι νὰ μεταρρυθμίσωσι καὶ ἁπλοποιήσωσι τὴν ὀρθογραφίαν τῶν λέξεων, αἵτινες ὡς γνωστόν, ἄλλως γράφονται καὶ ἄλλως προφέρονται. Ἂν δὲ οἱ ξένοι σέβωνται τὴν παράδοσιν αὑτῶν, τί πρέπει νὰ πράττωμεν ἡμεῖς προκειμένου περὶ τῆς ἡμετέρας, τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως; Τὴν ἀπάντησιν παρέχει παράδοξον διὰ τῶν πραγμάτων ὁ κ. Κακριδῆς, ὅστις δὲν διστάζει ἐν τῇ Ἀπολογίᾳ (Ἡ δίκη τῶν τόνων, σ. 248) νὰ εἴπῃ ἄνευ ἐρυθήματος αἰδοῦς ὅτι ὡς καθηγητὴς Πανεπιστημίου (ἀλλ᾿ εἶναι ἀληθῶς καθηγητὴς διορισθεὶς καθ᾿ ὃν τρόπον διωρίσθη;) ἔχει «ὄχι μόνον δικαίωμα ἀναφαίρετον ἀλλὰ καὶ χρέος μεγάλο νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ προβλήματα τοῦ ἔθνους καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἀπὸ θεωρητικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως». Διὰ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο καὶ μάλιστα τὸ «ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως» τὸ ἔθνος εὐγνωμονοῦν θὰ ἀνεγείρῃ εἰς τὸν διαπρεπῆ ἄνδρα μέγαν καὶ χρυσοῦν ἀνδριάντα, θὰ πυργώσῃ αὐτῷ σεμνὸν καὶ ἀθάνατον τῆς γλωσσικῆς σοφίας μνημεῖον.

***

Ἐπειδὴ ἐπ᾿ ἐσχάτων πολλοὶ ὑπὸ τῆς οἰκείας συζητήσεως (τῆς δίκης τῶν τόνων) παρακινούμενοι ἀπευθύνουσιν ἐρωτήσεις ζητοῦντες πληροφορίας περὶ τῶν τόνων, νομίζω ἐπίκαιρον καὶ πρέπον νὰ εἴπω τινὰ ἐνταῦθα περὶ τούτων βραχύτατα. Οἱ τόνοι δηλαδὴ εἶναι, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ γραμματικοῦ Διονυσίου τοῦ Θρᾳκός, αἱ διάφοροι (κατ᾿ ἀνάτασιν, κατὰ περίπτωσιν ἢ καθ᾿ ὁμαλισμὸν) ὡς πρὸς τὸ ὕψος ἤ τὴν ἰσχὺν διαβαθμίσεις, εἰς ἃς ἡ φωνὴ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μεταπίπτει ἐξαίρουσα ὁπωσδήποτε συλλαβήν τινα ὑπὲρ τὰς ἄλλας (Γ. Χατζιδάκι, ᾽Ακαδ. ἀναγνώσμ. 1, 486 ἑξ.). Εἶναι δὲ οὗτοι, εἴτε μουσικοί, εἴτε δυναμικοὶ τόνοι, συμφυεῖς πρὸς τὴν γλῶσσαν καὶ ἀχώριστοι ἀπ᾿ αὐτῆς11. Καὶ τὰ ὁμηρικὰ ἄρα ἔπη ἐτονίζοντο, τὴν δὲ περὶ τούτου παράδοσιν γινώσκουσι καὶ διδάσκουσι πολλαχῶς οἱ ἀρχαῖοι γραμματικοί12. ῞Οτι οἱ τόνοι συναπετέλουν τὴν προσῳδίαν καὶ εἶχον κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν λέξεων μεγάλην σπουδαιότητα, εἶναι εὐνόητον. Κάλλιστον δὲ καὶ λαμπρότατον μαρτύριον εἶναι τὸ φερόμενον ἀνέκδοτον περὶ παθήματος τοῦ ὑποκριτοῦ ῾Ηγελόχου, ὅστις ἀπαγγέλλων ἐν τῷ θεάτρῳ τὸν στίχον 279 τοῦ Εὐριπιδείου ᾽Ορέστου «ἐκ κυμάτων αὖθις αὖ γαλήν᾿ ὁρῶ» ἐτόνισε κακῶς καὶ εἶπε «γαλν ὁρῶ» (βλέπω γαλῆν) ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ «γαλήν᾿ ὁρῶ» (= «γαληνὰ ὁρῶ», βλέπω γαλήνην), ἤτοι τονίσας διὰ περισπωμένης ἀντὶ ὀξείας εἶπεν ἄλλα ἀντ᾿ ἄλλων, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν τρικυμίαν βλέπει γαλῆν, γάταν, (ἀντὶ τοῦ βλέπει γαλήνην)· διὸ καὶ προεκάλεσεν ἀκράτητον τὸν γέλωτα τῶν ἀκροατῶν13. Φαίνεται δὲ ὅτι περὶ τὸν πέμπτον αἰῶνα, οἱ περὶ τοὺς ῥυθμοὺς ἐπιμελῶς διατρίβοντες μουσικοὶ καθώρισαν τοὺς τόνους καὶ ὠνόμασαν αὐτοὺς διὰ τῶν μουσικῶν ὅρων τῆς ἁρμονίας, τῆς προσῳδίας, τῆς ὀξείας καὶ βαρείας καὶ τῶν τοιούτων14. Τὰς διακρίσεις ταύτας ἐγκρίναντες παρέλαβον οἱ περὶ τὴν γλῶσσαν ἀσχολούμενοι καὶ οἱ μετέπειτα γραμματικοί, οἵτινες παρέδοσαν καὶ εἰς ἡμᾶς. Οὐχ ἧττον πρωΐμως ἐξεῦρον καὶ τῶν διαφόρων τόνων, ὅπως καὶ τοῦ δασέος πνεύματος, σύμβολα γραπτά, τουτέστι σημεῖα διακριτικὰ τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης, δι᾿ ὧν νὰ διαστέλληται ἐν τῇ γραφῇ ὁ ἐν τῇ προφορᾷ τῆς λέξεως. Πρῶτος δὲ μνημονεύει τὰ τονικὰ σημεῖα ὁ ᾽Αριστοτέλης, ὅστις λέγει περὶ αὐτῶν ὡς περὶ κοινῶν καὶ εὐχρήστων πραγμάτων15. Ὅτε ὕστερον ἐξέλιπεν ἡ διάκρισις τῶν μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν, ἦτο φυσικὸν νὰ συνεκλίπῃ καὶ ἡ διάκρισις τῶν διαφόρων τόνων, οἵτινες κατήντησαν ἁπλῶς σύμβολα ὁρατὰ ἀντὶ ἀκουστῶν ἤ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, σύμβολα οὐχὶ διαφόρων μουσικῶν τόνων ἀλλ᾿ ἑνὸς μόνον δυναμικοῦ τόνου. Ἐντεῦθεν φανερὸν ὅτι οἱ τόνοι, τὰ διάφορα τονικὰ σημεῖα, εἶχον παρ᾿ ἀρχαῖοις σημασίαν φωνητικήν, παρὰ δὲ τοῖς μεταγενεστέροις καὶ παρ᾿ ἡμῖν σήμερον ἁπλῶς ὀρθογραφικήν. ᾽Αλλ᾿ ὅμως καὶ ὡς ὀρθογραφικὰ σημεῖα εἶναι ἐπάναγκες νὰ διατηρηθῶσι· τοῦτο δὲ οὐχὶ μόνον ἕνεκα εὐλαβείας πρὸς τὴν παράδοσιν ἀλλ᾿ ἰδίᾳ καὶ μάλιστα διὰ λόγους, ὡς καὶ πρόσθεν εἴπομεν, πρακτικῆς ἀνάγκης, διότι τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ τὰ μετέπειτα συνταχθέντα μυρία καὶ παντοῖα τῆς γλώσσης μνημεῖα εἶναι ἐκδεδομένα κατὰ τὸν παλαιὸν τρόπον τῆς διακρίσεως τόνων καὶ πνευμάτων.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Βασιλείου Φάβη, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Γλωσσολογίας, σελ. 430-438.

Οἱ ἐπικροτοῦντες τὴν ὀρθογραφικὴν καινοτομίαν τοῦ κ. Κακριδῆ λέγουν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καινοτομίας ταύτης ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους. Οὕτως, ὁ κ. Τριανταφυλλίδης λέγει (σελ. 131) «καθὼς εἶναι γνωστό, δὲν τοὺς μεταχειρίστηκαν (τοὺς τόνους) ποτὲ οἱ ἀρχαῖοι σὲ ὅλη τὴν κλασσικὴ ἐποχή...» Καὶ ὁ κ. Κακριδῆς (Ἑρμην. Σχόλια σελ. ηʹ): «οὔτε οἱ ἀρχαῖοι ἔγραφαν τόνους καὶ πνεύματα» καὶ ἄλλοι ὁμοίως ἐπαναλαμβάνουν τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀνακάλυψιν.

Ἀλλ᾿ ἆρά γε πάντες οὗτοι, ὅσοι ἀνέλαβον νὰ πληροφορήσουν ἐκείνους ποὺ «δε θέλουν να βοηθήσουν τον Ελληνικό λαό να μαθαίνει εύκολα να γράφει τη γλώσσα-του» ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους ἐσκέφθησαν, ἂν ἐχρειάζοντο εἰς αὐτοὺς τόνοι; Καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὁμοίως καὶ παρ᾿ ἀρχαίοις καὶ παρ᾿ ἡμῖν, διατὶ δὲν καταργοῦν καὶ τὸν μοναδικὸν τόνον, τὸν ὁποῖον διατηροῦν; ᾽Εσκέφθησαν οἱ κύριοι οὗτοι καὶ ἰδία ὁ εἰσηγητὴς τοῦ συστήματος καὶ ὁ γλωσσολόγος Μέντωρ αὐτοῦ πῶς ἀνέκυψαν οἱ τόνοι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος καὶ διατί διετηρήθησαν ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας; ᾽Εσκέφθησαν ἆρά γε πῶς συνέβη ὥστε κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὅτε ἔζησαν καὶ ἤκμασαν μεγάλοι ῞Ελληνες ἐπιστήμονες ἀξιολογώτατοι μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων ὅλου τοῦ κόσμου εἰς πάντας τοὺς κλάδους τοῦ ἐπιστητοῦ, πῶς συνέβη, λέγω, ὥστε ὄχι μόνον δὲν εἰσηγήθησαν οὗτοι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ τονικοῦ συστήματος, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐδυσανασχέτησάν ποτε διὰ τὴν ἄχρηστον δῆθεν καὶ ἐνοχλητικὴν αὐτὴν ποικιλίαν, μολονότι ἔγραψαν βιβλία πολλὰ καὶ θαυμαστὰ καὶ ἐδημιούργησαν τὴν παράδοσιν τῶν ἐπιστημῶν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἡμεῖς χειραγωγούμεθα, πῶς συνέβη τοῦτο; Ταῦτα πάντα ἂν ἐσκέπτοντο οἱ σημερινοὶ καινοτόμοι, θὰ ἔφθαναν ἴσως εἰς συμπεράσματα ὑγιέστερα καὶ ὀρθότερα.

Οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους, διότι δὲν τοὺς ἐχρειάζοντο. ῾Η διάφορος προσῳδία τῶν φωνηέντων, δηλ. ἡ διάκρισις τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων κατὰ τὴν ὁμιλίαν, συνεκράτει τὸν τόνον ὡς μουσικὸν καὶ οὐχὶ δυναμικόν. ῾Η διάφορος προσῳδία τῶν συλλαβῶν ἔδιδε τὸ χρῶμα εἰς τὴν λέξιν καὶ οὐχὶ ὁ τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος τόνος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον βάσις τοῦ ρυθμικοῦ ποδὸς τοῦ μέτρου ἦτο ἡ μακρὰ συλλαβὴ καὶ οὐχὶ ἡ τονουμένη. Ὅταν δὲ κατόπιν σὺν τῷ χρόνῳ ἐπήρχετο ἐξίσωσις τῆς προσῳδίας καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν ἐξηφανίζετο, βάσις τοῦ ρυθμικοῦ ποδὸς ἀπέβη ἡ τονουμένη συλλαβή. Κατὰ ταῦτα ὁ τόνος τῆς λέξεως δὲν εἶχε παρ᾿ ἀρχαίοις τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἄχρηστος. Οἱ ἀρχαῖοι ἐτόνιζον καὶ δὲν ἔκαμναν λάθη περισσότερο ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τονικὰ σημεῖα.

Διὰ τὴν διάφορον προσῳδίαν τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων δὲν εἶχον ἀνάγκην τονικοῦ σημείου οἵ ἀρχαῖοι ἀναγινώσκοντες τὰ εἰς -ιον τρισύλλαβα ὑποκοριστικά. Ταῦτα, καθὰ ἤδη ὁ Ἡρωδιανὸς παρετήρησεν εἶναι παροξύτονα, ἂν εἶναι δακτυλικοῦ ρυθμοῦ, οἷον κλειδίον, παιδίον, δᾳδίον, χωρίον, προπαροξύτονα δέ, ἂν εἶναι τριβράχυος ρυθμοῦ, οἷον κτένιον, πόδιον, θύριον, βρόχιον κτλ. Πάντα δὲ τὰ ὑπερτρισύλλαβα εἰς -ιον ἀδιακρίτως ρυθμοῦ τονίζονται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν, οἷον ὀφρύδιον, ὀμμάτιον, κεφάλιον, ἁλάτιον, καμάκιον κτλ. Τοιουτοτρόπως μία τάξις ὀνομάτων πλουσιωτάτη ἠδύνατο νὰ ἀναγινώσκεται ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἄνευ τονικοῦ λάθους.

Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλὰ συστήματα λέξεων, τῶν ὁποίων ὁ τόνος εἶναι ἀνέκαθεν σταθερὸς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη δηλώσεως δι᾿ ἰδιαιτέρου σημείου, οἷον

  1. Τὰ εἰς -ιος ἐπίθετα τονίζονται πάντοτε ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης οἷον ἅγιος, τίμιος, ἄξιος. Καὶ τὰ νεώτερα κούφιος, σάπιος, θράκιος κτλ. τονίζονται οὕτω κατ᾿ ἀρχαίαν παράδοσιν.
  2. Τὰ εἰς -μα οὐδέτερα τονίζονται ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης, οἷον φράγμα, τραῦμα, ποίημα, τίμημα, ἀνάστημα, σκότωμα, φάγωμα, μοίρασμα κτλ.
  3. Τὰ εἰς -σις θηλυκὰ ὁμοίως, οἷον αἴτησις, δήλωσις, ὕφανσις, δούλεψι, ξύφασι κτλ.
  4. Τὰ εἰς -ος γεν. -ους οὐδέτερα ὁμοίως, οἷον στῆθος, γένος, ἔθνος, δάσος, ἔδαφος, τέμενος, μέγεθος κτλ.
  5. Τὰ εἰς -μος ἀρσενικὰ εἶναι πάντα ὀξύτονα καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελλην. γλώσσης, οἷον δεσμός, χρησμός, κορεσμός, συναγερμός, ἐμπρησμός, σκοτωμός, φαγωμός, πηγαιμὸς κτλ.
  6. Τὰ εἰς -εὺς οὐσιαστικὰ εἴτε ἐξ ὀνομάτων παράγονται εἴτε ἐκ ρημάτων ἁπλᾶ ἢ σύνθετα εἶναι πάντα ὀξύτονα, οἷον γραφεὺς-συγγραφεύς, φορεύς, ἀποστολεύς, ἱππεύς, δονακεύς, ἀνθρακεὺς κτλ.

᾽Εν γένει ἂν ἐξετάσῃ τις τὰς τάξεις τῶν ὀνομάτων, θὰ ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει τονικὴ ἀκολουθία, ἡ ὁποία ἐντυποῦται εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας καὶ οὐδέποτε παραβαίνεταὶ καθ᾿ ὅλας τὰς περιόδους τῆς ῾Ελλην. γλώσσης.

Διὰ τὴν προσῳδίαν ἐν γένει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τονισθῇ ἡ προπαραλήγουσα, ὅταν ἦτο ἡ λήγουσα μακρά, διότι ὁ ὀξὺς τόνος δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸ μῆκος πλέον τῶν δύο ἐφεξῆς βραχέων χρόνων. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τονίσῃ κακῶς ὁ ἀρχαῖος ῞Ελλην ὁσάκις ὁ τόνος τῆς λέξεως πίπτῃ κατωτέρω διὰ τὴν μακρότητα τῆς ληγούσης, οἷον τὰ σώματα, ἀλλὰ τῶν σωμάτων, διότι ἡ μακρὰ συλλαβὴ ἰσοδυναμεῖ πρὸς δύο βραχεῖς χρόνους.

Διὰ τὴν προσῳδίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λάθος ὡς πρὸς τὴν περισπωμένην τῆς παραληγούσης, αὐτομάτως γεννωμένην διὰ τὸν προκύπτοντα ρυθμὸν τονουμένης μακρᾶς συλλαβῆς πρὸ βραχείας ληγούσης. Διὰ τὴν σταθερότητα τοῦ ρυθμοῦ τούτου τῆς προπερισπωμένης ἦτο ἀδύνατον νὰ προκύψῃ λάθος περισπωμένης ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης, διότι ὁ περισπώμενος τόνος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τὸ μῆκος δύο ἐφεξῆς βραχέων χρόνων.

Ὑπάρχουν κανόνες τονισμοῦ συμφυεῖς πρὸς τὸ.γλωσσικὸν αἴσθημα, προδιαλεκτικοὶ ἢ προελληνικοί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἁμαρτήματα περὶ τοὺς τόνους ἀποκλείονται. Οὕτως, ἡ ἐγκλιτικὴ φύσις τοῦ ρήματος, ἤτοι ἡ ἰδιότης αὐτοῦ, καθ᾿ ἣν ὁ τόνος ἀναβιβάζεται ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης ἐν τοῖς παρεμφατικοῖς τύποις, οὐδέποτε σχεδὸν παραβαίνεται μέχρι τῆς σήμερον λαλουμένης, οἷον γράφω—ἔγραφον—γέγραφα κτλ. μοῦ ᾽πε, τά εἰπαμε κτλ. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι εἰς τοὺς συνηρημένους τύπους τοῦ ρήματος, εἰς τοὺς ὁποίους λανθάνει ἡ ἔγκλισις (ἕνεκα τῆς συναιρέσεως), θὰ ἦσαν δυνατὰ λάθη. Θὰ ἦσαν βεβαίως δυνατὰ λάθη καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς ἄλλας πολλὰς λέξεις, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς μικροὺς παῖδας τοὺς ἀσκουμένους εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· ἐθιζόμενοι ὅμως οὗτοι σὺν τῷ χρόνῳ ἠδύναντο νὰ ἀποκτήσουν σταθερότητα, ὅπως καὶ ἡμεῖς σήμερον, μολονότι δὲν ἔχομεν τὸ ἴνδαλμα τῶν ἀσυναιρέτων τύπων, ὅμως οὐδέπτοτε κάμνομεν σφάλμα. Πλὴν δὲ τούτου εἰς τοὺς τύπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προπερισπῶνται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λάθος, οἷον εἰς τοὺς τύπους καλοῦμεν, καλεῖτε, καλοῦσι κττ. οὔτε νὰ μετατεθῇ ὁ τόνος ἀνωτέρω ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ περισπωμένου εἰς ὀξύν, ἐκ τούτων δὲ ἀνεκαλοῦντο καὶ οἱ περισπώμενοι τύποι καλῶ, καλεῖς, καλεῖ, ἤτοι ὅπου ὑπῆρχε σύστημα τονισμοῦ, πιθανότης λαθῶν δὲν ὑπῆρχεν. Ἐπίσης κατὰ γενικὸν κανόνα ὁ τόνος τοῦ ὀνόματος, οὐσιαστικοῦ ἢ ἐπιθέτου, παραμένει εἰς τὴν αὐτὴν συλλαβὴν ἐφ᾿ ὅσον ἐπιτρέπει ὁ χρόνος τῆς ληγούσης.

Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ λέξεις αἱ ὁποῖαι ἢ δὲν ὑπάγονται εἰς κανόνα ἢ παραβαίνουν τὸν κανόνα· π.χ. γνώμη, φήμη, μνήμη, ἀλλὰ τιμή, φωνή. Ἀλλ᾿ ὁσοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τούτων, ἀποβαίνει ἀσήμαντος συγκρινόμενος πρὸς τὰς εἰς κανόνας ὑπαγομένας τάξεις.

Θὰ ἀνέμενέ τις σύγχυσιν τονισμοῦ εἰς τὰ οὐσιαστικὰ τὰ λήγοντα εἰς -της, οἷον ἀθλητής, ποιητής, ἀλλὰ ἐπαινέτης, πολίτης, Αἰγινήτης. Ἀλλὰ καὶ τούτων ὁ τονισμὸς διεστέλλετο σαφῶς ὑπὸ τῶν ἀρχαίων, ἄλλων μὲν ἕνεκα ρυθμικοῦ κανόνος, ἄλλων δὲ ἕνεκα ἐτυμολογικῆς διαφανείας. Οὕτω διεστέλλοντο γενικῶς τὰ παραγόμενα ἐξ ὀνομάτων, τὰ παρώνυμα, ἀπὸ τῶν παραγομένων ἐκ ρημάτων, τῶν ρηματικῶν. Καὶ τὰ μὲν παρώνυμα πάντα παρωξύνοντο ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς παραληγούσης, οἷον δῆμος—δημότης, ἀγρὸς—ἀγρότης, φυλὴ—φυλέτης, οἶκος—οἰκέτης, ἀλλὰ καὶ θίασος—θιασώτης, δεσμὸς—δεσμώτης, κόμη—κομήτης, Αἴγινα-Αἰγινήτης, πόλις-πολίτης, στήλη-στηλίτης κτλ. Τὰ δὲ ρηματικὰ διεστέλλοντο, πρῶτον κατὰ δισύλλαβα καὶ πολυσύλλαβα, καὶ τὰ μὲν δισύλλαβα ἐτονίζοντο εἰς τὴν παραλήγουσαν εἴτε ἁπλᾶ ἦσαν εἴτε σύνθετα καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς παραληγούσης, οἷον δότης—προδότης—καταδότης, στάτης—παραστάτης, παραλήπτης, προφήτης τὰ δὲ πολυσύλλαβα ἐτονίζοντο εἰς τὴν λήγουσαν, ἂν ἡ παραλήγουσα ἦτο μακρὰ φύσει ἢ θέσει, οἷον ἀθλητής, ποιητής, διαλλακτής, εἰς τὴν παραλήγουσαν δέ, ἂν αὕτη ἦτο βραχεῖα, οἷον ἐπαινέτης, διαιρέτης, ὀφειλέτης. Διὰ τὸν χρόνον ἐπίσης τῆς παραληγούσης λέγεται ὀπτίλος (= ὀφθαλμὸς) παρὰ τὸ ὄπτιλλος, Μυρτίλος· ἀλλὰ Σόφιλλος, Αἰσχύλος ἀλλὰ Θράσυλλος, Κρατύλος ἀλλὰ Ἀρίστυλλος.῾Ο τονισμὸς οὗτος ὀφείλεται ἀναμφιβόλως τὸ εἰς ρυθμικὸν σχῆμα δακτυλικοῦ ποδός, καθὰ ἀνωτέρω παρετηρήθη περὶ τῶν εἰς -ιον τρισυλλάβων ὑποκοριστικῶν.

Αὐτονόητον εἶναι ὅτι ἡ τήρησις τοῦ τονισμοῦ καὶ κατὰ τὴν ἐτυμολογικὴν διαφάνειαν καὶ κατὰ τὴν προσῳδίαν δύναται ἐνίοτε νὰ παραβαίνεται, οἶον λέγεται κυβερνήτης, πλανήτης, ἀλήτης παροξυτόνως ἀντὶ ὀξυτόνως διὰ τὴν ἐπισκότησιν τῆς ρηματικῆς ἐννοίας καὶ τὴν σύνδεσιν αὐτῶν πρὸς τὰ παρώνυμα. ᾽Επίσης λέγεται κριτὴς ὀξυτόνως ἀντὶ παροξυτόνως κατ᾿ ἀναλογίαν πρὸς τὸ δικαστής.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται, ὅτι μέγα μέρος τοῦ λεξιλογικοῦ θησαυροῦ καὶ τοῦ τυπικοῦ τῆς ἀρχαίας γλώσσης δύναται νὰ ἔχη τὸν τόνον ἐκ τῆς προσῳδίας, καὶ ἄλλο, ἐπίσης μέγα, ἐκ τῆς ἐτυμολογικῆς διαφανείας καὶ τῆς σταθερᾶς γραμματικῆς παραδόσεως. ῾Υπολείπεται βεβαίως σημαντικὸν μέρος, πάντως πολὺ μικρότερον, τοῦ ὁποίου ὁ τόνος ἐτίθετο ἐκ τῆς συνηθείας καὶ τῆς ἀλόγου παραδόσεως. Δὲν ἦτο δὲ τοῦτο δύσκολον, διότι ὅπως ἠδύναντο οἱ παλαιοὶ νὰ ἀναγινώσκουν ὑπὸ τὸ Ο καὶ ο μικρὸν καὶ ω μέγα καὶ τὴν νόθην δίφθογγον ου, ἢ ὑπὸ τὸ γράμμα Ε καὶ τὸν ἒ ψιλὸν καὶ τὸ ἦτα καὶ τὴν νόθην δίφθογγον ει, ἐπίσης ὅπως ἠδύναντο νὰ ἀναγινώσκουν καὶ ι βραχὺ καὶ ι μακρόν, ὑπὸ τὸ αὐτὸ γράμμα, ἐπίσης υ βραχὺ καὶ υ μακρόν, α βραχὺ καὶ α μακρόν, μολονότι διάκρισις εἰς τὴν γραφὴν δὲν ἐγίνετο, οὕτως ἠδύναντο νὰ τονίσουν πολλὰς λέξεις ὀρθῶς κατὰ προφορικὴν ἄλογον παράδοσιν. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν μαθητῶν ἐνδέχεται οἱ γραμματισταὶ νὰ μετεχειρίζοντο σύμβολά τινα εἴτε διὰ τὸν ὀρθὸν τονισμὸν εἴτε διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ποσότητος τῶν φωνηέντων.

Ἀλλ᾿ ἐκ ποίας ἀνάγκης προέκυψαν τὰ τονικὰ σημεῖα; Οἱ ὅροι ὀξεῖα, βαρεῖα, περισπωμένη εἶναι ἐπίθετα καταστάντα διὰ τῆς χρήσεως οὐσιαστικὰ κατὰ παράλειψιν τοῦ προσδιοριζομένου οὐσιαστικοῦ προσῳδίαφωνή, ἐλέχθησαν δὲ τὸ πρῶτον ὑπὸ μουσικῶν πρὸς δήλωσιν καὶ καθορισμὸν διαφόρων μουσικῶν τόνων, παρεστάθησαν δὲ οὗτοι, ὡς εἰκός, καὶ δι᾿ ὡρισμένων συμβόλων. Τὰ μουσικὰ ταῦτα σύμβολα ἀπέβησαν κοινὰ ἐνωρίς, διότι ἤδη ὁ Ἀριστοτέλης ὀνομάζει αὐτὰ παράσημα καὶ ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν ὡς περὶ γνωστῶν πραγμάτων. Παρατηρεῖ δὲ ὁ Χατζιδάκις (Γραμματ., 1, 143) τὰ ἑξῆς: «Φαίνεται ὅτι χάριν τῆς εὐκόλου καὶ ἀκριβοῦς ἀναγνώσεως τῶν παλαιοτέρων ποιημάτων εἶχον, ὅπως τοῦ δασέος πνεύματος τὸ σημεῖον οὕτω καὶ τῶν τόνων ἐξεύρει σημεῖά τινα τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης, δι᾿ ὧν διέστελλον ἐν τῇ γραφῇ τὸν ἐν τῇ προφορᾷ τόνον τῆς συλλαβῆς, τῆς λέξεως καὶ τῆς προτάσεως. Ταῦτα δὲ μετ᾿ ἄλλων πολλῶν κριτικῶν σημείων μετεχειρίσατο Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ἐν τοῖς ἐπιστημονικοῖς αὐτοῦ πονήμασι καὶ οὕτω κατέστησε κοινῆς χρήσεως.»

Γνωρίζοντες ἤδη ὅτι ὁ Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ἤκμασε τὸν 2ον π.Χ. αἰῶνα, ὅτε ἤρχισε νὰ παρατηρῆται ἐπὶ τῶν ἐπιγραφῶν καὶ τῶν παπύρων ἡ σύγχυσις τῆς προσῳδίας, συνάγομεν ὅτι ἡ σύμπτωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι τυχαία, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς ἐξισώσεως τῆς προσῳδίας κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν χρησιμοποίησιν τονικῶν σημείων ὅπου ἡ ἐκ τῆς ἐξισώσεως ταύτης προκύπτουσα μετεωρία τοῦ ἀναγινώσκοντος ἠμπόδιζε τὴν εὔκολον καὶ ὀρθὴν ἀνάγνωσιν. Εἶναι δὲ αὐτονόητον ὅτι ἡ χρῆσις τῶν τονικῶν σημείων ηὔξανε παραλλήλως πρὸς τὴν αὐξάνουσαν ἐξίσωσιν τῆς προσῳδίας. Ἀπὸ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., ὅτε ἡ προσῳδία εἶχεν ἐξισωθῆ, ἡ χρῆσις τῶν τονικῶν σημείων πιθανώτατα θὰ καθίστατο ἀναγκαιοτάτη καὶ ὁσημέραι θὰ ἐξετείνετο μέχρι τοῦ 7ου αἰῶνος, ὅτε ἡ παράλειψις τῶν σημείων τούτων ἐθεωρεῖτο ὀρθογραφικὸν σφάλμα.

Συνοψίζοντες τὰ ἀνωτέρω λέγομεν πρῶτον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν τονικῶν σημείων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακύψῃ πρὸ τῆς ἐξισώσεως τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων, δεύτερον ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἴσχυεν ἡ διάκρισις τῆς ποσότητος τῶν συλλαβῶν, ὁ τόνος ἦτο μουσικὸς καὶ διὰ τὴν ὀρθὴν ἀπαγγελίαν τῶν λέξεων δευτερεῦον στοιχεῖον. Αὐτὸς δὲ ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον βάσις τοῦ ἀρχαίου μετρικοῦ ποδὸς ἦτο ὁ χρόνος τῶν συλλαβῶν, τοῦ δὲ νεωτέρου ὁ τόνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μουσικοῦ μετεβλήθη εἰς δυναμικόν. Ἡ μεταβολὴ δὲ τῆς τοιαύτης βάσεως ἐγίνετο ἤρεμα σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἡ ἀνάγκη ἄρα τῶν τόνων, ἀπὸ μουσικῶν σημείων τὸ πρῶτον, ἀνέκυπτε παραλλήλως, λησμονηθείσης δὲ τῆς ἀρχικῆς αὐτῶν χρήσεως, κατέστησαν τὰ σημεῖα αὐτῶν δηλωτικὰ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ τόνου καὶ τέλος τῆς θέσεως αὐτοῦ μόνον. ᾽Αλλ᾿ ἡ διαφορὰ τῶν σημείων διετηρήθη ἀδιαλείπτως, ὡς διετηρήθη ὡς πρὸς τὸν ἰωτακισμὸν καὶ τοὺς ἄλλους φθόγγους ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Ὅθεν ἡ κατάργησις τῆς διαφορᾶς τῶν τόνων ἀποτελεῖ ἔναρξιν καταργήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τῆς ὁποίας καὶ μέρη τινὰ καταργοῦνται ἤδη διὰ τοῦ συστήματος Τριανταφυλλίδη—Κακριδῆ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν αὐτῆς.

Σπουδαῖον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Τριανταφυλλίδη πρὸς κατάργησιν τῆς περισπωμένης εἶναι τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ τονίσωμεν τὰς λέξεις χελωνα, καμηλα, τρυπα, προβατινα, σκαλα, πατατα, ντοματα; Τὰς λέξεις ταύτας ἀφίνει ἀτόνους ἐπίτηδες, διότι εἶναι μεγάλο ζήτημα καὶ δύσκολον, ἂν πρέπῃ νὰ τονισθοῦν μὲ ὀξεῖαν ἢ μὲ περισπωμένην. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὀφείλομεν νὰ τηροῦμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἱστορικὴν ὀρθογραφίαν, ὡς πρὸς μὲν τὴν λ.τρῦπα εἶναι αὕτη παραδεδομένη καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ἡ παράδοσις αὐτῆς νὰ κινηθῇ. ῾Ως πρὸς δὲ τὰς λέξεις χελώνα, καμήλα, σκάλα, πατάτα, ντομάτα πρέπει νὰ τονισθοῦν μὲ τὸν ἁπλούστερον τρόπον, ἤτοι μὲ ὀξεῖαν, διότι καὶ οὕτω δὲν παραβαίνεται ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Ἐπίσης καὶ τὰ εἰς -ίνα, τὰ ὁποῖα παρατίθενται ἄτονα, δύνανται νὰ τονισθοῦν ὡς νέα μὲ ὀξεῖαν. Θὰ ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ συνδέσῃ αὐτὰ πρὸς τὰ παραδεδομένα εἰς -ῖνα, οἷον Μαρῖνα γεν. Μαρίνης, Αἰκατερῖνα γεν. Αἰκατερίνης, καὶ νὰ θέσῃ περισπωμένην, οἷον ἀραπῖνα, Μπουμπουλῖνα. Καθ᾿ ἡμᾶς θὰ ἦτο λάθος, ἀλλὰ λάθος ἐπιτρεπόμενον, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ κάμνει καὶ ἡ ᾽Ακαδημία, ὅπως πληροφοροῦμαι ὑπὸ τοῦ κ. Τριανταφυλλίδη (σελ. 130 κ.ἑ.). ᾽Αλλὰ πάντως αἱ δυσκολίαι περὶ τὸν τονισμὸν δὲν θὰ μᾶς λύσουν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, δὲν ἀποτελοῦν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει καλὰ καὶ σώνει νὰ ἀλλάξωμεν τὴν γλῶσσάν μας. ᾽Εν τούτοις τὰ μικρὰ αὐτὰ ζητήματα ἀποτελοῦν διὰ τὸν κ. Τριανταφυλλίδην σπουδαῖον ἐπιχείρημα.

Θὰ κατηγορηθῶ ἴσως ὅτι παρὰ τὴν παράδοσιν συνιστῶ τὸν δι᾽ ὀξείας τονισμὸν τῶν εἰς -ινα νεωτέρων ὀνομάτων, οἷον ἀραπίνα, Μπουμπουλίνα κττ., ἀφοῦ τὰ παραδεδομένα Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς Μαρῖνα, Αἰκατερῖνα προπερισπῶνται, καθὰ τὸ Ἀγριππῖνα, Μεσσαλῖνα κττ. Ἀλλ᾿ ὅμως ὑπάρχει καὶ Ἑλληνικῆς ἀρχῆς κατάληξις -ίνα, οἷον ἀξίνα, μυρσίνα, γιατρίνα. Ταῦτα δὲ προελθόντα ἐκ τῶν ἀρχαίων ῾Ελληνικῶν ἀξίνη, μυρσίνη, ἰατρίνη θεωροῦνται ὡς ἔχοντα τὸ α μακρόν· ἀδιαφόρως ἄρα πρὸς τὸν χρόνον τῆς παραληγούσης δέχονται ὀξεῖαν, καθὰ τὰ ἐπίσης νεώτερα Ἀθήνα, Θήβα. ᾽Επειδὴ δὲ παρὰ ταῦτα παραδίδονται ὑπὸ τῶν ἀρχαίων καὶ ἡρωίνη = ἥρως, γυνή, καθὰ ἰατρίνη = ἰατρὸς γυνή, ἔτι δὲ τὰ πατρωνυμικὰ Ἀδρηστίνη = θυγάτηρ τοῦ Ἀδρήστου—Ἀδράστου, Αἰητίνη = θυγάτηρ τοῦ Αἰήτου, ἡ Μήδεια, Εὐηνίνη = θυγάτηρ τοῦ Εὐήνου, ᾽Ωκεανίνη = θυγάτηρ τοῦ Ὠκεανοῦ, πάντα δὲ ταῦτα ἠδύναντο νὰ μεταπλασθοῦν εἰς -ίνα, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐπῆλθε διασταύρωσις ἐν τῇ λαλουμένῃ τῶν δύο τούτων καταλήξεων τῆς Λατινικῆς -ῖνα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς -ίνα· ἀλλὰ περὶ τούτου πλατύτερον ἄλλοτε.

Διαμαρτύρεται διὰ τὴν περισπωμένην τοῦ πεῖνα κτλ. διότι, λέγει, «σχηματίζουν σήμερα τὴ γενικὴ σὲ -ας καὶ ὄχι σὲ -ης, ὥστε δὲ μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε αὐτὸ γιὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ περισπωμένη». Βεβαίως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν τύπον τῆς γενικῆς διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν περισπωμένην τῆς ὀνομαστικῆς, ἀλλὰ ἠμποροῦμεν καὶ ὀφείλομεν ἀναγκαίως νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν δεσμὸν «ποὺ διατηροῦμε μὲ τὴν ἀρχαιότερη παράδοση» ἡ ὁποία «ἐπιβάλλει καθὼς καὶ σὲ ἄλλους μὲ ἱστορία, μερικὲς ὑποχρεώσεις καὶ στὴν ὀρθογραφία» (σελ. 131). Λοιπὸν παρὰ τὴν δημοτικὴν ὑπάρχει καὶ ἡ καθαρεύουσα καὶ ἡ ἀρχαία, τὰς ὁποίας καὶ νὰ θέλωμεν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν εἰς τὸν νέον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ μάθῃ ἡ πείνα, ἡ γλώσσα, · ἡ μούσα καὶ ἄλλα τοιαῦτα πάμπολλα, ὅταν εἰς τὰ βιβλία τῆς καθαρευούσης, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μορφωθῇ, διαβάζῃ πεῖνα, γλῶσσα, μοῦσα;

Ἂν ὁ κ. Τριανταφυλλίδης νομίζῃ ὅτι ἡ γενικὴ εἰς -ας τῆς πείνας κτλ. διαμαρτύρεται διὰ τὴν περισπωμένην τῆς ὀνομαστικῆς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν αἰτιατικήν, πρὸς τὴν ὁποίαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης συμφωνεῖ ἡ ὀνομαστικὴ τῶν πρωτοκλίτων.

Διαμαρτύρεται ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ἡ γυναῖκα, ἡ προῖκα, ἡ χῆνα, κτλ. Τὰ θέλει καὶ αὐτὰ μὲ ὀξεῖαν, διότι, λέγει «ἔπαυσαν να ειναι τριτόκλιτα περιττοσύλλαβα, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἔτσι ὁ τονισμός τους ἀπὸ τὸ α βραχὺ τῆς παλιᾶς αἰτιατικῆς». Εἰς τὴν δημοτικὴν βέβαια δἐν εἶναι περιττοσύλλαβα, ἀλλὰ ἡ ὀνομαστικὴ εἶναι καὶ αἰτιατικὴ τὴ γυναῖκα, τὴν προῖκα, τὴ χῆνα, καὶ ἡ αἰτιατικὴ αὐτὴ εἶναι καὶ τῆς καθαρευούσης καὶ τῆς ἀρχαίας, δηλ. καὶ τῶν τριῶν μορφῶν τῆς γλώσσης. Λοιπὸν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ διαταράξωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἁρμονίαν ἀφοῦ ἔχομεν «μερικὲς ὑποχρεώσεις» εἰς τὴν ἱστορίαν; ᾽Επειδὴ λοιπὸν ἡ αἰτιατικὴ αὐτὴ εἶναι καὶ ὀνομαστική, ὅπως εἰς ὅλα τὰ πρωτόκλιτα θηλυκά, θὰ διατηρηθῇ ἡ περισπωμένη καὶ εἰς τὴν ὀνομαστικήν.

Διαμαρτύρεται πρὸς τούτοις διὰ τὴν περισπωμένην τοῦ εὐθῦνες, ὗλες, νῖκες, ζῦμες, λῦπες κτλ. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἡ ἀντίστοιχος μορφὴ τῆς καθαρευούσης καὶ τῆς ἀρχαίας εἶναι εὐθῦναι, ὗλαι, νῖκαι, ζῦμαι, λῦπαι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ περισπωμένη καὶ εἰς ἐκεῖνα διὰ νὰ «διατηροῦμε τὸ δεσμὸ μὲ τὴν ἀρχαιότερη παράδοση». Καὶ τὸν δεσμὸν τοῦτον ὁ κ. Τριανταφυλλίδης εὐλαβεῖται ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Διατηρητέος λοιπὸν ὁ δεσμὸς καὶ ἐνταῦθα.

Εὑρίσκει δυσκολίας εἰς τὴν ὀρθογραφίαν τῶν εἰς -ι(ον) οὐδετέρων «ὅταν λογαριάζωμε τὸ ι βραχύ». Καὶ εἶναι ὄντως τὸ ι τοῦτο βραχύ, ἀλλ᾿ ὁπωσδήποτε τοῦτο δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὸν τονισμόν, διότι, καθὰ ἐδίδαξεν ὁ Χατζιδάκις, τὰ οὐδέτερα ταῦτα τονίζονται μὲ ὀξεῖαν ὡς προπαροξύτονα, ὅπως καὶ εἶναι εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν: ἀλεύρια, παραμύθια, ὅθεν ἀλεύρι, παραμύθι. Ἡμεῖς κατὰ τὸν διδασκαλικόν μας βίον οὐδέποτε παρετηρήσαμεν εἰς τὰ μαθητικὰ δοκίμια τοιοῦτον λάθος, ἀφοῦ ἐννοεῖται προηγουμένως ἐδιδάξαμεν ὅτι πάντα ταῦτα δέχονται ὀξεῖαν ὡς προπαροξύτονα, ὅπως εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. Τὸ ὅτι ἓν ὀρθογραφικὸν διάγραμμα τῆς Ἀκαδημίας, ἀκυρωθὲν κατόπιν, συνίστα περισπωμένην, ἂν ἡ τονιζομένη συλλαβὴ εἶναι μακρά, εἶναι λάθος αὐτῆς· διότι ἐπὶ τέλους ἡ Ἀκαδημία δὲν εἰναι Πυθία.

Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Τριανταφυλλίδης τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς Ελληνικῆς ὀρθογραφίας ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τοὺς δοκίμους χρόνους, καὶ διδάσκει τί εἶναι φωνητικὴ ὀρθογραφία καὶ τί ἱστορική. Τοιουτοτρόπως ἱστορικῶς ἡ γνώμη ἐξεταζομένη ἐμφανίζεται οὐχὶ ὡς ἀπὸ τρίποδος εἰρημένη, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἐκ τῆς ἱστορίας, συναγομένη. Οὕτω λοιπὸν γράφει (σελ. 130) ὁ κ. Τριανταφυλλίδης: «Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἐνῶ ἡ ὀρθογραφία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν διαλέκτων, καθὼς καὶ τῆς ἀττικῆς, ἦταν στοὺς πρώτους αἰῶνες φωνητική, μὲ τὴν ἔννοια πὼς κάθε διαφορετικὸς φθόγγος ἀποδινόταν μὲ διαφορετικό, πάντοτε τὸ ἴδιο γράμμα, ὕστερα ἀπὸ τὸ 403 π. Χ., ἀφοῦ καθιέρωσαν οἱ ᾽Αθηναῖοι τὸ ἰωνικὸ ἀλφάβητο, ἄρχισε νὰ γίνεται ἱστορική».

῾Ο κ. Τριανταφυλλίδής ἂς ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ καλύτερον τὴν ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἀλφαβήτων ἤ, ἂν προτιμᾷ, ἂς διεξέλθῃ ὅσα λέγουν ἄλλοι συνεργάται τοῦ παρόντος τόμου, ἐπὶ παραδείγματι ὁ κ. Σ. Μαρινᾶτος. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλῶς ἀντίθετα ἢ ὅπως θέλει νὰ τὰ παραστήσῃ.

Ἂν πράγματι «κάι9ε δίαφορετικὸς φθόγγος ἀποδiνόταν μὲ διαφορετικό, πάντοτε τὸ ἰδιο γράμμα», πῶς συμβαίνει ὥστε διὰ τοῦ Ε δηλοῦται πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν ῎Αττικὴν διάλεκτον τοῦ ᾽Ιωνικοῦ ἀλφαβήτου καὶ τὸ ε καὶ τὸ η καὶ τὸ ει (νόθη δίφθογγος), διὰ δὲ Ο καὶ τὸ ο καὶ τὸ ω καὶ τὸ ου (νόθη δίφθογγος); Ἐπειδὴ ἀκριβῶς οἱ φθόγγοι οὗτοι ε, η, ει καὶ ο, ω, ου δὲν ἐξεφωνοῦντο ὁμοίως, δηλαδὴ τρεῖς διαφορετικοὶ φθόγγοι εἶχον τὸ αὐτὸ γράμμα, κατέστη ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ᾽Ιωνικοῦ ἀλφαβήτου, ἵνα οὕτω ἡ ἀνάγνωσις ἀποβῇ εὐκολωτέρα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἀλφαβήτου τούτου, οὐχὶ δὲ ἡ ἀρξαμένη ἱστορικὴ ὀρθογραφία, ὡς διδάσκει ὁ κ. Τριανταφυλλίδης.

Θὰ θελήσῃ πιθανώτατα ὁ ἀναγνώστης νὰ μάθη ποῖος εἶναι καθ᾽ ἡμᾶς ὁ ὀρθὸς ὁρισμὸς τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας. ᾽Ιδοὺ αὐτός : «Κατὰ τὴν φωνητικὴν ὀρθογραφίαν ἕκαστον σύμβολον (γράμμα) δηλοῖ ἰδιαίτερον φθόγγον, συνήθως μὲν ἕνα, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρους τοῦ ἑνός· οἷον τὸ γράμμα ι δηλοῖ ἕνα τινὰ φθόγγον, τὸ η ἄλλο φθόγγον, τὸ υ ἄλλον φθόγγον, τὸ ει ἄλλον φθόγγον, τὸ υι ἄλλον, τὸ οι ἄλλον, τὸ η ἄλλον». Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου εὐκόλως συνάγεται ὁ ὁρισμὸς τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. ᾽Ιδοὺ καὶ αὐτός: «Κατὰ τὴν ἱστορικὴν ὀρθογραφίαν περισσοτερα τοῦ ἑνὸς σύμβολα (γράμματα) δύνανται νὰ δηλοῦν τὸν αὐτὸν φθόγγον· οἷον τὰ σύμβολα ι, η, υ, ει, υι, οι, ῃ, τὸ ὅλον ἑπτὰ σύμβολα δηλοῦν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φθόγγον ι (ἰωτακισμὸς) κτλ.». (Ταῦτα λέγονται, ὡς εἰκός, ἁδραμερῶς).

Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς προφορᾶς διὰ τῶν ἀντιστοίχων συμβόλων, ἀλλ᾿ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐτυμολογικὴν γένεσιν ἑκάστου φθόγγου, οὕτως ὥστε νὰ φαίνεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἱστορία τῆς λέξεως.

Ἀπόσπασμα τῆς βʹ ὁμιλίας τοῦ Ἀντ. Χατζῆ, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 454-456.

Λαμβάνων ἐντεῦθεν ἀφορμὴν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, ἵνα προσθέσω ὀλίγα τινά. Οἱ ἀρχαῖοι βεβαίως θὰ ἠσθάνοντο τὴν ἔλλειψιν τῶν τόνων καὶ τῶν σημείων τῆς στίξεως διότι ἐνωρὶς καὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα καὶ τὰ σημεῖα τῆς στίξεως καὶ ἀποστρόφους κτλ. ἐχρησιμοποίησαν, βεβαίως πρὸ τοῦ ᾽Αριστοτέλους (Δʹ αἰ. π.Χ.) καὶ τοῦ γραμματικοῦ Ἀριστοφάνους τοῦ Βυζαντίου (Γʹ αἰ. π.Χ.)· πβ. προχείρως Cohn, Pauly-Wissowa λ. Aristophanes σ. 997, 30. Περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων πβ. B. Laum, Das Alexandrinische Akzentuationssystem, Paderborn 1928, καὶ ἐσχάτῶς A. Ferrua, Alle origini degli accenti: La civiltà cattolica 91 (1949) vol. IV σ. 42-53. ᾽Εν τῇ τελευταίᾳ διατριβῇ δημοσιεύονται καὶ δύο ἑλληνικαὶ ἐπιγραφαὶ (3ος αἰ. μ.Χ.) ἐκ τῆς κατακόμβης Ἁγ. Παμφίλου (῾Ρώμη), αἵτινες εἶναι λίαν ἀξιοσημείωτοι· ἐν αὐταῖς ἔχομεν δήλωσιν τῆς ὀξείας, τῆς περισπωμένης, τῆς δασείας, τῆς ἀποστρόφου, τῶν διαλυτικῶν: βαρυπενθέα, κρυερῆς, λώϊον (μόνον μία στιγμὴ ὑπὲρ τὸ ι φαίνεται νῦν ἐν τῷ λίθῳ), ὡς, δ᾽, ἑιλ᾿ (sic!) = εἷλ᾽ = εἷλε, μέλεος κ.τ.λ. Ἅπαξ ἐν τῇ ἐπιγρ. Β δηλοῦται χωρισμὸς λέξεων δι᾽ ἁπλῆς στιγμῆς.

Περὶ τῶν τόνων παρὰ τοῖς ἀρχαίοις πβ. καὶ E. Schwyzer, Griechische Grammatik, München 1939, σ. 393 κ. ἑ. (μετὰ πλουσίας βιβλιογραφίας) καὶ A. Gudeman, Aristoteles Περὶ ποιητικῆς σ. 842 κ. ἑ. Περὶ τῶν σημεἴων τῆς στίξεως πβ. Larfeld, Griech. Epigr., σ. 302 καὶ Handb. griech. Epigr. II σ. 564 κ. ἑ. (ἰδίᾳ σ. 574 κ. ἑ.) καὶ Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. Ἐφημ. 1925-1926 σ. 9616.

῞Οτι δὲ ἐσφάλλοντὀ οἱ ἀρχαῖοι ἀναγινώσκοντες κείμενα παλαιότερα, θὰ δείξω δι᾿ ἑνὸς καὶ μόνον παραδείγματος : Παρ᾿ Ἡροδότῳ Αʹ 125 κεῖται: «ἔστι δὲ τάδε, ἐξ ὧν ὧλλοι πάντες ἀρτέαται Πέρσαι· Πασαργάδαι, Παράφιοι, Μάσπιοι». Ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος ἀντὶ τοῦ ῥήματος ἀρτέαται διὰ τὴν ἀπουσίαν τόνου ἔπλασε γένος Περσικὸν (οἱ) Ἀρτιᾶται (πβ. ἔκδ. Meineke σ. 128, ὑποσημείωσιν καὶ Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. ἐφημ. 1927-1928 σ. 182).

Ἀλλὰ καὶ ἄλλας δυσχερείας ἐδοκίμαζον οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν· τὰ κύρια ὀνόματα δὲν διεκρίνοντο κατὰ τὴν γραφήν· εἶναι ἄρα προφανές, ὅτι πολλὰ σφάλματα θὰ προεκαλοῦντο· ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ ἀνάγκη νὰ γίνωνται ταῦτα ἐμφανῆ: π.χ. ὁ Θουκυδίδης ἐν Γʹ 101 λέγων «καὶ ῾Υαῖοι (ἀντ᾿ αὐτοῦ γράφω ἐν Ἀρχαιολ. ἐφημ. 1927-8 σ. 182: ῞Υλιοι)17 οὐκ ἔδοσαν ὁμήρους πρὶν αὐτῶν εἷλον (ἐνν. οἱ πολέμιοι) κώμην, Πόλιν ὄνομα ἔχουσαν» θέλει νὰ δηλώσῃ σαφῶς, ὅτι ἡ κώμη ἐκαλεῖτο Πόλις· ἄλλως ὁ ἀναγνώστης θὰ παρενόει τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Θουκυδίδης λέγει περὶ ἀνωνύμου τινὸς πόλεως· κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν ὁ ἐκδότης τῆς γνωστῆς λοκρικῆς ἐπιγραφῆς Ν. Παππαδάκις ἐν Ἀρχαιολ. Ἐφημ. 1924 σ. 119 ἀντὶ ἐν Πόλι (= ἐν Πόλει) ἀνέγνω κακῶς, ὡς ἀπέδειξα, ἐν πόλι (πβ. Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. ᾽Εφημ. 1927-1928 σ. 184β): καὶ ἐνταῦθα Πόλις εἶναι ἡ παρὰ τῷ Θουκυδίδῃ κώμη.

Ὁμοίως κεῖται παρὰ Πλουτάρχῳ ἐν βίῳ Δημητρ. 25, 1 (900) «προσηγάγετο τήν τε καλουμένην Ἀκτὴν καὶ ᾽Αρκαδίαν»· ἐὰν ὁ Πλούταρχος ἔγραφεν ἁπλῶς «προσηγάγετο Ἀκτὴν καὶ Ἀρκαδίαν», ἐπειδὴ τὰ κύρια ὀνόματα δὲν διεκρίνοντο, θὰ ἐγίνετο ὁ λόγος αὐτοῦ ἀναντιρρήτως ἀσαφής.

᾽Εν διαθήκῃ τινὸς ἔκειτο: «ἐχέτω τἀμὰ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ»· οἱ υἱοί, οἱ ἀδελφοὶ Πανταλέων καὶ Λέων, ἐρίσαντες κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήριον· ὁ μὲν Πανταλέων ἀνεγίνωσκε «ἐχέτω τἀμὰ Πανταλέων», ὁ δὲ Λέων ἀνεγίνωσκε «ἐχέτω τἀμὰ πάντα Λέων».

Διὰ πάντα ταῦτα ἐνωρίς, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, οἱ ἀρχαῖοι ῞Ελληνες καὶ τόνους καὶ πνεύματα καὶ σημεῖα στίξεως18 ἐφεῦρον καὶ ἐχρησιμοποίησαν· ταῦτα ἡμεῖς ὡς ἀρχαίαν κληρονομίαν, ἥτις διευκολύνει τὴν κατανόησιν τῶν ἀρχαίων κειμένων καὶ συνάπτει ἀρρήκτως πρὸς τὸν ἀρχαῖον κόσμον, οὐδέποτε θὰ ἀποβάλωμεν.

Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων βʹ

[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων, ἐκ τῶν συνεδριῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν», ἐκδόσεις Τζάκα-Δελαγραμμάτικα 1944: Ὁμιλία τοῦ κ. καθηγητῆ Καλιτσουνάκη.]

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας Ἰωάννου Καλιτσουνάκη, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, Ἀκαδημαϊκοῦ, σελ. 472-491 καὶ 533-539.

Τὸ τονικὸν ζήτημα

Τὸ τονικὸν ζήτημα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ γλώσσῃ δὲν εἶναι σημερινὸν ἢ καὶ τοῦ πλησιεστέρου παρελθόντος, ἀλλὰ ὑπάρχει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀπὸ αὐτῶν τῶν ἀρχαίων χρόνων. Τὴν πρώτην ἀρχὴν τῶν τονικῶν σημείων εὑρίσκομεν εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀττικὸν ἀλφάβητον, καὶ δὴ εἰς τὸ στοιχεῖον, ἧτα, Η, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδηλοῦτο ὁ δασὺς φθόγγος μέχρι τοῦ 403 πρ. Χρ. (Ηεκατόν, ἐν ἐπιγραφ. τοῦ 408 πρ. Χρ.). Μετὰ ταῦτα δὲ ἐπὶ Εὐκλείδου ἄρχοντος, μετὰ τὴν γενομένην καθιέρωσιν ἐν Ἀθήναις τοῦ Ἰωνικοῦ (Μιλησίου) ἀλφαβήτου, τὸ Η παρελήφθη πρὸς δήλωσιν τοῦ μακροῦ ε καὶ ἐξεφωνεῖτο ἁπλῶς ὡς ἦτα (ἀντὶ ἧτα)19. Τὸ Η τοῦτο τότε ἐδιχοτομήθη καὶ τὸ μὲν πρὸς τὰ ἔξω τμῆμα () ἐδήλωνε τὴν ψιλὴν τὸ δὲ πρὸς τὰ ἔσω () τὴν δασεῖαν τ.ἔ. τὸ δασὺ πνεῦμα (ἰδ. Meisterhans3 σελ. 85 (§33) ἑξ. Blass, Ausspr. σ. 25 ἑξ. καὶ Paläogr. σ. 301 ἑξ.)20. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἡ ἀρχαιοτάτη καὶ στοιχειώδης ἀρχὴ τοῦ συστήματος τῶν πνευμάτων καὶ τόνων ἐν τῆ ἡμετέρᾳ γλώσσῃ. Μερικοὶ ἠθέλησαν νὰ ἀναγάγωσιν τὴν ἀρχὴν τοῦ τονισμιοῦ εἰς τοὺς χρόνους τοῦ Ἀριστοτέλους, ἀλλὰ τὰ «παράσημα» τὰ ὁποῖα ὁ φιλόσοφος μνημονεύει ἐν τοῖς Σοφιστικοῖς ἐλέγχοις (177β 6) «Κἀκεῖ (τ.ἐ. ἐν τοῖς γεγραμμένοις) δ᾿ ἤδη παράσημα ποιοῦνται» σημαίνουσι σημεῖα τιθέμενα πρὸς χωρισμὸν τῶν λέξεων ἀπ᾿ ἀλλήλων ἢ ἴσως καὶ σημεῖα ἐν τῇ ᾤᾳ διὰ νὰ ἐφιστᾶται ἡ προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστου εἰς δύσκολα χωρία (Ph.W. 1930, 231). Γνωρίζομεν ἀσφαλῶς ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἀνεγράφησαν ἐπὶ τῶν λέξεων κατὰ τοὺς χρόνους τῶν Ἀλεξανδρινῶν γραμματικῶν, τ.ἔ. τὸν τρίτον πρ. Χρ. αἰῶνα, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν ἀκόμη νὰ ἐξακριβώσωμεν ἂν Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ἢ αὐτὸς οὗτος ὁ ᾽Αρίσταρχος ὁ Σαμόθρᾳξ (Lehrs σελ. 257-316) ἦσαν οἱ ἐπινοηταὶ ἢ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν σημείων τούτων. Πρέπει νὰ διαστέλλωνται οἱ τόνοι τῶν πνευμάτων, (δηλ. κυρίως τῆς δασείας) τὰ ὁποῖα, ὡς εἴδομεν, εἶναι πολὺ ἀρχαιότερα (Kirchhoff σελ. 169). Σήμερον ὡς πιθανώτερον θεωρεῖται ὅτι ὁ ἐπινοητὴς τῶν σημείων τούτων εἰναι Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ὡς ἀπέδειξεν ὁ Lamm (ἰδ. Schwyzer 374). Πρὸς γενικὴν εἰσαγωγὴν θὰ ὑπῆρχον βέβαια τότε, ἀφορμαί τινες τ.ἔ, θὰ εἶχον ἤδη ταῦτα πολλαχοῦ εἰσαχθῆ εἰς τὴν γραφήν, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχον καθολικωτέραν ἐφαρμογὴν ἢ χρῆσιν οἵα ἐδίδετο διὰ τῆς τοιαύτης ᾀποφάσεως τῶν μεγάλων Ἀλεξανδρινῶν γραμματικῶν. Σήμερον ὑπάοχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι ἡ διάδοσις τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης μετὰ τὸν Μ.᾽Αλέξανδρον ἀνὰ τὴν ᾽Ανατολὴν συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ προσλάβῃ ἡ γλῶσσα τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, διότι γλῶσσα καὶ προφορὰ αὐτῆς ἐκινδύνευον ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα αὐτῶν21 (Gardthausen σελ. 382). Ἐφ᾿ ὅσον, ἰσχυρίζονται, ἡ ῾Ελληνικὴ ὡμιλεῖτο ὑπὸ Ἑλλήνων οἱ τόνοι ἐπερίττευον, καθὼς περιττεύουν σήμερον παραδ. χάρ. εἰς τὴν Γερμανικήν. ῾Ο ῎Αγγλος Kenyon (πρβλ. Gardthausen σελ. 383) φρονεῖ ὅτι ὁ τονισμὸς εἰσήχθη κυρίως δι᾿ ἔργα τὰ ὁποῖα ἦσαν προωρισμένα διὰ νὰ πωλῶνται ἢ διὰ νὰ μένουν ἐν Βιβλιοθήκαις. ᾽Αρχικῶς ἐγράφοντο καὶ αἱ βαρεῖαι εἰς τὰς μὴ τονουμένας συλλαβάς. ῎Εχομεν παραδ. χάρ. εἰς ἕνα παλαιὸν αἰγυπτιακὸν πάπυρον τῆς᾽Ιλιάδος τὴν γραφὴν ἐπὲσεύοντο, εὐρίσκομεν λέξεις γεγραμμένας Θὲόσδὸτὸς κτλ. ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ ἐγκατελείφθη ὁ τρόπος οὗτος τῆς γραφῆς (ἰδοὺ λοιπὸν καὶ μία ἄλλη τονικὴ μεταρρύθμισις) «ἵνα μὴ καταχαράσσωνται τὰ βιβλία». ῾Ο τρόπος οὗτος τῆς γραφῆς διετηρήθη εἰς τὰς δύο προκλιτικὰς προθέσεις ἀπὸ καὶ ἐπὶ αἵτινες ἀρχικῶς ἐτονίζοντο ὡς αὐτοτελεῖς λέξεις ἐπὶ τῆς παραληγούσης. Πάντως ἡ βαθμιαία ἀπώλεια ἐν τῇ γλώσσῃ τοῦ μουσικοῦ τόνου (μέχρι τῶν χρόνων τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ τόνος τῆς γλώσσης παρέμεινε μουσικὸς)22 καὶ ἡ παρακολουθοῦσα τὴν ἀπώλειαν ταύτην κατίσχυσις τοῦ δυναμικοῦ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἀρχὴ τῆς γραφῆς τῶν τόνων23. Τὸ τονικὸν σύστημα τῶν Βυζαντινῶν (τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου μὲ τὸ σημερινὸν ἰδικόν μας) κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀντιοχείας γραμματικοῦ Θεοδοσίου περὶ τὸ 400 μ. Χρ., ὅτε εἶχεν ἤδη ἐπέλθει ἰσοχρονισμὸς ὅλων τῶν φωνηέντων. Ἀπὸ δὲ τοῦ 9ου αἰῶνος καὶ ἑξῆς οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι ὑποχρεωτικὰ πλέον καὶ ἔχουν καθολικὴν ἐφαρμογήν. Λόγιοι ῞Ελληνες ἔκαμνον μέχρι τοῦ 15ου αἰῶνος στίχους κατὰ τὴν ποσοτικὴν ἀρχὴν τοῦ μακροῦ καὶ βραχέος, ἀλλ᾿ ἡ ἀνάγνωσις τῶν στίχων ἤδη ἀπὸ τοῦ 4ου-5ου μ. Χρ. αἰῶνος ἐγίνετο μόνον κατὰ τὴν δυναμικὴν ἀρχὴν τοῦ τονουμένου καὶ ἀτόνου φωνήεντος. Δύναταί τις ὅμως νὰ εἴπῃ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω λεχθέντων ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἐχρησιμοποιήθησαν ἀρχικῶς καὶ ὡς μέσον κυρίως διακρίσεως τῶν λέξεων. Οἱ παλαιότεροι πάπυροι δὲν ἔχουσι γενικῶς εἰπεῖν τὰ σημεῖα ταῦτα. Τὸν 1ον μ. Χρ. αἰῶνα φαίνονται εἰς χρῆσιν ἥτις προϋποθέτει τὴν εἰσάγωγήν των ἀπὸ παλαιοτέρους χρόνους (Σιγάλας σελ. 307). Τὰ ἐκ περγαμηνῆς χειρόγραφα τῶν πρώτων αἰώνων τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς δὲν ἔχουν οὔτε τόνους οὔτε πνεύματα (εἰς τὸν Βατικανὸν καὶ Ἀλεξανδρινὸν κώδικα τῆς Ἁγίας Γραφῆς πρόκειται περὶ προσθήκης μεταγενεστέρας χειρὸς) (πρβλ. καὶ P. Maas, Pal. §18). Βλέπομεν λοιπὸν πόσον παλαιὰ εἶναι ἡ παράδοσις τῆς γραφῆς τοῦ τονικοῦ συστήματος καὶ πόσον τοῦτο συνδέει τὴν γραφὴν τῆς σημερινῆς γλώσσης πρὸς τὴν Βυζαντιακὴν καὶ διὰ ταύτης καὶ πρὸς τὴν παλαιοτέραν ῾Ελληνικήν. Οἱ ἐπιζητοῦντες σήμερον τὴν μεταρρύθμισιν καὶ τὴν λεγομένην ἁπλοποίησιν τόνων καὶ πνευμάτων προβάλλουσι δύο κυρίως ἐπιχειρήματα. Πρῶτον ὅτι ἡ ἀρχαία γλῶσσα δὲν εἰχε.τόνους καὶ πνεύματα, εἶναι περιττὰ ἄρα, λέγουν, καὶ εἰς τὴν νέαν, καὶ δεύτερον ὅτι ἡ σημερινὴ γραφὴ μετὰ τόνων καὶ πνευμάτων παρέχει δυσκολίας πολλὰς εἰς τοὺς μαθητὰς κατὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς ἡμετέρας γλώσσης, εἰς μαθητὰς κυρίως τῶν κατωτέρων τάξεων τῶν σχολείων, γίνεται ἐκ τούτου ἀφορμὴ εἰς καταλογισμὸν πολλῶν ὀρθογραφικῶν σφαλμάτων24, ἐλάττωσιν λοιπὸν τῆς θετικῆς ἀξίας τῶν ἱκανοτήτων τῶν μαθητῶν, καὶ τὰ τοιαῦτα. ῍Ας ἐξετάσωμεν συντόμως καὶ τὰ δύο ταῦτα ἐπιχειρήματα ἀφοῦ προτάξω πρῶτον βραχυτάτην ἔκθεσιν τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ ζητήματος τῆς ἀτόνου καὶ ἀπνευματίστου γραφῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο χρονολογεῖται κυρίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων ἰατροῦ καὶ ποιητοῦ Ἰωάννου Βηλαρᾶ (1771-1823) ὁ ὁποῖος φύσει ἐπαναστάτης (τῷ 1797 συνελήφθη ἐν Βενετίᾳ καὶ εἰσήχθη εἰς δίκην) διαπεποτισμένος δὲ καὶ μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἡθέλησε καὶ ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν νὰ ἐπαναστατήσῃ, ἐπενόησε λοιπὸν ἴδιον ὀρθογραφικὸν σύστημα, κατέλυσε τὰ πλεῖστα φωνήεντα καὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, καὶ ἐδημοσίευσε «μικρή ορμήνηα γιά τά γράματα καί ορθογραφήα τής ρομέικης γλόσας» (!). Πᾶσαι αὗται αἱ καινοτομίαι τοῦ παραδοξολόγου (διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι) ἰατροφιλοσόφου (ὁ ὁποῖος προσληφθεὶς ὡς ἰατρὸς τοῦ τυράννου ᾽Αλῆ πασσᾶ ἔκαμεν καὶ μεγάλην ἀβαρίαν εἰς τὰ πατριωτικά του αἰσθήματα) ἐλησμονήθησαν σήμερον καὶ ἀναφέρονται μόνον χάριν θυμηδίας καὶ ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν ἄκρων δημοτικιστῶν. «Τὸ ὀρθογραφικὸν ἢ μᾶλλον γραφικὸν σύστημα τοῦ ᾽Ιωαννίτου λογίου οὗ ἐποιεῖτο χρῆσιν καὶ ἐν τοῖς ποιήμασιν αὐτοῦ εἶναι σύστημα νεκροφανὲς ὅσον καὶ τὰ νεώτερα συστήματα τοῦ ᾽Ι. ᾽Ισιδωρίδου Σκυλίτση καὶ τοῦ Νικολάου Φαρδῦ (Σπ. Λάμπρος)25.

Συντηρικώτερος εἰναι ὁ μνημονευθεὶς ἐκ Σμύρνης λόγιος καὶ ποιητὴς ᾽Ιωάννης ᾽Ισιδωρίδης Σκυλίτσης (1819-1890) ὅστις τῷ 1886 ἀνέγνωσε ἐν τῷ Συλλόγῳ Παρνασσῷ μελέτην του «περὶ ἄρσεως ματαιοπονίας ἐν τῷ γράφειν τυπογραφεῖν καὶ στοιχειοχυτεῖν». Μετ᾿ αὐτὸν ἔρχεται ὁ ἐκ Σαμοθρᾴκης Νικόλαος Φαρδὺς (1855-1901), ἰατρὸς καὶ αὐτὸς σπουδάσας ἐν Μασσαλίᾳ ὅπου καὶ ἔγραψε διατριβὴν (1884) «περι ατονου και απνευματιστου γραφης της Ελληνικης γλωσσης, μαρτυριαι και αποδειξεις». Αἱ γνῶμαι αὐτῶν, τῶν δύο ἰατροφιλοσόφων ἀνηρέθησαν καὶ σχεδὸν ἐλησμονήθησαν26.

***

Τὸ τονικὸν σύστημα καὶ ἡ ὀρθογραφία τὴν ὁποίαν ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσῃ σήμερον ὁ συνάδελφος καθηγητὴς εἶναι τὸ αὐτὸ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος μὲ ἐκεῖον τὸ ὁποῖον διεκήρυξαν καὶ ἐφήρμοσαν καὶ ἄλλοι καὶ ἰδίᾳ ὁ Πέτρος Βλαστὸς εἰς τὴν Γραμματικὴν τῆς Δημοτικῆς (᾽Αθ. 1914). ῾Η Γραμματικὴ αὐτὴ δὲν στερεῖται κάποιας ἀξίας διὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, ἔχει ὅμως παραπολὺ ὑπερηφάνως καὶ ἀξιωματικῶς εἰς τὸν πρόλογον τὰ ἑξῆς: «φανερό στέκει (!) πώς είναι μεγάλη ανάγκη νά γράφουμε τή δημοτική κανονικά (!) δηλαδή σύφωνα μέ τούς κανόνες της καθώς μάς τούς ξεκαθάρ ισαν (sic!) κιόλας οι ειδικοί. Η φιλοδοξία τής γραμματικής τούτης είναι νά βοηθήσει τό στέριωμα (!) τής γλωσσικής πειθαρχίας καί νά δώσει στά παιδιά μιά σύντομη καί σωστή (!) γραμματική τής γλώσσας τους.» (!). Λησμονῶν δὲ τὴν ὑπόσχεσίν του ὅτι θέλει νὰ δώσῃ δημοτικὴν σύμφωνα μὲ τοὺς «ξεκαθαρισμένους» κανόνας της ὁμολογεῖ ὅτι «είταν ανάγκη νά διαλέξω τύπους καί κανόνες, τούς πιό χρήσιμους καί πιό κοινούς. Κάποτε σημειώνω καί μερικούς άλλους παράλληλους, μά πιό συχνά βάζω αξιωματικά» (!)

Εἶναι μὲν λοιπὸν ἀληθές, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τώρα τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν ἔγραφον τόνους καὶ γενικῶς εἰπεῖν πνεύματα, ἀλλὰ πρῶτόν αὐτοὶ ὡς ἐκ τῆς διαφόρου προφορᾶς των δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν σημείων τούτων, ἔπειτα δὲ γραφὴ καὶ ἀνάγνωσις δὲν ἦτο τὸ αὐτὸ πρᾶγμα τότε καὶ σήμερον.

῾Η προφορὰ λοιπὸν ἦτο διάφορος, δὲν ὑπῆρχεν ὁ δυναμικὸς τόνος ἀλλ᾿ ὁ μουσικὸς κτλ. Ἂν θὰ διετείνετό τις ὅτι πρέπει νὰ μὴ θέτωμεν τόνους καὶ πνεύματα διὰ νὰ γράφωμεν ὡς οἱ ἀρχαῖοι, οἱ προαλεξαδρινοί, τότε φυσικὰ πρέπει κανεὶς νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ αὐτὸν νὰ γράφῃ καὶ ὅλα κεφαλαῖα καὶ συνεχόμενα. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα ὅτι ἡ ἐκμάθησις τῆς τονουμένης καὶ πνευματουμένης γλώσσης εἶναι εἰς ἄκρον δυσχερής, ἡμεῖς δὲ οἱ νεώτεροι ῞Ελληνες θέλομεν τὰ πάντα νὰ ἔχωμεν εὔκολα καὶ ἄκοπα καὶ ἐπὶ πινακίου πρόχειρα, θὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἄλλοτε ἔγραψα (᾽Αθηνᾶ τόμ. 45 σελ. 6) ὅτι οἱ ὁμιλοῦντες περὶ ἰδιαιτέρων δυσκολιῶν πρὸς ἐκμάθησιν τῆς νεωτέρας ῾Ελληνικῆς γλώσσης δὲν ἔχουν ἰδέαν τί γίνεται εἰς ἄλλας γλώσσας καὶ πόσας δυσκολίας παρέχουν εἰς τοὺς μαθητάς των αἱ μητοικαί των γλῶσσαι. Γνωρίζομεν ὅλοι τὰς δυσκολίας τῆς Γαλλικῆς προφορᾶς (τῆς καλῆς προφορᾶς), τῆς Γαλλικῆς συντάξεως, τῆς ᾽Αγγλικῆς προφορᾶς καὶ ὀρθογραφίας, τῆς ὀρθογραφίας αὐτῆς ταύτης τῆς Γερμανικῆς γλώσσης (διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν Γερμανικὴν γραμματικὴν καὶ σύνταξιν) ἵνα μόνον περιορισθῶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς γλώσσας. Ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ ἄλλος ἐρευνητὴς ἐπεκαλέσθη καὶ λαὸν ἐκτὸς τῆς Εὐρώπης κατοικοῦντα φορέα ὅμως παλαιοῦ πολιτισμοῦ, ἔστω καὶ ἂν σήμερον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ λαὸς τόσον πεπολιτισμένος ὅσον οἱ πλεῖστοι τῶν εὐρωπαϊκῶν καὶ ἀμερικανικῶν λαῶν, ἐννοῶ τοὺς Κινέζους27, ἂς ἴδωμεν τί δυσκολίας ἔχει ὁ λαὸς οὗτος εἰς ἐκμάθησιν τῆς γλώσσης του. ῾Ομιλεῖ τὴν μεγίστην ἐν τῷ κόσμῳ γλῶσσαν ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ ἀνθρώπων. Ἀκούσατε τί ἔτυχε πρὸ ἡμερῶν νὰ ἀναγνώσω εἰς σύντομόν τι βιβλίον περὶ Κίνας γραφὲν ὑπὸ ἄλλοτε συναδέλφου μου ἐν Βερολίνῳ, τοῦ καθηγητοῦ Gerh. Pernitzsch (China, 1940 ἐν σελ. 30) : «ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁμιλούντων τὴν Κινεζικὴν γλῶσσαν παρατηρητέον ὅτι ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι ἡ μάλιστα πασῶν τῶν ἄλλων γλωσσῶν διαδεδομένη γλῶσσα. Ἀνήκει εἰς τὰς μονοφθόγγους γλώσσας, ἑκάστη λὲξις ἀποτελεῖται ἐκ μιᾶς μόνον συλλαβῆς, ἀλλὰ ἐνίοτε γίνονται καὶ συνθέσεις. Διὰ διαφόρων διακυμάνσεων ἢ τόνων τῆς φωνῆς λαμβάνει ἑκάστη συλλαβὴ (τ. ἔ. λέξις) τὴν ἰδιαιτέοαν σημασίαν της. Γραμματικὴ δὲν ὑπάρχει, διὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν προτάσεων βοηθεῖ προπαντὸς ἡ θέσις τῶν λέξεων καὶ βοηθητικαί τινες λέξεις. Ἡ ὁμιλουμένη γλῶσσα δὲν εἶναι ἑνιαία, ἀλλὰ ὑποδιαιρεῖται εἰς πλῆθος διαλέκτων διαφερουσῶν ἀλλήλων ἐνίοτε τόσον πολὺ ὅσον διαφέρει ἡ Γερμανικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν Ἀγγλικήν. Τοὐναντίον ὅμως ἑνιαία εἶναι ἡ ἀπὸ τὴν ὁμιλουμένην σχεδὸν ἐντελῶς ἀνεξάρτητος γραφομένη γλῶσσα. Αὕτη δὲν ἔχει ἀλφάβητον, ἀλλὰ δι᾿ ἑκάστην λέξιν ἔχει ἓν ἰδιαίτερον σημεῖον (Zeichen), τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὴν προφοράν του τόσον ὀλίγον ὅσον τὰ ἡμέτερα ἀριθμητικὰ ψηφία δηλοῦν προφοράν. Ἀκριβῶς δὲ διότι ἡ γραφὴ αὕτη εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν ὁμιλουμένην γλῶσσαν, ἀποτελεῖ πνευματικὸν δεσμὸν εἰς ὅλην τὴν Κίναν, καὶ δύο μορφωμένοι Κινέζοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθοῦν μὲ ζῶσαν φωνήν, ἀλλὰ διὰ τῆς γραφομένης των γλώσσης δύνανται κάλλιστα νὰ συνεννοηθοῦν. ῾Η Κινεζικὴ γραφὴ καὶ γλῶσσα εἶναι ἐκ τῶν δυσκολωτάτων γλωσσῶν, ὄχι μόνον ἕνεκα τοῦ περιπλόκου τῆς γραφῆς της ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς γραμματικῆς ἰδιορρυθμίας καὶ τῆς ἰδιορρυθμίας τῶν περιόδων». (Πρβλ. καὶ Χατζιδάκι Γλ. Μελ. 456 ἑξ.). Τόσον πολλαὶ καὶ τόσον μεγάλαι δυσκολίαι ὑπάρχουν διὰ τὴν ἐκμάθησιν τῆς μητρικῆς των γλώσσης εἰς τοὺς μαθητὰς ἄλλων λαῶν, καὶ ἔπειτα ἔρχονται οἱ ἡμέτεροι καὶ κλαυθμυρίζουν περὶ ἰδιαιτέρων δυσκολιῶν τῆς νεωτέρας ῾Ελληνικῆς καὶ ὁμιλοῦν περὶ ἁπλοποιήσεων, μεταβολῶν, εὐκολιῶν καὶ ἀνατροπῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα καλῶς παρεδόθησαν, ἀφοῦ παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς ἱστορικῶς καὶ ἐν ἀλληλουχίᾳ.

Διότι ὑποθέσατε πρὸς στιμὴν τὸ ἀδύνατον πρᾶγμα, ὅτι καταργοῦνται οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα καὶ ἐκβάλλονται γενικῶς ἀπὸ τὴν νεοελληνικὴν γλῶσσαν Τί θὰ συμβῇ; Πᾶς τις θὰ ὁμολογήσῃ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῇ ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι μία διακοπὴ καὶ διάσπασις μιᾶς παραδόσεως εἴκοσι καὶ πλέον αἰώνων, ἐνῷ αἱ λέξεις τῆς γλώσσης καὶ ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ προφορὰ αὐτῆς (ἡ προφορὰ τουλάχιστον ἀπὸ 1500 ἐτῶν) δὲν ἤλλαξαν οὐσιωδῶς καὶ εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα τοιαύτας ριζικὰς ἀλλοιώσεις. Τὰ χειρόγραφα εἰς τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν συγγραφεῖς φέρουσι τόνους, οἱ Βυζαντινοὶ ἡμῶν προπάτορες (διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ συνδέσωμεν ἑαυτοὺς μὲ τοὺς ἀρχαίους ῞Ελληνας) ἔγραφον τόνους, τὰ κείμενα τῶν ἀρχαίων συγγραφέων τυπώνονται σήμερον, καὶ θὰ τυπώνωνται πάντοτε μὲ τόνους, ἀφοῦ τὰ χειρόγραφα δι᾿ οὗ παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς ἔχουσι τόνους. ῾Ο τονισμὸς μάλιστα καὶ ἡ στίξις δύναταί τις νὰ εἴπη ὅτι διὰ τοῦ Immanuel Bekker ἔγινε ἰδιαιτέρα φιλολογικὴ δεξιότης τὴν ὁποίαν πρέπει ὁ φιλόλογος νὰ διδάσκεται28.

Εἰς τὸ ἐσχάτως ἐκδοθὲν Wörterbuch der Antike (βʹ ἔκδ. ἐν Λειψίᾳ 1933) ὁ μακαρίτης Hans Lamer τονίζει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις τῶν σημείων τοῦ τονισμοῦ ἐν τῇ ῾Ελληνικῇ, (φυσικὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ διατηρήσεως ἑνὸς τόνου κ.λ. πράγματα τὰ ὁποῖα βεβαίως ἐγνώριζεν). Γράφει λοιπὸν (σελ. 16): «Οἱ ῞Ελληνες τῆς κλασσικῆς ἀρχαιότητος δὲν ἔγραφον τόνους. Εἰς χρῆσιν τόνων παρωρμήθη τις κατ᾿ ἀρχὰς προκειμένου νὰ γίνῃ διάκρισις ὁμοίων ἀλλὰ διαφόρως τονουμένων λέξεων ὅπως π.χ. Γλαῦκος καὶ γλαυκός. Τὸ ἑλληνικὸν τονικὸν σύστημα ἐπεξειργάσθη ὁ Ἀλεξανδρινὸς Γραμματικὸς Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος. Φαίνεται ὅτι θὰ εἶχε γενικευθῆ καθ᾿ οὓς χρόνους ἤρχισαν οἱ Ρωμαῖοι νὰ μανθάνωσιν ἐν εὐρείᾳ κλίμακι Ἑλληνικά. Διευκολύνει παραπολὺ τὸν διδασκόμενον εἰς τὴν ἐκμάθησιν τοῦ ὀρθοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων. Οἱ τόνοι ἐγράφοντο γενικῶς μόνον ἀπὸ τοῦ 7ου αἰῶνος μετὰ Χριστόν. Σήμερον ὑπάρχει ἐν ῾Ελλάδι κίνησις ἀποσκοποῦσα τὴν κατάργησιν τῶν τόνων, ἀλλὰ κατὰ τὰ φαινόμενα δὲν θὰ κατισχύσῃ (doch scheint diese Bewegung nicht durchzudringen). ῾Η κατάργησις τῶν τόνων ἐν Γερμανίᾳ ὡς τοῦτο πολλαχῶς ὑποστηρίζεται, θὰ καθίστα ἀσυνήθως εἰς ἡμᾶς δύσκολον τὴν ἐκμάθησιν τοῦ τονισμοῦ: ῾Εν. ὀνομ. μάχαιρα, γεν. μαχαίρας, γεν. πληθ. μαχαιρῶν!».

Αἱ μεγάλαι νεώτεραι συλλογαὶ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων ἐτυπώθησαν καὶ τυπώνονται ὅλαι μὲ τόνους, ἡ μεγάλη Γαλλικὴ συλλογὴ τοῦ Didot, ἡ Γερμανικὴ Bibliotheca Teubneriana, ἡ ᾽Αγγλικὴ Bibliotheca Oxoniensis, ἡ νέα Γαλλικὴ Collection Budé, ἡ ᾽Αγγλικὴ Βιβλιοθήκη Loeb, τὸ Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, ἡ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἀρξαμένη μεγαλοπρεπὴς ᾽Ιταλικὴ σειρὰ ῾Ελλήνων καὶ Λατίνων συγγραφέων ἡ ἐκδοθεῖσα iussus Mussolini κτλ. Τοῦτ᾿ αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὴν μνημειώδη ἔκδοσιν τῶν «῾Ελλήνων Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας τῶν τριῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων» τῆς ὁποίας ἐπιμελεῖται ἡ ἐν Βερολίνῳ Πρωσσικὴ ᾽Ακαδημία. ῾Η σειρὰ αὕτη ἀριθμεῖ ἤδη περὶ τοὺς πεντήκοντα μεγάλους τόμους.

Ποῖος δὲ θὰ ἠδύνατο νὰ διϊσχυρισθῇ ὅτι καὶ τὰ κείμενα αὐτῶν τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας μας πρέπει νὰ τυπώνωνται ἄτονα; Οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν ἔγραφον ἤδη τόνους. Ἢ πῶς θὰ ἐκδοθοῦν π.χ. τὰ ἔργα τοῦ Εὐσταθίου Θεσσαλονίκης, αἱ παρεκβολαὶ εἰς ῞Ομηρον καὶ τὰ ἄλλα; Διεσώθη ἐν τῇ Μαρκιανῇ Βιβλιοθήκῃ τὸ ἴδιον τὸ αὐτόγραφον τῶν Παρεκβολῶν καὶ φέρει φυσικὰ τόνους καὶ πνεύματα. Θὰ τὰς ἐξεδίδομεν χωρὶς τόνους και πνεύματα ἢ μόνον μὲ ἕνα τόνον καὶ μόνον μὲ δασεῖαν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ συγγραφεὺς ἔθετε τόνους καὶ πνεύματα; Οὕτω τὸ ὅλον ζήτημα φέρεται ad absurdum.

Οἱ θιασῶται τῆς ἀπαλείψεως τῶν τόνων καὶ πνευμάτων διατείνονται ὅτι δύο μεγάλοι ἐρευνηταὶ ὁ Γερμανὸς Βιλαμόβιτς καὶ ὁ ἀοίδιμος Χατζιδάκις ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ τῆς ἄνευ τόνων καὶ πνευμάτων τυπώσεως τῶν ἑλληνικῶν κειμένων. Ἂς ἴδωμεν πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Φαίνεται ὅτι εἴς τινα διάλεξίν του29 ὁ περικλεὴς φιλόλογος εἶπε τὰ ἑξῆς (ὡς βλέπω παρὰ Τριανταφυλλίδῃ, Η ὀρθογραφ. σελ. 175) «ἓν μέσον μὲ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν σπουδαίαν ἀνακούφισίν30 εἰς τὴν Γραμματικὴν εἰναι ἡ κατάργησις τῆς διδασκαλίας καὶ γραφῆς τῶν τόνων ὑπὸ τῶν μαθητῶν. Δὲν θὰ ἔπρεπε οὔτε νὰ κάμνῃ κανεὶς λόγον δι᾿ αὐτό, ὅτι οἱ μαθηταὶ δὲν πρέπει νὰ σημειώνουν ὅ,τι κανεὶς ῞Ελλην δὲν ἐσημείωσέ ποτε. ᾽Ημποροῦν λοιπὸν νὰ χρησιμοποιοῦν εἰς τὰ βιβλία τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκουν αὐτὰ τὰ «βολικὰ βοηθητικὰ σημαδάκια» καὶ ἐπ᾿ αὐτῶν νὰ κανονίζουν καθὼς καὶ οἱ διδάσκαλοι τὴν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξαφανισθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ σχολείου τὰ ἀπόκρυφα τῶν περισπωμένων καὶ παροξυτόνων, ἡ ἔγκλισις καὶ τὰ ἄτονα». Ἀλλὰ ὡς καὶ ὁ ἴδιος νὰ μὴ ἦτο εὐχαριστημένος μὲ τὰς προτάσεις του αὐτὰς ἐπιφέρει «ἀλλὰ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τοῦ Γυμνασίου ἠμποροῦν νὰ διδαχθοῦν αὐτὸ τὸ σύστημα, τὰ γενικὰ γλωσσολογικὰ διδάγματα, καθὼς γίνεται καὶ διὰ τὰ Λατινικὰ καὶ τὰ Γερμανικά. Ἀλλὰ ὁ μαθητὴς δὲν πρέπει ποτὲ νὰ σημειώνῃ, οὔτε ἕνα τόνον, οὔτε ἓν πνεῦμα. Θὰ ἐπιβαρυνθοῦν βέβαια οἱ καθηγηταὶ τῆς φιλολογίας εἰς τὰ Πανεπιστήμια μὲ ἓν ἀκόμη βάσανον, διότι θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ διδάξουν τοὺς φοιτητὰς τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατέχῃ ὁ φιλόλογος, ἀλλὰ ἀσφαλῶς εἶναι βαρύτερον τὸ βάρος τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν ράχιν τῶν μαθητῶν». Ὅσοι εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ γνωρίσουν τὸν μέγαν φιλόλογον, νὰ συνομιλήσουν ἐπὶ θεμάτων φιλολογικῶν ἢ ἄλλων μαζί του καὶ νὰ ἀκούσουν γνώμας καὶ κρίσεις του, γνωρίζουν ὅτι ἡ μεγαλοφυία του συχνάκις πρὸ ἐμποδίων μετέβαλλεν ἀμέσως πορείαν καὶ γνώμην καὶ συχνὰ εἶτα κατέληγεν εἰς ἀκριβῶς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἀφ᾿ ὅ,τι τις ἐφαντάζετο. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὐτὸ θὰ ἦτο ἔμπνευσις τῆς στιγμῆς μᾶλλον ἢ ἀπόφασις ληφθεῖσα ἐκ μακροῦ χρόνου μετὰ ὥριμον σκέψιν· διότι οὐδέποτε ἔκαμεν σοβαρὸν περὶ τούτων λόγον εἴς τινα πανεπιστημιακήν του παράδοσιν ἢ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν ἢ εἰς Συνέδριον φιλολόγων κλ. Τὰ ἀρχαῖα ῾Ελληνικὰ κείμενα ἔγραφε καὶ ἐτύπωνε κατὰ τὴν παραδεδομένην συνήθειαν31 καὶ διὰ τὸ Corpus τῶν ῾Ελληνικῶν ᾽Επιγραφῶν τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ἡ ἐν Βερολίνῳ Πρωσσικὴ Ἀκαδημία καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὀποίου αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος καὶ ἐπιβλητικώτατος ὁδηγὸς ἐκρατήθησαν οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα καὶ διὰ ἀναγραφὴν τῶν ἀρχαίων ἐπιγραφῶν. Κατεσκευάσθησαν μάλιστα πρὸς τοῦτο μικρὰ κεφαλαῖα γράμματα καὶ ἐπενοήθη ἓν κατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον σχῆμα πνευμάτων καὶ τόνων!32 Καὶ οἱ περίφημοι διὰ τὴν ἀκρίβειάν των Indices τοῦ Corpus τῶν ᾽Επιγραφῶν, τοὺς ὁποίους συνέτασσεν εἷς Hiller von Gärtringen, εἷς Johannes Kirchner καὶ ἄλλοι ἐπιφανέστατοι λόγιοι, ἐτυπώθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, μὲ μικρὰ κεφαλαῖα μετὰ τονισμοῦ καὶ πνευμάτων. Εἰς δὲ τὰ Πρακτικὰ τῶν Συνεδριῶν τῆς Πρωσσικῆς Ἀκαδημίας ἐφαρμόζεται πάντοτε προκειμένου περὶ ῾Ελληνικῶν κειμένων ἡ μικρογράμματος γραφὴ μετὰ τῶν κανονικῶν τόνων καὶ πνευμάτων33. ᾽Εσχάτως μάλιστα, ἀπὸ δεκαετίας περίπου, κατεσκευάσθησαν ἑλληνικὰ στοιχεῖα μικρογραμμάτου γραφῆς ἀπομιμούμενα τὸ σχῆμα τῆς γραφῆς τῶν παλαιοτέρων ἑλληνικῶν χειρογράφων. Καὶ τῶν στοιχείων τούτων ἐγένετο χρῆσις καὶ κατὰ τὴν πρὸ δύο ἐτῶν ἐκτύπωσιν τοῦ σπουδαίου ἔργου τοῦ M. Vasmer περὶ τῶν Σλαύων ἐν ῾Ελλάδι34. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸν Βιλαμόβιτς.

῾Ο ἀοίδιμος Γεώργιος Χατζιδάκις ἔγραψεν τῷ 1911 ὀλίγα τινὰ περὶ τοῦ τονικοῦ ζητήμάτος ἐν τῇ Ἐπιστημονικῇ ᾽Επετηρίδι τοῦ Πανεπιστημίου (τομ. 6 «Ἀκαδημεικὰ ἀναγνώσματα περὶ τοῦ γραπτοῦ ἡμῶν λόγου» σελ. 25-89).᾽Εκεῖ (ἐν σελ. 85) λέγει ὅτι ἀποβλέπων εἰς τὴν εὐκολωτέραν τῆς γλώσσης ἡμῶν διδασκαλίαν «τολμᾷ νὰ εἴπῃ» ὅτι ἐπειδὴ τὰς μεγίστας δυσκολίας εὑρίσκουσιν οἱ μικροὶ μαθηταὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς γραμματικῆς τ.ἔ. ἐν τοῖς διδάγμασι περὶ πνευμάτων καὶ τόνων μεθ᾿ ὧν συνάπτονται τὰ περὶ μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων, τὰ περὶ ἐγκλίσεως κττ. διὰ τοῦτο εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν «τὸ διδακτικὸν βιβλίον τὸ προωρισμένον διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐξετυποῦτο ἄνευ τῶν σημείων τούτων, ἁπλῶς δὲ δι᾿ ἑνὸς σημείου, οἷον σταυροῦ, ἀστερίσκου ἢ ἄλλου τινὸς ὁπωσδήποτε διακριτικοῦ, ἄνωθεν τῆς τονουμένης συλλαβῆς κειμένου, ἐδηλοῦτο ἡ θέσις τοῦ τόνου. Οὕτω θὰ ἀπηλλάσσοντο οἱ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μαθηταὶ τῶν πλείστων κανόνων περὶ ψιλῆς καὶ δασείας, περὶ ὀξείας, βαρείας καὶ περισπωμένης, περὶ μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων, περὶ ἐγκλίσεως, τόνου κλπ. περὶ ὧν, ἐπειδὴ ἐν τῷ προφορικῷ ἡμῶν λόγῳ οὐδέν τούτων ἔχομεν, οὐδὲν αἰσθάνονται οἱ διδασκόμενει, ἀναγκάζονται δὲ ν᾿ ἀποστηθίζωσι μηχανικῶς πάντα. Οὕτως ἡ διδασκαλία τῆς γραμματικῆς ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τῆς κλίσεως τῶν ὀνομάτων, ἤτοι ἀπὸ γλωσσικῶν στοιχείων γνωστῶν καὶ αἰσθητῶν τοῖς μαθηταῖς καὶ θὰ ἀπέβαινε κατὰ πολλὰ εὐκολωτέρα καὶ ὠφελιμωτέρα. Καὶ σημειωτέον ὅτι διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐγίνετο ἢ θὰ ἀπεβάλλοντο μὲν τὰ ὑπὸ μεταγενεστέρων, καὶ μεσαιωνικῶν λογίων ἐπινοηθέντα ὀρθογραφικὰ ταῦτα σημεῖα, θὰ ἐλάμβανε δὲ ἡ γραφὴ ὃν κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους εἶχε τύπον. Ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐδιδάσκοντο κατόπιν τὴν χρῆσιν τῶν σημείων τούτων ὅσοι ἐκ τῶν πολλῶν μαθητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἤθελον φοιτήσει εἰς αὐτά». Εἰς ἀνακοίνωσίν του ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ κατὰ τὸ 1929 εἶπεν καὶ πάλιν (ἐν παρόδῳ) ὅτι καλὸν θὰ ἦτο διὰ τὰ κατώτερα σχολεῖα να ἐφηρμόζετο εἷς καὶ μόνον τόνος, ἡ ὀξεῖα δι᾿ εὐκολίαν τῶν μαθητῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰπέ τι καὶ διὰ τὰ πνεύματα διότι δὲν ἐδημοσίευσε ταύτην τὴν ἀνακοίνωσίν του τῆς ὁποίας περίληψιν ἔδωσεν ὁ μακαρίτης Παῦλος Νιρβάνας εἰς χρονογράφημα (Ἑστία 24 Φεβρ. 1929). Δὲν ἠθέλησεν ἴσως νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, ἐδέχετο δὲ προθύμως καὶ ἤκουε, μετὰ προσοχῆς καὶ τὰς προβαλλομένας ἀντιρρήσεις καὶ τοὺς ἐκφραζομένους φόβους διὰ τὸ τοιοῦτο ἐγχείρημα. Πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ἀοιδίμου διδασκάλου παρατηρῶ τὰ ἑξῆς: Ὅτι πρῶτον μὲν τὸ ζήτημα τοῦτο, τῶν τόνων καὶ πνευμάτων, δὲν εἶναι κυρίως γλωσσολογικόν, ἀλλὰ μᾶλλον παιδαγωγικὸν καὶ πολιτικὸν καὶ ἱστορικόν. Ἡ γνώμη του λοιπὸν περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ μέγα κῦρος τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὰ καθαυτὸ γλωσσολογικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, ἑρμηνείαν λοιπὸν γλωσσικῶν φαινομένων ἔν τε τῇ γραμματικῇ καὶ συντάξει, ἐτυμολογίαν λέξεων κτλ. Αὐτὸς ἄλλως τε ὁ ἴδιος ἐτόνιζε πάντοτε ὅτι καὶ τὸ λεγόμενον γλωσσικὸν ζήτημά μας δὲν εἶναι γλωσσολογικὸν ἀλλὰ ἱστορικὸν καὶ πολιτικὸν καὶ πολιτιστικόν, ὅτι αὐτὸς ὡς ἐπιστήμων παρακολουθεῖ καὶ βλέπει τὰ τῆς ἐξελισσομένης γλώσσης καὶ διαπιστώνει καὶ ἑρμηνεύει μόνον τὰ γινόμενα κττ. ῎Επειτα δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον ὅτι τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν τόνων καὶ πνευμάτων συνιστᾷ μόνον διὰ τὰ κατώτερα σχολεῖα, ὄχι διὰ τὰ ἀνώτερα, εἰς τὰ ὁποῖα ζητεῖ νὰ διδάσκωνται κατόπιν τὰ σημεῖα ταῦτα εἰς τοὺς μαθητὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν δημοτικῶν σχολείων θὰ προσέλθουν εἰς αὐτά. Παρέβλεπεν ὅμως ὁ σοφὸς ἀνὴρ τὴν σύγχυσιν καὶ τὸν κυκεῶνα ὁ ὁποῖος θὰ ἐγεννᾶτο ἔπειτα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅπου ἄλλοι μὲν θὰ ἔγραφον μὲ μίαν μόνον ὀξεῖαν, ἀπόφοιτοι ὄντες μόνον τῶν κατωτέρων σχολείων, ἄλλοι δέ, διδαχθέντες εἰς ἀνώτερα Σχολεῖα, θὰ ἔγραφον μὲ τόνους καὶ πνεύματα κατὰ τὴν πατροπαράδοτον συνήθειαν. Αὐτὸς ἄλλως τε ὁ ἴδιος εἶχε ἀντιταχθῆ ἄλλοτε (ἴδε κατ.) εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Σκυλίτση περὶ καταργήσεως τῶν τόνων προβάλλων πολλὰ ἐπιχειρήματα (ἰδ. Τριανταφ., ᾽Ορθ. σελ. 139), τὰ ὁποῖα οὔτε ἀνῃρέθησαν οὔτε καὶ ἀναιροῦνται εὐκόλως, παρ᾽ ὅλας τὰς ἀοριστολογίας τὰς ὁποίας ἀκούει τις (Δίκη 187) ὅτι «τὸ στάδιο τῆς μελέτης, γιὰ ὅσους παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα, τὸ ξεπεράσαμε ἀπὸ καιρό, καὶ τὸ ζήτημα ἔχει ὡριμάσει» ζητεῖ ὅμως τὴν ἐφαρμογὴν ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Κράτους, ἢ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ἢ ἄλλους ἰδιώτας. Θὰ ἤθελα ἐγὼ νὰ ἔβλεπα ἐκείνην τὴν ῾Ελληνικὴν Κυβέρνησιν, ὑπεύθυνον καὶ ἐλευθέραν εἰς τὰς πράξεις της ἡ ὁποία θὰ ἀπεφάσιζε τοιοῦτό τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ καθίστα ἁπλουστέραν τὴν ἐκμάθησιν τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης εἰς τὰ διαφόρου βαθμοῦ σχολεῖα, ἀλλὰ κατὰ πολὺ δυσχερεστέραν μὲ ποικιλίαν κανόνων καὶ διατάξεων ὅτι: ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς νέας γλώσσης λοιπὸν πρέπει νὰ γράψῃς κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, τὴν αὐτὴν λέξιν, εἰς τὸ ἀντίστοιχον θέμα, π.χ. τὸ μεταφραζόμενον ἐκ τῆς ἀρχαίας, πρέπει νὰ τὃ γράψῃς διαφόρως. Εἶναι ταῦτα συντελεστικὰ διὰ τὴν διαμόρφωσιν τῆς νεολαίας μας, διὰ τὴν ἐπιζητουμένην περιπόθητον εὐκολίαν εἰς ὅλα ἡμῶν τῶν νεωτέρων ῾Ελλήνων, ἢ εἶναι σύγχυσις καὶ κυκεὼν παρ᾿ ἀνευθύνων προσώπων ἡσύχως ἐκ τῶν γραφείων αὐτῶν νομοθετούντων; Νομοθετούντων περὶ τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης διδάγματα ἀσύστατα καὶ ἐθνικῶς ὀλέθρια, διότι ἔτσι μόνον θέλουν αὐτοὶ νὰ τὰ πιστεύουν; Διατί ἄλλως τε νὰ γεννηθῇ τόσον μέγας ἐνθουσιασμὸς ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης τοῦ ἀοιδίμου Χατζιδάκι, κυρίως κατὰ τὸ 1929, καὶ νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ᾿ ὄψιν ἡ γνώμη τοῦ αὐτοῦ ἀνδρὸς δρῶντος καὶ ἀκμάζοντος καὶ διδάσκοντος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ συγγράφοντος κατὰ τὸ 1901 (ὅτε εἶχεν ἡλικίαν 55 ἐτῶν) καθ᾿ ἣν γνώμην ἔλεγεν ὅτι συχνάκις ἀκούομεν διαφόρων εἰσηγουμένων καινὰ περὶ τὴν ὀρθογραφίαν δαιμόνια, οἶον τὴν κατάργησιν τῆς δασείας, τῆς περισπωμένης, τῆς βαρείας κλπ, κλπ. Ἀγνοοῦσι δ᾿ ὡς φαίνεται οὗτοι ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἀρχαῖα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης μνημεῖα δὲν δύνανται νὰ τυπῶνται καὶ ἀναγινώσκωνται ἄλλως ἢ ὅπως νῦν γίνεται, εἶναι ἄντικρυς ἐθνοφθόρος πᾶσα πρότασις περὶ διαφόρου ὀρθογραφίας τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης περὶ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα, τὰς διφθόγγους κτλ. κτλ. Διότι διαφόρου οὕτω γινομένου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης ἀπὸ τοῦ τῆς ἀρχαίας, οἱ νέοι θ᾿ ἀναγκάζωνται νὰ μανθάνωσιν ἐν τοῖς ῾Ελληνικοῖς σχολείοις, καὶ τὴν τῆς ἀρχαίας γλώσσης ὀρθογραφίαν· οὕτω δὲ οὐ μόνον μεγάλως θὰ κοπιῶσιν ἀλλὰ καὶ, εἰς πλημμελήματα περὶ ταύτην θὰ περιπίπτωσι, καὶ τὸ μέγιστον τῆς νέας γλώσσης καταστάσης οὕτω διαφόρου τῆς ἀρχαίας θέλει μεγάλως παρακωλύεσθαι ἡ διὰ τῶν ἀρχαίων βιβλίων ποικίλη μόρφωσις τῶν ἑπερχομένων γενεῶν» (Γλωσσ. Μελ. σελ. 525 σημ.).

Πολὺ αὐστηρότερος ἦτο παλαιότερον ἐναντίον τοῦ Σκυλίτση ὁ Χατζιδάκις (᾽Εφημερίς, 14, 1887, ἀρ. 28 ἰδὲ Τριαντ.᾽Ορθ. σελ. 140) παρατηρήσας ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι οὕτω ὡς ἐτέθη περὶ εὐκολίας ἢ δυσκολίας ἐν τῇ ἐκμαθήσει τῆς γλώσσης ἀλλὰ «περὶ ἑνότητος ἢ διασπασμοῦ τῆς γλώσσης». Καὶ τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ θὰ παραμείνη οὕτως ἔχον πάντοτε.

Ὁ ἴδιος ὁ Χατζιδάκις κρίνων τὸ σύστημα τοῦ παραδόξου Φαρδὺ (Ἐφημερὶς 14 ἀρ. 29) «ὁμολογεῖ» ὅτι ἀπέναντι τῶν ἄλλων ὀρθογραφικῶν δυσκολιῶν τῆς γλώσσης μας «δὲν διακρίνει πλέον τὴν σταγόνα τῆς εὐκολίας τῆς ἐκ τῆς ἀποβολῆς τῆς ψιλῆς καὶ βαρείας προερχομένης»35.

Κατὰ ταύτης τῆς ἀπλοποιήσεως τῆς προταθείσης τῷ 1911 ὑπὸ τοῦ Χατζιδάκι κατεξανέστη ὁ Ἀνδρ. Σκιᾶς (᾽Επιστ.᾽Επετ. Πανεπ. 1912-1913 «περὶ τῆς προταθ. ἁπλοπ. κτλ.» σελ. 301) παρατηρῶν ἐν πρώτοις ὅτι «δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰς μεγίστας δυσκολίας εὑρίσκουσιν οἱ μαθηταὶ ἐν τοῖς περὶ πνευμάτων, τόνων καὶ χρόνων φωνηέντων διδάγμασι, διότι πολὺ δυσκολωτέρα τούτων εἶναι ἡ ἐκμάθησις τῆς ποικίλης διὰ διαφόρων φωνηέντων καὶ διφθόγγων γραφῆς τῶν συλλαβῶν, ὧν ἡ προφορὰ ἐν τῇ νεωτέρᾳ εἶναι ἁπλῆ. Ἡ ὀρθογραφικὴ δὲ αὕτη δυσκολία ὄχι μόνον δὲν αἴρεται διὰ τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπαυξάνεται, διότι παραλειπομένης πάσης περὶ χρόνου τῶν φωνηέντων διδασκαλίας ταῦτα θὰ φαίνωνται ὅλως ἀκατανόητα, παράλογα καὶ ἀκανόνιστα, ἑπομένως δὲ καὶ δυσμαθητότερα ἢ σήμερον». Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα τοῦ μακαρίτου Σκιᾶ εἶναι πολὺ εὔλογα καὶ βάσιμα ὅσον καὶ ἂν θέλει ὁ Μ. Τριανταφυλλίδης (᾽Ορθογρ. 178-182) νὰ ὑποτιμήσῃ ἢ νὰ κατακρίνῃ αὐτὰ ὡς ἀσύστατα, καὶ προερχόμενα πάντοτε ἀπὸ γνώμᾳς τῶν ἄλλων, τῶν συντηρητικῶν, λογίων τοῦ ἔθνους, ὡς ἐὰν οὗτοι δὲν εἶχον λόγον ὑπάρξεως, καὶ οἱ ὁποῖοι δῆθεν λέγουν «καλέ, τί κάνετε; γιατί τόσοι κόποι γιὰ τόσο ἀσήμαντο πρᾶγμα; Αὐτὸ ποὺ θέλετε καὶ καλὰ ν᾿ ἁπλοποιήσετε δὲν ἔχει τὶς δυσκολίες ποὺ φαντάζεστε καὶ ποὺ νομίζετε πὼς νιώθετε· ἀλλοῦ εἶναι αὐτές· δὲν τὶς βλέπετε; νά τις»36.

Τὰ ζητήματα τοῦ τόνου φαίνεται ὅτι ἔγιναν ἀντικείμενον συζητήσεων μεταξὺ τῆς πρὸ ὀλίγου (1941) ἐκδοθείσης Νεοελληνικῆς Γραμματικῆς (τῆς Δημοτικῆς) καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ᾿ ἡ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτος νεωτερισμός. Καὶ οὕτω ἀναγινώσκομεν ἐν σελ. ιθʹ τῶν προλεγομένων: «οἱ μεγαλύτερες ἄλλωστε δυσκολίες καὶ ἀντιφάσεις γεννιοῦνται μὲ τὸ ἀναχρονιστικὸ τονικό μας σύστημα μὲ τοὺς τρεῖς τόνους, ποὺ μπορεῖ καὶ πρέπει ν᾿ ἀντικατασταθοῦν μὲ ἕνα τονικὸ σημάδι, πράμα ποὺ ἔχει γίνει ἀπὸ καιρὸ ἀξίωση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κόσμου. Αὐτὸ ζήτησε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐφαρμοστῇ μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς Γραμματικῆς τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς, δυστυχῶς ὅμως δὲν ἔγινε ἀποδεχτό».

Ἀλλὰ διατί αὐτοὶ οἱ νομιζόμενοι κύριοι Ἐκπαιδευτικοὶ δὲν ὁμολογοῦν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὀρθῆς ὀρθογραφίας τῆς νεωτέρας γλώσσης εἶναι ζήτημα σχολείου καὶ μάλιστα δημοτικοῦ σχολείου, εἶναι ζήτημα καλῶν διδασκάλων; Διατί δὲν θέλουν αὐτοὶ νὰ ἀναλάβουν τὰς εὐθύνας αὐτάς, νὰ ὁμολογήσουν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ διδάξωσι μεθοδικῶς τοὺς μαθητάς των ὡρισμένους στοιχειώδεις κανόνας τῆς γραμματικῆς διὰ τῶν ὁποίων μέγα μέρος τῆς ὀρθογραφίας δύναται νὰ διδαχθῇ; Ἄλλωστε ἀνορθογραφίαι γίνονται εἰς ὅλας τὰς γλώσσας τοῦ κόσμου ὑπὸ τῶν γραφόντων αὐτάς, ὅταν μάλιστα δὲν εἶναι ἄνθρωποι πολὺ μορφωμένοι, θὰ γίνωνται δὲ καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μας μὲ ὅσας καταστροφὰς καὶ βεβηλώσεις καὶ ἂν θελήσῃ τις,νὰ ἐπιφέρῃ εἰς αὐτήν διὰ νὰ ἀποφύγῃ, τὰς ἀνορθογραφίας.

῾Ο καθηγ. Μαν. Τριανταφυλλίδης περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτὸν ἐὰν ἐν μὲν ὀρθ. 77, λέγει (τῷ 1913) ὅτι «μόνο ἕνα γιατρικό, κι᾿ αὐτὸ ριζικὸ ὑπάρχει: νὰ καταργηθοῦν ὅλοι οἱ τόνοι, ἢ νὰ διατηρηθῇ μὀνο ἡ ὀξεῖα» καὶ ἐν τῆ Δίκῃ (σελ. 131, εἰς τὴν ἄλλως ἀξιανάγνωστον κατάθεσίν του τὴν περιεχομένην εἰς τὰς σελ. 124-145) δὲν κηρύσσεται μὲν ἀντίθετος πρὸς τονικὴν ἁπλοποίησιν, ἀλλὰ ἐτόνισεν «εἰς διαφόρους περιστάσεις τὴν ἀνάγκη νὰ μὴν ἀπομακρυνθοῦμε χωρὶς λόγο ἀπὸ τὴν ἀρχαία ὀρθογραφία37 καὶ συνηγόρησα μόνον γιὰ ἁπλοποιήσεις ἀπαραίτητες, ποὺ δὲ βγαίνουν χωρὶς λόγο ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς ἀρχαίας ὀρθογραφίας», καὶ προσθέτει «ὁ δεσμὸς ποὺ διατηροῦμε μὲ τὴν ἀρχαιότερη παράδοση ἐπιβάλλει, καθὼς καὶ σὲ ἄλλους λαοὺς, μὲ ἱστορία, μερικὲς ὑποχρεώσεις καὶ στὴν ὀρθογραφία». Εἰς ταῦτα θὰ μὲ εὕρῃ συμφωνότατον, ἀλλὰ ὁ ἴδιος δὲν θὰ εὕρῃ τὸν ἑαυτόν του πάντοτε σύμφωνον πρὸς τὰς παλαιοτέρας γνώμας του, οὐδὲ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν του συνταχθεῖσαν Γραμματικήν.

Ἂς ἴδωμεν ἔπειτα συντόμως τί συμβαίνει καὶ μὲ τὸν Paul Maas τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦνται πολλοὶ διὰ τὰς ἰδίας γνώμας. Κρίνων οὗτος τὸ βιβλίον τοῦ Victor Scholderer «Greek Printing 1465-1628» ἐν τῷ περιοδικῷ Gnomon, τόμ. Εʹ, 1929, σελ. 110 παρατηρεῖ ἐν ἄλλοις τὰ ἑξῆς: «Θεωρῶ ἄσκοπον νὰ κάμω κριτικὴν τῶν νεωτέρων ἑλληνικῶν τυπογραφικῶν στοιχείων. Τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ πρῶτον, εἶναι τὸ τῶν ἀναγνωστικῶν σημείων. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ μεταχειριζώμεθα τὰ σημεῖα τῶν μεταγενεστέρων βυζαντινῶν χρόνων, τότε γράμματα τῶν προβυζαντινῶν χρόνων κάμνουν ἐντύπωσιν ἀντιτεχνικὴν (stilwidrig), καὶ θὰ ἠδυνάμεθα περαιτέρω νὰ ἐξομοιώνωμεν τὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα πρὸς τὴν ἀνάμεικτον μικρογράμματον γραφὴν τῶν περὶ τὸ 1100 μ. Χρ. χρόνων. Ἐὰν δὲ θὰ ἤθελε κανεὶς νὰ παραιτηθῇ τῶν τόνων (τῆς ψιλῆς, τοῦ τελικοῦ κτλ.), πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ τὸν χωρισμὸν τῶν λέξεων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ χωρὶς βλάβην, εἰς διαλεκτικὰ μάλιστα κείμενα ὀφείλει τις καὶ νὰ κάμνῃ ἐὰν δὲν θελῃ νὰ παραπλανᾷ τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν καὶ τὰ βυζαντινὰ γράμματα καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τυπογραφικὰ στοιχεῖα ἀνάλογα πρὸς τὴν γραφὴν τῶν βιβλίων τοῦ 2ου μετὰ Χριστὸν αἰῶνος. Τότε κατ᾿ ἀνάγκην τὸ ἄφωνον ι πρέπει νὰ προσγράφεται καὶ νὰ γράφῃ τις ᾶι πρὸς διάκρισιν ἀπὸ τὴν βραχεῖαν δίφθογγον αι, τόνους δὲ νὰ θέτῃ μόνον ἐκεῖ ὅπου χρειάζονται πρὸς διακριτικὴν σημασίαν. Αὐτὸ ὅμως θὰ ἐσήμαινε διάσπασιν ἀπὸ τῆς νεοελληνικῆς πὰραδόσεως καὶ συνηθείας (Praxis) πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνίστων ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ γενικὴν χρῆσιν38.

Εἰς ταῦτα τοῦ P. Maas ἀναφερόμενος (ἐν τῷ αὐτῷ τόμῳ τοῦ περιοδικοῦ Gnomon σελ. 287) ὁ συνάδελφος ᾽Ιω. Κακριδῆς παρατηρεῖ ὅτι ὅ,τι ὁ Maas ἐξέθηκε προέτεινεν ἤδη ὁ Χατζιδάκις (τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβὲς) καὶ προσθέτει ὅτι ἐλπὶς ὑπάρχει ἡ Ἑλληνικὴ ᾽Ακαδημία (ἥτις κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν χρόνον δι᾿ ἐπιτροπείας εὐρυτέρας ἠσχολεῖτο μὲ κάποιον διακανονισμὸν τῆς νεοελληνικῆς ὀρθογραφίας) νὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπιλέγει δὲ ὡς πρὸς τὴν τονικὴν μεταρρύθμισιν «ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὰ παραδεδομένα δὲν θὰ εἶναι εὔκολος διὰ τὴν παροῦσαν γενεάν, ἀλλὰ τὸ κέρδος εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον τῆς δυσχερείας τῆς μεταβατικῆς περιόδου».

Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀκριβῶς ὡς ἑξῆς39:

῾Η ῾Ελληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσει κατὰ Μάϊον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1931 τὴν γνώμην τῆς ᾽Ακαδημίας περὶ τῆς νεοελληνικῆς ὀρθογραφίας κυρίως τῆς δημώδους γλώσσης ἀλλ᾿ ἐν πολλοῖς καὶ τῆς καθαρευούσης (ἀμφότερα ἄλλως τε τὰ ἰδιώματα συμπίπτουν εἰς ἀναριθμήτους λέξεις καὶ γραμματικοὺς τύπους καὶ κανόνας συντακτικοὺς) «διὰ τὴν καθοδήγησιν τῶν συγγραφέων τών διαφόρων βιβλίων τῆς δημοτικῆς, πρὸς τερματισμὸν τῆς γλωσσικῆς ἀναρχίας, ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τὰ εἰς χεῖρας τῶν μαθητῶν παρεχόμενα βιβλία. ῾Η Ἀκαδημία ὥρισεν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε Γενικοῦ Γραμματέως τῆς ᾽Ακαδημίας Δημητρίου Αἰγινήτου (ὅστις πάντοτε ἐδείκνυε μέγα ἐνδιαφέρον διὰ τὰ γλωσσικὰ ἡμῶν πράγματα) καὶ δύο ᾽Ακαδημαϊκῶν (Κ. Ἀμάντου καὶ ἐμοῦ), τοῦ Καθηγητοῦ τῆς Γλωσσολογίας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Γ. Ἀναγνωστοπούλου καὶ τοῦ ᾽Αχ. Τζαρτζάνου, ἀνδρὸς ἀσχοληθέντος περὶ τὰ τῆς ῾Ελληνικῆς καθόλου γλώσσης. Τὸ διάγραμμα τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ νομίζω ὅτι δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν Κυβέρνησιν, περιῆλθεν ὅμως εἰς τὴν δημοσιότητα κυρίως διὰ τοῦ περὶ Ἑλληνικῆς ὀρθογραφίας ἄρθρου τοῦ ᾽Αναγνωστοπούλου ἐν τῆ Μεγ. ῾Ελλην. ᾽Εγκυκλοπαιδείᾳ (τομ. 10, σελ. 716-717). Εἰς τὸ τονικὸν ζήτημα, (ἀλλὰ καὶ εἴς τινα ἄλλα) δὲν συνεφώνησα ἐγὼ μὲ τοὺς τρεῖς φιλολόγους συναδέλφους, εἰσηγουμένου δηλαδὴ τοῦ μακαρίτου ᾽Αναγνωστοπούλου προετάθη ἡ ἁπλοποίησις τοῦ τονισμοῦ διὰ τῆς γνωστῆς προτάσεως τοῦ ἀοιδίμου Χατζιδάκι. ῞Οτι ἐγὼ δὲν ἀποδέχθην τοῦτο τὸ ἀναφέρει ρητῶς ὁ ᾽Αναγνωστόπουλος εἰς τὸ ἄρθρον του. ᾽Αλλὰ περὶ τούτων δὲν εἰναι τοῦ παρόντος. Εἶναι διὰ τοῦτο ἄδικος καὶ πειρακτικὴ ἡ μομφὴ ὅτι συναπεφάσισα μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα μέλη τῆς ᾽Επιτροπείας νεωτερισμοὺς τοὺς ὁποίους κατόπιν ἠρνήθην (Τριανταφυλίδη, ῾Η ᾽Ακαδ. καὶ τὸ γλωσσ. ζήτ. σελ. 47), ὡς ἐὰν ἔπρεπε πᾶσα διαφωνία ἐν τῇ ᾽Επιτροπῇ νὰ διακωδωνισθῇ διὰ νὰ τὴν μάθῃ ὅλος ὁ κόσμος. Φαντάζομαι ὅμως ὅτι μὲ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν θὰ ἀπέκτησεν ὁ καθ. Τριανταφυλλίδης τώρα μὲ τὴν σύνταξιν τῆς λεγομένης ρυθμιστικῆς Γραμματικῆς θὰ ἤλλαξε εἰς πολλὰ γνώμην.

᾽Ολίγον ἀνωτέρω ἀνέφερα γνώμην τοῦ P. Maas διὰ τὸ τονικόν μας σύστημα. Παρ᾿ αὐτῷ ἐμαθήτευσε καὶ ὁ νῦν συνάδελφος ᾽Ιω. Κακριδῆς καθώς νομίζω μάλιστα συγχρόνως, καὶ ὁ μακαρίτης ᾽Ιω. Συκουτρῆς. Θεωρῶ ἐπίκαιρον νὰ κάμω ἐδῶ μικρὰν παρέκβασιν σχετικῶς μὲ τοὺς δύο τούτους φιλολόγους. Τὸν νῦν συνάδελφον ᾽Ιω. Κακριδῆν ἐγνώρισα πρὸ πολλῶν ἐτῶν, νομίζω τὸ 1928 ἢ 1929, ἐν Βερολίνῳ. Εἶχε σταλῆ εἰς Γερμανίαν ὑπότροφος τοῦ Πανεπιστημίου μας πρὸς εὐρυτέρας φιλολογικὰς σπουδάς. Ἦτο φιλομαθὴς καὶ ἐπιμελής, ἐμαθήτευε δὲ ἐκεῖ καὶ παρ᾿ ἄλλοις τῶν ἐπιφανῶν καθηγητῶν, τῆς μακαριστῆς ἐκείνης ἐποχῆς καὶ παρὰ τῷ γνωστῷ εἰς ὅλους μας μετρικῷ καὶ βυζαντινολόγῳ Paul Maas, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε ἔκτακτος καθηγητής. ῎Ισως ἡ παρὰ τῷ Maas μαθητεία του νὰ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀσχοληθῇ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν μετρικήν. ῾Η παρὰ τῷ αὐτῷ διδασκάλῳ μαθητεία τοῦ ᾽Ιω. Συκουτρῆ παρέμεινεν ὡς πρὸς τοῦτο ἀτελεσφόρητος, διότι ὁ Συκουτρῆς δὲν ἐδείκνυε ἰδιαιτέραν κλίσιν πρὸς μελέτην τῶν ποιητῶν, ἠσχολεῖτο δὲ κυρίως μὲ τοὺς πεζούς, μὲ τοὺς ᾽Αττικοὺς ρήτορας διὰ τοὺς ὁποίους βεβαίως καὶ ἡ μετρικὴ εἶναι ἐνίοτε χρήσιμος (ὡς διὰ τὸν Δημοσθένη κ.λπ.). Δὲν παρασιωπῶ σήμερον γνώμην· τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἔχω σχηματίσει. Φοβοῦμαι δηλαδὴ ὅτι ἡ παρὰ τῷ Maas μαθητεία ἔβλαψεν ἀμφοτέρους τοὺς νεαροὺς ῞Ελληνας φιλολόγους ὑπὸ ἔποψιν φιλολογικῆς ἀνεκτικότητος καὶ πρακτικῆς εὐστροφίας. Οἱ γνωρίσαντες τὸν δύσκολον καὶ στρυφνὸν φιλολογικὸν χαρᾳκτῆρα τοῦ εὐφυοῦς μὲν καὶ πολυμαθοῦς ἀλλὰ μικρολόγου καὶ ἰσχυρογνώμονος διδασκάλου, τοῦ περὶ πᾶν μεμψιμοίρου καὶ ἀπαισιοδόξου, πᾶν δὲ σχεδὸν ἐκδιδόμενον βιβλίον ὡς περιττὸν κρίνοντος καὶ καταδικάζοντος, θὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι ἦτο ἥκιστα πρόσφορος πρὸς ἐπιστημονικὴν διαπαιδαγώγησιν ξένων κυρίως ἐπιστημόνων. ῾Ο ἀνὴρ ἴσως ἐπεδίωκε νὰ σχηματίσῃ περὶ ἑαυτὸν «Σχολὴν» (ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε)40, διὰ τοῦτο ξένους νεαροὺς φιλολόγους, εὑρισκομένους ἐν ξένῳ περιβάλλοντι καὶ ἐν νεαρᾷ ἀφελείᾳ ἀπέναντι δὲ Γερμανῶν καθηγητῶν οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις δὲν εἶναι εὐπρόσιτοι καὶ ἐκ τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν των καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἐσαγήνευε δι᾿ ἐπιδείξεων ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν φιλολογικήν των πρόοδον καὶ τὸν ἐπιστημονικὸν καταρτισμὸν αὐτῶν. Οἱ ἀκροαταί του ποτὲ δὲν ἦσαν πολλοί, διότι ἦτο δύσληπτος ἕνεκα φυσικοῦ ἐλαττώματος εἰς τὴν προφοράν. Δι᾿ ὅλων τούτων δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ γενομένη ἐπίδρασις εἶναι τόσον μεγάλη καὶ βαθεῖα ὥστε νὰ εἶναι διαρκὴς καὶ ἀνεξίτηλος, ἀφοῦ μάλιστα ὁ μαθητὴς ἔγινεν ἤδη φιλολογικῶς αὐτοτελὴς ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ ἱεραρχίᾳ καὶ ἰσόβαθμος πρὸς τὸν σκληρῶς δοκιμασθέντα ἄλλοτε διδάσκαλόν του41. ᾽Οφείλει τις ἄλλως τε νὰ μὴ ἀρνηθῇ ὅτι ἔχει ἤδη ἀποκτήσει κάποιον ὄνομα ἐν τῇ ἐπιστήμῇ διὰ τῶν ἐργασιῶν τὰς ὁποίας ἐδημοσίευσε, καὶ αἱ ἀπόψεις του περί τινων ζητημάτων (παραδ. χάριν τῶν ῾Ομηρικῶν), ἐξετάζονται καὶ συζητοῦνται ὑπὸ σπουδαίων Γερμανῶν φιλολόγων, ἔστω καὶ ἂν δὲν γίνονται ἀποδεκταί42. Διὰ τῆς συνεργασίας του δὲ εἰς ξένα περιοδικὰ (Gnomon κτλ.) εἰς ζητήματα γενικωτέρας φιλολογικῆς σημασίας (῾Ομηρικά, μετρικὰ κτλ.) ἀποδεικνύεται ὅτι τυγχάνει ἀποδοχῆς ἐν Γερμανίᾳ ἡ φιλολογική του ἀξία καὶ κρίσις.

Ἀλλὰ διατί νὰ στρεφώμεθα μόνον ἐναντίον τοῦ σημερινοῦ συναδέλφου καὶ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη κωφοὶ καὶ ἄλαλοι ἠνέχθημεν ἄλλον ἐκλιπόντα συνάδελφον τοῦ αὐτοῦ ἀκριβῶς μαθήματος, φιλόλογον πολὺ κατωτέρας ἀξίας, τὸν Π. Λορεντζᾶτον, ὅστις καὶ κατὰ τὴν πανεπιστημιακήν του διδασκαλίαν καὶ κατὰ τὰς ἐξετάσεις, τμηματικὰς καὶ πτυχιακάς, ὠργίαζεν ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν καὶ κατάχρησιν τοῦ δημώδους ἐκείνου ἰδιώματος τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶχε δι᾿ ἰδίαν χρῆσιν ἑπινοήσει: Μὴ δὲν ἐτύπωσε καὶ αὐτὸς βιβλία «ἐπιστημονικὰ» εἰς τὴν δημώδη καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ ἐμπήξῃ τὸ ἐγχειρίδιόν του καὶ εἰς αὐτὴν τὴν σύνταξιν τῆς ἀρχαίας γλώσσης, μεταφράζων σχεδὸν κατὰ λέξιν ξένον σύντομον βιβλίον περὶ τῆς συντάξεως τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς; Διηγοῦνται περὶ αὐτοῦ ὅτι κατά τινα παράδοσίν του ἐκ παραδρομῆς μετεχειρίσθη, μεταφράζων, τὴν γενικὴν βασιλέως ἀντὶ βασιλιᾶ καὶ ἐκτύπα τὸ κεφάλι του δι᾿ αὐτὸ ἐνώπιον τῶν φοιτητῶν καὶ ἐπήγαινε καὶ ἤρχετο ἐπὶ τῆς ἕδρας ζητῶν συγγνώμην διὰ τὸ ἔγκλημα τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει! Πρὸ τοῦ διορισμοῦ του εἰς τὸ Πανεπιστήμιον δὲν ἤθελε, —καθ᾿ ὅσον γνωρίζω,— νὰ θεωρῆται δημοτικιστής. ῎Επειτα ἐξεκολάφθη.

Θὰ ἤμην πάντως ἐγὼ ὁ τελευταῖος ὁ ὁποῖος θὰ προέτρεπόν τινα νὰ ἐκδώσῃ βιβλίον μὲ τονικὸν σύστημα διάφορον τοῦ παραδεδομένου43. Φαντάζομαι ὅτι καὶ ὁ συνάδελφος Ἰω. Κακριδῆς δὲν θὰ ἀνελογίσθη, ὅτι θὰ γεννηθῇ ἐκ τῆς τοιαύτης ἐκδόσεως τόσον μεγάλη ταραχὴ καὶ τόσος θόρυβος σήμερον μάλιστα ὅτε ἔχομεν ἀνάγκην ἡσυχίας ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν ὑφ᾿ ἃς διατελοῦμεν. Διότι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ᾐσθάνθη συγκινήσεις καὶ στενοχωρίας ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου μὲ ἀντίκτυπον μάλιστα ὑλικῶν ζημιῶν καὶ πρὸ πάντων ἠθικῶν ἐνοχλήσεων καὶ παρεξηγήσεων. Ἂν ἐτύπωνε τὸ βιβλίον του ὅπως συνήθως τοῦτο δὲν θὰ παρῆγε κανένα θόρυβον. ῞Οπως βέβαια, ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ, δὲν θὰ ἠγείρετο θόρυβος ἐὰν τυχὸν ἐγράφετο μὲν εἰς καθαρεύουσαν ἀλλὰ μὲ σύστημα ἄνευ τόνων καὶ ψιλῆς44.

Ὁ μνημονευθεὶς ἀνωτέρω μακαρίτης ᾽Ιωάννης Συκουτρῆς (1901-1937) ὑπῆρξε πολὺ συντηρητικώτερος τοῦ συναδέλφου ᾽Ιω. Κακριδῆ εἰς τὸ ζήτημα τῆς γραφομένης γλώσσης καὶ εἰς τὸ τονικὸν ζήτημα. ᾽Εκ τῶν πολλῶν τὰ ὁποῖα ἐδημοσίευσε κατὰ τὸ ὀλίγον διάστημα τῆς δράσεως τὸ ὁποῖον ἡ Μοῖρα καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἄφησαν νὰ ζήσῃ, καταφαίνεται ὅτι καὶ εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἐπρέσβευε μετριοπαθεῖς ἀρχὰς χειριζόμενος δεξιῶς καὶ κατὰ φυσικὸν τρόπον τὴν ἁπλῆν καθαρεύουσαν45. Οὐδέποτε ἀνεφάνη παρ᾿ αὐτῷ ζήτημα τονικὸν οὐδὲ ἔδωκε, καθ᾿ ὅσον γνωρίζω, νύξιν εἰς τοιαύτην τινὰ συζήτησιν ἀνατρεπτικὴν τῶν καθεστώτων. Εἴμεθα εὐγνώμονες εἰς τὸν συνάδελφον ᾽Ιω. Κακριδῆν διότι ἔγραψε μίαν ὡραίαν καὶ λεπτομερῆ νεκρολογίαν τοῦ ἐκλιπόντος εἰς τὰ Jahresberichte τοῦ Bursian. ᾽Εγὼ εἶπόν τινα ἐν τῆ συνεδρίᾳ τῆς ᾽Ακαδημίας τῆ 21τῃ ᾽Οκτωβρίου 1987 (Λόγοι τόμ. 12ος 1937 σελ. 69-73) ἕνα μῆνα ἀκριβῶς μετὰ τὸν θάνατόν του. Τὸ ὑπ᾿ αὐτοῦ φιλοπονηθὲν τεῦχος τῆς ἐκδόσεως τοῦ Δημοσθένους καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἔκδοσις τοῦ Πλατωνικοῦ Συμποσίου θὰ περιποιοῦν πάντοτε τιμὴν εἰς τὸ ὄνομά του καὶ εἰς τὴν ῾Ελληνικὴν φιλολογικὴν Ἐπιστήμην46. Τοῦτο πρέπει τέλος πάντων τώρα μετὰ τὸν θάνατόν του νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ παρ᾿ ἡμῖν ὅπου δὲν εἶναι εὔκολον εἰς κάθε φιλόλογον νὰ παρασκευάσῃ τοιαύτην ἔκδοσιν, ἀπαιτοῦσαν μεγάλην φιλολογικὴν καὶ φιλοσοφικὴν προπαιδείαν.

Μεταξὺ τῶν λεγομένων ὅτι ἐπιδοκιμάζουσι τὴν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων φέρεται καὶ «ὁ γνωστότατος ἀρχαιολόγος Χρ. Τσούντας. Τῳόντι ἐν Δελτ. ᾽Εκπ. ῾Ομ. 3,326 ἀναδημοσιεύεται ἐπιστολή του εἰς τὴν ὁποίαν μεταξὺ ἄλλων λέγει μὲν ὅτι δέχεται «ἀδιστάκτως τὴν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων» ἐπιφέρει ὅμως «ἂν καὶ τὰ σημεῖα αὐτὰ καθιέρωσεν ἡ χρῆσις τόσων αἰώνων, ἡ κατάργησίς των δὲ δυνατὸν νὰ ἔχῃ καί τινα ἐνοχλητικὰ ἐπακόλουθα». Προχωρῶν μάλιστα κατωτέρω λέγει ὅτι «ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ μελετήσῃ σοβαρῶς τὰς γνώμας τοῦ Γ. Παπασωτηρίου (ἴδε Δίκην τῶν τόνων, σελ. 80· 132. 249 κτλ.), τοῦ Γ. Χατζιδάκι καὶ τῶν δημοδιδασκάλων, οἵτινες ἀπαιτοῦσι τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν βιβλίων, τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τοὐλάχιστον, ἀπὸ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων». ᾽Εννοεῖται ὅτι ὁ Τσούντας εἰς τὸ ὡραῖον καὶ ὠφέλιμον βιβλίον τὸ ὁποῖον ἀπερχόμενος μᾶς ἐχάρισε περὶ τῆς «῾Ιστορίας τῆς ἀρχαίας ῾Ελληνικῆς Τέχνης», οὐδεμίαν, οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην, τονικὴν ἢ ἄλλην μεταρρύθμισιν ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσῃ, τοὐναντίον φαίνεται ἐν αὐτῷ ὡς πρὸς τὰ τονικὰ ζητήματα περιδεῶς φυλάττων τὰ παραδεδόμενα47 γράφει δὲ καὶ μίαν ἁπλῆν καὶ ρέουσαν καθαρεύουσαν ἀντικατοπτρίζουσαν τὸ ἤρεμον καὶ πρᾷον ἦθος του.

Ὁ συνάδελφος ᾽Ιω. Κακριδῆς διατείνεται (Δίκη σελ. 3) ὅτι «μία ἁπλοποίησις τονικὴ θὰ ἐνίσχυε καὶ τοὺς ἐθνικοὺς δεσμοὺς τῶν ῾Ελλήνων, διότι θὰ ἔπαυε τὸ χάος τῆς σημερινῆς ὀρθογραφίας». Τοιοῦτόν τι, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι δηλαδὴ τὸ «χάος τῆς ἀνορθογραφίας» θὰ ἔπαυε διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων, ἀφοῦ θα ἔμενον τὰ φωνήεντα καὶ τὰ σύμφωνα καὶ ἡ ὀρθογραφία των εἰς τὰς λέξεις. ῾Υποθέσατε ὅμως πρὸς στιγμὴν ὅτι καταργοῦνται οἱ τόνοι εἰς τὰ Δημοτικὰ σχολεῖα. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀποφοίτων τῶν σχολείων τούτων δὲν προχωροῦσι καὶ εἰς τὰ ἀνώτερα σχολεῖα, ὅπου κατ᾿ ἀνάγκην πρέπει νὰ διδάσκωνται τὰ τονικὰ σημεῖα καὶ τὰ πνεύματα, ἐξέρχονται λοιπὸν εἰς τὸν πρακτικὸν βίον καὶ γράφουσιν ὡς ἔμαθον ἄνευ τόνων ἢ μὲ ἕνα μόνον τόνον. Θὰ εἶναι ὅμως τότε συχνὰ ὑποχρεωμένοι ὄχι μόνον βιβλία ἀλλὰ καὶ ἔγγραφα μὲ τόνους νὰ ἀναγινώσκουν, καὶ νὰ ἀντιγράφουν, θὰ μεταφέρουν δὲ τότε συχνάκις τὰ τονικὰ σημεῖα των καὶ εἰς τὴν ἰδίαν των γραφήν. Εἰναι εὔκολον νὰ φαντασθῇ κανεὶς τί «χάος» καὶ τί ἀκαταστασία θὰ δημιουργηθῇ εἰς τὸ γράψιμον καὶ εἰς τὰς κεφαλάς των. Τὰς δυσκολίας ταύτας θὰ σκέπτωνται καὶ οἱ θιασῶται τῆς τονικῆς ἁπλοποιήσεως καὶ διὰ τοῦτο, καὶ ὡς ἀνωτέρω παρετηρήθη, κηρύττουσιν (Τριανταφ. ᾽Ορθογρ. 77) ὅτι ἓν εἶναι τὸ ριζικὸν ἰατρικὸν ἡ τελεία κατάργησις τῶν πνευμάτων ἢ νὰ διατηρηθῇ μόνον ἡ ὀξεῖα διστάζουν ὅμως οἱ ἴδιοι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς του «φοβοῦμαι μήπως δὲν εἶναι σκόπιμο νὰ ἐπιδιώξῃ ὁ δημοτικισμὸς τὴ μεταρρύθμιση αὐτή»· —«διὰ νὰ μὴ δυσφημιστῇ».

Οἱ ἴδιοι γνωρίζουν ὅτι καὶ ἄλλοι λαοὶ ἔχουν δυσκολίας εἰς τὴν ὀρθογραφίαν τῆς γλώσσης των, καὶ δὲν ζητοῦν οἱ λαοὶ οὗτοι τὴν ἀναστάτωσιν τῶν ἱστορικῶς παραδέδομένων διὰ νὰ εὐκολύνουν τὰ πάντα. Οἱ Γερμανοὶ ἔχουν ἢ εἶχον σύλλογον διὰ τὴν ἁπλοποίησιν τῆς ὀρθογραφίας των (Verein für vereinfachte Rechtschreibung· πρβλ. Τριαντ. ᾽Ορθ. σελ. 115). «Ἐπιδιώκομεν» λέγεται ἐν τῇ σχετικῇ προκηρύξει του «σύστημα γραφῆς τὸ ὁποῖον νὰ ἠμπορῇ εὐκόλως καὶ καλῶς νὰ μανθάνῃ ὄχι μόνον ὁ λόγιος ἀλλὰ καὶ ὁ κοινὸς ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ ἐπειδὴ ἡ καθιερωμένη ὀρθογραφία εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ τὴν μάθῃ κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους ὅσοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ περάσουν ὅλην τὴν νεότητά των εἰς τὰ θρανία τοῦ σχολείου, καὶ ἐδῶ ἀνήκει ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῶν συμπολιτῶν μας ἀπὸ τὸν λαόν».

᾽Εκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται πόσον ἄτοπα καὶ ἐθνικῶς ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, μὲ γενικωτέραν μάλιστα ἐπίδρασιν, δύναται νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἐκβολὴ ἢ μεταρρύθμισις τῶν μικρῶν αὐτῶν τονικῶν σημείων, τὰ ὁποῖα τὸ ἡμέτερον ἔθνος γράφει τόσους ἤδη αἰῶνας καὶ ἔγραφεν ἀδιαταράκτως καὶ ὑπὸ δυσμενεῖς συνθήκας, χωρίς ποτε νὰ ἀκουσθῶσι τόσα ὅσα ἐπὶ τῶν «εὐτυχῶν» ἡμῶν ἡμερῶν καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἀκούονται καὶ λέγονται ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.

Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα τοῦ κακοῦ

[Τοῦ Ἄγγελου Ἐλεφάντη, περιοδικὸ «Ὁ Πολίτης», τ. 25, Μάρτιος-Ἀπρίλιος 1979.]

Ἄμεση καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη θεώρησαν τὴν ἁπλοποίηση τοῦ τονικοῦ μας συστήματος οἱ συνδικαλιστικοὶ ἐκπρόσωποι τῶν ἐκπαιδευτικῶν ὄλης τῆς χώρας, δηλαδὴ ἡ Διδασκαλικὴ Ὁμοσπονδία Ἑλλάδος, ἡ Ὁμοσπονδία Λειτουργῶν Μέσης ᾽Εκπαιδεύσεως καὶ ἡ Ομοσπονδία ᾽Ιδιωτικῶν ᾽Εκπαιδευτικῶν Λειτουργῶν Ἑλλάδος. Οἱ τρεῖς ὀργανώσεις σὲ συγκέντρωση ποὺ ὀργάνωσαν στὶς 2.4.79 στὸ Πολυτεχνεῖο, (ὁμιλητὲς ἧταν ὁ καθηγητὴς κ. ᾽Εμμ. Κριαρᾶς καὶ ἡ ψυχολόγος κ. Ἐλπίδα Καλύβα), σὲ σχετικό τους ψήφισμα τονίζουν ὅτι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ τονικοῦ συστήματος ἐπιβάλλεται διότι:

  1. Καμιὰ ἱστορικὴ συνέπεια δὲν ἐπιβάλλει τὴ διατήρηση τοῦ πολυτονισμοῦ γιατὶ αὐτὸ εἶναι μεταλεξανδρινὸ κατάλοιπο καὶ δὲν ἀποτελεῖ κλασική μας παράδοση.
  2. Ἡ ποικιλία τῶν τριῶν τόνων δἐν ἐξυπηρετεῖ κανένα πρακτικὸ σκοπὸ καὶ καμιὰ γλωσσικὴ ἀνάγκη.
  3. Ἡ ἐκμάθηση τῶν κανόνων τοῦ τονισμοῦ στερεῖ ἀπὸ τὰ παιδιὰ χρόνο καὶ δυνάμεις, ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ διατεθοῦν γιὰ ἄλλη, οὐσιαστικὴ μόρφωση.
  4. Ἡ μηχανικὴ ἀπομνημόνευση ἄχρηστων τύπων μαραίνει τὸ πνεῦμα, δεσμεύει τὴ σκέψη, ναρκοθετεῖ τὴ μάθηση καὶ κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν πρὸς τὸ Σχολεῖο καὶ τὴ φυσική τους ἔφεση γιὰ μάθηση.
  5. Ἡ χρήση τῶν τόνων ἔξω ὑπὸ τὸ Σχολεῖο ἐπιβαρύνει τὴν οἰκονομία μὲ ἀνυπολόγιστη δαπάνη σὲ χρῆμα καὶ χρόνο ἐργασίας.
  6. Τὴν τονικὴ μεταρρύθμιση τὴ ἔχουν ἤδη ἀποδεχτεῖ καὶ ἐν μέρει τὴν ἔχουν ἐφαρμόσει πλῆθος παράγοντες (συγγραφεῖς, ἡμερήσιος καὶ περιοδικὸς τύπος).

Γιὰ τοὺς παραπάνω λόγους, τονίζεται στὸ ψήφισμα, οἱ τρεῖς συνδικαλιστικὲς ὀργανώσεις «ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὸ κράτος νὰ ἀπαλλάξει τὴν ἐκπαίδευση καὶ τὸ λαὸ ἀπὸ ἕνα ἐπιζήμιο βάρος».

Τὸ ψήφισμα αὐτὸ τῶν τριῶν ὀργανώσεων ἔχει ἰδιαίτερη σημασία. Πρέπει νὰ προσεχτεῖ καὶ νὰ συζητηθεῖ, ὄχι γιατὶ θέτει τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος — ἕχει τεθεῖ ἀπὸ χρόνια πολλὰ — ἀλλὰ γιατὶ συμπυκνώνει ἐπιγραμματικὰ τὸ σύνολο τῶν ἐπιχειρημάτων ποὺ κατὰ καιροὺς ἔχουν διατυπωθεῖ καὶ ἑπομένως παρέχει συγκεκριμένη βάση γιὰ τὴ συζήτησή του. Καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο λόγο, πιὸ σημαντικό: διότι ἀποτελεῖ θέση, πολιτικὴ θέση ἐννοῶ, τῶν τριῶν συνδικαλιστικῶν ὁργανώσεων ποὺ τὰ μέλη τους (καθηγητὲς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δάσκαλοι δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν, νηπιαγωγοί, κ.λπ.), μαθαίνουν γράμματα στὰ παιδιὰ — καὶ πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα γραφὴ καὶ ἀνάγνωση. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἄποψη τῶν λειτουργῶν τῆς ἐκπαίδευσης βασίζεται σὲ μιὰ ἀντικειμενικὴ ἁρμοδιότητα ἕχει πολὺ μεγαλύτερη σημασία ἀπὸ τὶς γνῶμες ἐπιστημόνων ποὺ ἐκφράστηκαν ὑπὲρ τοῦ μονοτονισμοῦ.48 (ἱστορικῶν, φιλολόγων, ψυχολόγων κ.λπ.) καὶ μετράει περισσότερο, ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἡμερήσιες ἐφημερίδες.

Δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας — κρινόμενο πάντως τυπικὸ δικαίωμα — εἶναι νὰ μὴ χρησιμοποιεῖ τὴν δασεία ἢ τὴν περισπωμένη, νὰ ἐφαρμόζει ὅποια ὁρθογραφία θεωρεῖ σωστή, νὰ ἀδιαφορεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ τὰ ὀρθογραφικὰ λάθη. Καὶ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἄποψη εἶναι δικαίωμα τῶν ἐφημερίδων ἣ ὁποιουδήποτε ἄλλου νὰ ἐφαρμόζει ὅποιο σύστημα τονισμοῦ ἐπιλέγει, νὰ τὸ βαφτίζει «μονοτονικό» καὶ νὰ τὸ παρουσιάζει σὰν «ἐθνικὴ ἀναγκαιότητα». Στὴ περίπτωση ὅμως τῶν τριῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων τὸ θέμα δὲν μπορεῖ νὰ τεθεῖ μὲ ὅρους δικαιώματος. Γιατὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἄσκηση τοῦ δικαιώματος, τὴν κατηγορηματικὴ ἀπόφανση ἢ τὴν τελειωμένη ἀπόφαση, ὅλοι θὰ εἴχαμε τὴν ἀξίωση ἀπὸ τὶς δημοκρατικὲς - συνδικαλιστικὲς ὀργανώοσεις ζητήματα ποὺ δὲν ἀφοροῦν μόνο τὰ μέλη τους καὶ δὲν ἀναφέρονται στὶς ἐπαγγελματικές τους διεκδικήσεις νὰ μὴν ἀντιμετωπίζονται μὲ συνδικαλιστικὲς διαδικασίες καὶ νὰ μὴ «λύονται» διὰ ἀνατάσεως τῆς χειρός. Διότι ἡ ὀρθογραφία καὶ ἡ γραφὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀφορᾶ ὅλους τοὺς Ἕλληνες, παιδιὰ καὶ μεγάλους, μορφωμένους καὶ ἀμόρφωτους, δεξιοὺς καὶ ἀριστερούς, σημερινοὺς καὶ αὐριανούς, γιατὶ ὅλοι γράφουμε καὶ διαβαζουμε λίγο ἢ πολὺ καί, ἴσως, οἱ ἐπερχόμενοι περισσότερο ἀπὸ μᾶς. Θὰ περιμέναμε, λοιπόν, πρὶν ἀπαγγελθοῦν οἱ θέσεις καὶ οἱ ἀπαιτήσεις, πρὶν νὰ ὑπάρξουν οἱ ἀποφάσεις τῶν φορέων (ποῦ, κι αὐτὸ ἔχει σημασία, ἀποτελοῦν δημόσιους θεσμοὺς) νὰ προηγηθεῖ ἡ πλατιὰ συζήτηση, ἡ πρόσκληση καὶ ἡ πρόκληση γιὰ τὴν ἕρευνα τοῦ θέματος, θὰ περιμέναμε, λοιπόν, τὸ ἐρώτημα πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπάντηση. Κάποιοι γενικότεροι λόγοι ποὺ ἕχουν νὰ κάνουν μὲ τὸ περιεχόμενο τῶν δημοκρατικῶν μας φρονημάτων καὶ τὴ δημοκρατική μας διαπαιδαγώγηση — ποὺ δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ μικρότερα καθήκοντα τῶν ἐκπαιδευτικῶν —, κάποιοι λόγοι σήμερα, εἰδικὰ σήμερα, στὸ κλίμα τοῦ γενικοῦ κυβερνητικοῦ αὐταρχισμοῦ, έπιβάλλουν νὰ ἀρνηθοῦμε κατηγορηματικὰ τὰ τετελεσμένα γεγονότα, νὰ ἀρνηθοῦμε τὶς πραγματικότητες ποὺ διαμορφώνονται χάρη στὴ διαδικασία τῶν τετελεσμένων γεγονότων, νὰ ἀρνηθοῦμε τὸν ἑτεροκαθορισμὸ τῶν ἀνθρώπων.

Τὰ προηγούμενα εἶναι οἱ πρῶτες σκέψεις ποὺ ἔρχονται ὅταν βρίσκεται κανεὶς μπροστὰ σὲ ψηφίσματα σὰν κι αὐτὸ τῶν τριῶν ὀργανώσεων ποὺ ζητᾶ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ συυτήματος.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἄλλη πλευρὰ τοῦ ζητήματος: ἡ προτεινόμενη μεταρρύθμιση. Οἱ λόγοι ποὺ προβάλλονται ὑπὲρ τῆς καθιέρωσης τοῦ μονοτονικοῦ μποροῦν νὰ ταξινομηθοῦν σὲ τρεῖς κατηγορίες.

Α. Λόγοι ἱστορικοὶ (σημεῖο 1 τοῦ ψηφίσματος) ποὺ ἀναφέρονται στὴν ἱστορία τῆς γραφῆς καὶ τῆς γλώσσας. Πράγματι οἱ τόνοι δὲν ὑπῆρχαν στὴ γραφὴ τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας, πρωτοχρησιμοποιήθηκαν στὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχὴ καὶ γενικεύτηκαν κατὰ τὸν 8ο μ.Χ. αἰώνα. Ἄρα, λέει τὸ ψήφισμα, δὲν ἀποτελοῦν στοιχεῖο τῆς κλασικῆς παράδοσης, διότι προφανῶς δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα καὶ μάλιστα τὴ κλασική, ποὺ παραμένει πάντα ὁ γνώμονας καὶ τὸ ἰδανικὸ πρότυπο γιὰ καθετὶ ποὺ σήμερα μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε καὶ νὰ θέλουμε. Οἱ τόνοι ὅμως, δὲν ἔχουν τρισχιλιετὴ ἱστορία, δὲ μποροῦν συνεπῶς νὰ θεωροῦνται γνήσια προϊόντα τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἕχουν ἡλικία μόνο δυὸ χιλιάδων ἐτῶν! Ποῦ ἀκούστηκε προϊὸν μιᾶς τόσο λιγόχρονης ζωῆς νὰ διεκδικεῖ θέση στὴν παράδοσή μας καὶ τὶς ἀξίες τοῦ νεοελληνικοῦ μας πολιτισμοῦ;

Δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς μεγάλος ἱστορικὸς ἢ φιλόλογος γιὰ νὰ καταλάβει τὸν καθαρὰ ἰδεολογικὸ χαρακτήρα αὐτοῦ τοῦ ἱστορικοῦ ἐπιχειρήματος. Στὸ ὄνομα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ἀλλὰ καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς παράδοσης ἀνασύρει ἀπὸ τὸ ἀνεξάντλητο ἀποθεματικὸ τῶν ἰδεολογημάτων τὸν κλασικότερο κλασικισμὸ καὶ τὴν προγονολατρεία. Ἀλλὰ ὅσοι ἐπικαλοῦνται τὴν τρισχιλιετὴ ἱστορία ὡς προϋπόθεση τῆς ἐγκυρότητας καὶ ἀξίας ἑνὸς στοιχείου τῆς παράδοσης, τότε τί θὰ ποῦνε γιὰ ἄλλα στοιχεῖα, ποὺ τὰ διεκδικοῦν ἐπίσης, καὶ ποὺ ἡ ἡλικία τους εἶναι μόλις ἑνὸς αἰώνα ἢ μερικῶν δεκαετιῶν;

Ἡ ἱστορία, ὅταν πάει νὰ δικαιώσει τὴ χρήση τοῦ μονοτονικοῦ, δύσκολα κρύβει τὸ χρησιμοθηρικό της χαρακτήρα καὶ δὲν εἶναι παρὰ ἐπίχρισμα ἱστορικότητας σὲ μιὰ σαθρὴ ἐπιχειρηματολογία. Σὲ τελευταία ἀνάλυση αὐτὴ ἡ ἀπρόσμενη ἀναβίωση τοῦ κλασικισμοῦ, ἀπ᾿ ἀφορμὴ τοὺς τόνους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ καταραμένο «ἀπὸ ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον». Εἶναι ἡ μονιμότητα καὶ ἡ ὑπερβατικότητα τοῦ ἀρχαίου πνεύματος πού, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω τὰ λόγια τοῦ ψηφίσματος «μαραίνει τὸ πνεῦμα, δεσμεύει τὴ σκέψη, ναρκοθετεῖ τὴ μάθηση καὶ κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν πρὸς τὸ σχολεῖο». ᾽Εδῶ, θὰ εἶχαν πολλὰ νὰ ποῦν οἱ ἐκπαιδευτικοί, οἱ προοδευτικοὶ ἐκπαιδευτικοί, ἀπὸ τὴν καθημερινή τους πείρα.

Ἀντίθετα τὸ ἱστορικὸ «ἐπιχείρημα» καλύπτει μιὰν ἄλλη πραγματικότητα: τὴν ἱστορικὴ ἐξέλιξη τῶν συμβόλων τῆς γραφῆς, μιᾶς κοινωνικῆς σύμβασης τελικὰ ποὺ εἶναι ἡ γραφὴ καὶ ἡ ὀρθογραφία. Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξη μᾶς κληροδότησε λοιπὸν — κι ἐδῶ ἂς μὴ ἀναζητήσει κανεὶς τὸ «λάθος» τῆς ἱστορίας — τὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία, τὰ σημερινὰ σύμβολα, ποὺ στὴ συνάθρωσή τους δίνουν τὴ γραφικὴ παράσταση τῶν λέξεων, τὴν εἰκόνα τους. Οἱ εἰκόνες αὐτὲς ποὺ ἔχουν καὶ μιὰ αἰσθητικὴ ἰδιοτυπία ἄρα καὶ πολιτιστικὴ ἀξία στὸ βαθμὸ ποὺ διαφέοουν ἀπὸ ἄλλες γραφές, ὑπάοχουν μαζὶ μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα — ὄχι χωρὶς αὐτούς. Μέσα ἀπὸ ἀσυνείδητες ψυχολογικὲς διαδικασίες τὶς ἔχουμε ἐσωτερικεύσει καὶ τὶς ἀναπαράγουμε καθημεοινά, τὶς ἀναγνωρίζουμε καὶ ἀναγνωριζόμαστε σ᾿ αὐτές. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἅλλα στοιχεῖα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας καὶ τῆς γραφῆς, χρησιμεύουν στὴν ἀσυνείδητη καὶ αὐτόματη ἀναγνώριση τῆς εἰκόνας τῆς λέξης καὶ συνάμα, ἀναγνωρίζονται ὅλα ὅσα μπορεῖ νὰ σημαίνει νοηματικά, ἐκφραστικὰ καὶ συγκινησιακά.

Τὸ πρόβλημα ἅλλωστε ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ συνολικὸ σύστημα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. Γιατὶ ἀπὸ πρακτικὴ ἄποψη, ἀντιστοιχίας δηλαδὴ τοῦ φωνολογικοῦ συστήματος τῆς γλώσσας καὶ τῆς ὀρθογραφίας της, οὔτε τὸ η οὔτε τὸ ω οὔτε τὸ ει ἢ τὸ αι χρειάζονται μιὰ καὶ δὲν άντιστοιχοῦν πιὰ σὲ διαφοροποιημένους φθόγγους. Κι αὐτὰ τὰ σύμβολα ἀποτελοῦν ἄχρηστους τύπους. Θὰ ἕπρεπε μήπως νὰ ἀναθεωρηθεῖ ὁλόκληρη ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία; Φοβᾶμαι ὅτι ἂν κάτι τέτοιο δὲν προτείνεται εἶναι γιατὶ θὰ ξεκόβαμε ἀπὸ τὴν κλασική μας παράδοση, ποὺ βέβαια χρησιμοποιοῦσε η, ω, ει, αι, κ.λπ. Γιὰ χατήρι της ἐδῶ ξεχνᾶμε τὰ παιδιὰ καὶ μποροῦμε ἄνετα νὰ τὰ βασανίζουμε μὲ τὴν ἐκμάθηση «ἅχρηστων τύπων» ποὺ δὲν ἐξυπηρετοῦν κανένα πρακτικὸ σκοπὸ καὶ καμιὰ γλωσσικὴ ἀνάγκη ὅπως λέει καὶ τὸ ψήφισμα.

Β. Λόγοι παιδαγωγικοί (σημεῖα 2, 3 καὶ 4 τοῦ ψηφίσματος). ᾽Εδῶ τὸ ζήτημα ξαφνικὰ χάνει τὸ ἱστορικὸ - φιλολογικό του χαρακτήρα καὶ γίνεται ἐκπαιδευτικό. Οἱ συντάκτες τοῦ ψηφίσματος ἐπικαλούμενοι, προφανῶς, τὴν ἐκπαιδευτική τους ἐμπειρία — πλούσια σὲ ἀπογοητεύσεις, φαντάζομαι — θεωροῦν ὅτι ἡ ἐκμάθηση τῶν πολύπλοκων κανόνων τονισμοῦ στερεῖ ἀπὸ τὰ παιδιὰ χρόνο, «μαραίνει» τὸ πνεῦμα, «δεσμεύει» τὴ σκέψη. Καὶ σίγουρα, πρέπει νὰ ἀκούσουμε προσεκτικὰ τὴ φωνὴ τῶν ἐκπαιδευτικῶν, ἰδιαίτερα τῆς κατώτερης ἐκπαιδευτικῆς βαθμίδας, ὅταν καταγγέλλουν τὴ μηχανικὴ ἀπομνημόνευση, ἀπὸ τὴν ὁποία ὅλοι ὑποφέραμε καὶ τὰ σημερινὰ παιδιὰ συνεχίζουν νὰ ὑποφέρουν. Θὰ ἔλεγα ὅμως ὅτι ἀπὸ τὴ μηχανικὴ ἀπομνημόνευση ὅχι μόνο τῶν ἅχρηστων τύπων ἀλλὰ καὶ τῶν χρήσιμων καὶ τῶν χρησιμότατων.

Ἐφόσον στὸ Σχολεῖο ἐπικρατεῖ τὸ καθεστὼς τῆς μηχανικῆς ἀπομνημόνευσης — καὶ φαίνεται ὅτι ὄντως ἐπικρατεῖ, ἀφοῦ ἡ καταγγελία βγαίνει ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρμόδια καὶ ὑπεύθυνα χείλη, τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς — τότε σὲ τίποτε δὲν θὰ μᾶς χρησίμευε ἡ κατάργηση τῶν «ἄχρηστων κανόνων». Γιατὶ ἕνα γενικότερο πρόβλημα ἐκπαιδευτικῆς ἀγωγῆς, ἕνα πρόβλημα σωστῶν παιδαγωγικῶν μεθόδων γιὰ τὴν ἐκμάθηση τῆς διδακτέας ὕλης δὲν μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ σὲ πρόβλημα ἐκμάθησης τῶν ἐλάχιστων ἄλλωστε, κανόνων ὀρθογραφίας ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ σωστὸ τονισμὸ τῶν λέξεων.

Ἂν κάτι ἐπιβάλλει τὸ καθεστὼς τῆς μηχανικῆς ἀπομνημόνευσης δὲν εἶναι βέβαια οὶ κανόνες τονισμοῦ ἀλλὰ τὸ ἐκπαιδευτικὸ κλίμα, οἱ ξεπερασμένες παιδαγωγικὲς μέθοδοι, οἱ ἱεραρχικὲς σχέσεις, ἡ αὐταρχικότητα τοῦ δασκάλου, οἱ θεσμοὶ καὶ ἡ γενικότερη ὀργάνωση τοῦ σχολείου. Ὅλοι ξέρουμε ὅτι ἡ μάθηση, ἡ ἀγωγή, ἡ μόρφωση, ἡ παιδεία, ἄρα καὶ ἡ ἐκμάθηση γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης (ἄρα καὶ τῶν κανόνων τονισμοῦ καὶ ὀρθογραφίας), γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ φεύγει ἀπὸ τὸν ἐγωτικὸ ἑαυτό του τῆς νηπιακῆς ἡλικίας εἶναι ἐπίπονες καὶ καταπιεστικὲς διαδικασίες· ὅτι στὸ σημεῖο αὐτὸ ξετυλίγεται ἡ μεγάλη ἀνθρώπινη τραγωδία ποὺ νόημα καὶ στόχο ἔχει τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ φύση στὴν παιδεία καὶ τὸν πολιτισμό. Οἱ θεσμοὶ ποὺ ὀργανώνουν αὐτὸ τὸ πέρασμα ἀπὸ τὴ φύση στὴ παιδεία, οἱ μορφὲς πρακτικῆς μέσα ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὑλοποιεῖται καὶ ἡ ἰδεολογία ποὺ τὶς συγκροτεῖ σὲ σύστημα ἀξιῶν εἶναι καταπιεστικτοὶ καὶ ἀλλοτριωτικοί. Ξέρουμε ἐπίσης, (καὶ ἴσως τὸ θέλουμε) ὅτι οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ καὶ οἱ μορφὲς πρακτικῆς μποροῦν νὰ γίνουν λιγότερο ἢ ἐλάχιστα καταπιεστικοὶ καὶ τραυματικοί, πράγμα ποὺ σημαίνει Δημοκρατία στὸ Σχολεῖο, κατάργηση τῶν ἐνοχοποιητικῶν σχέσεων μεταξὺ γονιῶν καὶ παιδιῶν, δασκάλων καὶ μαθητῶν, μαθητῶν καὶ μαθητῶν, κατάργηση τῶν ἱεραρχικῶν σχέσεων στὸ Σχολεῖο, κατάργηση τῶν αὐταρχικῶν μεθόδων καὶ μορφῶν παιδευτικῆς πρακτικῆς. Ξέρουμε ὅτι Δημοκρατία στὸ Σχολεῖο σημαίνει νὰ ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο παιδὶ καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἀφηρημένη καὶ ἰσοπεδωτικὴ ἕννοια Παιδί, δηλαδὴ νὰ ξεκινᾶμε ἀπὸ τὶς ἰδιαίτερες εὐαισθησίες, ἀνασφάλειες, φόβους, καὶ ἀντιστάσεις ποὺ τὸ καθένα παρουσιάζει, σεβόμενοι τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς δεξιότητές του. Στὸ αἴτημα αὐτὸ ὀρθώνονται ἐμπόδιο οἱ ἀντιδραστικὲς δυνάμεις, ποὺ δροῦν καὶ μέσα στὸ Σχολεῖο καὶ ἔξω ἀπ᾿ αὐτό, θέλοντας νὰ διατηρήσουν τὸ ὑφιστάμενο καθεστὼς ἀγωγῆς, τὶς ὑφιστάμενες σχέσεις ἐξουσίας μέσα στὸ Σχολεῖο, γιατὶ ξέρουν τὴ τεράστια σημασία ποὺ ἔχουν γιὰ τὴ διατήρηση καὶ διάδοση τῆς ἄρχουσας ἰδεολογίας. Αὐτὰ τὰ πράγματα οἱ ἐκπαιδευτικοὶ καὶ οἱ γονεῖς, οἱ δημοκράτες ἐκπαιδευτικοὶ καὶ γονεῖς τουλάχιστο, τὰ ξέρουν πολὺ καλὰ γιατὶ τὰ ζοῦν καθημερινά. Τὰ ξέρουν ἀκόμη καὶ οἱ τρεῖς συνδικαλιστικὲς ὀργανώσεις, ἂν κρίνουμε ἀπὸ ἄλλους ἀγῶνες τους γιὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ τὴν ἀνάπλαση τῆς ἐκπαίδευσης. Ξέρουν καλά, γιὰ παράδειγμα, οἱ ἐκπαιδευτικοὶ — καὶ μερικοὶ μὲν τὸ δέχονται ἐνῶ οἱ δημοκράτες ἀντιδροῦν — ὅτι ὅλο τὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα βασίζεται στὸ ζεῦγος τιμωρία ἢ ἐπιβράβευση, ψόγος ἢ ἔπαινος. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ κακὸς βαθμός, ἡ ἐπίπληξη, ἡ ἀπόρριψη, ὁ ἐκφοβισμός, ἡ ἀνυποληψία, ὁ κολασμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ καλὸς βαθμός, ὁ προβιβασμός, ἡ ἐπιτυχία, ἡ ἐκτίμηση, τὸ ἄριστα καὶ διαγωγὴ κοσμιωτάτη ὡς ἰδεατὸ πρότυπο τοῦ καλοῦ καὶ ἀγαθοῦ. Ἡ τιμωρία ὑπάρχει ἐπειδὴ κάποιοι πρέπει νὰ ἐπιβραβεύονται κι ἀντίστροφα. Σ᾿ αὐτὴ τὴ σιδερένια τανάλια τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ τὸ παιδὶ θὰ ὑποστεῖ βιασμὸ τῆς γλώσσας του, τῆς ψυχῆς του, τοῦ δυναμισμοῦ του, τοῦ αὐθορμητισμοῦ του, τοῦ μυαλοῦ του. Καὶ εἶναι τόσο ἀποτελεσματικὴ καὶ βίαιη ἡ τρομοκρατία ποὺ ἀσκεῖται προοδευτικὰ μέσα ἀπὸ πλῆθος μικρῶν, καθημερινῶν ἐξουσιαστικῶν καταναγκασμῶν, ὥστε στὸ τέλος ἐσωτερικεύεται, γίνεται ὁ τρομοκοατημένος μας ἑαυτός, τὸ ἕνοχο ἐγώ μας, ποὺ κάνει ἀκόμα καὶ τελειόφοιτος φοιτητὲς νὰ τρέμουν μὲ ἔντονα γλωσσοδετικὰ συμπτώματα μπροστὰ στὴ πόρτα τοῦ ἐξεταστῆ καθηγητῆ.

Ἡ τιμωρία καὶ ἡ ἐπιβράβευση πραγματικὰ δημιουργοῦν τὴ μηχανικὴ ἀπομνημόνευση. Ὄμως γιατί θὰ ἀλλάξει τὸ καθεστὼς αὐτὸ μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ; Ὅταν τὸ κράτος, ἀκούγοντας τὴ φωνὴ τοῦ ψηφίσματος, θὰ καταργήσει τοὺς τόνους, τὰ παιδιὰ θὰ ἔχουν ξεφύγει ἀπὸ τὴ μέγγενη τῆς τιμωρίας; Θὰ φοβοῦνται λιγότερο; Θὰ ἔχει γίνει ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἀπολύτρωσή τους; Κι ἂν στὸ ἄτονο πιὰ ἄρθρο την — γιατὶ ἔτσι θὰ τὸ θέλουν οἱ νέοι, οἱ «ἁπλοὶ» κανόνες τῆς ὀρθογραφίας τοῦ μονοτονισμοῦ — τὸ παιδὶ βάλει τὴν καταραμένη ὀξεία γιατὶ, πιθανό, δὲν θὰ ἔχει μάθει καλὰ τὸν κανόνα τονισμοῦ, δὲν θὰ τιμωρηθεῖ; δὲν θὰ ἔχει σημασία γιὰ τὸ βαθμό του;

Ἡ σύνθετη ψυχοδιανοητικὴ καὶ σωματικὴ διαδικασία μέσα ἀπὸ τὴν όποία ἕνα παιδὶ τῆς προσχολικῆς ἢ πρωτοσχολικῆς ἡλικίας μαθαίνει νἀ γράφει καὶ νὰ διαβάζει, ἂν ἁπλοποιηθοῦν οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ δὲν ἁπλοποιεῖται, γιατὶ τὸ ἀντικείμενό της εἰναι ἐξαιρετικὰ σύνθετο. Ὁ δρόμος ὅμως μπορεῖ νὰ γίνει λιγότερο ἢ καθόλου καταπιεστικὸς καὶ τραυματικὸς ἂν βγάλουμε ἀπὸ τὴ μέση τὸν μπαμπούλα τῆς ἐνοχῆς καὶ τοῦ λάθους. Τὰ παιδιά, γιὰ παράδειγμα, στὴν Ἰταλία, δὲν μαθαίνουν πιὸ εὔκολα νὰ γράφουν ἐπειδὴ στὰ ἰταλικὰ δὲν ὑπάρχουν τόνοι. Ἀλλὰ στὴν ᾽Ιταλία, παιδιά, γονεῖς, ἐπιστήμονες παιδαγωγοὶ καὶ ἐκπαιδευτικοὶ ἐξεγείρονται — καὶ κατακτοῦν θέσεις γιὰ νὰ καταργηθεῖ τὸ καθεστὼς τῆς τιμωρίας ποὺ καὶ ἐκεῖ, μὲ ἄλλες μορφὲς ὑπάρχει στὸ σχολεῖο καὶ μὲ ἄλλες μορφὲς μαραίνει ἐξίσου τὴ σκέψη. Καὶ μὴν πεῖ κανεὶς ὅτι ἐδῶ εἶναι Ἑλλάδα καὶ ὄτι εἶναι ἄλλη ἡ ἑλληνικὴ πραγματικότητα, γιατὶ ἡ πραγματικότητα τοῦ ἀπάνθρωπου καὶ τοῦ ἄξενου γιὰ τὸ παιδὶ σχολείου εἶναι παγκόσμια, δὲν ἕχει ἐθνικότητα. Μόνο ποὺ σὲ μᾶς ἴσως, εἶναι χειρότεοα ἀπὸ ἀλλοῦ.

Ἂν κάτι πρέπει νὰ ἀλλάξει λοιπὸν εἶναι ἡ νοοτροπία τοῦ λάθους, οἱ θεσμοὶ καὶ ἡ ἰδεολογία τῆς ἐνοχοποίησης. Κράτος, Σχολεῖο, γονεῖς καὶ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ πάψουν πιὰ νὰ τιμωροῦν τὰ παιδιά τους ὅταν κάνουν ὀρθογραφικὰ λάθη — ἂς ποῦμε ὅταν βάζουν λάθος τὴν περισπωμένη —, νὰ μάθουν νὰ ἀνέχονται τὸ λάθος καὶ νὰ τὸ συζητοῦν. Θὰ πρέπει νὰ μάθουν ὅτι ἡ ψυχοδιανοητικὴ διαδικασία τῆς μάθησης εἶναι ἐξίσου εὔκολη ἢ ἐξίσου δύσκολη καὶ μὲ ψιλὴ καὶ μὲ περισπωμένη καὶ χωρὶς περισπωμένη. Ὁ βάναυσος, αὐθαίρετος καὶ χωρὶς γνώση τοῦ μηχανισμοῦ τῆς γραφῆς τρόπος ὅταν ἀποτελεῖ καθεστὼς πάντα θὰ δυσκολεύει, θὰ τρομοκρατεῖ, πάντα θὰ εἶναι ἀναποτελεσματικός· θὰ κάνει «ἐγγράμματους» ἀνθρώπους νὰ μὴ γράφουν, νὰ μὴ διαβάζουν, νὰ μὴ θέλουν νὰ γράφουν καὶ νὰ διαβάζουν.

Γ. Λόγοι οἰκονομικοὶ καὶ λόγοι προσαρμογῆς στὴν πραγματικότητα (σημεῖα 5 καὶ 6 τοῦ ψηφίσματος). Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι καθαρότατα. Πράγματι δηλαδὴ ἰσχύουν καὶ τὰ δυὸ ἐπιχειρήματα ποὺ ὅμως εἶναι ἕνα.

᾽Επικαλεῖται τὸ ψήφισμα μιὰ πραγματικότητα ποὺ ὄντως ὑπάρχει, ἄρα λέει, πρέπει νὰ τη σεβαστοῦμε καὶ νὰ προσαρμοστοῦμε σ᾿ αὐτήν, διότι, ἂν δὲν τὴ σεβαστοῦμε, τότε θὰ εἴμαστε ἐκτὸς πραγματικότητας, δὲν θὰ εἴμαστε ρεαλιστές.

Ἀλλὰ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ πραγματικότητα, τέλος πάντων, καὶ πῶς ἔχει διαμορφωθεῖ; Καταρχὴν ἡ διαδικασία: μιὰ ὡραία πρωία μιὰ ἐφημερίδα, ὕστερα κάποια ἄλλη49 (καὶ τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται) ἀνήγγειλαν ὅτι στὸ ἑξῆς θὰ ἐφαρμόζουν τὸ «μονοτονικό». Αἰτιολόγηση; τὰ «ἐπιχειρήματα» τοῦ ψηφίσματος. Ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δημιουργεῖ μιὰ πραγματικότητα ποὺ μὲ τὴ σειρά της θὰ ἔλθει, σὲ ἕνα ἄλλο ἐπίπεδο, νὰ γίνει ἐπιχείρημα γιὰ τὴν γενίκευσή της καὶ τὴ θεσμοποίησή της (ἔχει κατατεθεῖ καὶ σχέδιο νόμου). Ἢ διαφορετικά, ἡ διαδικασία τοῦ τετελεσμένου γεγονότος ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος. Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ὄχι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς αὐταρχικῆς κυβέρνησης ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλους «ἥσσονος» σημασίας θεσμοὺς τῆς ἐξουσίας.

Ἡ πραγματικότητα ποὺ δημιούογησαν ντὲ φάκτο ὁρισμένες ἐφημερίδες, καὶ ἐπειδὴ οἱ ἴδιες δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπικαλεστοῦν τὸν μόνο καὶ πραγματικὸ λόγο ποὺ θὰ ἐξηγοῦσε τὸ διάβημά τους, γιατὶ ἔτσι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ μετατρέψουν τὴν ἀνάγκη τους σὲ «ἐθνικὴ ἀνάγκη», βρῆκε ἀποκούμπι στὴ ἐπίκληση ἱστορικῶν, γλωσσικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν «ἐπιχειρημάτων». Ἀναγκάστηκαν ἀκόμη νὰ ἐπικαλεστοῦν τὴ γενικὴ εὐαισθησία ποὺ ὑπάρχει γιὰ τὸ παιδὶ καὶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ πράγματα μὴ διστάζοντας νὰ ποῦν ὅτι οἱ τόνοι εἶναι ἀντιδραστικοὶ κι ὅτι ἔπρεπε νὰ μποῦν σὲ «ἀμφισβήτηση»!

Οἱ λόγοι ὁρισμένων ἐφημερίδων εἶναι καθαροί: καὶ τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς φύσης. Ὅσες μάλιστα διαθέτουν δικά τους τυπογραφεῖα, μὲ τὸ μονοτονικὸ γλιτώνουν «ἀνυπολόγιστη δαπάνη σὲ χρῆμα καὶ χρόνο ἐργασίας». Αὐτὴ ὅμως ἡ «ἀνυπολόγιστη δαπάνη» εἶναι πολὺ καλὰ ὑπολογισμένη στὰ λογιστήριά τους. Καὶ εἶναι φυσικό. Ἀλλὰ γιατί ἐμεῖς καλούμαστε νὰ συμμεριστοῦμε τὸ λογαριασμό τους; Γιατί πρέπει νὰ πιστέψσυμε ὅτι ὁ λογαριασμὸς καὶ ἡ οἰκονομία τους εἶναι «ἐθνικὴ ἀνάγκη»; Γιατί πρέπει καὶ μεῖς, οἱ σημερινοὶ Νεοέλληνες καὶ οἱ αὐριανοί, νὰ κρυφτοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ ἰδεολογικὸ τῆς ἐθνικῆς «μας» οἰκονομίας; Ὄχι, δὲν εἶναι καθόλου δική μας αὐτὴ ἡ οἰκονομία.

***

Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος δὲν ἀντιστοιχεῖ δὲ καμία ἀνάγκη, πλὴν τῆς οἰκονομίας ὁρισμένων ἐφημερίδως. Ἀκόμη κι ἂν ὑπάρξουν δρακόντεια μέτρα ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ, ἡ λύση θὰ συνεχίζεται — δεδομένου ὅτι γιὰ δυὸ τρεῖς γενιὲς οἱ τόνοι θὰ ὑπάρχουν, ὅπως ἐπίσης θὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ ὣς τώρα ἑκατομμύρια τυπωμένων σελίδων μὲ τόνους καὶ πνεύματα. ᾽Επιπλέον, σήμερα, μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα, ἀφοῦ κάποιοι ἰσχυροὶ μηχανισμοὶ τοῦ χαρίζουν τὸ φωτοστέφανο τῆς προοδευτικότητας, θὰ χωριστοῦμε σὲ προοδευτικοὺς καὶ συντηρητικοὺς συνεχίζοντας ἕνα ἄγονο πιὰ ἀγώνα γιὰ τὸ «γλωσσικό», ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει: σὲ στρατόπεδα τονούμενων καὶ ἄτονων, ὅπου οἱ μὲν θὰ ναρκισσεύονται ὡς προοδευτικοὶ ἐπειδὴ δὲν περισπῶνται καὶ οἱ ἄλλοι θὰ καυτηριάζονται ὡς συντηρητικοὶ ἐπειδὴ θὰ χρησιμοποιοῦν αὐτὰ τὰ «ἄχρηστα» σύμβολα.

Ζοῦμε σὲ μιὰ κοινωνία ποὺ δὲν γράφει, ποὺ δὲν διαβάζει (ἐννοῶ τὰ πλατιὰ λαϊκὰ στρώματα) ἀλλὰ κυρίως μιλάει, ἀκούει, χειρονομεῖ καὶ τηλεφωνεῖ. Δυστυχῶς τὸ διάβασμα καὶ τὸ γράψιμο δὲν εἶναι μέσα στὶς ἀγαπημένες συνήθειες τῶν Ἑλλήνων, φαινόμενο γιὰ τὸ ὁποῖο τὰ χάλια τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος δὲν ἐνέχονται καὶ λίγο. Ἔτσι, τὸ λίγο ποὺ πῆραν τὴ συνήθεια τὰ πλατιὰ λαϊκὰ στρώματα νὰ διαβάζουν καὶ νὰ γράφουν (μὲ τόνους) ἔρχεται τώρα ἕνα ἄλλο σύστημα νὰ τὸ δυσκολέψει. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι προοδευτικό. Δὲν θὰ γίνουμε περισσότερο γραμματιζούμενοι ἂν δὲν μᾶς μπλέκουν οἱ κανόνες τονισμοῦ, ὡστόσο, εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ διαβάζουμε λιγότερο ἂν στὶς ὀπτικὲς συνήθειες προστεθεῖ ἀκόμη μιὰ περιπλοκή, ἀκόμη μιὰ ἀπέχθεια, ἀκόμη ἕνα ἐμπόδιο. Τὸ ζήτημα τῆς μόρφωσης τῶν παιδιῶν καὶ τῶν μεγάλων εἶναι πολύπλοκο, δύσκολο, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ, ὅπως πιστεύουν οἱ ὀπαδοί του.

Πῶς μποροῦν τὰ ἐκπαιδευτικὰ σωματεῖα νὰ μὴ ἔχουν ἀνοίξει μιὰ συζήτηση γύρω ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ προβλήματα πρὶν νὰ τὰ «λύσουν» μὲ μιὰ συγκέντρωση καὶ μ᾿ ἕνα ψήφισμα;

Γλώσσα καὶ ἔθνος

[Κείμενο τοῦ Κωνσταντίνου Τσάτσου, ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου «Πρὶν ἀπὸ τὸ ξεκίνημα — Μελετήματα», Ἀστήρ, 1988.]

Γλώσσα καὶ ἔθνος. Δὲν ἀγαπῶ τὴν διατύπωση. Εἶναι πολὺ ἀόριστη. Γλώσσα καὶ ἐθνικὸς πολιτισμός, ἴσως θὰ ἦταν μία καλλίτερη διατύπωση. Ἀλλὰ καὶ πάλι εἶναι διατύπωση ποὺ καλύπτει πλῆθος καὶ πολικίλων καὶ πολλῶν κατηγοριῶν προβλήματα.

Ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ γλώσσα εἶναι δύο ἀέναα ἐξελισσόμενα στοιχεῖα. Ἡ γλώσσα εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς ἔνυλες ἐκφράσεις κάθε πολιτισμοῦ. Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ δὲν εἶναι στατιστικὲς ὀντότητες ἀλλὰ δυναμικές, μὲ λίγες ἀραιὲς κορυφαῖες ἀποκρυσταλλώσεις ποὺ ἀκτινοβολοῦν γιὰ περισσότερον καιρό, λόγῳ τῆς ἀνώτερης πνευματικῆς καὶ αἰσθητικῆς των ποιότητας καὶ ὕστερα καὶ αὐτὲς παρέρχονται.

Κάποτε λέει ὁ Βικτὼρ Οὑγκώ: Car le mot, sachez-le, est un être vivant. Γι᾿ αὐτὸ ἔχει καὶ κάθε λέξη τὴν ἱστορία της καὶ σημαίνει τὴν ἱστορία της καὶ εἶναι πλούσια ἀπὸ τὴν ἱστορία της. Ὅσο πιὸ προηγμένος εἶναι ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς ἔθνους, τόσο πιὸ πλούσιες σὲ προϊστορία, καὶ συνεπῶς καὶ σὲ οὐσία, εἶναι οἱ λέξεις τῆς γλώσσας. Ὅ,τι λέγω γιὰ τὶς λέξεις ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς συντακτικὲς μορφὲς κάθε γλώσσας.

Ἡ γλώσσα ἀποβλέπει στὴ συνεννόηση, ὄχι ὅμως μόνο γιὰ τὰ καθημερινὰ τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ διατύπωση ὑψηλότερων διανοημάτων, δηλαδὴ τὴ διατύπωση ἀποχρώσεων μὲ αὐστηρὴ ἀκριβολογία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ γλώσσα χρειάζεται ἱκανότητα νὰ ἐκφράζη καθαρὰ ὅλες τὶς λογικὲς μορφὲς τῆς σκέψης. Ἀλλὰ ἡ γλώσσα πρέπει νὰ ἐκφράζη καὶ ἄλογα στοιχεῖα, καὶ νὰ διεγείρη συναισθήματα σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ ἀκούει τὰ ἐκφραζόμενα. Μὲ τὴ γλώσσα ἑπομένως μεταδίδομε λογικοὺς συνειρμοὺς καὶ διεγείρομε συναισθήματα.

Γιὰ χάρη αὐτῶν τῶν σκοπῶν ἡ γλώσσα πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογη μὲ τὸν πολιτισμὸ τοῦ ἔθνους· ἢ ἀκριβέστερα νὰ εἶναι ὁ καθρέφτης τοῦ πολιτισμοῦ του. Ἀπὸ αὐτὸ ὅμως ἀκολουθεῖ ὅτι ἡ γλώσσα, αὐτὴ καθ᾿ αὐτήν, πρέπει νὰ ἔχει καὶ μιὰν ἄλλη ἰδιότητα, νὰ ἔχη αἰσθητικὴ ποιότητα, νὰ ἔχη ὕφος. Καὶ τὸ ὕφος εἶναι πάντα προσωπικό. Le style c'est l'homme. Ἡ γλώσσα εἶναι ὅ,τι τὸ μάρμαρο ἢ ὁ χαλκὸς γιὰ τὸν γλύπτη.

Ἐνῶ ὅμως ἡ γλώσσα εἶναι κάτι τὸ προσωπικό, εἶναι συγχρόνως καὶ ἐθνικό. Κάθε λαὸς ἔχει τὴ γλώσσα ποὺ τοῦ ἀξίζει. Στὴ γλώσσα, ὅπως καὶ στὰ τραγούδια του, ἐναποθηκεύεται ὁ πολιτισμός του.

Ἡ γλώσσα εἶναι γι᾿ αὐτὸ ὁ πιὸ ἀδιάψευστος μάρτυρας τῆς ἱστορικῆς του συνείδησης καὶ τῆς ἱστορικῆς του συνέχειας. Τὸ σημαντικότερο πιστοποιητικὸ ὅτι εἴμαστε ἕνα Γένος ἀδιάσπαστο στὴ συνέχειά του, ἀπὸ τὸν Ὅμηρο ὣς σήμερα, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἑνότητα τῆς γλώσσας, πιστοποιητικὸ ποὺ ἀνατρέπει ἑκατὸ αἰσθησιοκρατικὲς αἱματολογίες τύπου Φαλμεράγιερ.

Τὴ γλώσσα, αὐτὸ τὸ σπαρταριστὸ δημιούργημα ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπινου πνεύματος, δὲν τὴν κατασκευάζουν οἱ γλωσσολόγοι, οὔτε οἱ δάσκαλοι στὰ σχολειά. Τὴν γλώσσα τὴν πλάθει πρῶτα ὁ λαὸς καὶ μὲ τὴν καθημερινή του ὁμιλία, ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς εὐγενέστερες ἐκδηλώσεις του, ὅπως π.χ. τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Τὴν πλάθουν ὅμως καὶ κορυφαῖοι εἴτε στὴν ἔκφραση αὐστηρὰ λογικῶν διανοημάτων (μαθηματικῶν, νομικῶν) εἴτε στὴν ἔκφραση συναισθημάτων. Τὴν πλάθουν καὶ οἱ δυὸ αὐτοὶ ὅταν ἔχουν καὶ αἰσθητικὸ αἰσθητήριο εἴτε βοηθημένοι ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς λογικῆς των σκέψης, εἴτε ἀπὸ τὸ χάρισμα ποὺ τοὺς δόθηκε μὲ λέξεις, ποὺ πάντα ἔχουν καὶ ἕνα λογικὸ νόημα, νὰ ἐκφράζουν τὸ ἄλογο.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν θέλωμε νὰ καταλάβωμε τὸ πνεῦμα μιᾶς γλώσσας δὲν θὰ καταφύγωμε στὶς γραμματικὲς καὶ στὰ συντακτικά, ἀλλὰ στὰ κείμενα τῶν μεγάλων συγγραφέων. Αὐτοὶ ὑπαγορεύουν στοὺς γλωσσολόγους τοὺς νόμους τῆς γλώσσας καὶ ὄχι οἱ γλωσσολόγοι στοὺς δημιουργοὺς τῆς γλώσσας. Δὲν ἔμαθε ὁ Dante τὰ ἰταλικὰ ἀπὸ τοὺς γραμματικούς, αὐτοὶ μάθανε τὰ ἰταλικὰ ἀπὸ τὸν Dante.

*

Ὅλες αὐτὲς οἱ σκέψεις μὲ ὁδηγοῦν σὲ ἕνα ἐπίκαιρο συμπέρασμα γιὰ τὴ δική μας γλώσσα. Ζοῦμε σὲ μιὰ περίοδο ἐντόνως μεταβατικὴ τῆς ἐθνικῆς μας γλώσσας. Αὐτὴν τὴ μεταβατικότητα, μπορεῖ ἁπλῶς νὰ τὴ βοηθήσωμε, ἔργοις καὶ ὄχι λόγοις, ἢ ἀκριβέστερα ἔργοις ποὺ μποροῦν νὰ ἐξελιχθοῦν σὲ πνευματικὰ ἔργα. Δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ τὴ βιάσωμε. Βιάζοντάς την βιάζομε τὴν ἴδια μας τὴ συνείδηση σὲ ὅ,τι ἔχει πιὸ εὐαίσθητο. Βιάζομε τὴν αἰσθητικότητα τῆς γλώσσας μας, δηλαδὴ τὸν αἰσθητικὸ πολιτισμό μας.

Ἀπὸ τὸν ἀντίθετο βιασμό, τὸν εὐτυχῶς ξεπερασμένο βιασμὸ τῶν καθαρευουσιάνων, ριχτήκαμε μὲ πεῖσμα καὶ μὲ πάθος στὸν ἀντίθετο βισμό, καὶ σ᾿ αὐτὸν βρήκαμε ἀρωγὸ τὴν εὔλογη ἐπιθυμία πολλῶν νὰ ἀποτελέση ὁ πρακτικώτερος τρόπος διδασκαλίας τῆς γλώσσας στὰ σχολειά, τὸν ἀποφαστιστικότερο παράγοντα γιὰ τὴ διάπλαση τῆς γλώσσας. Νὰ θυσιασθῆ δηλαδὴ ἡ στὰ πράγματα ἐγγενὴς σημερινὴ ἔντονη μεταβατικότητα στὴν ἐξέλιξη τῆς γλώσσας μας, σὲ αὐτὸν τὸν διδακτικὸ παράγοντα, ποὺ δὲν ὑποτιμῶ, ἀλλὰ ποὺ δὲν μοῦ ἀρκεῖ γιὰ νὰ βιάσω τὴ φυσικὴ ροὴ τοῦ ἴδιου τοῦ πολιτισμοῦ μας.

Σὲ αὐτὴ τὴ μεταβατικὴ περίοδο ἀπεύχομαι ἀλλὰ καὶ δὲν ἀρνοῦμαι τὶς διπλοτυπίες, ὅπου αὐτὲς ἀνταποκρίνονται στὸ γλωσσικὸ αἴσθημα τοῦ λαοῦ καὶ ὅπου τὸ αἰσθητικό μου αἰσθητήριο τὶς χρειάζεται. Προτιμῶ τὴν ἀκαταστασία, ἀκόμη καὶ κάποια ἀντιφατικότητα, παρὰ τὴν ἀκαμψία εἰς βάρος ἑνὸς συνειδησιακοῦ ἢ ἑνὸς αἰσθητικοῦ παράγοντα. Κάποτε θὰ δοθῆ λύση. Ἡ βιασύνη εἶναι βιασμός. Καὶ εἶναι καὶ κάτι χειρότερο: εἶναι ἡ ὑποτίμηση τῶν ἄλλων στοιχείων — μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰ αἰσθητικὰ — εἰς βάρος μιᾶς τεχνητῆς μονολιθικότητας ἀφ᾿ ἑνὸς καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου εἰς βάρος τῆς ἱστορίας. Διότι κάθε γλώσσα καὶ κάθε λέξη ἔχει μιὰ ἱστορία — ἔχει ἕνα ἱστορικὸ βάθος. Καὶ ὅποιος αὐτὸ τὸ παραμερίζει ὑποτιμᾶ τὴν πολιτιστικὴ σημασία τῆς γλώσσας.

Ἕνας λαὸς χωρὶς ἱστορία καὶ μὲ περιωρισμένες πολιτιστικὲς ἐπιδόσεις μπορεῖ ἄνετα νὰ πῆ «Ἐγὼ θὰ γράφω, ὅ,τι ὁ προφορικὸς λόγος ἀκουστικὰ μοῦ ὑπαγορεύει. Ἀλλάζω γραφὴ καὶ γράφω μὲ λατινικὰ στοιχεῖα τοὺς ἤχους ποὺ προφέρω. Ἀκούω ι καὶ γράφω ι, ο καὶ γράφω ο. Τὰ ἄλλα περιττεύουν». Καὶ ὀρθῶς διότι σὲ τέτοιους λαοὺς οὔτε οἱ λέξεις τους, οὔτε ἡ γλώσσα τους εἶναι κομμάτι ἀναπόσπαστο ἑνὸς μεγάλου πολιτισμοῦ. Οἱ ἀγγλοσάξωνες, ἰδίως οἱ ἄγγλοι ποὺ ἄλλα λὲν καὶ ἄλλα γράφουν φαίνεται πὼς εἶναι καθυστερημένοι! Ὅσο γιὰ μένα ἐγὼ δηλώνω ὅτι εἶμαι καὶ θέλω νὰ εἶμαι μπρὸς σὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ρηξικέλεθους, καὶ ἐγὼ καθυστερημένος, ξεπερασμένος, ἀγράμματος. Καὶ τὰ εἶμαι ὅλα αὐτὰ γιατὶ ἡ ἱστορία τῆς γλώσσας μου εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς ψυχῆς μου· γιατὶ εἶμαι Ἕλληνας μὲ μιὰ «θεωρία» πίσω τριάντα αἰώνων. Ἀρνοῦμαι νὰ ἀποβάλλω αὐτὸ τὸ βάρος καὶ αὐτὴν τὴν τιμή.

Ἡ ὀρθογραφία δὲν εἶναι μόνο πρακτικὸς τρόπος τοῦ γράφειν εὔκολα, εἶναι καὶ ἱστορία. Ἡ κάθε λέξη πρέπει νὰ ὑποδηλώνει τὴν καταγωγή της. Αὐτὸς εἶναι ὁ νοηματικός της πλοῦτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀνανέωσής της. Γι᾿ αὐτὸ πολὺ σιγά, καὶ κατὰ τὶς ὑπαγορεύσεις ποὺ ὡριμάζουν στὴ μεταβατικὴ περίοδο ποὺ διανύομε, προχωρῶ στὴν ἀλλαγή της. Γι᾿ αὐτὸ σὲ πολλὲς περιπτώσεις προτιμῶ τὴ λεγόμενη ἱστορικὴ ὀρθογραφία ἀπὸ τὴ μὴ ἱστορικὴ καὶ ἁπλοποιητική.

Γιὰ τὴ θεωρία τῶν ἐραστῶν τῆς γρήγορης ἁπλοποίησης θὰ ἔπρεπε νὰ σβήσουν οἱ δίφθογγοι καὶ τὸ ω. Νὰ σβήση ἡ ἱστορία τῶν λέξεων, οἱ συσχετισμοί τους μὲ ὡρισμένους κύκλους ὁμοειδῶν νοημάτων. Ἐγὼ ἀντιδρῶ. Εὔχομαι νὰ ἀργήσουν οἱ Ἕλληνες τοῦ μέλλοντος νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἱστορίας τους.

*

Καὶ δύο λέξεις γιὰ τοὺς τόνους. Οἱ τυπογράφοι γιὰ λόγους οἰκονομίας καὶ μερικοὶ σοφοὶ συνεπαρμένοι ἀπὸ τὴ σαγήνη ποὺ ἔχει κάθε νεωτερισμὸς στὶς τέχνες καὶ στὰ γράμματα, ὑποστηρίζουν τὴν ὁλοκληρωτικὴ κατάργηση τῶν τόνων. Τὰ ἐπιχειρήματα βροχή. Οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν τόνους. Ἀλλὰ γιὰ τὴ διευκόλυνση τῶν πραγμάτων οἱ βυζαντινοὶ βάλαν τόνους καὶ μὲ τὴν ἐφεύρεση τῆς τυπογραφίας αὐτὴ ἡ διευκόλυνση καθιερώθηκε. Καὶ εἴπαμε, προκειμένου νὰ νεάσωμε νὰ ἀρνηθοῦμε μιὰ διευκόλυνση ποὺ ἰσχύει μισὴ χιλιετηρίδα καὶ ἀντὶ τόνους νὰ βάζωμε κουκκίδες. Σύμφωνοι. Σύμφωνοι ἐπίσης στὴν κατάργηση τῆς βαρείας γιατὶ ἔσβησε ἀπὸ μόνη της. Περιττεύει καὶ ἡ ψιλή, διότι εἶναι αὐτονόητη. Ἀλλὰ ἡ δασεία; Ἡ δασεία δὲν εἶναι πνεῦμα, εἶναι γράμμα τοῦ ἀλφαβήτου. Εἶναι τὸ h τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Νὰ βάλλωμε κουκκίδα ἀντὶ τὸ ῾ τί τὸ ὄφελος; Ὅλες οἱ εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες διατηροῦν τὴ δασεία. Ὅλες λένε Hellas καὶ ὄχι Elas, hybride καὶ ὄχι ibrid, hypothèse καὶ ὄχι ipoteze. Γιὰ ποιὸ λόγο ὁ τόσος ζῆλος νὰ προηγηθοῦμε στὴν κατάργηση ἑνὸς στοιχείου ποὺ θυμίζει τὴν ἑλληνικότητα αὐτῶν τῶν λέξεων, τὴν ἱστορία τους, τὴν οἰκογένεια νοημάτων μὲ τὰ ὁποῖα συνδέεται;

Τώρα ποὺ μπήκαμε στὴν οἰκογένεια τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν, τώρα βρήκαμε καὶ ἐμεῖς τὴν ὥρα νὰ ἀρνηθοῦμε ἕνα στοιχεῖο ἑλληνικό, ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοὶ τὸ διατηροῦνε; Γιατί αὐτὴ ἡ ἀνθελληνική, ἀντιευρωπαϊκὴ προοδευτικότητα; Ἀντὶ νὰ τονίσωμε τὴν ἑλληνικὴ προσφορὰ στὸν εὐρωπαϊκὸ πολιτισμό, γιὰ ποιὸ σκοπὸ πασχίζομε νὰ τὴν κάνωμε νὰ ξεχαστῆ; Ἀντὶ νὰ ἀγκιστρωνόμαστε σὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ δείχνουν ὅτι ἔχομε μὲ τοὺς Εὐρωπαίους κοινὲς γλωσσικὲς καὶ πολιτιστικὲς καταβολές, σὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα ποὺ οἱ Εὐρωπαῖοι σέβονται, ἐμεῖς οἱ νεόπλουτοι ἀγωνιζόμαστε νὰ τὰ ἀποσκορακίσωμε.

Οἱ «βάρβαροι» Γάλλοι, Ἰταλοί, Ἱσπανοί, Γερμανοὶ κρατοῦν τοὺς τόνους καὶ τὸ h, εἰδικῶς οἱ Γάλλοι τὸ accent aigu καὶ τὸ accent grave καὶ τὸ accent circonflexe κτλ. Ἀλλὰ αὐτοί, πές, εἶναι βάρβαροι, ἐνῶ ἐμεῖς φορᾶμε ψηλὸ καπέλλο καὶ τσαρούχια. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ γλῶσσες ποὺ πρόσφατα κατάργησαν καὶ γράμματα τοῦ ἀλφαβήτου των καὶ ἀποχρώσεις τονισμῶν. Ἀλλὰ δὲν συντρέχει λόγος νὰ τοὺς μιμηθοῦμε σὲ αὐτὸ τουλάχιστον τὸ σημεῖο. Ἀρκοῦνε τὰ ἄλλα.

Ἂς διασώσουμε καὶ τὸ ω. Πρῶτα διότι ὅσοι προφέρουν καλὰ τὰ ἑλληνικά, ἀλλοιώτικα ἀρθρώνουν τὸ ω καὶ ἀλλοιώτικα τὸ ο. Καὶ δεύτερο γιὰ χάρη τῆς περιφρονημένης ἱστορίας, ποὺ ὅσοι τὴ θεωροῦμε, στὴν οὐσία της, πλατύτερη ἀπὸ τὴ διαλεκτικὴ τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, τὴ νιώθομε σὰν τὸν ἀνεξάντλητο θησαυρὸ ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀντλοῦμε ἐπὶ αἰῶνες γιὰ τὸ μέλλλον.

Νὰ καταργήσωμε ἀμέσως καὶ τὴν περισπωμένη γιὰ νὰ μαθαίνουν πιὸ εὔκολα γράμματα τὰ παιδιά. Νὰ τὰ βοηθήσωμε τὰ παιδιὰ νὰ μαθαίνουν γρήγορα καὶ εὔκολα. Ἀλλὰ νὰ θυσιάσωμε σὲ αὐτὴ τὴν ποθητὴ εὐκολία τὰ μακρά, τὰ βραχέα, ὅλες τὶς διακρίσεις ποὺ φανερώνουν ὄχι μόνο τὴ γένεση ἀλλὰ καὶ τὴν συγγένεια τῶν λέξεων; Νὰ κάνωμε τὴ γλώσσα μας ἀπὸ στερεομετρία ἐπιπεδομετρία; Καὶ ὅλα αὐτὰ μονομιᾶς! Εἶμαι προφανῶς πολὺ ἀργόστροφος; Ἴσως νὰ δίνω ἁπλῶς μιὰ μάχη ὀπισθοφυλακῶν.

Προβλέπω τὰ εἰρωνικὰ σχόλια ποὺ αὐτὲς οἱ σκόρπιες σκέψεις μου κὰ προκαλέσουν σὲ κορυφαίους ἐπιστήμονες, ποὺ ἀπὸ κάθε ἄποψη βαθύτατα τιμῶ. Αὐτοὶ εἶναι ἐπιστήμονες καὶ ξέρουν. Οἱ λόγοι μου εἶναι ἀνίσχυροι μπρὸς στοὺς δικούς των. Αὐτοὶ μιλοῦν μὲ τὸν ἄρτιο θεωρητικὸ ὁπλισμό τους. Ἐγὼ εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἀντάρτης καλαμαράς. Ἀλλὰ δὲν μ᾿ ἀφήνει νὰ ὑποταγῶ στὰ σοφὰ δόγματά τους ἕνα ἀνελέητο, βαθύτατα ριζωμένο γλωσσικὸ ἔνστικτο, ἕνα αἰσθητήριο αἰσθητικό, καὶ ἱστορικό, ἴσως ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ νυκτοφύλακα, ποὺ κάποιοι ἀνώνυμοι πρόγονοι τὸν βάλαν νὰ φυλάη μερικὰ κειμήλια τῆς ἱστορικῆς των συνείδησης.

Ἂς μοῦ συγχωρέσουν οἱ σοφοὶ τὴν ξεροκεφαλιά μου καὶ τὴν ξεπερασμένη γλωσσική μου ἰδιοσυγκρασία.

Οἱ κίνδυνοι τῆς ἀνάγνωσης

[τῆς Σοφίας Σκοπετέα, περιοδικὸ Ἐποπτεία, τεῦχος 50, Ὀκτώβριος 1980, σελ. 738.]

«Ἑλικόπτερο τραυμάτισε σοβαρὰ κηπουρὸ ἐφοπλιστή» διάβασα τὶς προάλλες σὲ πρωινὴ ἐφημερίδα. Ἔτσι τουλάχιστον ἐρμήνεψα κατὰ τὴν ἀνάγνωση ἐκεῖνα τὰ περίεργα σημάδια ποὺ ἧταν τοποθετημένα πάνω στὴ συλλαβὴ «κο» τῆς πρώτης λέξης, «μα» τῆς δεύτερης καὶ συνεχίζοντας «ρα», «ρο» καὶ «στη». (Δὲν τὰ ἀναμεταδίδω διότι δὲν κατάφερα οὔτε νὰ τὰ συνηθίσω οὔτε καὶ τὰ διδάχτηκα ποτὲ μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα στοιχεῖα τῆς γραφῆς οὔτε στὸ δημόσιο μὰ μήτε καὶ σὲ κανένα κρυφὸ σχολεῖο).

Ὁ νοῦς μου περιπλανιέται σὲ σκέψεις ἑλικοειδεῖς περὶ τῆς ματαιότητος τῶν ἐγκοσμίων, τοῦ ἀδήλου τῆς μοίρας κλπ., τῆς γενικῆς ἀνασφάλειας.

Δηλαδὴ πῶς συνέβη ὁ πλούσιος ἐφοπλιστὴς νὰ καταντήσει κητουρός. Ἄραγε οἱ περιστάσεις (πτώχευση π.χ.) εἴτε καμιὰ ἐσωτερικὴ ἀπόφαση. Δὲς ὅμως πὼς οὔτε καὶ στὴ νέα του θέση στάθηκε ἀσφαλής. (Ἂν φτάνει ποτὲ μία τυχαία σου ἀπόφαση νὰ ματαιώσει τὰ σχέδια τῆς μοίρας). ᾽Εκτὸς πάλι κι ἂν ἦταν κηπουρὸς ἐκ περιτροπῆς. Ἂν ἤτανε ἂς ποῦμε ἐρασιτέχνης, ἂν εἶχε συνάψει καμιὰ συμφωνία ν᾿ ἀλλάξει ρόλους μὲ τὸν πραγματικὸ κηπουρό, παραπλανώντας τὸ μοιραῖο μ᾿ αὐτή του τὴ μεταμφίεση.

Τὴν ὑπόθεση τὴν σκέφτηκα ἐξαντλητικά. Ὥσπου ἐπιστρέφοντας στὸ ἴδιο ἄρθρο τῆς ἐφημερίδας τυχαῖα καὶ ξαναδιαβάζοντας τὸ βράδι ξαφνικὰ ἀντιλαμβάνομαι πὼς πρόκειται ἁπλούστατα περὶ δύο προσώπων.

Μία περισπωμένη ἀπὸ τὰ σημάδια ἐκεῖνα ποὺ οἱ πάντες θέλουν νὰ μὲ πείσουν εἶναι ἄχρηστα καὶ ὀπισθοδρομικὰ καθὼς δὲν τὰ γνώριζε ἡ Ἀρχαιότης ποσῶς καὶ σύσσωμη ἡ προοδευτικὴ διανόηση δὲν τὰ ἀναγνωρίζει σήμερα) θὰ ἔδινε ὅλη τὴ διαφορὰ τῆς σχέσεως ἀμέσως. Λοιπὸν κηπουρὸ ἐφοπλιστῆ. Ἡ lectio difficilior τῆς ὀξείας ὑποχωρεῖ μπρὸς στὴ στυγνὴ πραγματικότητα. Γκρεμίζεται ἀστραπιαῖα καὶ ἐκκωφαντικά ἡ ἀλληλουχία τῶν συνειρμῶν μιᾶς ὁλόκληρης μέρας.

Δὲν ἄλλαξε λοιπὸν συνήθειες ὁ κόσμος. Ἡ ἐπανάσταση μετὰ τὶς μοιραῖες καθυστερήσεις φαίνεται πὼς δὲν θά ᾿ρθει πιά. Οἱ ἱεραρχίες τοῦ παρόντος κοινωνικοῦ συστήματος παραμένουν καὶ ἐμμένουν ἀναλλοίωτες. Οἱ ἀδύνατοι βορὰ τῶν ἰσχυρῶν ὅπως ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Καθὼς κι ἐμεῖς ἀσφαλῶς πλέον θύματα τῶν ἀναμορφωτῶν τῆς γλώσσας — πρᾶγμα ποὺ πάντως φαίνεται ἕνα καλὸ θὰ συναποκομίσει, θέτοντας σὲ ζωηρότατη κίνηση τὴν φαντασία μας κάθε φορὰ ποὺ διαβάζουμε, καθὼς τίποτε δὲν θὰ εἶναι αὐτονόητο πλέον, συμφωνότατα καὶ μὲ τὶς ἐπιταγὲς τῆς ποιητικῆς· καταδικάζοντας ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ στὴ σιωπὴ τὰ γραφόμενά μας ἀφοῦ μᾶς ἀφαιρεῖ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα ποὺ χρόνια τώρα ἐξασφάλιζαν ἀπὸ παντοειδεῖς παρανοήσεις καὶ τοὺς ἀναγνῶστες καὶ ἐμᾶς τοὺς οὐτιδανούς.

Στὸν κόσμο τὸν ἀμείλικτο ὅπου ό κηπουρὲς δὲν γίνεται ποτὲ ἐφοπλιστὴς κι οὔτε κὰν ὁ ἐφοπλιστὴς κηπουρὸς ἀλλὰ τραυματίζεται, καὶ μάλιστα σοβαρότατα, τί φυσικότερο καὶ τί νομοτελέστερο, ἀπὸ τὸ ξάφρισμα ἀκριβῶς τῆς γλώσσας.

Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄποψη πὼς ὅλα αὐτὰ γίνονται γιὰ τὸ καλό μου. Νὰ σταματήσω νὰ ρεμβάζω καὶ νὰ στραφῶ λιγάκι στὰ πρακτικὰ μήπως καὶ κάνω τίποτε χρήσιμο. Ὑπόσχομαι λοιπὸν νὰ δείξω ἄμεμπτη διαγωγὴ μολονότι δὲν φαντάζομαι νὰ καρποφορήσει ἡ ἀπόφασή μου περισσότερο ἀπὸ ὁποιουδήτοτε ποὺ σὲ κάποια στιγμὴ ὀμνύει στὴν ἴδια μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει. Ἐδῶ πάλι μὲ σώζει ἡ ὀξεία σκέφτομαι κυλώντας στὰ παλιά, ἡ ὀξεία τῆς λέξης μοιραία μὲ γλυτώνει ἀπὸ ἄλλη μιὰ σειρὰ στείρων διαλογισμῶν, μὲ παρηγορεῖ πὼς τὸ πρᾶγμα διόλου δὲν συμβαίνει μοιραῖα, ἄρα κάποια ἐλπίδα διαφυγῆς ὑπάρχει, μὲ άπαλλάσει ἐπίσης κι ἀπὸ τὶς συνήθεις ἀπονενοημένες προσφυγὲς στὴν φιλολογία γιὰ τὸ τί τάχατες ἐννοοῦσε ἐδῶ ὁ ποιητής.

Τὸ ἰῶτα καὶ ἡ κεραία

[τῆς Σοφίας Σκοπετέα, περιοδικὸ Ἐποπτεία, τεῦχος 55, Μάρτιος 1981, σελ. 261-266. Σημειῶστε ὅτι ὁ τίτλος εἶναι ἀναφορὰ στὸ τεμάχιο 5:17 τοῦ κατὰ Ματθαῖον Ἁγίου Εὐαγγελίου: ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.]

Ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ὅσα ἔτυχε νὰ διαβάσω ἀπὸ τὰ πολυπληθέστερα ποὺ γράφονται τυπώνονται καὶ λέγονται τώρα τελευταῖα σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα τῶν τόνων τὴν προσοχή μου τράβηξε, πάλι τυχαῖα, μία ἐπιστολὴ τοῦ δρος Ἀιντενάιερ ἀπὸ τὴν Κολωνία ποὺ δημοσιεύτηκε στὴν Φιλολογικὴ Καθημερινὴ (12.7.79). Προτείνοντας ὁρισμένες βελτιώσεις στὸ μονοτονικὸ ὁ δρ. ᾽Αιντ. καταλήγει (στηριζόμενος ἐδῶ καὶ σὲ ὁρισμένες συνήγορες ἐκ τῶν προτέρων ἔρευνες καὶ χρονομετρήσεις ποὺ ἔγιναν στὸ Νεοελληνικὸ Τμῆμα τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Κοπεγχάγης) πὼς στὸ κάτω τῆς γραφῆς θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἐντελῶς ἀπὸ τοὺς τόνους. Τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα τώρα μ᾿ ὅλες της τὶς λέξεις τὴν χωρίζει σὲ δύο ἄνισα τμήματα. Τὸ 98% ὅπου τὰ συμφραζόμενα πλέον καὶ ὄχι τὸ τονικὸ σημάδι ἐξασφαλίζουν τὸ νόημα τῆς κάθε λέξης καὶ ἑπομένως ἐγγυῶνται, τὰ συμφραζόμενα, γιὰ τὴν όρθὴ ἀνάγνωση τῶν ἐπὶ μέρους λέξεων, δηλαδὴ ὁ περίγυρος προκαθορίζει τὴν καθέκαστη μονάδα. Καὶ ἕνα ἀμελητέο 2% ὅπου θὰ μποροῦσαν νὰ προκύψουν διλήμματα στὴ ἀνάγνωση, λόγῳ μιᾶς ἰδιορρυθμίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο πάντως δὲν ἀξίζει τὸν κόπο, λέει, οἱ μαθητὲς νὰ σπαταλοῦν τόσο χρόνο μαθαίνοντας τύπους καὶ κανόνες νεκρούς.

Πείθομαι εὐθὺς συμφωνῶ ἀπόλυτα καί ὑπερθεματίζω ὅτι προτιμητέα λύση ἀντὶ τοῦ ἤδη διαφιλονικουμένου (ὡς πρὸς τὸν τρόπο τῆς ἐφαρμογῆς του) μονοτονικοῦ θὰ ἦταν μᾶλλον ἡ ὁλοσχερὴς καθιέρωση ἑνὸς ἀτονικοῦ συστήματος.

Ἂς μελετήσουμε τώρα τί προκύπτει ἀπὸ μιὰ τέτοια παραδοχή. Οἱ τόνοι, ὑποστηρίζεται, ὀρθῶς γιὰ κάθε ἑλληνομαθῆ καὶ ἀρχαιογνώστη, εἶναι κατοπινή, δευτερογενὴς ἐπινόηση· δὲν χρησιμοποιήθηκαν δηλαδὴ ποτὲ στοὺς κλασσικοὺς αἰῶνες τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας. Πολὺ σωστά. Ἂς σκεφτοῦμε ὅμως ὅτι ἡ πολυτονικότητα, ἡ ἀπορία περὶ τῶν τόνων, δὲν ὑπῆρχε στὴν περίοδο αὐτὴ κὰν ὡς δυνατότης. Χώρια ποὺ ἡ ἴδια αὐτὴ περίοδος μόνο γιὰ τὸν ἐκτὸς ῾Ελλάδος εἶναι προσβάσιμη ἐποχή, προσβάσιμη φυσικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀρχαιολογίας. Ἡ κατευθείαν μετάβαση στήν ἀρχαιότητα εἶναι ἀνέφικτη γιὰ τὸν Νεοέλληνα, ἐκτὸς κι ἄν θέλει νὰ ἐκτελέσει μία κίνηση καθαρὰ προτεσταντικὴ μὲς στὴν περιοχὴ τῆς γλώσσας. Εἶναι πολλὰ τὰ ἐρείπια καὶ τὰ ναυάγια ὅπου καθημερινῶς ὀφείλει νὰ σκοντάφτει— οὔτε παραμερίζοντας μήτε ἐκποιώντας τα, μόνο μεταλλάζοντας. Στὴν ἐπικίνδυνη αὐτὴ ἐνασχόληση, ποὺ ὄχι σπάνια καρποφορεῖ πνευματικῶς, εἶναι ἀνοίκειο νὰ τοῦ ἀπευθύνονται ἐπικρίσεις (κρίσεις κὰν) ἀπὸ ὁποιονδήποτε ὁ ὁποῖος ἐπινοεῖ τὴν ἀρχαιότητα γιὰ ν᾿ ἀντλήσει τὰ ἐπιχειρήματά του ἀπὸ ἐκεῖ — ἐπιχειρήματα σημειωτέον γιὰ τὶς ἀποφάσεις ποὺ ἔχει λάβει ἐν κενῷ καὶ ἐκ τῶν προτέρων. Παραβλέποντας οἱ ἐπικριτὲς πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν ν᾿ ἀσχοληθεῖς μονοδιάστατα κὰν μὲ τὸ παρελθὸν δίχως κάποια μορφὴ αὐταπάρνησης καὶ αὐτοθυσίας, γνωρίζοντας ὅτι τὰ πορίσματα τῆς ἔρευνας δὲν εἶναι μετατρέψιμα στὸ παρόν, μὲ τὴν ἔννοια κατὰ τὴν ὁποία ἕνα νόμισμα τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου ὁσησδήποτε ἀξίας δὲν εἶναι ἀνταλλάξιμο μὲ ψωμὶ σήμερα.

Ὁ γλωσσολόγος θρηνεῖ πιθανὸν γιὰ τὴν ἀπώλεια τῆς καθαρότητας, ποὺ συμβολίζει ὁ ἀρχαῖος κόσμος στὸ σύνολό του, ὅμως ὁ ποιητής, ἢ μᾶλλον ὁ ποιητικός, πάντοτε γνώριζε νὰ μετατρέπει τὸ φεῦ τοῦ ἀρχαιολάτρη σὲ εὐτύχημα. Γνωρίζει ἐπίσης τὴν περιοχὴ στὴν ὁποία εἶναι πρόσφορος πνευματικὰ ὁ θρῆνος καὶ δὲν σπαταλᾶ πολύτιμα δάκρυα σὲ νοσταλγίες συναισθηματικῆς φύσεως.

῾Η σύνδεση μὲ τὴν ἀρχαιότητα, δηλαδὴ ποιητικῶς μὲ τὴν ἀρχή, γινόταν μέχρι σήμερα μέσῳ τοῦ κόσμου τῶν Βυζαντινῶν. Ἡ γλώσσα τους, ποὺ δὲν τὴν ἀκούσαμε ποτὲ παρεκτὸς μὲ τὴν αἰσθησιακὴ σημασία τοῦ ρήματος στὸν Σολωμὸ (ἢ τὴν μουσική, τῆς ἐκκλησίας) παραδίδεται μὲ πλήρη τὴν πανοπλία της τὴν ἀποτελουμένη ἀπὸ τὰ πνεύματα καὶ τοὺς τόνους ποὺ περιφρουροῦν τὶς λέξεις καὶ ἀδιασπάστως τὸ νόημα.

Δι᾿ αὐτῆς ἡ σύνδεση τῶν ποιητικῶν (ὅπου ταυτίζονται, περιττεύει νὰ τονίσω, ὁ ποιητὴς καὶ ὁ συμμέτοχος ἀναγνώστης) μὲ τὸν ἀφανῆ καὶ φανερὸ γενάρχη Ὅμηρο, μέσα στὸ πνεῦμα τῆς ἰδιότυπης διασπάσεως-ἐν-συνεχείᾳ, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν ποιητικὴ πραγματικότητα μέσα στὸν ἑλληνικὸ χῶρο.

Ἐνῶ ἡ ἀναζήτηση τῆς κατευθείαν, ἀμεσολάβητης σύνδεσης εἶναι καὶ παραμένει ὑπόθεση ἀκαδημαϊκή. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ὁ Εὐρωπαῖος φιλόλογος (λέγοντας Εὐρωπαῖος ἐννοῶ τοὺς ἀπογόνους τοῦ ἐκπνέοντος ὁσημέραι δυτικοῦ οὑμανισμοῦ, ἐκπρόσωποι τοῦ ὁποίου δροῦν φυσικὰ καὶ στὴν Ἑλλάδα) διαπνέεται ἐμφανέστατα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία ἀναστηλώσεως, κυβερνᾶται ρωμαντικὰ ἀπὸ μιὰν ὅραση ποὺ τοῦ συμπληρώνει τὰ κενά, ἀπαλείφει τὰ μαῦρα στίγματα μέσα στὰ ἀτάκτως ἐρριμμένα τοῦ νῦν καιροῦ ἀνεγείροντας ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ τοὺς γνωστοὺς καλλιμάρμαρους ναούς, δημιουργήματα τοῦ ἀρχαίου πνεύματος κτλ. (ὁρθοέπεια). Ὁ γηγενὴς γνωρίζει πὼς εἶναι καὶ παραμένουν ἐρείπια καὶ προχωρεῖ σὲ σύνθεση ἄλλης τάξεως.

Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐντάσσεται καὶ τὸ φαινόμενο τῆς ἀνορθογραφίας, τὸ ὁποῖο σωστὰ θὰ μεταφράζαμε σὲ δυνατότητα ἢ μᾶλλον δικαίωμα τῆς ἀνορθογραφίας ποὺ τὸ προσφέρει ἡ γλώσσα στὴν παροῦσα πολυτονική της μορφή, δυνατότητα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀκριβῶς ὁ ποιητικὸς βίος καί πράξη πηγάζει.

Ἡ δυνατότητα τῆς ἀνορθογραφίας εἶναι λοιπὸν ἡ εἰδοποιὸς διαφορὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, στὴν ποιητική της ὑποσταση, ὑπενθυμίζοντας πρῶτον τὰ ἐρείπια ποὺ συναντᾶμε στὴν καθημερινὴ ζωὴ δεύτερον ἐπαναλαμβάνοντας πὼς ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς διάλυσης τῆς λεγομένης ἁρμονίας (πάλι κατὰ τοὺς ἀναγεννησιακούς) ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν χώρα διχασμοῦ — τῆς κινητήριας δύναμης ποὺ εἴτε ἀφανίζει εἴτε πλέον ἐξαναγκάζει σὲ πνευματικὴ εὐφορία — καὶ ὅτι πέραν τῆς ἐπικοινωνιακῆς της ἀξίας, τῆς περιορισμένης, διατηρεῖ τὸ προνόμιο νὰ ἐκφράζει εἰρωνευομένη τὸν ἑαυτό της ταυτόχρονα, νὰ συνθέτει διαλύοντας, σὲ συνεχῆ ἐμπόλεμη κατάσταση ἐναντίον κάθε εἴδους ὀρθολογισμοῦ, καί πὼς ἐδῶ μᾶλλον θὰ πρέπει ν᾿ ἀναζητηθεῖ κι ὁ μίτος τῆς ἐξέλιξης, μέσα ἀπὸ τὶς σκολιές του ἀτραπούς — «ἀντιφάσεις» — τοῦ νεοελληνικοῦ ποιητικοῦ λόγου.

Παρένθεση γιὰ τὶς νεοελληνικὲς σπουδὲς στὸ ἐξωτερικό.

Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρεῖται μια ἄνθηση τῶν νεοελληνικῶν σπουδῶν στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη. Ἡ ὥρα τῶν πανηγυρισμῶν καταφθάνει ἴσως. Στὸ μεταξὺ δὲν θά ᾿βλαφτε νὰ στοχαζόμαστε περιληπτικὰ γιὰ τὰ ἐνδεχόμενα ἀνταλλάγματα ποὺ ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ γλώσσα σὰν τίμημα αὐτῆς τῆς διάδοσης.

Ὑποχωρώντας ἡ ποίηση ἐκεῖθεν τῶν συνόρων (κάτι ποὺ στὴν πραγματικότητα μπορεῖ νὰ ἐκφράζεται καὶ μὲ τὸν διπλασιασμὸ τῆς σύνθεσης ἐκτύπωσης καὶ κυκλοφορίας τῶν ποιητικῶν συλλογῶν) αὐτὸ σημαίνει πὼς ἡ μεταδοτικὴ — σκέψεις, συναισθήματα — ἄποψη τῆς γλώσσας ὑπερτερεῖ. Ἡ παρεξήγηση αὐτὴ πὼς τάχα ἡ γλώσσα καί ἑπομένως ἡ ποίηση θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἁπλῶς φορεὺς ἰδεῶν ἢ συναισθημάτων (βαθυστόχαστων ἢ λεπτεπίλεπτων ἀντίστοιχα) τὰ ὁποῖα μεταδίδονται μορφώνοντας (μᾶλλον δασκαλεύοντας) ἕνα ὁσοδήτοτε ὥριμο κοινὸ εἶναι καθαρὰ πολιτική, ἀντιποιητικὴ ἑπομένως.

Πολιτικὴ ποίηση θὰ πεῖ πὼς ἀφήνω ἠθικὰ ἢ λογικὰ κριτήρια νὰ νομοθετήσουν—ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ἤδη ἀμφιβολίες γιὰ τὸ ἂν τὸ αἰσθητικὸ κριτήριο εἶναι τὸ δεσπόζον στὴν ποίηση ἢ τὸ ἁρμόζον κάν.

Οἱ πρακτικὲς συνθῆκες τῆς διδασκαλίας μέσα σ᾿ ἕναν χῶρο ἀντιποιητικὸ εὐνοοῦν λοιπὸν ὄσον ἀφορᾶ τὴ γλώσσα μιὰ καθαρὰ φαινομενολογικὴ προσέγγιση, κι ὅσο γιὰ τὴ λογοτεχνία (ἀντιδιαστέλλεται μὲ τὴν ποίηση) συχνὰ δὲν χρησιμεύει παρὰ σὰν ἔδαφος καθαρὰ κοινωνιολογικῶν ἀναζητήσεων καὶ ἄγρας συμπερασμάτων (κάτι ποὺ σταθερὰ καὶ στὴν ἡμεδαπὴ παρατηρῶ κερδίζει ἔδαφος).

Σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω εἶναι ἀπολύτως δυνατὸν νὰ ἀκούγονται —φερ᾿ εἰπεῖν σ᾿ ἕνα ἀπο τὰ ἐλάσσονα νεοελληνικὰ σπουδαστήρια τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης— ἀφορισμοὶ καὶ σχετλιασμοὶ στὸ ὕφος:

Οἱ Ἕλληνες δὲν γνωρίζουν ὀρθογραφία, ὁρισμένοι δὲν ξέρουν κὰν νὰ ὀρθογραφήσουν τὸ ὄνομά τους / Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀναρμόδιοι νὰ συγγράψουν τὴν ἱστορία τοῦ τόπου τους (ἰδιαιτέρως τὴν σύγχρονη) / Εἶναι τέλος ἀνίκανοι νὰ κρίνουν τὴ λογοτεχνία τους δίχως ἔξωθεν βοήθεια.

Δηλαδὴ κοινωνιολογικὲς παρατηρήσεις (ἤδη κοινωνιολογικῶς συζητήσιμες) φαινομένων ποὺ δὲν ἐπιδέχονται ἄλλη ἐξήγηση ἀπὸ τὴν συγγενῆ: ἐδῶ τὴν ποιητική, ποὺ κατὰ ἕνα αὐτονόητο τρόπο δεσπόζει καὶ στὴν ἱστορία καὶ στὴ γλώσσα.

Καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ προκείμενο;

Σέβομαι καὶ τιμῶ τὴν χορεία τῶν δημοτικιστῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κρατώντας ἀπὸ τὸν Σολωμὸ ὑπερασπίστηκαν τὰ δικαιώματα τῆς ζωντανῆς γλώσσας μὲ πάθος τὸ ὁποῖο δὲ ἀνάλωσαν ὑπερασπιζόμενοι τὰ πλέον ἐφήμερα «ἀτομικὰ δικαιώματα» τὰ διατυμπανιζόμενα στὴν «ἀνθρωπιστική» μας ἐποχή. Ὡστόσο — καί δὲν ἀποτελεῖ ἀντίφαση — θὰ εἶχα νὰ συνεχίσω πὼς σήμερα ὁ δημοτικισμὸς (ἀπὸ ὅπου καὶ τὸ μονοτονικό, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος) δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ ἕναν τεράστιο καὶ ἐκκωφαντικὸ ἀναχρονισμό. Ὄχι βεβαίως μὲ τὴ ἔννοια πὼς τάχα σήμερα εἴμαστε πιὸ προοδευμένοι (καμιὰ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν ξεπερνιέται — ἐδῶ μόνο ὑπέρβαση χωρεῖ· θά ᾿τανε σὰν νὰ ὑποστήριζε κανεὶς ὅτι ὁ Ὅμηρος καὶ μὲ μόνη τὴν ἐφεύρεση τῆς πυρίτιδος ἢ τοῦ ἀεροπλάνου θά ᾿πρεπε νὰ θεωρεῖται ἀκυρωμένος) — οὔτε πὼς θὰ μπορούσαμε νὰ δεχτοῦμε ἀβασάνιστα τὶς καθησυχαστικὲς διαβεβαιώσεις περὶ Κοινῆς, μιᾶς νέας λέει Κοινῆς, τῆς ποσοστῆς50, ὅταν τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι πῶς θὰ βροῦμε γλωσσικὰ τὴ βολή μας, ἀλλὰ ἀκριβῶς πῶς θὰ ξεβολευτοῦμε καὶ πῶς θὰ κινδυνέψουμε καὶ καμιὰ ποίηση δίχως τὸν τρόμο τοῦ ἐκτροχιασμοῦ εἴτε τοῦ κατακρημνισμοῦ. Ἐδῶ ἀκριβῶς θὰ ὠφελοῦσε ἡ ἐμμονὴ στὴ μελέτη τοῦ Κάλβου καὶ τοῦ Καβάφη (μεταξὺ ἄλλων) — καὶ πάλι ὄχι γιὰ τὴν συντήρηση τοῦ ὕφους, τους (ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ «στὺλ») ἢ τὴν τυχὸν ἀντιγραφή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνακάλυψη (καὶ ὄχι ἐφεύρεση) τῶν γλωσσικῶν συντεταγμένων καὶ τοῦ σημείου ἰσορροπίας αὐτοῦ τοῦ ὕφους, ποὺ καὶ βέβαια ὑπερβαίνει τὴ γλώσσα. Μόνο ἔτσι νοεῖται μελέτη τῆς ποίησης.

Ὕποπτο σημεῖο τοῦ δημοτικισμοῦ θὰ θεωροῦσα ἐξάλλου ἐτούτη τὴν ὁμόφωνη παραδοχή του στὴν Ἑσπερία, φαινόμενο μὲ τὸ ὁποῖο συνδεονται καὶ οἱ ἐπίμονοι πανηγυρισμοὶ γιὰ τὴν ἐπικείμενη καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ἐπίσημα καὶ ἐδῶ, ποὺ θὰ πρέπει φυσικὰ νὰ ἔχουνε τὴ βάση τους, καθως πᾶς ἐναντιούμενος σήμερα δὲν θεωρεῖται ἤδη παρὰ ἐγκάθετος εἴτε θλιβερὰ δέσμιος «τῆς προγονολατρείας ὀλίγων ἡμιμαθῶν ἀντιδραστικῶν», ὅπως τόσο εὔστοχα ἀπεφάνθη τίς προάλλες ὁ ἡμερήσιος τύπος.

Παραδεχόμενοι τὸ μονοτονικὸ ἔχουμε ἤδη κάνει τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴ κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. Τὸ μονοτονικὸ ἀποδεικνύεται, ὑπερθεματίζω, ἕνα ἁπλῶς μεταβατικὸ στάδιο ὣς τὴ πλήρη κατάργηση τῶν τόνων. Χαρακτηριστικὰ τὸ ἀτονικὸ σήμερα ὑποστηρίζεται ἀπὸ μὴ Ἕλληνες ἐπιστήμονες, ἄτομα μὲ ἐνδεχομένως ἐκτεταμένη γνώση τῆς γλώσσας, ὅμως μὲ καθαρὰ διανοητικὴ σχέση μαζί της, καὶ ἀπ᾿ ὅσο δύναμαι νὰ γνωρίζω μὲ μία σχετικὴ ἕως ἀπόλυτη ἀδιαφορία ἀπέναντι στὴν ποιητική. Οἱ γηνενεῖς ὑπέρμαχοι τοῦ μονοτονικοῦ διστάζουν μέχρι στιγμῆς νὰ παραδεχτοῦν ὅτι συνέπεια πρὸς τὶς ἀρχές τους θὰ σήμαινε, μετὰ τὸ ἀτονικό, συνέπεια φυσικὴ (ὅταν ἡ βάση εἶναι «πὼς μὲ κανένα τρόπο δὲν θά ᾿πρεπε τὰ Ἑλληνόπουλα νὰ ταλαιπωροῦνται ἀδίκως»), τὴν παραδοχὴ ἑνὸς καθαρὰ φωνητικοῦ ὀρθογραφικοῦ συστήματος, δηλαδὴ στὴν οὐσία διάλυση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, σὲ ἕνα σύστημα φθόγγων, ἤχων καὶ θορύβων ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἄπειρα συστήματα ποὺ ἐξετάζει ἡ ἐπὶσης ἀδιάφορη πρὸς τὴν ποίηση Φωνητική.

Ἂς ἐκσυγχρονίσουμε λοιπὸν τὴν γηραιὰ τούτη γλώσσα καὶ ἂς τὴν ἀναμορφώσουμε — ἀδιάφορο, μονοτονικῶς ἢ ἀτονικῶς· ὅμως νὰ ξέρουμε πὼς ἀτοτρέπουμε συγχρόνως τὴν ποίηση: ὄχι φυσικὰ τὴν ποίηση τῶν κατὰ καιροὺς ἐκκολαπτομένων, καὶ ἐγκαίρως ἀποκαλυπτομένων, ταλέντων, οἱ ταλαντοῦχοι μποροῦν στὴν ἀνάγκη καὶ χωρὶς γλώσσα νὰ κάνουν κάποιου εἴδους στίχους, καὶ μάλιστα στίχους ποὺ νὰ γίνονται παραδεκτοὶ καὶ ἐξαργυρώσιμοι ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει καὶ νὰ μεταφράζονται σ᾿ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς σύγχρονης Βαβέλ, σχεδὸν προτοῦ προλάβουν κὰν νὰ ἐκφράστοῦν στὸ μητρικὸ ἰδίωμα. Ἂν καταργηθεῖ ἡ ποίηση δὲν βρίσκω τὸ λόγο νὰ διατηρηθεῖ ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα κάν. Πρακτικότερο θὰ ἦταν νὰ υἱοθετούσαμε μιὰν ἄλλη, μιὰ τυχοῦσα γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς ἐπικοινωνίας (που λέγεται ὅτι γίνονται ὅλο καὶ πιὸ πιεστικές). Θὰ πρότεινα καμιὰ διεθνῆ. Ἂν ἦταν πάντως τ᾿ ἀγγλικὰ ἢ τὰ γαλλικὰ θὰ ἀκολουθούσαμε βέβαια ἀγόγγυστα ἐδῶ ἕνα ἱστορικὸ σύστημα ὀρθογραφίας, διότι στὶς «μείζονες» αὐτὲς γλῶσσες πρόλαβε πρὸ πολλοῦ νὰ καθιερωθεῖ σὲ παγκόσμια κλίμακα. Να μιλήσουμε τώρα ἀλλιώτικα κι ἂς κοιτάξουμε πιὸ συγκεκριμένα ὁρισμένες ἀπὸ τὶς διακρίσεις, οἱ ὁποῖες ἐξαφανίζονται μαζὶ μὲ τὸν πολυτονισμό. Τὸ σύστημα ποὺ συμβολίζοντας ἄφωνα καὶ βουβὰ τὴ μυστικὴ διάσταση μέσα σὲ κάθε μας λόγο μᾶς διδάσκει πὼς δὲν εἴμαστε μόνοι ὅταν μιλᾶμε ἀλλὰ συντροφευόμαστε ἀπὸ τὸ ἀφανὲς ἀκροατήριο τῆς στρατιᾶς τῶν ἀπόντων καὶ τῶν νεκρῶν (καὶ δίχως τὰ σημάδια ἐκεῖνα, τὰ μνήματα ποὺ τοὺς μνημονεύουν μέσα στὴν ὀρθογραφία μυθεύματα θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὰ περὶ τοῦ μνημειακοῦ τάχα χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς), ἕνα πλῆθος ποὺ δίνει καὶ ὑπόσταση στὰ ὁμιλούμενα. ᾽Αλλιῶς δὲν γράφουμέ παρὰ γιὰ τὸ παρόν, τὸ ἐσαεὶ φθίνον, ποὺ ἤδη μὲ τὴν προφορὰ τῆς πρώτης συλλαβῆς του ἔχει παρέλθει. Ἄλλο τὸ νῦν.

Ἡ σύνδεση ἔγινε ὡραία
Ὡραῖα ἔγινε ἡ σύνδεση

θὰ ἤτανε λοιπὸν τὸ πρῶτο παράδειγμα. Παρεμφερῶς: Ἡ ἔκβαση φαίνεται — τυχαία ἢ τυχαῖα, κι ἀστραπιαῖα ἀκόμη εἴτε ἀκαριαία, ἂν κλιμακώσουμε. (Ἡ ἔμπνευση ἦρθε τελευταία ἢ τελευταῖα μοναχὰ κατὰ τὴν χρονικὴ τάξη). Μιὰ λέξη ἀπομονωμένη, δίκην τίτλου, παραδείγματος χάριν, εἴτε ἐπιφωνήματος εἴτε στιγμιαίας κατάθεσης μέσα στὴ γλώσσα εἴτε ποιητικῆς ἐκλάμψεως, πῶς θὰ διαβαστεῖ (διότι τὰ ψηφία δὲν εἶναι παρὰ ἡ πρώτη προσπέλαση): Μοιραία ἢ μοιραῖα ἁπλῶς — κι ἂν συνεχίζαμε, ἂν πρέπει σώνει καὶ καλὰ νὰ βροῦμε συμφραζόμενα, ποὺ ὅμως ἐδῶ δὲν διαφωτίζουνε τὸ νοήμα ποσῶς: Μοιραία, ἢ ἁπλῶς μοιραῖα / ἀποκαλύπτεται ἡ ἀλήθεια;

Ὥσπου νὰ φτάσουμε στὰ Τελειωμένα:

Ἄλλη καταστροφή, ποὺ δὲν τὴν φανταζόμεθαν,
ἐξαφνική, ραγδαία πέφτει ἐπάνω μας,
κι ἀνέτοιμους—ποῦ πιὰ καιρὸς—μᾶς συνεπαίρνει.

Ἡ διάκριση ποὺ χάνεται (μᾶλλον ποὺ ἐξορίζεται αὐθαίρετα μὲ τὴν πολιτικῆς καὶ ὄχι φιλολογικῆς προελεύσεως ἀρχὴ τοῦ οὐκ ἀγαθὸν πολυκαισαρίη) εἶναι, γιὰ νὰ κυριολεκτήσουμε σύμφωνα μὲ τὴν γραμματική, ἀνάμεσα στὸν κατηγορηματικὸ προσδιορισμὸ θηλυκοῦ γένους καὶ τὸ ἐπίρρημα. Καλῶς ἢ κακῶς, ἀλλὰ ἀναπότρεπτα, ἡ νέα ἑλληνικὴ τὰ θέλει στὴ σημερινή της καὶ ὀμιλουμένη φάση ὅμοια μέχρι ψηφίου, παράλληλα μὲ τὴν πολὺ εὐρύτερη χορεία τῶν ὁμοήχων τὰ ὁποῖα μόνο ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία τὰ κρατᾶ καὶ ἀπὸ ὅπου ὁ Καβάφης (ὁ ποιητὴς τοῦ τίτλου Ἡδονῇ καὶ τοῦ «διδῷ») ἀντλεῖ τὶς ρίμες του. Ἄλλο μέσο ἀπὸ τοὺς τόνους σ᾿ ὅλη τους τὴν κλίμακα δὲν ὑπάρχει ἂν ἐνδιαφερόμαστε νὰ κρατήσουμε τὴ διάκριση, δηλαδὴ τὶς ἐκφραστικὲς δυνατότητες ποὺ μᾶς ἐξασφαλίζει.

Ἀργῶ τάχα, καθυστερῶ ἢ μήπως βρίσκομαι ἁπλῶς μὲς στὴν ᾽Αργὼ τῶν Συμπληγάδων τῆς ποίησης.

Τὸ ἀντεπιχείρημα πὼς στὶς δύσκολες περιπτώσεις καταφεύγουμε στὴν περισπωμένη δὲν ἰσχύει. Εἴτε καταργεῖται ἡ περισπωμένη μαζὶ μὲ τὰ ὑπόλοιπα μὴ ἄμεσα ἀποτελεσματικὰ στοιχεῖα τῆς γραφῆς, ὁπότε φυλάσσεται τὸ πολύ, στὴν καλύτερη περίπτωση, σὲ ἐκδόσεις κειμένων ποὺ ἤδη μ᾿ αὐτὴ τὴν κίνηση θὰ ἔχουν περάσει στὰ ἀζήτητα τῆς ποίησης, δηλ. τοῦ Καβάφη, τοῦ Σικελιανοῦ (ἀκόμα καὶ τοῦ Σεφέρη), στοὺς ὁποίους τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἁπλούστατα ἀνεφάρμοστο· εἴτε διατηρεῖται ό πολυτονισμὸς σ᾿ ὅλη του τὴν πληρότητα καὶ μέχρι συντελείας καὶ ἐκπνεύσεως τοῦ παρόντος ποιητικοῦ αἰώνα.

Ἀκόμα καὶ ἡ βαρεία, ποὺ καταποντίστηκε πρόσφατα διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας, βοηθοῦσε στὶς διακρίσεις: τὸ ἕνα γιά τὸ ἄλλο, τὸ ἕνα γιὰ τὸ ἄλλο. Τὰ δύο γιατί, αἰτιολογικὸ καὶ ἐρωτηματικό, τὰ ὁποῖα ἡ ποίηση ἀπαιτεῖ:

Γιατί ν᾿ ἀρχίσει μονομιᾶς αὐτὴ ἡ ἀνησυχία
Γιατὶ τὰ σπάσαμε τ᾿ ἀγάλματά των (Καβάφης)
Γιατὶ βαθιά μου δόξασα (Σικελιανὸς)
Γιατὶ περάσαν τόσα καὶ τόσα μπροστὰ στὰ μάτια μας (Σεφέρης)

Καὶ ὅσα ἄλλα. Οἱ παλιοὶ ποιητὲς εἶναι χαμένοι λοιπόν. Ὅσο γιὰ τοὺς καινούργιους, ἢ θὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὴν νέου εἴδους λογοκρισία (ποιοτικὴ τώρα καί μπροστα στὴν ὁποία ἡ καθαρὰ ποσοτικὴ τῆς πρόσφατης δικτατορίας καταντᾶ ἀνώδυνη) εἴτε χάνονται ἐν τῇ γενέσει τους.

Διότι δὲν εἶναι τὸ πλῆθος τῶν θεμάτων τοὺ καθορίζει τὴν ἐλευθερία τῆς ποίησης (αὐτὸ καθορίζει τὴν ἐλευθεριότητα τὸ πολὺ) ἀλλὰ ἡ ἀπεριόριστη δυνατότητα ἔκφρασης μέσα στὰ ἤδη ὑπάρχοντα τὰ ἐξ ἀρχῆς τεθέντα τὰ συνδέοντα μὲ τὰς ἀρχάς.

Περνώντας στὰ πνεύματα θὰ ἤθελα ἁπλῶς νὰ ὑπενθυμίσω τὴν δασεία ποὺ στὸ σύμπλεγμα ἅψε σβῆσε θυμίζει ἄσφαλτα πὼς τὸ ἅπτω (ἀνάβω) βρίσκεται στὴ ρίζα τῆς ἁφῆς, ποὺ ξεχωρίζει τὸ ἔπος ἀπὸ τὰ ἑπόμενα καὶ τὰ παρεπόμενά του, σημειώνοντας ἐπίσης ὅτι τὸ ὀλολύζω δὲν εἶναι καμιὰ ὁλικὴ κατασταση καὶ ὅτι ἂν πηδῶ καὶ ἅλλομαι δὲν σημαίνει ἀπαραιτήτως πὼς ἔγινα ἀλλόφρων, ἐνῶ συνδέει ἅλω καί ἅλωση, τὰ ἄλλως ἀσύνδετα στὰ λεξικά. Ἂν μὲς στὸ ἅψε σβῆσε διώξουμε τὸ πνεῦμα γιὰ ποιὸ λόγο νὰ μὴν ὀρθογραφήσουμε apse καὶ νὰ κάνουμε ὀνοματοποιία, φέρνοντας στὸ νοῦ τὶς κινήσεις τοῦ καταβροχθίζω, προσκομίζοντας βέβαιη ἄνεση καὶ ἀνθόσπαρτον βίον στὰ Ἑλληνόπουλα τῆς ἐρχόμενης γενιᾶς. Γιὰ τὸ ἀτονικὸ τὰ παραδείγματα βρίθουν καὶ ἤδη ὁ δρ. Ἀιντ. εἶχε τὴν προνοητικότητα νὰ παραθέσει μὲς σὲ μιὰ παρένθεση τὸν νόμο καὶ τὸν νομό. Θὰ πρόσθετα πέρα ἀπὸ τὰ αὐτονόητα ζεύγη τοῦ τύπου ἐξαιρῶ καὶ ἐξαίρω καὶ τὴν πρόταση, ποὺ δὲν παρέχει μέσα στὰ συμφραζόμενα51 κανένα κλειδί:

Ὁ οὐρανὸς εἶναι θολὸς ἢ θόλος τάχα

καθὼς καὶ τὴν γραμματολογικὴ ὑπόμνηση ὅτι ὁ Ἐγγονόπουλος ἐνῶ φροντίζει νὰ βάλει τὸν τόνο (σὲ κεφαλαῖα σημειωτέον) στὸν Μπολιβὰρ καὶ μάλιστα. στὴ λήγουσα, ποὺ εἶναι ὁ τόνος τοῦ ποιήματος καὶ ὄχι τῆς φιλολογίας, παραλείπει νὰ τὸν τοποθετήσει στὸν τίτλο ΕΛΕΥΣΙΣ δηλώνοντας προφανῶς πὼς ἡ διπλὴ δυνατότητα τονισμοῦ πρέπει νὰ κρατηθεῖ ταυτοχρόνως (καί πὼς κατὰ συνεκδοχὴν ὁ ἐρχομὸς τῶν μυστηρίων ἤγγικε), ἀπ᾿ ὅπου συμπεραίνουμε σωστὰ ὅτι οἱ τὁνοι, μέσα στὸ πολυτονικὸ σύστημα, καὶ στὴν ἀπουσία τους ἀκόμα ἐπιτελοῦν ἔργο, ἔργο συναφὲς μ᾿ ἐκεῖνο ποὺ ἐκτελεῖ καὶ ἡ ὀρθογραφία μέσα σὲ ἕνα ἱστορικὸ σύστημα ὀρθογραφίας καθὼς καὶ ἡ παραφωνία μέσα σ᾿ ἕνα ἁρμονικὸ σύστημα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συνεχίσω οὔτε τὰ παραδείγματα οὔτε τὶς μετρήσεις, ὅσα ἀνέφερα ἦταν μονάχα ἐνδεικτικὰ γιὰ νὰ φανεῖ πὼς ἡ διατήρηση τῶν τόνων, ὡς ἔχουν, δὲν εἶναι ἁπλῶς αἰσθητικὴ ὑπόθεση οὔτε γνώρισμα προγονοπληξίας ἀλλὰ ἐκτελεῖ καὶ μία λειτουργία καθαρῶς διακριτικὴ ποὺ καταργώντας την ἔχουμε περικόψει ἀπολύτως ἀντίστοιχα καὶ τὴν ἐκφραστικὴ ἐλευθερία.

— «Οἱ τόνοι, ὁλόκληρο τὸ σύστημα τῆς νεοελληνικῆς ὀρθογραφίας, εἶναι δεσμά». Βεβαιότατα. Δεσμὰ ποὺ μᾶς ἀπαγορεύουν νὰ γίνουμε μετέωροι, ἂν πρόκειται τὸ ζήτημα νὰ τεθεῖ στὴν οἰκεία του βάση. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ποιητῆ κατὰ συνέπεια εἶναι ἀπολύτως ἀνάλογη μὲ τὸ βαθμὸ ποὺ ὁ ἴδιος εἶναι σκλάβος· ὄχι ὁποιασδήποτε, ἀκόμα καὶ τῆς σοβαρότερης κοινωνικῆς ἢ πολιτικῆς ἀπαίτησης, ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς ποίησης κατευθείαν.

Ἔχει λοιπὸν τὴν ἐλευθερία νὰ χρησιμοποιήσει καὶ τὸ λάθος· εἴτε τὸ καταξιωμένο τῆς τάξεως τοῦ «ἐπέστρεφε» (σκεφτεῖτε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ πόσα «λάθη» πρόλαβε νὰ κατοχυρώσει ἡ γλώσσα. Ὅταν στὴν πρόταση «φέτος ἡ ἐπέτειος» ἡ λαϊκή, ἀρχικὰ λανθασμένη, καὶ ἡ λογία λέξη συνυπάρχουν σήμερα σὲ ἀπόλυτη ἰσοτιμία) εἴτε τὰ πλέον παράτολμα καί ρηξικέλευθα ὅπως ὁ τύπος «ἐβδομὰς» μέσα σὲ δίστιχο πέρα ὣς πέρα δημοτικὸ (Στὸ ποίημα Ὡραῖα λουλούδια κι ἄσπρα ὡς ταίριαζαν πολὺ τοῦ Καβάφη). Τὰ κράματα αὐτὰ δὲν τά ᾿χει δημιουργήσει ἐκ τῶν προτέρων ἡ γλώσσα γιὰ λογαριασμὸ τοῦ ποιητῆ· τὰ δημιουργεῖ ὁ ἴδιος ἐν ἐλευθερίᾳ (δηλαδὴ δέσμιος τῆς ποίησης) καὶ ἐδῶ μεταξὺ ἄλλων μὲ τὸν σκοπὸ νὰ ἀποτρέψει κάθε συναισθηματικὴ ἀνάμειξη ἢ παρεμβολὴ στὸ ἔργο τῆς ἐρωτικῆς ἀναπόλησης. Ὑπέρβαση τῶν δεσμῶν καὶ ἀνορθογραφία ὡς δικαίωμα εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τῶν πτωχῶν τῷ πνεύματι ὅπως καὶ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Μιὰ τάξη μέσα στὴν ὁποία συναδελφώνονται οἱ ἀναλφάβητοι μὲ τὸν Διονύσιο Σολωμό, νέο γενάρχη.

(Κι ἂν χρειάζεται διευκρίνιση ἐδῶ μποροῦμε νὰ τὴν κάνουμε καὶ διαφορετικά, ὡς ἑξῆς, ὅτι ὁ γραμματισμένος γίνεται πολὺ δυσκολότερα ποιητὴς ἀπὸ τὸν ἀγράμματο, δηλαδὴ μόνο ἂν κατορθώσει νὰ φτάσει στὴν κατάσταση τῆς γλωσσικῆς ἀγνωσίας ποὺ τὸν ἐξισώνει μὲ τοὺς ἀναλφαβήτους).

— «Οἱ τόνοι εἶναι ἁπλῶς τύποι νεκροί». Ἡ πρόταση χαρακτηρίζει ὄχι τὴν γλώσσα ἀλλὰ τὸν ὁμιλοῦντα. Τύποι ἀκριβῶς εἶναι, τύποι τῶν ἤλων, γνώρισμα κάθε πραγματικότητας.

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τίθεται κὰν ἡ διάκριση μεταξὺ τύπου καὶ οὐσίας, κι αὐτὸ συμβαίνει κάθε φορὰ ποὺ δυσανασχετοῦμε μὲ τοὺς τύπους καὶ πᾶμε νὰ τοὺς καταργήσουμε (ἰδιαιτέρως στὴ σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἀπελευθερώσεως μαζικῶς ὅπου ποτὲ ἡ σκλαβιὰ δὲν ἦταν μεγαλύτερη, μὲς στοὺς καιροὺς τῶν νέων φώτων ὅπου ποτὲ δὲν ἤτανε βαθύτερα τὰ σκοτάδια) ἡ «οὐσία», ἂν ὑποθέσουμε ἔστω καὶ στιγμιαῖα πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ἀπομονωθεῖ καὶ νὰ χειραφετηθεῖ, ἔχει γίνει ἤδη ἄφαντη κι ἐμεῖς ἔκπτωτοι.

— «Μὰ ἐπιτέλους τὸ 98% εἶναι ἀπολύτως κατανοητὸ δίχως τοὺς τόνους». Ἂς αἰσιοδοξήσουμε μαζὶ μὲ τοὺς ἀτονιστὲς κι ἐμεῖς κι ἂς ποῦμε πὼς 98 εἶναι κι οὔτε ἕνα λιγότερο καὶ πὼς ἐπίσης δὲν θὰ πείραζε ἀκόμα καὶ ἡ καθιέρωση τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας: Σκεφτεῖτε πὼς θὰ φτάναμε νὰ καταλαβαίνουμε καὶ τὸ 40% τῆς γλώσσας — ἂν τόσο εἶναι — δίχως δυσκολία καὶ δίχως ἀπώλεια.

Τὰ ποσοτικὰ ἐπιχειρήματα δὲν ἐφαρμόζονται παρεκτὸς μεταξὺ ὁμοειδῶν καὶ ὁμοιογενῶν. Λέγοντας π.χ. ἀπὸ τὸ 1 κιλὸ πατάτες πετάω — ὄχι εὐχαρίστως βέβαια — τὰ 20 γραμμάρια ποὺ σάπισαν. Ὅμως μέσα στὸ οἰκοδόμημα ποὺ εἶναι ἡ γλώσσα, πὼς μπορῶ νὰ μπῶ δίχως τὸ κλειδί, μηδαμινοῦ ὄγκου σὲ ἀναφορὰ μἑ τὸν ὄγκο τοῦ ὅλου κτίσματος, καί πῶς μπορῶ νὰ γευτῶ τὸ φαγητὸ δίχως τὸ ἁλάτι, πῶς μπορεῖ τὸ σῶμα τὸ ζωντανὸ νὰ κινηθεῖ δίχως τὰ γραμμάρια ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς του, καὶ πῶς μπορῶ νὰ μιλήσω καὶ νὰ σκεφτῶ κὰν δίχως τὸ 2% ἐκεῖνο, τὸ ἁλάτι τῆς γλώσσας, τὸ τελευταῖο μόριο, τὸ ἐντὸς τῆς γλώσσας ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς ἐπικοινωνίας, ἀπ᾿ ὅπου ἡ ποίηση ἀντλεῖ.

Καὶ ἀνακεφαλαιώνοντας μὲ τὸ μονοτονικὸ ποὺ εἶναι τὸ προτελευταῖο βῆμα πρὶν ἀπὸ τὸ ἀτονικό, μετὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἀκολουθεῖ παρὰ ἡ κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας52, μὲ ἐνδεχόμενη κατάργηση καὶ ὁριστικὸ ἐνταφιασμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, στεροῦμαι ἅπαξ καὶ διὰ παντὸς τὴν ποιητικὴ ἐλευθερία καὶ ἀπαρνιέμαι τὴ δυνατότητα τοῦ λάθος ἀπὸ τὸ ὁποῖο προάγεται ἡ ποίηση.

— «Μὰ δὲν θὰ διαβάζουμε γρηγόρα». Πρὸς τί ἡ ταχύτης.

Γιατί νὰ μοῦ ἀφαιρεθεῖ ἡ δυνατότητα τῆς περισκέψεως κάθε φορὰ ποὺ γράφοντας ἢ ἀναγινώσκοντας ποὺ ὅταν γίνονται μὲ μία ὁρισμένη ἔνταση εἶναι ταυτόσημες πράξεις ὑπαινιχτήκαμε προηγουμένως, κάθε φορὰ ποὺ σκοντάφτω στὰ ζῶντα λείψανα καὶ τὰ ἀπολιθώματα ποὺ γονιμοποιοῦν τὴ γλώσσα.

Γιατί νὰ μὲ ἐμποδίσουνε ν᾿ ἀντλῶ ποιητικὰ ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἐποχὴ καὶ μορφὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὄχι ἀρχαιοδιφικὰ μὰ κάνοντάς την παρόν.

Ἢ μήπως καὶ συμπληρώσαμε τὸν κύκλο τῆς ζωῆς τῆς ποίησης (παραμένει βεβαίως δυνατόν, ἀκούω ξάφνου, καὶ ἀναλογίζομαι πὼς καμιὰ βεβαιότης δὲν χωρᾶ στὰ ποιητικὰ πράγματα) καὶ εἴμαστε ἀδέσμευτοι πλέον καὶ ἐλεύθεροι νὰ περάσουμε στοὺς «κοινωνικοὺς προβληματισμοὺς» καὶ τὶς ἰδιωτικὲς ἀναδιφήσεις στὰ ὁποῖα ἐλλείψει τῆς ποίησης ἐπιδίδονται τὰ προηγμένα καὶ φωτισμένα κράτη ἐν χορῷ. Ἂν περὶ αὐτοῦ πρόκειται ἄς σπεύσουμε τότε.

— «Μὰ δὲν θὰ διδάσκεται ἡ γλώσσα ἀποτελεσματικὰ στὴ νέα γενεά».

Ποιός ὁ λόγος νὰ διδάσκεται κὰν ἢ νὰ παραδίδεται ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδας μιὰ γλώσσα ποὺ σκότωσε τὴν ποίηση, γλώσσα νεκρὴ καὶ ὄργανο ἐπικοινωνίας μεταξὺ ζώντων νεκρῶν.

Σοφία Σκοπετέα Κοκκιναράς, Αὔγουστος 1979.


Διαβάστε ἐπίσης ἕνα προηγούμενο μικρὸ κείμενο τῆς Σοφίας Σκοπετέα: Οἱ κίνδυνοι τῆς ἀνάγνωσης, περιοδικὸ Ἐποπτεία, τεῦχος 50, Ὀκτώβριος 1980, σελ. 738.

Ἡ μονοτονικὴ «ἐπανάσταση»

[Τοῦ Ἄγγελου Ἐλεφάντη, περιοδικὸ «Ὁ Λογοτεχνικὸς Πολίτης», τ. 47-48, Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 1982.]

Εἴτε πιστέψουμιε τὴ διαβεβαίωση τοῦ ὑπουργοῦ Παιδείας κ. Βερυβάκη ὅτι ἡ καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι «πραγματικὴ ἑπανάσταση» εἴτε ἐμπιστευτοῦμε τὶς ἀπόψεις τῆς Ὁμάδας ᾽Εργασίας γιὰ τὴ μελέτη τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος, καὶ τῶν Συμβούλων τοῦ ΚΕΜΕ ποὺ τὴν εἰσηγήθηκαν ὁμόφωνα — νομίζω ὑπάρχει μία μόνο ἀντίρρηση τοῦ κ. Συριόπουλου — εἴτε, τέλος, διατρέξουμε τὰ κείμενα διαφόρων ἐπιστολογράφων καὶ ἀρθρογράφων ποὺ κάθε τόσο τὰ βάζουν μὲ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, ἀβίαστα θὰ μπορούσαμε νὰ ὁδηγηθοῦμε στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ μεταρρύθμιση τοῦ συστήματος τονισμοῦ τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας εἶναι θέμα κρίσιμο γιὰ τὴν παιδεία, τὴν ἐκπαίδευση, τὰ γράμματα καὶ τὴν ἐθνικὴ οἰκονομία. Κι ἀκόμα δὲν θ᾿ ἀργούσαμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι πρόκειται γιὰ θέμα ἔντονα πολιτικὸ ἀφοῦ τόσοι καὶ τόσοι διαβεβαιώνουν ὅτι, ὣς τώρα, ἡ ἀντίδραση καὶ ἡ δεξιὰ ἐμπόδιζαν τὸ λαὸ νὰ γράφει σωστά, χωρὶς τόνους καὶ πνεύματα, τὴ γλώσσα του καὶ μόνο χάρη στὴν κυβέρνηση τῆς ἀλλαγῆς, ἐπιτέλους, τὸ ὄνειρο τόσων καὶ τόσων γενεῶν γίνεται πραγματικότητα.

***

Ὅπως κάθε ἐπανάσταση, ἔτσι κι αὐτή, πέρασε διάφορες φάσεις. Μὲ τοὺς ἕνδοξους μακρινοὺς πρωτοπόρους της, ποὺ μόνοι κι ἀγνοημένοι ἐκήρυτταν παραγνωρισμένοι τὸ λόγο της, τοὺς πρώτους τολμηροὺς ποὺ ἀναστάτωναν τὴν ὀρθογραφικὴ συμβατικότητα τοῦ πλήθους, τῆς ἐξουσίας καὶ τῶν κατεστημένων, μὲ μιὰ νέα γενιὰ ἐλπιδοφόρα, ἀντισυμβατικτὴ καὶ εἰκονοκλαστικὴ πού, ἰδιαίτερα μετὰ τὴ μεταπολίτευση, μαζικὰ προσχώρησε στὶς νέες ἰδέες, τὶς διεκδίκησε, τὶς ἐπέβαλε καὶ τὶς ἐπαλήθευσε στὴν πράξη. Βρέθηκαν ἀκόμη καὶ οἱ εὐαίσθητες κεραῖες δημοσιογραφικῶν συγκροτημάτων ποὺ καταλαβαν τὸ νόημα τῶν καιρῶν καὶ στάθηκαν στὸ πλευρὸ τῶν πρωτοπόρων. Τὸ μονοτονικὸ κίνημα ἕγινε πλατιὰ λαϊκό, τ᾿ ἀγάπησε ὁ κόσμος καὶ μπόρεσε ἔτσι νὰ ἐκφράσει τὴν ψυχή του καὶ τὰ νοήματά του, ἐλεύθερα, χωρὶς τὰ δεσμὰ τῆς περισπωμένης καὶ τῆς δασείας. Οἱ παλιοὶ ἀγῶνες τῶν δημοτικιστῶν ὁλοκληρώνονται καὶ δικαώνονται μόνο τώρα· ἡ δημοτικὴ μὲ ἁπλουστευμένη τὴν ὀρθογραφία της μπορεῖ νὰ γίνει κτῆμα τοῦ λαοῦ.

Χρειάζονταν ὁστόσο καὶ πολιτικὴ ἔκφραση τὸ κίνημα τοῦ μονοτονισμοῦ, γιατὶ ἀκόμα τὰ κατεστημένα εἶχαν δύναμη μεγάλη. Ἀντιδροῦσε καὶ ἡ Δεξιά. ᾽Αλλὰ τὸ γενικότερο κίνημα τῆς ἀλλαγῆς ποὺ συγκλόνιζε τὴ χώρα τὰ τελευταῖα χρόνια, ὅπως ἦταν ἀνοιχτὸ σ᾽ ὅλες τὶς ἰδέες τῆς προόδου καὶ ἰδιαίτερα σ᾿ ἐκεῖνες ποὺ σχετίζονταν μὲ τὴ μόρφωση, τὴν παιδεία τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐκπαίδευση, ἐνσωμάτωσε ἁρμονικὰ καὶ τὸ μονοτονικὸ αἴτημα στὸ πρόγραμμα τῆς Δομικῆς ᾽Αλλαγῆς. Ἄλλωστε ὁλόκληρη ἡ Ἀλλαγὴ δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ ἐκφραστεῖ μονοτονικά. Ἔτσι τὸ μονοτονικὸ συνδέθηκε μὲ τὸ γενικότερο λαϊκὸ κίνημα, καὶ εὐθὺς μετὰ τὶς ἐκλογὲς ἡ κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ τὸ ἔφερε στὴ Βουλή, σὰν λαϊκὴ ἐντολή, γιὰ τὴν τυπικὴ πολιτειακὴ πράξη ποὺ θὰ τὸ ἐπισημοποιοῦσε, θὰ τὸ ἔκανε νόμο τοῦ κράτους.

Ἡ μονοτονικὴ ἐπανάσταση πάντως πέτυχε χωρὶς ἀντιστάσεις. Ἡ Ν. Δημοκρατία στὴ Βουλὴ δὲν εἶχε ἀντίρρηση ἐπὶ τῆς οὐσίας στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ. Ζήτησε μόνο προσωρινὴ ἀναβολὴ τῆς συζήτησης γιὰ τὴν καλύτερη μελέτη τοῦ θέματος καὶ έπειδὴ τὸ ΠΑΣΟΚ δὲν τῆς ἔκανε τὴ χάρη ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ συνεδρίαση. Οἱ ἀριστεοὲς σύμφωνεσ κι αὐτές. Ὅσο γιὰ τὸ ΚΚΕ, διὰ στόματος Δαμανάκη, στὴν προηγούμενη Βουλή, εἶχε δηλώσει ὅτι ὅσοι ἀντιδροῦν στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ἀντιδραστικοὶ καὶ σκοταδιστές. ᾽Απὸ κοντὰ καὶ ἡ Αὐγή. Ὁ Τάσος Βουρνᾶς, τελευταῖα, ἔμοιαζε σὰ νὰ τοῦ ᾿φυγε ἕνα βάρος ἀπὸ πάνω του ἀφοῦ ἀπαλλαχτήκαμε ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς «κουτσουλιὲς καὶ τὰ περιττὰ στολίδια» ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ ᾽Αλεξανδρινοί. Γνωστὸ ἐπίσης ὅτι ὅλες οἱ ἄλλες ἐφημερίδες μὲ ἐξαίρεση τὴ Μεσημβρινή, ἦταν πραγματικὰ οἱ πρωταγωνίστριες τῆς μονοτονικῆς ἐπανάστασης. Συνοδοιπόρησαν ἐπίσης μαχητικὰ πολλὰ ἐκδοτικὰ καὶ περιοδικὰ μικρῆς ἢ μεγάλης κυκλοφορίας, ἐνῶ τὰ ἐκπαιδευτικὰ σωματεῖα ἀπὸ καιρὸ εἶχαν ἀπαιτήσει τὴν ἄμεση κατάργηση τῶν τόνων ποὺ «μαραίναυν τὸ πνεῦμα, δεσμεύουν τὴ σκέψη καὶ ναρκοθετοῦν τὴ μάθηση». ᾽Εθνικὴ ὁμοψυχία πλήρης, ἀκηλίδωτη καὶ ἀρραγής.

Μιὰ μικρὴ διχογνωμία μόνο ἐπισκίασε λίγο τὴν κατὰ τὰ ἄλλα καλπάζουσα ἀπὸ ἐπιτυχία σὲ ἐπιτυχία μονοτονικὴ ἐπανάσταση. Ἕνας ἀπροσδόκητα βίαιος καβγὰς ξέσπασε μεταξὺ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ μονοτονικοῦ ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ συμφωνήσουν ποιό συγκεκριμένο σύστημα εἶναι τὸ καλύτερο, τὸ εὐκολότερο καὶ τὸ οἰκονομικότερο. ᾽Ενῶ ὅλοι δέχτηκαν ὅτι ἡ περισπωμένη καὶ τὰ πνεύματα πρέπει νὰ ριχτοῦν στὸ σκουπιδοντενεκὲ τῆς ἱστορίας καὶ νὰ διατηρηθεῖ μόνο ἡ ὀξεία (ἢ μιὰ τελεία) στὴ τονούμενη συλλαβὴ τῶν πολυσύλλαβων λέξων, ὡστόσο, ἡ μὲν Πλειοψηφία τοῦ ΚΕΜΕ (συμφωνώντας μὲ τὴν Μειοψηφία τῆς Ὁμάδας Ἐργασίας) εἰσηγεῖται ὁ τόνος νὰ διατηρηθεῖ καὶ στὶς μονοσύλλαβες λέξεις πλὴν ἐξαιρέσεων, ἡ δὲ Μειοψηφία τοῦ ΚΕΜΕ (συμφωνώντας μὲ τὴν Πλειοψηφία τῆς Ὁμάδας Ἐργασίας), ρηξικέλευθη καὶ ριζοσπαστική, πιστεύει ὅτι ἡ μεταρρύθμιση θὰ εἶναι ἡμίμετρο, δῶρο ἄδωρο, λάθος, γιατὶ ὁ τόνος πλὴν ἐξαιρέσεων δὲν χρειάζεται στὰ μονοσύλλαβα. Μερικοί, μάλιστα, λένε ὅτι δὲν χρειάζεται πουθενὰ γιατὶ εἶναι τὰ συμφραζόμενα ποὺ ἐξασφαλίζουν τὸ νόημα τῆς κάθε λέξης, καὶ ὄχι τὸ τονικὸ σημαδάκι. Ἡ τελευταία αὐτὴ περίπτωση πρέπει νὰ θεωρηθεῖ μᾶλλον ὡς έπαναστατικὸς ἐξτρεμισμὸς ἤ, ἀνώριμη παρέκκληση ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς μονοτονικῆς ὀρθοδοξίας, πού, σίγουρα, θὰ θρέψει νέα κινήματα καὶ νέες γενιὲς ἐπαναστατῶν μέσα στὴν ἐπανάσταση.

Κατὰ τὰ ἄλλα καμιὰ φωνὴ διαμαρτυρίας, καμιὰ ἀντίθετη κίνηση, ἢ σχεδὸν καμιά53.

Ἔτσι, ὥριμο τέκνο τῆς ἐθνικῆς ὁμοψυχίας τὸ μονοτονικὸ εἶναι πλέον γεγονός. Ἀλλὰ γιατί ὅλα αὐτά;

Γιὰ νὰ στηρίζουν τὴ μονοτονικὴ ἐπανάσταση εἶπαν καὶ ξαναεῖπαν μονότονα:

  • Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα δὲν ἀποτελοῦν στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς καὶ τῆς παράδοσής μας γιατὶ ὡς γνωστὸν οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχαν αὐτὰ τὰ σημάδια ποὺ ἰσχύουν μόνο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀλεξανδρινῶν γραμματικῶν ποὺ πρῶτοι τὰ εἰσήγαγαν καὶ ἡ συντηρητικὴ παράδοση τὰ κράτησε ὣς τὶς μέρες μας.
  • Τὰ παιδιὰ στὸ σχολεῖο, μαθαίνοντας γραφὴ κι ἀνάγνωση χάνουν χιλιάδες ὧρες καὶ βασανίζονται μὲ τὴν ἐκμάθηση περιπλόκων γραμματικῶν κανόνων.
  • Δὲν ἔχουν πλέον καμιὰ φωνολογικὴ σημασία· ἐκτὸς ἀπὸ τὸν τόνο στὴν τονούμενη συλλαβὴ τῶν πολυσύλλαβων λέξεων ἡ ἐκφορὰ τῶν φθόγγων δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τόνους καὶ πνεύματα. Ἁπλῶς μᾶς μπερδεύουν, ὅπως μπερδεύουν καὶ τοὺς ξένους πού, θέλοντας νὰ μάθουν ἑλληνικά, σκοντάφτουν σ᾿ αὐτὴν τὴν ἄσκοπα περίπλοκη ἱστορικὴ ὁρθογραφία.
  • Σπατάλη κινήσεων καὶ χρημάτων. Γράφοντας καὶ διαβάζοντας μονοτονικὰ ξοδεύομε λιγότερο χρόνο καὶ ἐνέργεια ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἐπενδύσουμε σὲ ἅλλα χρήσιμα καὶ δημιουργικὰ ἔργα. Κυρίως ὅμως θὰ ἔχει μεγάλο κέρδος ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία γιατὶ μὲ τὴν ὀρθογραφικὴ-τονικὴ ἁπλούστευση τὰ «κλαβιὲ» τῶν λινοτυπικῶν, μονοτυπικῶν μηχανῶν, γραφομηχανῶν καὶ φωτοσυνθέσεων θὰ ἔχουν πολὺ λιγότερα σύμβολα-πλῆκτρα και ἔτσι ἕνα κείμενο γιὰ τὸ γράψιμό του θὰ χρειάζεται σαφῶς λιγότερο χρόνο, λιγότερα μεροκάματα κ.ο.κ.

Οἱ λόγοι ποὺ ἐπέβαλαν τὴ μονοτονικὴ μεταρρύθμιση, σοβαροὶ ἣ ἀστεῖοι δὲν ἔχει σημασία, δημιούργησαν τὴν αἴσθηση ὅτι ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ μιὰν πραγματικὴ ἐπανάσταση. Καὶ δὲν ἀστειεύομαι καθόλου γιατὶ τὸ μονοτονικὸ κίνημα πραγματικὰ βασίστηκε σὲ μιὰν ἰδεολογία που αὐτοοριζόταν ὡς ἐπαναστατική. Ἄλλωστε, ἂν ἦταν μόνο τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα54 ἐκδοτικῶν-δημοσιογραφικῶν συγκροτημάτων, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πετύχει. Καὶ πάλι, χωρὶς νὰ ἀστειεύομαι, χρειάζονται κάποιες ἰδέες νὰ γίνουν «ὑλικὲς δυνάμεις τῆς ἀλλαγῆς».

Μερικοὶ ἰδιαίτερα ὅσοι εἰσηγοῦνται τὴν καθιέρωση μὲν τοῦ μονοτονικοῦ, θέλουν ὅμως παντοῦ τὸ τονικὸ σημάδι, στὴν πραγματικότητα ἐκφράζουν μιὰν ἀνησυχία. Ὅτι δηλαδὴ ἡ γραφὴ τῆς γλώσσας μας θὰ ἀναστατωθεῖ ριζικὰ καὶ θὰ πληγεῖ ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀνατροπὴ τοὺς ὑποχρεώνει στὴ συμβιβαστικὴ λύση ποὺ προτείνουν, πράγμα ποὺ ἐξοργίζει τοὺς καθαρόαιμους μονοτονικοὺς καὶ πολὺ περισσότερο τοὺς ἀτονικούς. Ἡ ἴδια ἡ μέση ὁδὸς ποὺ προκρίνεται, καὶ ποὺ ἀκατάστατα ἐφαρμόζουν στὴν πράξη ἐδῶ καὶ 3-4 χρόνια οἱ περισσότερες ἐφημερίδες δείχνει ὅτι ἁπλῶς ἀμβλύνεται ἡ πραγματικὴ ρήξη μὲ τὴν καθιερωμένη γραφή, ρήξη ποὺ τὸ φυσικό της τέρμα καὶ ἡ ὁλοκλήρωση πᾶνε μακριά. Ἂν σήμερα υἱοθετεῖται ἡ μέση ὁδὸς εἶναι γιὰ νὰ «συνηθίσουν πρῶτα τὰ μάτια τῶν πολλῶν νὰ διαβάζουν κείμενα μὲ ἕνα μόνο τονικὸ σημάδι» (Γ. Κακριδής), νὰ μὴν ὑπάρξει ἀλλοίωση τῆς εἰκόνας τῆς λέξης ποὺ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες ἔχουν καταγραμμένη στὸ ἀσυνείδητό τους, γιὰ νὰ μὴν ὑπάρξει ἑπομένως ἡ ἀπόρριψη ποὺ θὰ προκαλοῦσε ἕνας τέτοιος βιασμός, πράγμα ποὺ θὰ καθιστοῦσε εὐθὺς ἐξαρχῆς ἀνεφάρμοστο ναὶ ἀφερέγγυο τὸ μονοτονικὸ σύστημα.

Ἡ λύση, ἑπομένως, εἰναι ρεφορμιστικὴ μὲν ἀλλὰ πολιτικότατη. «Κάλλιο ἕνα βῆμα ἐμπρὸς σταθερὸ ἀλλὰ βῆμα πολλῶν ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων παρὰ πολλὰ λίγων ξεκομμένων πρωτοπόρων». Ἔτσι πάντα γίνεται. Τὸ ζήτημα, ὅμως, εἶναι ποῦ πᾶνε τὰ λίγα ἢ τὰ πολλὰ βήματα.

Ἡ Σοφία Σκοπετέα, νομίζω, ἔδειξε καθαρὰ ποῦ πᾶνε τὰ βήματα τοῦ μονοτονικοῦ. Στὴν κατάργηση γενικὰ τοῦ τονισμοῦ — ἔργο μιᾶς ἅλλης γενιᾶς ἐπαναστατικῆς καὶ μιᾶς ἄλλης κυβέρνησης ἀλλαγῆς — καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα στὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας.

«Παραδεχόμενοι τὸ μονοτονικὸ ἔχουμε ἤδη κάνει τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. Τὸ μονοτονικὸ ἀποδεικνύεται, ὑπερθεματίζω, ἕνα ἁπλῶς μεταβατικὸ στάδιο ὣς τὴν πλήρη κατάργηση τῶν τόνων. Χαρακτηριστικὰ τὸ ἀτονικὸ σήμερα ὑποστηρίζεται ἀπὸ μὴ Ἕλληνες ἐπιστήμονες, ἄτομα μὲ ἐνδεχομένως ἐκτεταμένη γνώση τῆς γλώσσας, ὅμως μὲ καθαρὰ διανοητικὴ σχέση μαζί της, κι᾽ ἀπ᾿ ὅσο δύναμαι νὰ γνωρίζω μὲ μία σχετικὴ ἕως ἀπόλυτη ἀδιαφορία ἀπέναντι στὴν ποιητική. Οἱ γηγενεῖς ὑπέρμαχοι τοῦ μονοτονικοῦ διστάζουν μέχρι στιγμῆς νὰ παραδεχτοῦν ὅτι συνέπεια πρὸς τὶς ἀρχές τους θὰ σήμαινε, μετὰ τὸ ἀτονικὸ (ὅταν ἡ βάση εἶναι πὼς μὲ κανένα τρόπο δὲν θὰ ᾽πρεπε τὰ ἑλληνόπουλα νὰ ταλαιπωροῦνται ἀδίκως), τὴ παραδοχὴ ἑνὸς καθαρὰ φωνητικοῦ συστήματος, δηλαδὴ στὴν οὐσία διάλυση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη, σὲ ἕνα σύστημα φθόγγων, ἤχων καὶ θορύβων ἑνὸς ἀπὸ τὰ ἄπειρα συστήματα ποὺ ἐξετάζει ἡ ἐπίσης ἀδιάφορη πρὸς τὴν ποίηση φωνητική55».

Φυσικὰ οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ μονοτονικοῦ διαρρηγνύουν τὰ ἱμάτιά τους ἂν τοὺς πεῖς ὅτι στὴν πραγματικότητα εἰσηγοῦνται τὴν κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. Ἀντίθετα μάλιστα ἀντιτείνουν ὅτι ἡ ἀλλαγὴ γίνεται μέσα στὸ πλαίσιο τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἀλλὰ εἶναι μιὰ ἀναγκαία γιὰ τὴ σχολικὴ πράξη καὶ τὴν ἐθνικὴ οἰκονομία ἀπλοποίηση56. Οἱ συνεπεῖς ὅμως μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ μονοτονικοῦ διεκδικώντας τὴν κατάργηση, πλὴν ἐξαιρέσεων, τοῦ τόνου καὶ στὰ μονοσύλλαβα τοὺς διαψεύδουν. Ὁ κ. Κριαοᾶς στὸ Βῆμα ὑποστήριζε τελευταῖα ὅτι τὰ μονοσύλλαβα μὲ βάση στατιστικὲς ποὺ ἔχουν γίνει, ἀποτελοῦν περίπου τὸ 1/3 τῶν γραφομένων λέξεων. Ἂν ἑπομένως συνεχίσουμε νὰ τὰ τονίζουμε τότε δὲν κάναμε τίποτε. Δεκτό. Ὅμως ὅλα αὐτὰ τὰ χιλιάδες μου, του, σου, σε, με, να, θα κ.λπ. χωρὶς τὸν τόνο καὶ τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο ὑπῆρξαν ὣς τώρα δὲν ἀλλάζουν ριζικὰ ὄψη; Καὶ μόνο αὐτά; Καὶ μόνο ὄψη; Ὁ καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας Γ. Μπαμπινιώτης57, παρόλο ποὺ θεωρεῖ «ὀρθὴ καὶ ἐπιβεβλημένη ἐπιστημονικὰ καὶ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος», ὑπενθυμίζει ὄτι ἡ κατάργηση τῆς δασείας «σημαίνει στὴν πράξη ἀλλοίωση τοῦ ἐτυμολογικοῦ ἰνδάλματος, τῆς ἐτυμολογικῆς εἰκόνας καὶ συνάφειας τῶν λέξεων». Διότι ναὶ μὲν δὲν προφέρεται, ὅπως ἄλλωστε δὲν προφέρεται τὸ η, τὸ ει, τὸ αι κ.λπ., ἀλλὰ «συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ὀρθογραφικὴ φυσιογνωμία τῆς λέξεως, μὲ τὴν ἱστορία της, καὶ κυρίως μὲ ἕνα πολύπλευρο σύστημα σχέσεων ἐντὸς — προκειμένου γιὰ τὴ γλώσσα μας — καὶ ἐκτὸς τῆς ἑλληνικῆς». Ἡ δασεία λοιπὸν εἶναι λειτουργικὸ σύμβολο ἀφοῦ ἔτσι κατανοοῦμε τὸ σχηματισμὸ τῶν παραγώγων καὶ τῶν σύνθετων μὲ δεύτερο συνθετικὸ δασυνόμενη λέξη, καὶ ταυτόχρονα δημιουργικὸ ἀφοῦ θὰ ἐπιτρέπει καὶ στὸ μέλλον τὴν ἀπρόσκοπτη γλωσσοπλαστικὴ διαδικασία ποὺ ὡς γνωστὸν δὲν σταματᾶ ποτέ. Ἀλλὰ τὰ ἴδια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴ ψιλὴ καὶ τὴν ὀξεία καὶ τὴν περισπωμένη γιατὶ, σὲ κάθε περίπτωση, ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸ ἐτυμολογικὸ ἴνδαλμα, τὴ συνάφεια λέξεων, τὴν ἱστορία τους καὶ τὸ πολύπλοκο σύστημα σχέσεων ἐνσωμάτωσης καὶ παραγωγῆς τους. Σὲ κάθε περίπτωση ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν ἐκφραστικὴ διάσταση τῆς γλώσσας —ἀναπόστατα συνδεδεμένη μὲ μιὰ γραφὴ μὲ τόσο μακρινὴ καὶ γόνιμη ἱστορία ὄπως ἡ ἑλληνική— ποὺ δὲν τὴν καλύπτει ὁ θεὸς τῶν συμφραζομένων. Σὲ κάθε περίπτωση ἡ γραφή μας εἶναι ἕνα συνολικὸ σύστημα πού, γιὰ νὰ ἐπικαλεστῶ ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν Σοφία Σκοπετέα,

«συμβολίζοντας ἄφωνα καὶ βουβὰ τὴ μυστικὴ διάσταση μέσα σὲ κάθε μας λόγο μᾶς διδάσκει πὼς δὲν εἴμαστε μόνο ὅταν μιλᾶμε ἀλλὰ συντροφευόμαστε ἀπὸ τὸ ἀφανὲς ἀκροατήριο τῆς στρατιᾶς τῶν ἀπόντων καὶ τῶν νεκρῶν (καὶ δίχως τὰ σήιιάδια ἐκεῖνα, τὰ μηνύματα ποὺ τοὺς μνημονεύουν μέσα στὴν ὀρθογραφία μυθεύματα θὰ πρέπει νὰ εἶναι καὶ τὰ περὶ μνημειακοῦ τάχα χαρακτήρα τῆς ἑλληνικῆς), ἕνα πλῆθος ποὺ δίνει καὶ ὑπόσταση καὶ ὁμιλούμενα. (...)
Ἡ σύνδεση ἔγινε ὡραία
Ὡραῖα ἔγινε ἡ σύνδεση
»

Τὰ περὶ οἰκονομίας κινήσεων καὶ περὶ κριτηρίου τῆς εὐκολίας παραπέμπουν στὶς γνωστὲς συνοπτικὲς διαδικασίες ποὺ ἄφησαν πίσω τους σωρὸ τὰ ἐρείπια.

Παρὰ ταῦτα «πάρθηκαν μέτρα» καὶ προωθεῖται μιὰ ριζική, ἐπαναστατικὴ ὅπως τὴν εἶπαν, ἀλλαγὴ τῆς γραφῆς. Μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ δὲν θὰ σταματήσει τὰ βάσανα τῶν παιδιῶν στὰ σχολεῖα —ἡ γλώσσα θὰ ἐξακολουθήσει νὰ εἶναι πάντα φυσικὴ λειτουργία ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκμάθησή της δύσκολη διαδικασία—, γιατὶ πάλι θὰ ἔχει τὴ γραμματική της καὶ τοὺς κανόνες της, ὅπως ἀκριβῶς ἕχουν βάσανα καὶ τὰ παιδιὰ στὴν ᾽Ιταλία παρόλο ποὺ τὰ ἰταλικὰ δὲν ἔχουν τόνους καὶ πνεύματα. Μιὰ ἀλλαγὴ ποὺ δὲν θὰ ταυτίσει γραφὴ καὶ προφερόμενο φθόγγο γιατὶ σὲ καμιιὰ γλώσσα αὐτὸ δὲν ἔχει συμβεῖ. Καὶ στὰ γαλλικὰ καὶ στ᾿ ἀγγλικὰ ὑπάρχουν μὴ προφερόμενα γράμιματα, δὲν σκέφτηκαν ὅμως ἐκεῖ νὰ τὰ ἐξωπετάξουν γιατὶ ἔδιναν κάπως περισσότερο βάρος στὴν ἱστορία τῆς γλώσσας τους. Προωθεῖται, λοιπόν, ἐπαναστατικὴ ἀλλαγὴ ποὺ θὰ δυσχεράνει τὴν ἐκμάθηση τῶν ἀρχαίων τὸ λίγο ποὺ διδάσκονται, δυστυχῶς, στὴ Μέση ᾽Εκπαίδευση, γιατὶ ἡ μετάφραση καὶ τὸ κλασικὸ κείμενο θὰ εἶναι ἡ μέρα μὲ τὴ νύχτα.

Θὰ δυσχεράνει τὴν ἐπαφὴ μὲ τὰ κλασικὰ κείμενα τόσο στὸν τόπο μας ὅσο καὶ στὸ ἐξωτερικό, ἀφοῦ παντοῦ τὰ κείμενα αὐτὰ ἐκδίδονται τονισμένα· θὰ δυσχεράνει ἢ θὰ καταστήσει ἀδύνατη τὴ ἐπαφὴ τοῦ Νεοέλληνα μὲ τὰ κείμενα τῆς ἑλληνικῆς γραμματείας ἀπὸ ἐποχῆς Γουτεμβέργιου μέχρι σήμερα. Θὰ ἀποκόψει δηλαδὴ τὴν ἄνετη καὶ φυσικὴ σχέση τοῦ Νεοέλληνος μὲ τὰ κείμενα τοῦ ἀρχαίου, τοῦ Βυζαντινοῦ καὶ τοῦ νεοελληνικοῦ πολιτισμοῦ. Σὲ μιὰ δυὸ γενιὲς ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ θὰ εἶναι προνόμιο τῶν ὀλίγων λογίων ποὺ ἐπαγγελματικὰ θὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παλιὰ κείμενα ὅπως ἐλάχιστοι λόγιοι τοῦ ἱερατείου μποροῦν, νὰ διαβάσουν τὰ κλασικὰ ἀραβικὰ κείμενα. Πλὴν κι ἂν ἡ παροῦσα καὶ οἱ μέλλουσες κυβερνήσεις τῆς ἀλλαγῆς ἀποφασίσουν νὰ τὰ ξανατυπώσουν μονοτονικὰ ἢ ἄτονα. Νὰ ξανατυπώσουν κώδικες καὶ ποιήματα, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸν Κάλβο, τὸν Σεφέρη, τοὺς νόμους, τις ἱστορίες, τὶς ἐγκυκλοπαίδειες, τὶς ἐφημερίδες, τὰ πάντα. Μπορεῖ κι αὐτὸ νὰ γίνει. Ὅλα εἶναι δυνατά, ὅσο θὰ ὑπάρχουν ἐπαναστάτες.

Ὅσο θὰ ὑπάρχουν δηλαδὴ ἄνθρωποι ποὺ πιστεύουν ὅτι συνεχίζουν τοὺς ἀνολοκλήρωτους ἀγῶνες τοῦ δημοτικισμοῦ, ὅτι τὸ «γλωσσικὸ» ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι καὶ σήμερα τὸ πρόβλημα ποὺ συντάραξε καὶ πρωτύτερα τὸ ρωμαίϊκο στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα. Ἀλλά, ἂν οἱ παλιοὶ δημοτικιστὲς διεκδικοῦσαν τὴ γμώσσα τοῦ λαοῦ ἦταν γιατὶ μόνο σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωντανὴ γλώσσα μποροῦσαν νὰ ποῦν ὅσα τοὺς ἔκαιγαν, καὶ εἶχαν πολλά, πάρα πολλά, νὰ ποῦν. Ποιά καινούρια ἰδέα ἔχουν νὰ προτείνουν οἱ μονοτονικοὶ καὶ τοὺς φράζει τὸ δρόμο ἡ περισπωμένη; Μήπως τὴν εὐκολία καὶ τὴ «οἰκονομία κινήσεων»; ᾽Εδῶ δηλαδὴ ἔχουμε μία ἀξιοθαύμαστη περίπτυξη δημοτικιστικοῦ ἰδεολογικοῦ ἀναχρονισμοῦ καὶ τεχνοκρατικῆς «ἁπλότητας» καὶ «ἀποδοτικότητας». Στὸ κέντρο τῶν δύο, τῶν πρακτικῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἰδαλγῶν βρέθηκε ὁ κ. Βερυβάκης, ποὺ ἱκανοποίησε καὶ τοὺς δυό, μακραίνοντας τὸν κατάλογο τῶν ἀλλαγῶν.

Τὴν ἐπανάσταση τοῦ δημοτικισμοῦ —καὶ ἦταν πραγματικὴ ἐπανάσταση— σήμερα θέλουν νὰ τὴν συνεχίσουν μὲ τὸ ζόρι κάποιοι σύγχρονοι δημοτικιστὲς κι ἂς μὴν ὑπάρχει ἀντικείμενο. Γι᾿ αὐτὸ ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται σὰν φάρσα. Ἢ μᾶλλον σὰν πραξικόπημα. Ὁ χαρακτηρισμὸς βαρύς. Ἀλλὰ τί ἄλλο εἶναι αὐτὸ τὸ ἀποφασίζομεν καὶ ἀποψιλώνομεν τὴ γραφή; Ὁ δημοτικισμὸς σήμιερα πιά, δὲν εἶναι παρὰ ἰδεολογία χωρὶς ἀντικείμενο, χωρὶς σημαινόμενα. Κι ἀφοῦ δὲν ἔχει τίποτε ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ ἀνατρέψει ἁπλῶς ἀναστατώνει χωρὶς λόγο. Γιατὶ τὰ πραγματικὰ προβλήματα τῆς γλώσσας μας ὅπως ἡ ἐπέλαση τοῦ νεοκαθαρευουσιανισμοῦ, ὁ ἀναχρονιστικὸς μαλλαρισμὸς τοῦ Πανεπιστήμιου καὶ τοῦ στάδιου, ἡ ἀόρητη καὶ δυσλειτουργικὴ παθητικὴ σύνταξη τῶν πανεπιστημιακῶν φοιτητικῶν συνελεύσεων καὶ τοῦ ραδιοφώνου, τὰ «ὀκέυ», τὰ «γουέλ», τὰ «ρὲ μαλάκα», «τὴ βρίσκω», «νὰ ποῦμε», ἡ «ἑλληνοποίηση», «κατωτατοποίηση», «μετοχοποίηση», «ἐπαναστατικοποίηση», «ἐντατικοποίηση» κ.λπ. ἡ ἕλλειψη ἔγκυρων λεξικῶν, ἡ καταστροφὴ ποὺ μᾶς περιμένει ἀπὸ τὴ μεταφραστικὴ προχειρότητα, ὁ ἐγκλεισμὸς τοῦ προφορικοῦ λόγου σὲ 500 λέξεις καὶ δέκα ἐπιφωνήματα, ἡ ἔλλειψη ἐπαρκῶν ἱδρυμάτων γιὰ τὴ μελέτη τῆς ἑλληνικῆς γλωσσας καὶ τῆς ἱστορίας της, ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀνεπάρκεια τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, τὸ ἄγχος τῶν ἐξετάσεων, οἱ βασανιστικοὶ γιὰ παιδιὰ καὶ μεγάλους θεσμοὶ τοῦ κολασμοῦ καὶ τοῦ ἐπαίνου, ἡ ἀπερίγραπτη προχειρότητα τῆς δημοσιογραφίας-ἐφημεριδογραφίας, αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ προβλήματα ποὺ σημαίνουν εἰδικοὶ καὶ ἀνειδίκευτοι δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μὲ τὸ μονοτονικό. Οἱ μεταρρυθμιστὲς ἄρχισαν ἀπὸ κεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἀντικείμενο. Κατάφεραν ἀπλῶς νὰ προσθέσουν ἀκόμιη ἕνα μεγάλο πρόβλημα ἐκεῖ ποὺ τόσα περίμεναν μιὰ λύση ἢ μιὰ προσπάθεια.

***

Ἀξίζει κανεὶς τάχα ν᾿ ἀσχολεῖται μὲ τὸ μονοτονικό, ἀκόμα καὶ τώρα ποὺ ἔγινε νόμος τοῦ κράτους; Γιὰ μένα τὰ ἐρωτήματα εἶναι ἀλλοῦ κι ἂς ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ μονοτονικό. Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ γράφουμε στὴν ἑλληνικὴ γραφὴ τὰ ἑλληνικά; Ἀξίζει τὸν κόπο νὰ καταστραφεῖ ἕνας ἔστω περιφερειακὸς πολιτισμός; Σίγουρα ἡ ἀνθρωπότητα θὰ συνεχίσει τὸ δρόμο της καὶ χωρὶς τὴ γραφή μας. Ὄχι ὅμως κι ἐμεῖς.

Διακηρύξεις

Διακήρυξη Ἑλλήνων Συγγραφέων (1/1982)

Πιστεύαμε πὼς ἡ πράξη τῆς πολιτείας μὲ τὴν ὁποία, πρὶν λίγα χρόνια, ἀναγνώρισε τὴν δημοτικὴ ὡς τὴν μοναδικὴ γλώσσα τοῦ Ἔθνους μας σήμερα, θὰ λύτρωνε τόν λαό μας ἀπὸ τὴν μάστιγα ἑνός, πολιτικοποιημένου μάλιστα, γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ θὰ ἦταν ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς βαθύτερης μελέτης καὶ γνώσης τῆς γλώσσας, μιᾶς συνειδητότερης χρήσης καὶ γραφῆς τῶν λέξεών της.

Ἀντὶ γι’ αὐτό, μὲ λύπη μας εἴδαμε νὰ δημιουργεῖται τεχνητά, ἀμέσως, ἕνα νεόμορφο γλωσσικὸ πρόβλημα, τὸ πρόβλημα τοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων στὸν γραπτὸ λόγο καὶ μαζὶ μ’ αὐτό, νὰ συζητεῖται κιόλας τὸ θέμα τῆς γραφῆς τῶν λέξεων ἀπὸ μερικοὺς — δηλαδὴ πλήρης ἐξάρθρωση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

Κι ἐκεῖνοι ποὺ δημιούργησαν τὸ πρόβλημα αὐτό, φρόντισαν νὰ τὸ πολιτικοποιήσουν, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβάνονται ὅτι, ἀναθέτοντας στὴν πολιτεία πάλι τὴν λύση του, ἀνελάμβαναν ἀπέναντι στὸ Ἔθνος βαρύτατη εὐθύνη. Κι ἔτσι ἔχουμε νέα γλωσσικὴ ἐμπλοκὴ στὴν Ἑλλάδα.

Ἐπειδὴ ὅμως:

  1. Οἱ λέξεις, ὅπως μᾶς τὶς παρέδωσαν οἱ πατέρες τοῦ Δημοτικισμοῦ, γράφονται ἔτσι ἐπὶ 2.000 τώρα χρόνια, ἔχοντας κρυσταλλώσει παράδοση ἀξιοσέβαστη, ἀκόμη κι ἀπὸ τοὺς ξένους
  2. τὸ πῶς θὰ γράφονται οἱ λέξεις εἶναι πάντοτε ἁρμοδιότητα ἀποκλειστικὴ τῶν συγγραφέων ἑνὸς τόπου καὶ ποτὲ ἄλλων παραγόντων τῆς ζωῆς
  3. τὸ κύριο χρέος μας σήμερα εἶναι νὰ μάθουν νὰ μιλοῦν καὶ νὰ γράφουν οἱ Ἕλληνες σωστὰ τὴν παραδεδομένη δημοτικὴ
  4. οἱ ἁπλοποιήσεις τῆς γλώσσας μας τὰ τελευταία χρόνια περιόρισαν στὸ ἐλάχιστο τὶς δυσκολίες τονισμοῦ τῶν λέξεών της,

διακηρύσσουμε ὅτι:

δὲν δεχόμαστε ὁποιαδήποτε ἀλλαγὴ στὴν γραφὴ τῶν λέξεων τῆς γλώσσας μας καὶ θὰ συνεχίσουμε νὰ γράφουμε καὶ νὰ τυπώνουμε τὰ βιβλία μας μὲ σέβας πρὸς τὴν ζωντανὴ γλωσσικὴ παράδοση καὶ τὴν πλήρη μορφὴ τῶν λέξεων, ὅσων μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες τοῦ δημοτικισμοῦ καὶ οἱ μεγάλοι Νεοέλληνες συγγραφεῖς.

Οἱ συγγραφεῖς

Νίκος Ἀθανασιάδης, Τάσος Ἀθανασιάδης, Ἔφη Αἰλιανοῦ, Ὁρέστης Ἀλεξάκης, Κώστας Ἀσημακόπουλος, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Ὄλγα Βότση, Νικηφόρος Βρεττάκος, Πέτρος Γλέζος, Μαργαρίτα Δαλμάτη, Διαλεχτὴ Ζευγώλη-Γλέζου, Λιλὴ Ζωγράφου, Νανὰ Ἡσαΐα, Ἰουλία Ἰατρίδη, Πάνος Καραβίας, Ἀντρέας Καραντώνης, Ζωὴ Καρέλλη, Γρηγ. Κασιμάτης, Τάσος Κόρφης, Γιωργῆς Κότσιρας, Β. Κωνσταντῖνος, Χριστόφορος Λιοντάκης, Ν. Κ. Λοῦρος, Χρῆστος Μαλεβίτσης, Γ. Μανουσάκης, Μελισσάνθη, Ἔ.Ν. Μόσχος, Δημήτρης Μυράτ, Ἕλλη Νεζερίτη, Θεόδ. Ξύδης, Θ. Παπαθανασόπουλος, Δημ. Παπακωνσταντίνου, Λένα Παππᾷ, Π.Β. Πάσχος, Γ. Πατριαρχέας, Ν.Γ. Πεντζίκης, Ε.Ν. Πλατής, Ἀλέξης Σολομός, Τατιάνα Σταύρου, Γεωργία Ταρσούλη, Φώφη Τρέζου, Ἰωάννα Τσάτσου, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Πελαγία Ταρσούλη, Φώφη Τρέζου, Ἰωάννα Τσάτσου, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Θ.Δ. Φραγκόπουλος, Νίκος Φωκᾶς, Παναγιώτης Φωτέας, Ἑρρίκος Χατζηανέστης, Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Διακήρυξη τοῦ Ἑλληνικοῦ Γλωσσικοῦ Ὁμίλου (3/1982)

Ἡ διαμόρφωση μιᾶς γλώσσας ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε νομοθετικὴ στοιχειοθέτηση κι ἕνας γλωσσικὸς ἢ ἐκφραστικὸς καταναγκασμὸς θὰ ἔπληττε ἀσφαλῶς τὰ θεμέλια τῆς ἐλευθερίας τοῦ σκέπτεσθαι. Κανεὶς βέβαια δὲν διανοήθηκε νὰ ἀποπειραθεῖ κάτι τέτοιο, ἐν συνειδήσει τουλάχιστον. Παρ’ ὅλα αὐτά, συχνὰ ἡ γλώσσα μᾶς ὑποφέρει ἀπὸ αὐτόκλητους «ἐκλαϊκευτὲς» ἢ «ἐκσυγχρονιστές» της, οἱ ὁποῖοι στὴν πραγματικότητα ὄχι μόνο δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἀκούσουν στὴν σύγχρονή της λαλιὰ καὶ νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν δημιουργικὴ γραφή της, ἀλλὰ παραγνωρίζουν τὴν διαχρονική της ὑπόσταση καὶ σημασία. Ποτὲ ἴσως μέσα στὴν ἱστορικὴ τῆς διαδρομὴ καὶ ὅταν ἀκόμη συμπιεζόταν ἀπὸ τὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες, ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ὡς ἰδιαίτερη ὀντότητα δὲν διέτρεξε τοὺς κινδύνους ποὺ διατρέχει σήμερα, διότι ποτὲ ἄλλοτε οἱ ἐνσυνείδητες παρεμβάσεις καὶ τα μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ τὴν ἐπηρεάσουν τόσο δυσμενῶς, ἀκόμη καὶ νὰ τὴν ἀποδυναμώσουν. Σήμερα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἕνας ξεπερασμένος γλωσσαμυντορισμός, ἐν ὀνόματι μιᾶς τεχνητῆς Δημοτικῆς, μᾶς θυμίζει ὅλο καὶ περισσότερο τοὺς καθαρευουσιάνους γλωσσαμύντορες τοῦ παρελθόντος. Ἐπιθυμοῦμε νὰ τὸ διακηρύξουμε καθαρὰ: Γιὰ μᾶς δὲν ὑπάρχει τὸ δίλημμα, δημοτικὴ-καθαρεύουσα, ὑπάρχει ἡ ἑνιαία ἑλληνικὴ γλώσσα, πολυδιάστατη στὴν σύγχρονή της ἀνάπτυξη, τὸ πιὸ πολύτιμο ἀγαθὸ τοῦ λαοῦ μας, τὸ πιὸ ἀξιόλογο προϊὸν ἐξαγωγῆς τοῦ τόπου μας στὸν διεθνῆ χῶρο. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἐπισημαίνουμε τοὺς κινδύνους μιᾶς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὶς ρίζες τῆς γλώσσας μας, τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ λόγο καὶ τὴν λόγια παράδοση, ποὺ μαζὶ μὲ τὴν δημώδη γλωσσικὴ κληρονομιά μας συνθέτουν μιὰν ἀδιάκοπη γλωσσικὴ συνέχεια καὶ πλοῦτο τεσσάρων χιλιάδων ἐτῶν.

Ὑπογραφὲς

Ὀδυσσέας Ἐλύτης, Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Ἀριστοτέλης Νικολαϊδης, Γιάννης Ντεγιάννης, Ἀριστόξενος Σκιαδᾶς, Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Γιῶργος Χειμωνᾶς.

Περὶ Τόνων ἢ Περὶ «Ὄνου Σκιᾶς»;

[τοῦ Σαράντου Καργάκου, ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀλαλία», Gutenberg 1986 (δʹ ἔκδοση: 2005).]

«᾽Αχουλλοῦν οὓς νὰ ἐνούνιζεν, ὁ παλαλὸν ἐπάντρεψεν κ᾿ ἐποῖκεν δέκα χάταλα»
(= Ὥσπου νὰ σκεφτεῖ ὁ γνωστικός, ὁ τρελλὸς παντρεύτηκε κι ἔκανε δέκα παιδιὰ)
(Ποντιακὴ παροιμία)

Ὁ συγγραφέας τοῦ παρόντος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ συγκατεύνευσαν καὶ χρησιμοποίησαν τὸ μονοτονικὸ σύστημα. Κάποιον ἥσκιο ἀνησυχίας, ποὺ ὑπῆρχε μέσα του, τὸν ἀπομάκρυνε ἡ προσδοκία πὼς ἡ γραπτὴ γλῶσσα, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἕνα δυσβάστακτο φορτίο «περιττῶν» στολιδιῶν, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει εὔκολα κτῆμα τῶν μαθητῶν. Θὰ ἔγραφαν χωρὶς τὴ φοβία τοῦ λάθους, μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα καί, τὸ κυριότερο, οἱ πιὸ μικροὶ μαθητές, οἱ μαθητὲς τοῦ δημοτικοῦ, δὲν θὰ συναντοῦσαν τὶς τρομερὲς δυσκολίες ποὺ συναντήσαμε ἐμεῖς μέχρι νὰ μάθουμε τοὺς κανόνες τονισμοῦ καὶ τὶς δασυνόμενες λέξεις. Κι ἀκόμη ὑπῆρχε ἡ ἀφελὴς πίστη πὼς ὁ χρόνος, ποὺ ἀσφαλῶς θὰ κερδιζόταν μὲ τὴν κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ, θὰ ἐπενδυόταν σὲ ἐπωφελέστερες μαθήσεις.

Σήμερα, τρία χρόνια μετὰ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ, ἡ πρώτη αἰσιοδοξία μου ἔχει μουδιάσει. Βέβαια, ὡς εἰδικὸς καθηγητὴς τοῦ μαθήματος τῶν ᾽Εκθέσεων, γλύτωσα ὁμολογουμένως ἀπὸ πολὺ μόχθο. Δὲν κάνω τὰ μαθητικὰ γραπτὰ κατάστικτα, λόγω ἐσφαλμένων τονισμῶν ἢ ἐσφαλμένης τοποθέτησης πνευμάτων. Ὁ μαθητὴς ἀσφαλῶς χαίρεται, ὅταν βλέπει πὼς σὲ 4 σελίδες κάνει μόνο 3 λάθη, ἐνῶ παλιὰ ὁ μέσος μαθητὴς ἔκανε 10-20 λάθη, ποὺ τοῦ ἔκοβαν τὰ φτερὰ καὶ τὸν δυσκόλευαν ν᾿ ἀναπτύξει τὶς ἰδέες του. Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ λάθους παρέλυε τὴ σκέψη του. Σήμερα ὁ μέσος μαθητὴς μπορεῖ νὰ παραδώσει γραπτὸ 3 σελίδων μέσα σὲ δυὸ σχολικὲς ὧρες, ἐνῶ παλιὰ εἶναι ζήτημα, ἂν κατόρθωνε νὰ συμπληρώσει τὶς δύο.

Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ σήμερα δὲν εἶμαι τόσο βέβαιος, ἂν τελικὰ τὸ μονοτονικὸ μᾶς ὠφέλησε. ᾽Αλλὰ κι ἂν μᾶς ὠφέλησε λίγο (ἁπλούστευση ὀρθογραφίας — οἰκονομία χρόνου), ἔχω τὸ φόβο πὼς ἡ ζημιά του εἶναι ὑποδόρια καὶ θὰ φανεῖ κάπως ἀργότερα, ὅταν ἐν ὀνόματι τῆς συνεχοῦς ἁπλούστευσης, προχωρήσουμε σὲ περαιτέρω ὀρθογραφικὲς ἁπλοποιήσεις, γιὰ νὰ φτάσουμε κάποτε ἢ στὴ Ρομέηκη γλόσαι τοῦ Βηλαρᾶ58 ἢ στὴν καθιέρωση τοῦ λατινικοῦ59 ἀλφαβήτου. Σέβομαι βέβαια, ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὶς ἀπόψεις τῶν κ.κ. Ράμφου καὶ Διον. Σαββοπούλου, πὼς τὸ μονοτονικὸ στερεῖ ἀπὸ τὸ γραπτὸ λόγο τὸ παραδοσιακὸ ἦθος ἢ τὴν τονικότητα καὶ τὴν εὐρυθμία του. Ὁ δικός μου φόβος, ποὺ εἶναι ἀπότοκος συνεχοῦς ἐπαφῆς μὲ τὸ γραπτὸ καὶ προφορικὸ λόγο τῶν μαθητῶν, ἑστιάζεται ἀλλοῦ. Συγκεκριμένα;

1. Ὕψώνουμε ἕνα πρόσθετο τεῖχος ἀνάμεσα στὸ σημερινὸ παιδὶ καὶ στὰ κείμενα ποὺ γράφτηκαν πρὶν ἀπὸ τὸ 1982. Κάποτε μᾶς δυσκόλευε ἡ ἀνάγνωση μονοτονικοῦ κειμένου, γιατὶ δὲν τὸ εἰχαμε συνηθίσει. Αὔριο θὰ δυσκολεύει τὴ νέα γενεὰ ἡ ἀνάγνωση πολυτονικοῦ κειμένου, ὄχι μόνο ἀρχαίου ἀλλὰ καὶ νεοελληνικοῦ. Καὶ τὸ δυσάρεστο εἶναι πὼς τ᾿ ἀριστουργήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου εἶναι γραμμένα σὲ πολυτονικό. Τί θὰ κάνουμε; Θὰ περιοριστοῦμε σὲ ὅσα περιέχουν τὰ Κ.Ν.Λ. ἢ θὰ ἐκδώσουμε ὅλα τὰ παλιὰ κείμενα σὲ μονοτονικὴ γραφή; Αὐτὸ φυσικὰ εἶναι ἀδύνατο. Ἄρα μοιραῖα θὰ περιοριστοῦμε στ᾿ «ἀριστουργήματα» ποὺ ἐκδόθηκαν μετὰ τὸ 1982. ᾽Αφήνω βέβαια καὶ τ᾽ ἄλλο, πὼς πολλοὶ συγγραφεῖς μας ἀρνοῦνται νὰ ἐφαρμόσουν τὸ μονοτονικό.

2. Ὁ κ. Διονύσιος Σαββόπουλος ὑποστήριξε στὴν ἀνοικτὴ συζήτηση τοῦ Μίλωνα (19/1/85) πὼς τὸ πολυτονικὸ λειτουργεῖ σὰν παρτιτούρα. Βοηθᾶ τὸν ἀναγνώστη νὰ διαβάσει σωστὰ ἕνα κείμενο, νὰ τοῦ δώσει ἕνα μουσικὸ χρῶμα. Ἡ δική μου ἐμπειρία εἶναι κάπως διαφορετική. Μπορεῖ τὸ μονοτονικὸ ν᾿ ἁπλούστευσε τὸ γράψιμο ἀλλὰ δυσκόλεψε τὸ διάβασμα, τὴν ἀνάγνωση, κυρίως τὴν ἀπαγγελία. Τὸ παιδὶ δυσκολεύεται νὰ διαβάσει φωνακτά, τραυλίζει, κομπιάζει. Τὰ ἄτονα «του», «που», «σου», «μου» κ.λπ., ποὺ ἀφθονοῦν στὴ γλῶσσα μας δημιουργοῦν κάποιες στιγμιαῖες ἀναγνωστικὲς ἀμηχανίες. Πῶς θὰ διαβάσει αἴφνης τὴ φράση: «Ο πατέρας μου είπε...»; ᾽Αμέσως δημιουργεῖται ἕνα ἀναγνωστικὸ πρόβλημα, πού, ἔστω κι ἂν θεωρητικὰ εἶναι λυμένο, στὴν πράξη ὑπάρχει.

3. Βέβαια τὸ παιδὶ σήμερα, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ τόνους καὶ πνεύματα, γράφει πιὸ γρήγορα καὶ φυσικὰ πιὸ πολλά. ᾽Αλλ᾿ αὐτὸ ἀποβαίνει σὲ βάρος τῆς καλλιέπειας καὶ ὀρθοέπειας. Κι ἀκόμη συνηθίζει στὴν πολυλογία καὶ στὴ βαττολογία60. Ὅσοι εἰδικὰ ἀσχολούμαστε μὲ τὴν Ἔκθεση, τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχουμε καταληφθεῖ ἀπὸ πανικό, ὅταν βλέπουμε ἐκθέσεις 8-10 σελίδων, ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ φλυαρίες, βαττολογήματα, σολοικισμοὶ καὶ λαπαλισμοί61. Τοὐλάχιστον τὸ πολυτονικὸ σύστημα καθήλωνε τὸ μαθητὴ στὴ λέξη καὶ τὸν ὑποχρέωνε ν᾿ ἀκριβολογεῖ.

4. Τὸ παιδὶ δὲν προβληματίζεται σήμερα πάνω στὴ λέξη· Δὲν μοχθεῖ νὰ τὴν κατακτήσει. Ἔτσι οἱ λέξεις περνᾶνε μέσα του χωρὶς βάθος. Καὶ μάλιστα, μιὰ καὶ δὲν ἔχει δυσκολία, σπάνια ἀνατρέχει σὲ λεξικό. ᾽Επισημαίνουμε τὸν κίνδυνο αὐτόν: οἱ ὀρθογραφικὲς ἁπλουστεύσεις ξέκοψαν τὸ παιδὶ ἀπὸ τὸ λεξικό. Καὶ γλῶσσα χωρὶς λεξικὸ δὲν μαθαίνεται. Σπανίζει πιὰ ἡ περίπτωση ποὺ τὸ παιδὶ θὰ γράψει σωστὰ τὶς λέξεις: ἐπήρεια, πώρωση, μεγαλεπήβολος.

5. Πολλὰ παιδιὰ δὲν ἀρκοῦνται πιὰ στὸ μονοτονικό· αὐθαίρετα καὶ ἀσυναίσθητα ἔχουν περάσει στὸ ἀτονικό. Καὶ ἐνῶ πρὶν ἀπὸ 3 χρόνια διορθώναμε σ᾿ ἕνα μέσο γραπτὸ 5-6 πνεύματα καὶ 10-15 ὀξεῖες καὶ περισπωμένες, τώρα εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ βάλουμε 10 ὡς 20 παραλειπόμενους τόνους ἢ ν᾿ ἀποκαταστήσουμε στὴ σωστή τους θέση τοὐλάχιστον 5 τόνους. Διότι στὴ βιασύνη του τὸ παιδὶ ὄχι ἁπλῶς δὲν τονίζει ἀλλὰ καὶ παρατονίζει. Κι ἡ μπόρα δὲν πῆρε μόνο τοὺς τόνους ἀλλὰ καὶ τὰ διαλυτικά. Ἔτσι πολὺ λίγα παιδιὰ βάζουν διαλυτικὰ στὴν «προϋπόθεση», ἐνῶ ἐξακολουθοῦν νὰ βάζουν ἐσφαλμένως στὶς λέξεις «ἡρωϊσμός», «πρωϊνὸ» κ.λπ. Ἔτσι διαβάζουμε «προιόντα», «εὐνοικός», «προυπόθεση» κ.λπ.

6. Δυσκολευόμαστε ὡς ἐξεταστὲς νὰ διαβάσουμε ἕνα δοκίμιο. Τὸ μονοτονικὸ ὑποθάλπει τὴν κακογραφία. Κι ὅμως, γιὰ νὰ διαβαστεῖ ἄνετα ἕνα μονοτονικὸ κείμενο, χρειάζεται καλλιγραφία, σωστὴ στίξη, πράγματα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν διακρίνονται ἰδιαιτέρως τὰ Ἑλληνόπουλα. Ἔτσι δύσκολα μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὸ ν ἀπὸ τὸ υ, ἐνῶ παλιὰ ὁ τόνος μᾶς διευκόλυνε νὰ καταλάβουμε, ἂν πρόκειται γιὰ «τοῦ» ἢ «τόν».

7. Ἡ βασικότερη ὅμως ἔνστασή μου στὸ μονοτονικὸ ἀναφέρεται σ᾿ ἕνα θέμα αἰσθητικό, ὄχι τόσο μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἠχητικοῦ, ὅπως τὸ ἐκλαμβάνει ὁ κ. Σαββόπουλος, ὅσο τοῦ εἰκαστικοῦ. Ἡ λέξη εἶναι εἰκόνα. ᾽Αφαιρώντας ἕναν τόνο, ἕνα πνεῦμα ἀπὸ τὴ λέξη, δὲν ἀφαιρεῖς κάτι περιττό, ἀλλ᾿ ἴσως κάτι πολὺ οὐσιαστικό. Ἡ ἀφαίρεση μειώνει τὴν εἰκονιστικὴ δύναμη τῆς λέξης. Φοβᾶμαι πὼς σὲ κάτι τέτοια πράγματα θυμίζουμε τοὺς Ὁλλανδοὺς ἐμπόρους, ποὺ ἔκοψαν ἕνα μέτρο περίπου ἀπὸ τὴ «Νυκτερινὴ περίπολο» τοῦ Ρέμπραντ, ἐπειδὴ δὲν τὴ χωροῦσε ὁ τοῖχος τοῦ δημαρχείου τους. Δὲν μποροῦμε ὅμως μὲ νοοτροπία ἐμπόρου νὰ βλέπουμε τὶς λέξεις. Πίστευα καὶ πιστεύω πὼς ὁ λόγος εἶναι αἰσθητική, ὄχι μόνο σὰν ἐκφορὰ ἀλλὰ καὶ σὰν γραφή. Π.χ. ἄλλη αἰσθητικὴ δόνηση μοῦ δίνει τὸ «εἶναι» καὶ ἄλλη τὸ «είναι». Τὸ πρῶτο μοῦ θυμίζει καλοχτενισμένη γυναίκα.

8. Κοντὰ σ᾿ αὐτά, προσθέτουμε μιὰ ἀκόμη μεγαλύτερη δυσκολία στὰ παιδιά, ποὺ θέλουν ν᾿ ἀσχοληθοῦν μὲ τ᾽ ᾽Αρχαῖα Ἑλληνικά. ᾽Εφόσον τ᾿ ἀρχαῖα κείμενα πρέπει νὰ διδάσκονται καὶ θὰ διδάσκονται μέ τις ὀξεῖες, τὶς περισπωμένες, τὰ πνεύματα, ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι terra incognita γιὰ τὸ παιδὶ ποὺ θὰ προσεγγίζει τὰ κείμενα αὐτά. Γιὰ νὰ σπουδάσει κανεὶς κλασικὰ γράμματα, πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ ἔχει βιωμένα, πρὶν ἀρχίσει τὶς σπουδές του.

9. Ἡ κατάργηση τῆς δασείας δημιουργεῖ στὸ παιδὶ μιὰ δυσκολία στὴν ἐκφορὰ ὁρισμένων σύνθετων λέξεων. Π.χ. δὲν καταλαβαίνει γιατὶ πρέπει νὰ πεῖ «καθορισμένος», ἀφοῦ ἡ λέξη εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὰ «κατὰ+ὁρισμένος». Σὲ λίγον καιρὸ θ᾿ ἀκοῦμε «ἀπορισμένος» ἢ «κατορισμένος», ὅπως ἤδη ἔχουμε ἀρχίσει ν᾿ ἀκοῦμε «ἀποηρωισμός», γιὰ νὰ μὴν ποῦμε τὸ δῆθεν καθαρευουσιάνικο «ἀφηρωισμός».

10. Ἡ κατάργηση τῆς δασείας δὲν ἐπιτρέπει στὰ Ἑλληνόπουλα νὰ καταλάβουν γιατὶ οἱ ξένοι προσθέτουν τὸ «Η» μπροστὰ σὲ λέξεις ποὺ πῆραν ἀπὸ τὰ ἑλληνικά. Γιατί ὁ Γάλλος π.χ. γράφει: Hécate (= Ἑκάτη), hellénisme, hellénique, helléniste, héliomètre, Hermès, héroïsme; Απὸ ἁπλῆ ἰδιοτροπία; Καὶ τότε γιατί δὲν βάζει τὸ «Η» στὴ λέξη Elysée; Πρέπει ἀπὸ τὶς ξένες γλῶσσες τὰ παιδιά μας νὰ μαθαίνουν ὅτι κάποτε λειτουργοῦσε κάποια δασεῖα στὸν τόπο μας;

Καὶ πάνω σ᾿ αὐτὸ μιὰ ἐρώτηση: Ἄραγε ἡ δασεῖα ἔχει πεθάνει στὸν τόπο μας; Μήπως βιαστήκαμε νὰ τὴ θάψουμε; Πάντως ἐγὼ σὲ μερικὲς περιοχὲς τῆς πατρίδας μας ἐξακολουθῶ νὰ τὴν ἀκούω ἀκόμη. Στὴν προτουριστικὴ Μάνη λέγαμε «Βοίτουλο» κι ὄχι «Οἴτυλο». Αὐτὸ τὸ «Β» τί εἶναι; Ἁπλῆ λεκτικὴ ἰδιοτροπία;

Ἀλλ᾿ «ὃ γέγονε, γέγονε». Ἡ ἐπάνοδος στὸ πολυτονικό, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πιὰ κάτι σκόπιμο, οὔτε ἐφικτό. ᾽Αλλὰ εἶναι λάθος νὰ στερήσουμε ἀπὸ τὸ παιδὶ τὴν ὀπτικὴ ἀντίληψη τῆς δασείας καὶ τῆς ψιλῆς, τῆς ὀξείας καὶ τῆς περισπωμένης. Πρέπει ἀκόμη ἀπὸ τὸ δημοτικὸ νὰ εἰσαχθοῦν στ᾿ ᾽Αναγνωστικά, μερικὰ κείμενα γραμμένα κατὰ τὸ παλιὸ σύστημα. ᾽Εξ ἄλλου ἀποτελεῖ αὐθαιρεσία, ἴσως παραβιάζουμε τὴ θέληση συγγραφέων, ὅταν στὰ Κ.Ν.Λ. Γυμνασίου καὶ Λυκείου, φιλοξενοῦμε κείμενα ἀπογυμνωμένα ἀπὸ τὸ τονικό τους ἔνδυμα. Ὑποψιάζουμε πὼς μερικοὶ λογοτέχνες, ὅπως ὁ Ρένος, δὲν θ᾿ ἀνέχονταν ποτὲ κάτι τέτοιο. Κείμενα, ὅπως τοῦ Κάλβου, τοῦ Παπαδιαμάντη, τοῦ ᾽Ελύτη, τοῦ ᾽Εγγονόπουλου, πρέπει νὰ δίνονται στὴν πρώτη τους μορφή, στὴ μορφὴ ποὺ ἐπέλεξαν οἱ ἰδιοι οἱ συγγραφεῖς τους. ᾽Ακόμη καὶ μὲ τὴν ὑπογεγραμμένη.

Θά ᾽θελα τέλος νὰ προσθέσω πὼς σὲ μιὰ μελλοντικὴ μεταρρύθμιση πρέπει τὸ θέμα τοῦ τόνου νὰ ξαναπροσεχτεῖ. Ὄχι γραμματικὰ ἀλλὰ ἀκουστικά. Πρέπει γιὰ λόγους ἀκουστικοὺς νὰ καθιερώσουμε δυὸ τόνους: ἕναν ἰσχυρὸ κι ἕναν ἀσθενῆ. Γιατὶ, ὅταν μιλᾶμε, κάποιες συλλαβὲς τὶς τονίζουμε ἰσχυρότερα. Αὐτό, μὲ τὸ ὑπάρχον τονικὸ σύστημα, δὲν ἀποτυπώνεται στὸ γραπτὸ λόγο. Χρειάζεται, λοιπόν, νὰ εἰσαχθεῖ ἕνας ἰσχυρὸς τόνος, ποὺ θὰ λειτουργεῖ σὰν μουσικὸ σύμβολο, γιὰ νὰ τονίσω ἰσχυρότερα μιὰ συλλαβή. Π.χ. στὸ στίχο ἑνὸς μοιρολογιοῦ «Αὐτοῦ ποὺ βούλεσαι νὰ πᾶς, αὐτοῦ στὸν κάτω κόσμο», συμβαίνει νὰ ὑπάρχουν τόνοι, χωρὶς νὰ λειτουργοῦν ἠχητικὰ («βούλεσαι», «κάτω») καὶ δὲν ὑπάρχει τόνος στὸ «πᾶς», ποὺ ἕλκει ὡς μαγνήτης ὅλο τὸν ἦχο τοῦ στίχου. Προσωπικὰ θὰ ἤθελα μόνο 3 τόνους, ἀλλὰ ἰσχυρούς, στὶς λέξεις «ταὐτοῦ», «πᾶς», «αὐτοῦ». Μιὰ τέτοια ἀλλαγὴ θὰ ἔκανε τὸ λόγο μας πιὸ εὐδιάβαστο, εὐηχότερο, μουσικότερο. Γιατὶ, ὅλοι ξέρουμε πὼς ἀπὸ ἄποψη ἤχου, προφορᾶς, ἡ νέα μας γλῶσσα πάσχει. Οἱ λέξεις ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ «ἕρκος τῶν ὀδόντων» μας ὡσὰν νὰ ἔχει σταθεῖ ἄγανο στὸ λαιμό μας. Ἔτσι ξαναγυρίζουμε στὶς ρίζες, μιὰ καὶ ἡ λέξη γλῶσσα παράγεται ἀπὸ τὸ «γλῶξ», ποὺ σημαίνει γένι σταχυοῦ.

Πολλοὶ τὰ τελευταῖα χρόνια, ἰσως χωρὶς νὰ τὸν διαβάσουν, ἐπικαλοῦνται θέσεις τοῦ Καταρτζῆ γιὰ νὰ στηρίξουν κάποιες γλωσσικές τους θέσεις. Πιστεύω πὼς ἡ περίπτωση Καταρτζῆ εἶναι παρεξηγημένη. Ὁ σοφὸς πατριάρχης τῶν λογίων τῆς Βλαχίας εἶχε μιὰ ἰδιότυπη ἀντίληψη γιὰ τὴ γλῶσσα: ᾽Επιζητοῦσε τὴ μουσικότητα, καὶ γι᾿ αὐτὸ θεωροῦσε ἀναγκαῖα τὰ πνεύματα καὶ τοὺς τόνους. Στὸ περίφημο ἔργο του Σχέδιο ὅτι ἡ ῥωμαίκια γλῶσσα... γράφει τὰ ἑξῆς:

«Ἡ ῥηθεῖσα μελῳδία εἶν᾿ οἰκειοτάτη στὸ ῥωμαῖκο λόγο, κληρονομικό του πλεονέκτημα ἀπτὰ ἑλληνικά, καὶ συνάγετ᾿ ἔτζη. Θεωρῶντας τὰ ποιητικὰ ποὺ ηὕρα στὰ ῥωμαῖκα μέσα, τὰ ὁποῖ᾿ ἀναντιῤῥήτως σὲ κάθε γλῶσσα εἶναι τακτικότερ᾿ ἀπτὰ λογογραφικά της, εἶδα ὅτι κοντὰ στὴν ποσότητα τῶν συλλαβῶν συντρέχει κι ὁ τόνος καθὼς θέλω πῆ ἀλλοῦ· καὶ πὼς στοὺς ἰαμβικούς, καὶ τροχαϊκοὺς στίχους σὲ δυὸ δυὸ συλλαβαῖς εἶν᾿ ἡ ὀξεῖα, καὶ στοῦ πυῤῥιχιακοῦ δεκαπεντασυλλάβου τὸ ἡμιστίχιο δυὸ μόνε ὀξείαις· καὶ πῶς ἀπτὴν ποσότητα τῶν συλλαβῶν ἅμα, κι᾿ ἀπτὴν τακτικὴ τοποθεσία τῶν τόνων ἀναφύετ᾿ ὁ ρυθμὸς κ᾿ ἡ ἁρμονία (...) Ὅθεν καμμιὰ γλῶσσ᾿ ἀπταῖς τωριναῖς δὲν ἔχει σωστὴ ἁρμονία στὰ ποιητικά, καὶ μελῳδία ἐντελῆ στὰ λογογραφικὰ σὰν τὴν ρωμαίκια»62.

Σχετικὰ μὲ τοὺς τόνους ὁ Καταρτζῆς στὴ Γραμματικὴ τῆς Ρωμαίκιας γλώσσας γράφει:

«Οἱ τόν᾿ εἶν᾿ ἕνα τέντωμα τῆς συλλαβῆς κατὰ τὸ ὕψος τῆς φωνῆς της· τοῦτο στὴ συλλαβὴ μπορεῖ νὰ γένη τριῶ λογιῶ, ἤγουν ἢ μὲ δύναμι, καὶ γένετ᾿ ἡ φωνὴ ἀψηλή, ἢ μαλακά, καὶ γένεται χαμηλή, ἢ μεσαία, καὶ γένεται μέτρια. Ὅθεν, γιὰ φανέρωσι τούτων, ἐκεῖ ᾽ποὺ ᾽ν᾿ αὐτὸ τὸ τέντωμα, βάνετ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπόμενα τρία σημάδια· ἤγουν ἐκεῖ ᾽ποὺ ᾽ναι τὸ τέντωμα δυνατό, ἡ ὀξεῖα, ἐκεῖ ᾽ποὺ ᾽ναι μαλακὸ ἡ βαρεῖα, ἐκεῖ ᾽ποὺ ᾽ναι μεσηό, ἡ περισπωμένη»63.

Ὁ συγγραφέας τοῦ παρόντος πιστεύει πὼς τὸ κακὸ μὲ τὴ γλῶσσα μας ἐπλεόνασε πιά. ᾽Επὶ 10 χρόνια ὑφίσταται διαρκῶς ἐγχειρήσεις. ᾽Ακρωτηριάζεται. Περιτέμνεται ὅ,τι κατὰ τὴ γνώμη ὁρισμένων «μπάτλερ» τοῦ προοδευτισμοῦ εἶναι περιττό. Σὲ λίγα χρόνια θ᾿ ἀναγκαστοῦμε ὡς νέοι Τρικούπηδες νὰ κηρύξουμε τὴ γλῶσσα μας σὲ πτώχευση. Ἡ γλωσσική μας ἐντροπια αὐξάνεται, χωρὶς νὰ αἰσθανόμαστε ἐντροπή. Ἡ ὑπνογένεια εἶναι τὸ παιδευτικό μας ἰδανικό. Κι ὁ λόγος γίνεται, ὅσο ὁ χρόνος περνάει, περισσότερο ὑπναγωγός. Κάποτε οἱ παλιοὶ ἀντιγραφεῖς χειρογράφων, ἀντὶ τῶν σημερινῶν εἰσαγωγικῶν, χρησιμοποιοῦσαν τὸ λεγόμενο ἀντίλαμδα. Σήμερα φτάσαμε στὸ σημεῖο νὰ χρησιμοποιοῦμε μιὰ ἀντι-γλῶσσα. Κάθε ἐποχὴ ἔχει τὴ γλῶσσα ποὺ τῆς ταιριάζει. Ὅταν ἡ πνευματική μας τροφὴ εἶναι τὰ «βιβλία τῆς τσέπης», ἦταν πολὺ φυσικὸ νὰ φτιάξουμε καὶ μιὰ «γλῶσσα τῆς τσέπης». Καὶ μάλιστα τῆς ὀπισθίας...!

Υ.Γ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κάνω τὸν μάντι κακῶν. Ἁπλῶς θέλω νὰ εἶμαι προειδοποιητικός. Καὶ ὡς προειδοποίηση —γιὰ κάποιους «Ἀνίδεους Ἀντιοχεῖς» τοῦ προοδευτισμοῦ— χρησιμοποιῶ τὴν περίφημη φράση τοῦ Λένιν: «Ἂν θέλεις νὰ ἐξαφανίσεις ἕνα λαό, ἐξαφάνισε τὴ γλώσσα του».

Παραλλαγὴ ἀριθμὸς 4

[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἀντὶ-ἐπιθέσεις γιὰ τὴν Γλῶσσα, γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ» τοῦ Χάρη Λαμπίδη, ἐκδόσεις Ἀντίφωνον 1986.]

«...καὶ ἂν τὶς ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται
οὐκ ἐπιτρέψω, ἀμυνὼ δὲ καὶ μόνος
καὶ μετὰ πολλῶν.»


Ἀπὸ τὸν ὄρκο τῶν Ἀθηναίων Ἐφήβων
(Λυκούργου ρήτορος, κατὰ Λεωκράτους, 77.)

Τὰ μεσάνυχτα εἶναι ἡ ὥρα τῶν φαντασμάτων· ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ὥρα τῶν στυγερῶν ἐγκλημάτων, τῶν προμελετημένων.

Ὅσοι προμελετοῦν ἕνα ἔγκλημα στὴν ἀμέσως προηγούμενη χρονικὴ φάση φροντίζουν νὰ εἶναι ἀπόλυτα «φυσικοί». Τὸ θῦμα δὲν ὑποψιάζεται τί τὸ περιμένει. Οὔτε καὶ οἱ γύρω: περίοικοι, διαβάτες, συγκάτοικοι, συνδαιτημόνες, συμπολίτες ὑποψιάζονται ὅτι κάτι μπορεῖ νὰ συμβεῖ. Καὶ ξαφνικά, τὸ χτύπημα!

Τὸ αὐθόρμητο ἀναγγέλεται ἀπὸ τὴν ὅλη, τὴν συνολικὴ συμπεριφορά, ἐνῶ τὸ προμελετημένο εἶναι κάτι ποὺ ξεγελάει καὶ τὸ πιὸ ἐξασκημένο μάτι· γιατὶ δὲν δείχνει ποτὲ τὸ πρόσωπό του, συγκαλύπτεται ἐπιμελῶς. Φοράει τὴ μάσκα τῆς ἀθωότητας. Καὶ ξαφνικά, τὸ χτύπημα! Ὅταν ὅλοι ἔχουν τὴν προσοχή τους στραμμένη ἀλλοῦ, καὶ τὸ ὑποψήφιο θῦμα «κοιμᾶται» ἀμέριμνο. Ἔτσι τὸ θῦμα δὲν προλαβαίνει ν᾿ ἀμυνθεῖ· ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποψίες, ἂν θὰ ὑπάρξουν, διασκεδάζονται, ἀφοῦ ὁ «ὕποπτος» ἦταν τόσο ἄψογος, τόσο «αὐθόρμητος» ἀπέναντι στὸ θῦμα καὶ ἀπέναντι σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο... Ἄπειρα μικρὰ καὶ μεγάλα ἐγκλήματα παρέμειναν ἀνεξιχνίαστα, ἐπειδὴ ἡ προμελέτη τους ἧταν ἄρτια. Ὅλα κινήθηκαν μέσα σ᾿ ἕνα ἀπόλυτα «φυσικὸ» πλαίσιο, Ἔ, λοιπόν, ὅσο πιὸ «φυσικὴ» φαίνεται μιὰ ἐνέργεια τόσο περισσότερο δόλο ἐνέχει· εἶναι ὁ κανόνας. Καὶ νὰ μᾶς ἐμβάλλει σὲ σκέψεις καὶ νὰ ἐνισχύει τὶς «ὑποψίες» μας.

 

Ἐκεῖνο ποὺ συνέβη τὴ νύχτα τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1982 στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐπιβεβαιώνει τὸ πόσο σίγουρη εἶναι ἡ μέθοδος τῆς προσχεδιασμένης «ἀθωότητας», μέθοδος ποὺ μὲ τόση ἐπιτυχία χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τὸν Κόναν Ντόϋλ καὶ τὴν ᾽Αγκάθα Κρίστι μέχρι καὶ τοὺς νεώτερους συγγραφεῖς ἀστυνομικῶν μυθιστορημάτων.

Μερικὲς δεκάδες βουλευτῶν προσῆλθαν στὴ βραδυνὴ συνεδρίαση νὰ συζητήσουν ἕνα νομοσχέδιο ποὺ ἀφοροῦσε τὴν κατάργηση των ἐξετάσεων ἀπὸ τὰ Γυμνάσια στὰ Λύκεια. Ἡ κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ διήνυε τοὺς πρώτους μῆνες τῆς θητείας της καὶ σύμφωνη μὲ τὶς προεκλογικὲς ἐπαγγελίες της ἐπροοιμίαζε, σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, μὲ μιὰ σειρὰ μέτρων ποὺ θὰ ἁπλούστευαν καὶ θὰ διευκόλυναν τὰ πάντα. Κάπου ἴσως αὐτὸ νὰ χρειάζεται. Στὴν Παιδεία ὅμως οἱ «ἁπλουστεύσεις» καταλήγουν νὰ εἶναι σὰν τὸ πλαστό, τὸ «κάλπικο» χαρτονόμισμα. Τὸ δίνουμε κι᾿ αὐτοὶ ποὺ τὸ παίρνουν νομίζουν ὅτι ἀπέκτησαν κάποιο κεφάλαιο. Σὲ λίγο ὅμως — πάντοτε ἔρχεται αὐτὴ ἡ στιγμὴ — ἡ πλαστότητα φανερώνεται καὶ οἱ κατέχοντες ἀντιλαμβάνονται μὲ δυσάρεστη ἔκπληξη, ἂν ὄχι μὲ ὀδύνη, ὅτι στὰ χέρια τους ἀντὶ γιὰ ἀξίες μὲ ἀντίκρυσμα, ἔχουν χρωματιστὰ χαρτάκια. Ἄν μάλιστα τὸ χαρτονόμισμα αὐτὸ κυκλοφόρησε σὲ πολὺ μεγάλες ποσότητες, μπορεῖ νὰ προκαλέσει ἀκόμα καὶ τὸν κλονισμὸ τῆς οἰκονομίας μιᾶς χώρας (ἄλλώστε καὶ τὸ πληθωρικὸ χαρτονόμισμα ὣς ἕνα σημεῖο πλαστὸ εἶναι). Ἔτσι καὶ στὴν Παιδεία, ἂν τὰ «χαρτιά», τὰ πτυχία, τὰ δίνουμε βάσει ἑνὸς laissez-passer καὶ ὄχι ὕστερα ἀπὸ δοκιμασίες, ἀσκήσεις, ἐξετάσεις καὶ μάλιστα αὐστηρές, πολὺ αὐστηρὲς — γιὰ τὸ ίδιο τὸ καλὸ τῶν παιδιῶν —, ἀλλ᾿ ὅμως βασιζόμενες σὲ κριτήρια ποὺ ν᾿ ἀποκαλύπτουν τὴν πραγματικὴ προσωπικότητα τοῦ κάθε μαθητῆ (γνώση τοῦ ἐξεταζομένου θέματος, ἐγκυκλοπαιδικὴ κατάρτιση, συνειρμικὴ δεξιοτεχνία, πρωτοτυπία στὸ συλλογισμὸ καὶ κυριώτατα ἐκφραστικὴ ἐπάρκεια καὶ σωστὸ χειρισμὸ τῆς γραπτῆς ἑλληνικῆς γλώσσας) καὶ ὄχι μόνο τὴν ἀπομνημονευτική τους ἱκανότητα — τότε γεμίζουμε τὴν ἀγορὰ μὲ «πλαστὲς προσωπικότητες», μὲ «γαλβανισμένους τενεκέδες». Μὲ τραγικὲς συνέπειες γιὰ τὴ μορφωτικὴ στάθμη καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς κοινωνίας μας. Γιατὶ οἱ «τενεκέδες» κατὰ σύστημα εἰναι καὶ ἀλαζόνες καὶ φιλόδοξοι καὶ αὐτοὶ χάρη στὸ θράσος τους καὶ τὴν εὐλυγισία τους κατέχουν σὲ λίγο τὶς θέσεις-κλειδιά, παραμερίζοντας τοὺς ἄξιους καὶ τοὺς συνεπεῖς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουμε σήμερα μπροστά μας τόσο στὴ Διοίκηση ὅσο καὶ στὴν Ἐπιστήμη τὴν τραγελαφικὴ τοπιογραφία τῆς ἀσχετοσύνης, τῆς λογοκοπίας καὶ τῆς ἀνεπάρκειας.

᾽Αλίμονο σὲ μιὰ κοινωνία ἂν προωθοῦνται γιὰ ἡγέτιδα τάξη οἱ «μικρομεσαῖοι» τῆς μόρφωσης. Ναί, ἀπ᾿ τὸ λαὸ νὰ βγαίνει ἡ ἡγέτιδα τάξη (ἐπικροτοῦμε καὶ χειροκροτοῦμε). Ὄχι ὅμως ἀπ᾽ τὰ παιδαρέλια τῆς πλάκας, τοὺς κοπανατζῆδες, τοὺς καφετερόβιους τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς «φωστῆρες» τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ ὅσους ἔχουν τὴ «σφραγίδα τῆς δωρεᾶς», ὅπως ἔλεγε καὶ ὁ Γεώργιος Παπανδρέου. Πῶς νὰ τὸ κάνουμε, χρειάζεται καὶ ἡ σφραγίδα ποὺ δὲν μπαίνει στὶς ἄδειες εἰσόδου ὅλων τῶν κλητῶν καὶ ἄκλητων. Τὸ «Περάστε κόσμε» τοῦ Γιάννη Μαρκόπουλου δὲν περνᾶ στὴν Παιδεία. Ἡ πύλη της εἰναι πολὺ στενὴ καὶ οἱ θέσεις καθωρισμένες. Εὐτυχῶς ποὺ τὸ μέτρο τῆς κατάργησης τῶν ἐξετάσεων ἀπὸ βαθμίδα σὲ βαθμίδα δὲν ἐπεκτάθηκε καὶ στὴν εἰσαγωγὴ σπουδαστῶν στὰ Πανεπιστήμια (ΑΕΙ), παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ αὐτὸ τὸ πυροτέχνημα καταύγασε σὰν φωτεινὸ μπουκέτο ἐλπίδων τὸ ὄνειρο πολλῶν μαθητῶν καὶ πιὸ πολλῶν γονέων, διότι ἡ κυβέρνηση ἀναλογίστηκε τί τεράστια προβλήματα θ᾿ ἀνέκυπταν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ ἐνὸς τέτοιου μέτρου, ὅταν οἱ τελειόφοιτοι θὰ κατέκλυζαν τὶς Ἀνώτατες Σχολές, ὅπως οἱ ποδοσφαιρόφιλοι θὰ κατελάμβαναν καὶ τὸ γήπεδο ἀκόμα, σ᾿ ἕνα ὑποθετικὸ ντέρμπυ μεταξὺ Ὀλυμπιακοῦ καὶ Παναθηναϊκοῦ, ποὺ θὰ δινόταν δωρεάν, χωρὶς εἰσιτήριο, σὲ σημεῖο νὰ μὴ μπορεῖ νὰ διεξαχθεῖ ὁ ἀγώνας.

Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα, ἔστω καὶ περιωριζόμενο μόνο στὴν κατάργηση τῶν ἐξετάσεων γιὰ τὴν εἰσαγωγὴ στὰ Λύκεια, ἡταν μιὰ πάρα πολὺ σημαντικὴ ἐνέργεια καὶ σωστὰ εἰσαγόταν στὴ Βουλή, γιατὶ ἀποτελοῦσε ἐκπαιδευτικὸ μέτρο (μεθόδευση) ποὺ εἴτε εἶναι ὀρθὸ εἴτε ὄχι, ἐντάσσεται στὸ χορὸ τῆς ταραντέλας τοῦ «ράβε-ξήλωνε» τῶν διαδοχικῶν κυβερνήσεων, αλλὰ πάντως δὲν ξεθεμέλιωνε καταστάσεις, δὲν προκαλοῦσε ἐμφανῆ ρήγματα.

Καὶ πολὺ σωστὰ γιὰ ἕνα τόσο σημαντικὸ θέμα οἱ βουλευτὲς ὅλων τῶν παρατάξεων εἶχαν προετοιμασθεῖ νὰ ποῦν τὶς ἀπόψεις τους καὶ νὰ προβάλλουν τὰ ἐπιχειρήματά τους ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ μάλιστα συζητήσεις αὐτῆς τῆς σημασίας, ποὺ ἀφοροῦν ζωτικὰ προβλήματα χιλιάδων ἀτόμων καὶ οἰκογενειῶν καὶ τὸ μέλλον νέων ἀνθρώπων, θὰ ἔπρεπε νὰ μεταδίδονται ὁλόκληρες ἀπὸ τὴν Τηλεόραση γιὰ νὰ πληροφοροῦνται οἱ πολίτες πόσο ὁρθοτομεῖ ἢ πόσο δημαγωγεῖ ἡ κυβέρνηση καὶ πόσο σθεναρὰ καὶ ἐποικοδομητικὰ ὴ ἀντιπολίτευση τεκμηριώνει τὰ ἀντί της.

 

Ἐνῶ λοιπὸν τὰ πράγματα ὄδευαν πρὸς μιὰ προγραμματισμένη συνεδρία, μὲ τὴ συνήθη ἀνάπτυξη τῶν ἐκατέρωθεν ἐπιχειρημάτων, αἰφνιδίως τὸ σκηνικὸ ἀλλάζει ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας κ. Λευτέρης Βερυβάκης ἀνεβαίνει στὸ βῆμα καὶ μὲ άφοπλιστικὴν ἀθωότητα τουλάχιστον ὅπως ἐκείνη τῆς ᾽Αλίκης στὴ Χώρα τῶν Θαυμάτων προτείνει... τὴν κατάργηση στὴν ἐλληνικὴ γραπτὴ γλῶσσα τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, δηλαδὴ τὴν ἀλλοίωση τοῦ πατροπαράδοτου καὶ καθιερωμένου τρόπου τονισμοῦ καὶ ὀρθογραφίας τῶν ἐλληνικῶν λέξεων.

Μὲ μιὰ φράση λιτὴ καὶ ἀκριβόλογη στὴ διατύπωσή της ὁ κ. ὑπουργός, οὔτε λίγο οὔτε πολὺ ζήτησε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν ὑπερψήφιση μιᾶς τροπολογίας στὸ ὑπὸ συζήτηση νομοσχέδιο· καὶ συγκεκριμένα, ὅπως ἀναγράφεται στὰ Πρακτικά, εἶπε ἐπὶ λέξει:

«Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα μὲ τὴν ἔναρξη τῆς συζητήσεως νὰ θέσω μιὰ τροπολογία μὲ τὴν ὁποία ἡ Κυβέρνηση εἰσηγεῖται πρὸς τὴ Βουλὴ τὴν ἐπιψήφιση τοῦ μονοτονικοῦ καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴ Βουλὴ νὰ τὴν ἐνσωματώσει ὡς ἄρθρο 2 στὸ συζητούμενο νομοσχέδιο γιὰ νὰ μπορέσει ἀμέσως μὲ τὴν ἐπιψήφιση τοῦ ἄρθρου νὰ τεθεῖ σὲ ἐφαρμογὴ καὶ νὰ παρθοῦν ἐκεῖνα τὰ προπαρασκευαστικὰ μέτρα ποὺ θὰ ἐπιτρέψουν τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μονοτονικοῦ στὴν ᾽Εκπαίδευση καὶ τὴ Διοίκηση».

Ἔτσι μὲ μιὰ τροπολογία καὶ μὲ ὕφος σὰ νὰ ἔλεγε τὸ πιὸ ἁπλὸ πρᾶγμα στὸν κόσμο, ὅπως π.χ. «Κύριοι Συνάδελφοι, ἐπειδὴ σὲ λίγες μέρες εἶναι ἡ γιορτὴ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν προτείνω νὰ ἀργήσει ἡ Βουλὴ ὅπως ἀργοῦν καὶ τὰ σχολεῖα». Κάτι ποὺ θὰ ἦταν ἀπόλυτα αὐτονόητο διότι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι δὲν εἶναι μόνον προστάτες τῆς Παιδείας ἀλλὰ καὶ τῶν «παιδιῶν» πάσης ἡλικίας καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀφορᾶ καὶ τοὺς μαθητὰς ποὺ μαθητεύουν στὰς σχολὰς ὅσο καὶ τοὺς βουλευτὰς ποὺ θητεύουν στὰς Βουλάς. Τὸ περιεχόμενο ὅμως τῆς τροπολογίας ἡταν κάτι ἄλλο: ἐβρόντησε ὡς «κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ».

Ὁ αἰφνιδιασμὸς βρῆκε φυσικὰ τὴν ᾽Αξιωματικὴ ᾽Αντιπολίτευση τελείως ἀνέτοιμη. ᾽Εκείνη εἶχε ἔρθει νὰ συζητήσει τὴν κατάργηση τῶν ἐξετάσεων πρὸς τὰ Λύκεια καὶ ἐκαλεῖτο νὰ πάρει θέση στὴ μετατροπὴ τοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων, δηλαδὴ τὴν ἀλλοίωση τῆς ὀρθογραφίας, γιατὶ ὁ τονισμός, εἷναι ἀναπόσπαστο στοιχεῖο τῆς γραφομένης ἑλληνικῆς γλώσσας, εἶναι ἡ ἑρμηνευτικὴ σὲ πολλὲς περιπτώσεις τῆς ἐτυμολογίας τῶν λέξεων, ἡ συμβολικὴ ἀποτύπωση τῆς παλιᾶς προσωδίας ποὺ εἷναι σφάλμα καὶ ἐπιπολαιότητα νὰ λέμε ὅτι ἐξέλιπε, ἀλλὰ ἐνυπάρχει καὶ ἐνσωματώθηκε στὸ ρυθμὸ τῆς σημερινῆς μας γλώσσας.

Ὅποιος ἔχει μιὰ γενικὴ παιδεία (καὶ ὁ κάθε βουλευτὴς κατὰ τεκμήριο θὰ πρέπει νὰ ἔχει) εἶναι σὲ θέση νὰ διατυπώσει κάποια ἐπιχειρήματα γιὰ τὴ «φιλολογία» πέριξ τοῦ γλωσσικοῦ. Οἱ βουλευτὲς ὅμως τῆς ἀντιπολίτευσης βρέθηκαν σὲ μειονεκτικὴ θέση ἔναντι τῶν συναδέλφων τους τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγας. Αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι κατέβηκαν στὸ στῖβο πάνοπλοι (ἔστω καὶ μὲ τὰ ξύλινα σπαθιὰ ποὺ τοὺς προμήθευσαν οἱ γνωστοὶ κύκλοι τῶν μονοτονιστῶν τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ χρόνια τώρα καλλιεργοῦσαν τὴ μυθολογία τῆς «προοδευτικῆς» μεταρρύθμισης καὶ περίμεναν τὴν κατάλληλη στιγμὴ τῆς «προοδευτικῆς» ἐπιδημίας ἢ τὴν ἀποδυνάμωση τοῦ ἐθνικοῦ ἀνοσοποιητικοῦ συστήματος — ἄλλο AIDS αὐτὸ — γιὰ νὰ εἰσβάλουν. Ἐνῶ οἱ βουλευτὲς τῆς ἀντιπολίτευσης ποιά ἐπιχειρήματα προχείρως θὰ μποροῦσαν ν᾿ ἀντιτάξουν καὶ μάλιστα γιὰ ἕνα θέμα τόσο εἰδικὸ — καταγωγὴ καὶ ἱστορικὴ ἐξέλιξη τοῦ τονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ σημασία τῆς διατήρησής του σὰν συστατικοῦ στοιχείου τῆς ἰδιομορφίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας —, θέμα ποὺ ἀπαιτεῖ προπαιδεία ὄχι μόνο ἁπλῶς ἀπὸ μορφωμένους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φιλολόγους; Καὶ ἂν ἀκόμα ὑποθέσουμε ὅτι κάποιοι ἀπ᾿ τοὺς βουλευτές, οἱ παλαιότεροι, θυμόντανε ἔτσι γενικὰ τὶς ἀπόψεις ποὺ διατύπωσαν σοφοὶ διδάσκαλοι καὶ γλωσσολόγοι, πρὶν ἀπὸ σαράντα ἀκριβῶς χρόνια (ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Δίκης — ᾽Αντιδικίας τῶν τόνων, ἀπὸ τότε τὸ μονοτονικὸ ληθαργοῦσε), αὐτοὶ ἀπὸ τὴ μεθοδευμένη ἐκστρατεία τῶν μεταρρυθμιστῶν ἦταν προκαταβολικὰ χαρακτηρισμένοι ὡς σκοταδιστές, ἀντιδραστικοί, σωβινιστὲς κ.λπ., ὥστε ἧταν παρακινδυνευμένο, μέσα στὸ ἐπικρατοῦν κλῖμα τῶν προοδευτικῶν ἐπινικείων, ἔστω κι᾿ ἀπ᾿ τὴ συντηρητικὴ παράταξη, ν᾿ ἀναφερθεῖ κανεὶς καὶ νὰ ταυτισθεῖ μ᾿ αὐτούς... Ἔτσι ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευση καὶ αἰφνιδίαστηκε καὶ ἐπαγιδεύθηκε ἀπὸ τὸ ΠΑΣΟΚ. Καὶ ἡ μόνη διέξοδος γι᾿ αὐτὴν ἧταν ν᾿ ἀποφύγει τὴ μάχη καὶ νὰ ζητήσει ἐκεχειρία.

Τότε ὁ πρόεδρος τῆς Νέας Δημοκρατίας κ. Εὐάγγελος ᾽Αβέρωφ γιὰ νὰ μὴν ἐμπλακει τὸ κομμα του στὴ συζήτηση, πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε, κατὰ τὰ Πρακτικὰ πάντοτε:

«Ἐπὶ τοῦ μονοτονικοῦ, κύριε Πρόεδρε (τῆς Βουλῆς), θὰ ἤθελα νὰ λάβω θέση. Δὲν ἀντιτιθέμεθα κατ᾿ ἀρχήν, ἀλλὰ δὲ νομίζουμε ὅτι τέτοιες μεταρρυθμίσεις μποροῦν νὰ γίνουν χωρὶς μιὰ εἰδικὴ μελέτη. Ὅτι χρειάζεται μιὰ εἰδικὴ μελέτη γιὰ τὸ μονοτονικὸ εἶναι προφανές, διότι ναὶ μὲν εἶναι μιὰ ἁπλούστευση ἡ ὁποία θὰ εἷναι χρήσιμη γιὰ τὴν ἁπλούστευση (!) τῶν νέων γενεῶν, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ πᾶμε σὲ ἀπόλυτα σχήματα. (...) Οἱ ἁπλουστεύσεις εἶναι χρήσιμες, ἀλλὰ πολλὲς φορὲς καταλήγουν σὲ ἀλλοιώσεις τῆς γλώσσας κατὰ τρόπο ἐπικίνδυνο. (...) Θὰ προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὸν κύριο Ὑπουργὸ νὰ γίνει μιὰ πληρέστερη μελέτη καὶ νὰ μὴ προχειρολογοῦμε γιὰ νὰ μὴ μπερδεύουμε τὴ γλώσσα ἀντὶ νὰ τὴν ἁπλουστεύουμε καὶ νὰ τὴν καλλιτερεύουμε».

Εἰναι πρόδηλη ἡ ἀμηχανία τοῦ κ. ᾽Αβέρωφ, καὶ συγγνωστή. Διότι, ὅπως εἴπαμε καὶ πιὸ πάνω, ἀκόμα κι᾿ ἂν εἶναι κανεὶς φιλόλογος ἢ δόκιμος λογοτέχνης εἶναι ἀδύνατο ν᾿ ἀντλήσει στὰ πεταχτὰ ἀπὸ τὴν ὀγκώδη βιβλιογραφία καὶ τὴ μαχητικὴ παμφλετογραφία γύρω στὸ γλωσσικό, ἐκεῖνα τὰ εὔστοχα ἐπιχειρήματα ποὺ θὰ ἐνισχύσουν μιὰν ἀντιπαράθεση στὶς μονοτονικὲς καὶ τὶς ἄλλες ἁπλουστευτικὲς μεταρρυθμίσεις πάνω στὸ γραπτὸ ἑλληνικὸ λόγο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μόνη λύση ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἧταν νὰ κερδηθεῖ καιρός. Διότι εἶναι περίεργο, ἀλλὰ τὸ θέμα τοῦ παραδοσιακοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων καὶ τῆς ἀλλοιώσεώς του εἷναι terra incognita γιὰ τὸ σύνολο τῶν μορφωμένων ἑλλήνων, ἐπειδὴ ἁπλούστατα δὲν ὑπῆρχε τέτοιο θέμα, οὔτε σοβαρὰ ἀντιμετωπίστηκε τὸ ἐνδεχόμενο ἢ ὁ κίνδυνος ν᾿ ἀλλάξει ἡ ὀπτικὴ εἰκόνα τῆς γραφομένης γλώσσας μας (οἱ πολλοὶ δὲν μπαίνουν στὴν οὐσία τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ μόνον ὀπτικὰ τὸ ἀντιμετωπίζουν). Οἱ προτάσεις καὶ οἱ ἀπόπειρες προέρχονταν ἀπὸ ἰδιοτρόπους λογίους (κατὰ Σάθαν, ὅπως ἀναφέραμε καὶ πρωτύτερα), οἱ ὁποῖοι δὲν ἦταν καὶ τόσο ἰδιότροποι, ἀλλὰ μᾶλλον ἀλλότροποι (καθ᾿ ὅσον ἄλλων προτροπὰς ἐκτελοῦσαν, ὅπως θὰ ἔλεγε, ἂν ζοῦσε σήμερα, ὁ Μιστριώτης).

Ὑπάρχει ὅμως κάποια παραδρομή, κάποιο ὀλίσθημα στὸν ἐλιγμὸ τοῦ κ. ᾽Αβέρωφ, ἐκεῖνο τὸ «δὲν ἀντιτιθέμεθα κατ᾿ ἀρχήν». Θὰ θέλαμε νὰ ρωτήσουμε, τώρα ποὺ κοιτάζονται ἀπὸ κάποια ἀπόσταση χρόνου τὰ γεγονότα: Μὲ ποιά ἰδιότητα ὁ κ. ᾽Αβέρωφ εἷπε ὅτι «κατ᾿ ἀρχὴν δὲν ἀντιτιθέμεθα στὸ μονοτονικό». Τὸ εἶπε ὡς λογοτέχνης (ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ ἔμπειρος πεζογράφος καὶ θεατρικὸς συγγραφέας); ᾽Αλλὰ τότε βιάστηκε νὰ προεξοφλήσει τὴ γνώμη ἐκατοντάδων συναδέλφων του καταξιωμένων στὴ διακονία τῶν γραμμάτων γνώμη ποὺ τώρα, μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ, εἶναι δεδηλωμένα πιὰ ἀντίθετη πρὸς αὐτὸ (καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ γινόταν ἀλλιῶς ἀφοῦ ἐξ ὁρισμοῦ συγγραφέας καὶ ποιητὴς σημαίνει πνευματικὸς ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς προτοῦ ἀποδεχτεῖ ἕναν νεωτερισμὸ θὰ ἐξετάσει μὲ ἔνστικτη εὐθύνη καὶ σοβαρότητα τὸ ποιὲς συνέπειες αὐτὸς ὁ νεωτερισμὸς θὰ ἐπιφέρει στὴν παράδοση, στὴ συνέχιση τῆς πνευματικῆς κληρονομιᾶς καὶ στὴν ἐκφραστικὴ διάσταση τῆς γλώσσας). Ὅλο αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς μονοτονικῆς ὑστερίας ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τῶν συγγραφέων συνεχίζει νὰ γράφει καὶ νὰ ἐκδίδει βιβλία μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα (ἐκτὸς ἂν τοὺς τὰ μετα-τονίζουν καὶ τὰ ἀπο-πνευματοποιοῦν, κυρίως γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους κάποιοι ἐκδότες), μὲ τὴν ἐξαίρεση μερικῶν νεοσσῶν τῆς «προόδου» ποὺ φαντάζονται ὅτι θὰ ἐπικαλύψουν τὴν ἰσχνότητα τοῦ λόγου τους μὲ τὴν υἱοθέτηση ὁποιασδήποτε καινοτομίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐλάχιστους ἐπιζῶντες ἐν ἐπαναστατικῇ ἐξάρσει προσήλυτους, κάποτε στὴν ἐφηβεία τους, τῶν γλωσσικῶν ἰδιωματισμῶν καὶ τῶν ὀρθογραφικῶν πειραματισμῶν τῶν Πάλλη, Πικροῦ, Φιλήντα καὶ ἀλλων — ποὺ ὅλοι τους τώρα πιὰ εἶναι σίγουρο ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σύγχυση ποὺ προκάλεσαν, τίποτα τὸ ἀξιόλογο δὲν ἄφησαν πίσω τούς.

Ἂν πάλι ὁ κ. ᾽Αβέρωφ μίλησε ὡς ἐκπρόσωπος μιᾶς πολιτικῆς παρατάξεως, πάλι βιάστηκε νὰ ὑπερθεματίσει, ἔστω καὶ ὑπὸ κάποιαν αἵρεση, τὸ μονοτονικό, γιατὶ πολὺ ἀμφιβάλουμε ἂν ἡ παράταξη αὐτὴ ποὺ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἄτομα ποὺ ἔχουν μᾶλλον «συντηρητικὲς» ἀπόψεις τόσο σὲ γενικώτερα ἐθνικὰ θέματα ὅσο καὶ σὲ κοινωνικὰ θέματα καὶ θέματα παιδείας — πολὺ ἀμφιβάλλουμε, λέμε, ἂν θὰ ἐπικροτοῦσαν τὶς προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις, ἐφ᾿ ὅσον βέβαια προηγουμένως θὰ διαφωτιζόντανε σωστὰ καὶ τεκμηριωμένα γιὰ τὸ ποῦ θὰ ὁδηγήσουν οἱ ἐπεμβάσεις στὴ γραφὴ καὶ στὴ γλῶσσα.

 

᾽Αλλὰ στὸ ἴδιο λάθος, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, ὑπέπεσε καὶ ὁ κ. Κωνστ. Μητσοτάκης, ὡς κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Νέας Δημοκρατίας, λάθος ποὺ πρέπει νὰ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι οἱ βουλευτές της ὄχι μόνον ἐπειδὴ κατελήφθησαν ἐξ ἀπίνης ἀπὸ τὸ ΠΑΣΟΚ, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ κατέχονταν ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύνδρομο, ἐκεῖνο τοῦ «συντηρητικοῦ» ποὺ ἔχασε τὴ μάχη ἀπὸ «προοδευτικούς»... Τὸ ΠΑΣΟΚ μόλις εἶχε κερδίσει τὴ λαϊκὴ ἔγκριση ν᾿ ἀλλάξει τὸν κόσμο (τί νὰ γίνει, οἱ λαοὶ καταλαμβάνονται συχνὰ ἀπὸ τέτοιες παρακρούσεις, καὶ ἰδίως ὁ ἑλληνικός...) κηρύσσοντας ὅτι ὅλα ὅσα συνέβησαν ὣς τότε στὴν πολιτικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ ἱστορία τοῦ τόπου ἧταν στραβά, λαθεμένα κι᾿ ἁμαρτωλά. Καὶ ὅτι μὲ τὴν ἄνοδο τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ἐξουσία τὰ πάντα θὰ ἔμπαιναν στὸ δρόμο τῆς ἀλήθειας («ἀνοιχτὰ χαρτιὰ»), τῆς προόδου (ἐδῶ καὶ τώρα) καὶ τῆς εὐημερίας (δουλεύοντας ὅλο καὶ λιγότερο, ζητώντας ὅλο καὶ περισσότερα). Ὁ λαὸς πανηγύριζε καὶ ἀλάλαζε. Καὶ αὐτὴ ἡ φρενῖτις «προόδου» ἐντυπωσίασε τὴ συντηρητικὴ παράταξη, ἡ ὁποία φοβήθηκε πὼς ἂν ἐπιμείνει στὶς «ἀρχές» της θὰ χαρακτηριζόταν ὡς «ὁπισθοδρομική», μὲ κόστος τὴ μεγαλύτερη συρρίκνωση τῆς ἐκλογικῆς της δύναμης. Ἔτσι, ἡ ᾽Αντιπολίτευση, τοὺς πρώτους μῆνες τουλάχιστον, μουδιασμένη ἀπὸ τὴν ἡττα της, δὲν ἔδωσε σθεναρὴ μάχη στὰ μεταρρυθμιστικὰ μέτρα τῆς κυβέρνησης τοῦ ΠΑΣΟΚ, ὅσα ἀφοροῦσαν βέβαια ἑδραίους καὶ πατροπαράδοτους θεσμοὺς ποὺ θὰ ἀλλοίωναν μὲ τὴν ἐφαρμογή τους τὴν πνευματικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ περιορίστηκε ἀπλῶς στὴν κριτικὴ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ὡς καὶ ἐπὶ τῆς τακτικῆς γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν μέτρων αὐτῶν. ᾽Αλλὰ μιὰ τέτοια ἐνδοτικὴ στάση μολονότι ἐν μέρει σωστὴ προκειμένου γιὰ οἰκονομικὰ θέματα, θέματα Διοικήσεως ὡς καὶ γιὰ πλεῖστα ἄλλα φύσεως κοινωνικῆς (ἐργατικά, πρόνοιας, ὑγείας κ.λπ.) ὅπου ἡ συνεισφορά της θὰ μποροῦσε ν᾽ ἀποδειχθεῖ βελτιωτικὴ τῶν μέτρων, σὲ θέματα ὅμως θεσμικὰ (ὅπως ἡ Παιδεία, ἡ Γλῶσσα, ἡ Θρησκεία, ἡ ἀποτίμηση τοῦ ἱστορικοῦ παρελθόντος) εἶναι ἀπαράδεκτη ὅταν πρόκειται γιὰ ἀπόπειρες ἀπορρύθμισης καὶ ἀλλοίωσης τῶν συστατικῶν στοιχείων τοῦ ἔθνους.

Ὁ ὑπουργὸς κ. Βερυβάκης ἐπιχείρησε προφανῶς νὰ παρουσιάσει τὸ θέμα τοῦ τονισμοῦ τῶν λέξεων ὡς τελείως ἐπουσιῶδες, ὡς κάτι τὸ παγκοίνως καὶ ὁμοθύμως ἀποδεκτό, καὶ γιὰ τοῦτο ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ τὸ λύσει ἡ Ἐθνικὴ ᾽Αντιπροσωπεία, ἀργὰ τὴ νύχτα, μὲ μιὰ τροπολογία σὲ ἄσχετο νομοσχέδιο καὶ χωρὶς πολλὲς συζητήσεις, πιάνοντας κυριολεκτικὰ τοὺς τυχὸν ἀντιθέτους στὸν ὕπνο. Ἡ Ἀντιπολίτευση, ἴσως γιατὶ πολλὰ ἀπ᾿ τὰ μέλη της συνέβη, λόγῳ ἡλικίας καὶ λόγῳ περιβάλλοντος νὰ ἔχουν τύχει πιὸ συνεποῦς ἑλληνικῆς παιδείας, ἀντιλήφθηκε ὅτι τὸ θέμα, ἀντιθέτως, ἧταν πολὺ σοβαρὸ καὶ ἴσως νὰ διαισθάνθηκε ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο εἰσήγετο στὴ Βουλὴ ἔκανε διαφανεῖς κάποιους ἀδιευκρίνιστους στόχους ποὺ ἐκείνη τὴν ὥρα δὲν ἧταν δυνατὸν οὔτε ἡ προέλευσή τους νὰ ἐξακριβωθεῖ οὔτε νὰ σταθμισθοῦν οἱ συνέπειές τους. Σὰν σωσίβιο μέσα στὴν ἀμηχανία ποὺ ἐπικράτησε ἡ ᾽Αντιπολίτευση διὰ τοῦ ᾽Αρχηγοῦ της ζήτησε ν᾿ ἀποσυρθεῖ ἡ τροπολογία καὶ νὰ γίνει μιὰ πληρέστερη μελέτη πάνω στὸ θέμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοτονικοῦ, κυρίως στὴν περιπτωσιολογία του.

Ἡ πρόταση αὐτὴ τῆς Ἀντιπολίτευσης δὲν ἧταν ἡ ἐνδεδειγμένη. Θὰ μποροῦσε νὰ προτάξει ἄλλο ἐπιχείρημα (καὶ θὰ εἶχε στὸ πλευρό της τὴ συντριπτικὴ πλειοψηφία τοῦ πνευματικοῦ κόσμου), καὶ ὄχι ἂν θὰ τονίζονται τὰ μονοσύλλαβα (ἀντωνυμίες, ἐπιρρήματα καὶ μόρια) ἢ τί θὰ γίνει μὲ τὰ που, πως καὶ η ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸν τονισμό τους ἔχουν διαφορετικὲς σημασίες, καὶ ἄλλες τέτοιες λεπτομέρειες.

Ἡ σωστὴ καὶ θαρραλέα ἀπάντηση θὰ ἡταν ὅτι θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὴ γλῶσσα καὶ κυρίως τὴ γραπτὴ γλῶσσα, γιατὶ αὐτὴ κωδικοποιεῖ τοὺς κανόνες καὶ παραδίδεται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά, δὲν εἶναι τῆς δικαιοδοσίας ἑνὸς Κοινοβουλίου ἢ μιᾶς κυβερνήσεως ποὺ ἔχει μιὰ κάποια πλειοψηφία, ἢ πάντως δὲν εἰσάγονται πρὸς συζήτηση μὲ τὴ συνήθη διαδικασία καὶ ἀφοῦ πρῶτα δὲν ἐρωτηθοῦν τὰ ἁρμόδια πνευματικὰ Ἱδρύματα, ὅπως ἡ ᾽Ακαδημία, οἱ Φιλολογικὲς Σχολὲς τῶν Πανεπιστημίων (φυσικὰ ν᾿ ἀκουσθοῦν οἱ γνῶμες ὅλων τῶν καθηγητῶν καὶ ὄχι μόνον οἱ «φράξιες» ποὺ ἐνδημοῦν καὶ βυσσοδομοῦν μέσα σ᾿ αὐτές), οἱ Ἑνώσεις τῶν ἐκπαιδευτικῶν (ὄχι βέβαια τὰ κομματικὰ-συνδικαλιστικὰ ὄργανά τους), ἀναγνωρισμένοι συγγραφεῖς καὶ καταξιωμένοι πνευματικοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ κάθε πολίτης ποὺ θὰ εἶχε τεκμηριωμένη γνώμη καὶ κάθε γονιὸς ποὺ ἔχει δικαίωμα νὰ δώσει στὰ παιδιά του ἑλληνικὴ παιδεία καὶ ποὺ ἐπαναστατεῖ ὅταν τὰ βλέπει νὰ γίνονται πειραματόζωα σὲ ἐπιπόλαιες μεταρρυθμίσεις ποὺ ἀποσυνθέτουν ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ τὴν ἐθνικὴ κατ-ἀγωγή τους.

Μιὰ τέτοια ἀπάντηση δὲν τὴν ἔδωσε ἡ ᾽Αντιπολίτευση. Καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὴ δώσει. Γιατὶ καὶ ἡ ἴδια ὡς Κυβέρνηση τὸ 1976 ἐπενέβη στὴ γλωσσικὴ ἔκφραση ἐπιβάλλοντας μὲ νόμο τὴ Δημοτικὴ στὴν Παιδεία καὶ τὴ Διοίκηση, μέτρο ποὺ ἦταν τελείως ἄστοχο, ἀδόκιμο καὶ περιττό. Καὶ ποὺ ἔβλαψε πρῶτα τὴν ἴδια τὴ Δημοτική, διότι τὴν κατάντησε «ξύλινη», ψεύτικη καὶ ἑρμαφρόδιτη. ᾽Αλλὰ καὶ γιὰ ἕνα ἄλλο λόγο, ὅπως προαναφέραμε: ἂν ἔλεγε ὅτι ἀντιτίθεται στὴν ἁπλούστευση τῆς (ἤδη τόσο ἁπλουστεμένης) γραφῆς ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἄντιδραστική, σκοταδιστικὴ κ.λπ. Ἀπὸ τὴ Μεταπολίτευση κι᾿ ἐδῶ τὸ μεταρρυθμιστικό, ἁπλουστευτικό, κατεδαφιστικὸ μπουρίνι ποὺ ἔπνευσε δὲν στροβίλισε μόνο τὰ ἀεροστατικὰ μυαλὰ τῶν θερμοκέφαλων, ἀλλὰ ἔστρεψε καὶ τὸν πνευματικὸ ἀνεμοδείχτη κάποιων συντηρητικῶν πρὸς ἄλλα σημεῖα (καὶ τέρατα) τοῦ ὁρίζοντα. Ἄν ἡ Ἀντιπολίτευση ἐπρόβαλλε ἕνα τέτοιο ἐπιχείρημα, ἡ Κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ θὰ μποροῦσε μιὰ χαρὰ ν᾿ ἀπαντήσει: «Ἐσεῖς καταργήσατε μιὰ γλῶσσα στὴν ὁποία γράφατε καὶ πιστεύατε καὶ δὲν μποροῦμε ἐμεῖς νὰ καταργήσουμε μερικὰ σημαδάκια στὰ ὁποῖα στὸ κάτω-κάτω (τῆς γραφῆς) δὲν πιστεύουμε; (δὲν θὰ ἔλεγε βέβαια: δὲν καταλαβαίνουμε τὴν ἱστορική, τὴν ἐθνικὴ καὶ τὴ γλωσσολογικὴ σημασία τους). Ἁπλουστεύουμε, κύριοι, γιὰ νὰ δώσουμε μόρφωση στὰ παιδάκια μας». Καὶ φυσικὰ ἡ ἁπλούστευση δὲ χρειάζεται ἐγκεφάλους, φτάνουν ὡς ἐργαλεῖα, μορφωτικὰ καὶ μορφοποιητικά, τὸ ψαλλίδι καὶ ἡ γομολάστιχα.

Ἔτσι γιὰ ν᾿ ἀποφύγει ἡ Ἀντιπολίτευση καὶ τοὺς δύο σκοπέλους δὲν εἶχε ἄλλο στρατηγικὸ ἐλιγμὸ παρὰ νὰ ζητήσει ἀναβολὴ τῆς συζήτησης γιὰ τὸ μονοτονικὸ καί... βλέποντας καὶ κάνοντας.

Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Γιάννης Ἀλευρᾶς (ὡς Ἰωάννης ἀναγράφεται στὰ Πρακτικὰ καὶ μᾶλλον ἔτσι πρέπει νὰ τὸν ἀναφέρουμε, γιατὶ Ἰωάννης ἐλέγετο καὶ ὁ πιὸ ἀγαπητὸς καὶ ἔμπιστος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ μετέπειτα Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης καὶ ἐμεῖς δὲν ξέρουμε κανένα Εὐαγγελιστὴ Γιάννη — γιὰ νὰ εἴμαστε καὶ συνεπεῖς...) νόμισε μὲ τὴν ἀμεροληψία ποὺ τὸν διακρίνει ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσει τὸ αἴτημα τοῦ κ. ᾽Αβέρωφ στὸν ὑπουργὸ κ. Βερυβάκη.

Ὁπότε συνέβη τὸ ἐξῆς ἀμίμητο καὶ ἀποκαλυπτικό: ᾽Αντὶ τοῦ κ. Βερυβάκη πετιέται ὁ βουλευτὴς κ. Κουτσουχέρας καὶ διακόπτει:

«Ἔχουν μελετηθεῖ αὐτὰ τὰ πράγματα. Διευκρινίζονται πλήρως καὶ ἔχουν κατ᾿ ἐπανάληψη συζητηθεῖ στὴ Βουλή. Γιὰ τὸ ἐρωτηματικὸ ποὺ (μὲ ὀξεῖα στὰ Πρακτικά), πὼς (ὁμοίως), ποιός, τί, γιὰ τὸ διαζευκτικὸ ἤ, τὸ ὁριστικὸ μόριο μά, τὸ δεικτικὸ νά, καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα ἔχουν γίνει διευκρινίσεις, κύριε ᾽Αρχηγὲ τῆς Νέας Δημοκρατίας.» (Θόρυβος).

Τώρα ἐρωτᾶται γιατί νὰ πεταχτεῖ ὁ κ. Κουτσοχέρας ἀφοῦ ἦταν παρὼν ὁ ὑπουργὸς καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπευθυνόταν ἡ ἐρώτηση τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς; Τὸ πρᾶγμα δὲ θὰ εἷχε τόση σημασία γιατὶ αὐτὰ συμβαίνουν στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Οἱ βουλευτὲς «ἐκρήγνυνται», παρὰ τοὺς κανόνες τῆς εὐπρεποῦς συμπεριφορᾶς. ᾽Αλλὰ ἡ «ἔκρηξη» τοῦ κ. Κουτσοχέρα ἔχει μιὰν ἄλλη, πιὸ βαθειὰ διάσταση. Ὁ κ. Κουτσοχέρας εἷναι ὁ κυριώτερος μοχλὸς τοῦ μονοτονικοῦ ἐντὸς τοῦ ΠΑΣΟΚ. Καὶ στὴ συζήτηση τοῦ νομοσχεδίου γιὰ τὴ Γενικὴ Ἐκπαίδευση, τὸ 1976, καίτοι ἐκτὸς θέματος ὑπέβαλε ὁλόκληρο ὑπόμνημα περιέχον γνῶμες διαφόρων λογίων καὶ «νεοελληνιστῶν» ἀπὸ Φαρδὺν μέχρι Mirambel καὶ Mackridge ποὺ μᾶς συμβούλευαν πῶς νὰ γλιτώσει ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἀπὸ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα καὶ τοὺς ἐφιάλτες τῆς ὀρθογραφίας. Ὁ κ. Κουτσοχέρας ποὺ εἷναι εὐρωπαΐζων, οἰκουμενίζων καὶ ποὺ μιὰ ζωὴ ἐτρέφετο καὶ ἐκτρέφετο μὲ τὸ ὄνειρο ν᾿ ἀλλοιωθεῖ ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα, φοβήθηκε πρὸς στιγμὴν μήπως ἀπὸ τὴν ἔστω καὶ χλιαρὴ ἀντίδραση τοῦ κ. ᾽Αβέρωφ, ὁ ὑπουργὸς κ. Βερυβάκης (ποὺ ἦταν «μελετημένος» ἀλλὰ ὄχι καὶ φανατικός) ἐνδώσει καὶ ἀποσύρει τὴν τροπολογία μεταθέτοντας σὲ ἄλλη συνεδρία τὴ συζήτηση ὁπότε τὸ μονοτονικὸ θὰ ἐρχόταν μὲ εἰδικὸ νομοσχέδιο, ἐκτὸς καὶ ἂν πάλι τὸ κολλοῦσαν σὲ ἄλλο εὐκαιριακὸ σχέδιο νόμου, ἂς ποῦμε, περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἰχθυοτροφίας ἢ περὶ μονιμοποιήσεως κάποιας κατηγορίας ὑπαξιωματικῶν (αὐτὰ τὰ τραγελαφικὰ εἶναι «ρουτίνα» στὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, χριστιανῶν ἢ μὴ χριστιανῶν)...

Ἄσχετα ὅμως ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ὑποβολῆς ἑνὸς τέτοιου νόμου πρὸς ψήφιση, τὰ ζητήματα συνταγματικῆς νομιμότητας ποὺ ἐγείρονται καὶ περὶ τῶν «ὁρίων τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ» γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ ποῦμε λίγα λόγια πιὸ κάτω, ἐκεῖνο ποὺ εἶχε προαποφασισθεῖ ὡς στρατηγικὴ κάποιων σκοτεινῶν παρακυβερνητικῶν συμβουλίων, ἧταν ὅπως ἡ ὠμὴ ἐπέμβαση στὴ γλῶσσα, δηλαδὴ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ στὸ γραπτὸ λόγο, συντελεσθεῖ, ἤτοι «κουκουλωθεῖ,» ἐκείνη τὴ νύχτα, χωρὶς νὰ δοθεῖ χρόνος ὄχι μόνο στὴν ᾽Αντιπολίτευση, ἀλλὰ στοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἐκπαιδευτικούς, τοὺς συγγραφεῖς, τοὺς δημοσιογράφους, τοὺς καλλιτέχνες καὶ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς κηδεμόνες τῶν παιδιῶν ποὺ ὅλοι αὐτοί, εἴτε παντοῦ καὶ πάντα εἴτε σὲ κρυφὲς στιγμὲς αὐτοσυνειδησίας ἐνώπιοι ἐνωπίοις, ἀφουγκράζονται τὸν ἐξασθενημένο μὲν ἀλλὰ ἀκατάβλητα ζωντανὸ παλμὸ τῆς Φυλῆς τους— λέμε, ὅτι ἔπρεπε ὅλοι αὐτοὶ νὰ καταληφθοῦν στὸν ὕπνο, νὰ μὴν προφτάσουν ν᾿ ἀντιδράσουν στὸ σχεδιαζόμενο «ἀνοσιούργημα» καὶ νὰ μὴ διατυπώσουν ἐγκαίρως τὴ γνώμη τους, ἀλλὰ καὶ τοὺς φόβους τους γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ ἐγκυμονοῦνται ἀπὸ μιὰ παρόμοια «ἰσοπεδωτικὴ» μεταρρύθμιση.

 

Ἂν θυμόμαστε καλὰ ὁ πρωθυπουργὸς κ. Παπανδρέου διακήρυξε ὅτι οἱ «μάχες γιὰ τὴν ᾽Αλλαγὴ θὰ δίνονται ὄχι μόνο ἐντὸς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς Βουλῆς μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ καὶ μὲ τὸ διάλογο στὴ λήψη ἀποφάσεων». Τόσο γρήγορα ξεχάστηκαν αὐτὲς οἱ διακηρύξεις; Γιατὶ δὲν εἰναι βέβαια «μάχη» τὸ νὰ ἐπελαύνεις μὲ τὴ δύναμη τῆς πολεμικῆς σου μηχανῆς καὶ νὰ καταστρέφεις ἕνα χωριὸ ἀμάχων, οὔτε εἶναι διάλογος ἡ κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖται καὶ οἱ ἀντιμαχίες καὶ ἁψιμαχίες ἀπὸ μέλη τοῦ κυβερνῶντος κόμματος στὶς διάφορες συνεδριάσεις του, γιατὶ κάτι τέτοιο μοιάζει μὲ τοὺς ἀξιοπρεπεῖς καυγάδες τῶν ἐνοίκων δύο συνεχομένων ἢ καὶ συγκοινωνούντων «ρετιρέ». ᾽Αλλὰ μὲ τοὺς ἀπὸ κάτω τί γίνεται, αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχουν λόγο, αὐτοὶ δὲν εἶναι λαός; (Τὸ ἀντίθετο μάλιστα: οἱ «ἀπὸ κάτω» εἶναι λαός, λέει ὴ κοινωνιολογία). ᾽Εκτὸς καὶ ἂν ἐπικρατήσει πλέον ἡ ἄποψη ὅτι λαὸς εἶναι οἱ «δικοί μας», ὁπότε δὲ θὰ λέμε πιὰ «ἡ Δημοκρατία ἐνίκησε», ἀλλὰ «ἡ Δημοκρατία ἐνικήσαμε»! Σ᾿ αὐτὴ τὴ φάση βρισκόμαστε τώρα καὶ τὰ περὶ λαοῦ, δημοκρατίας, διαλόγου, «συναινετικῶν διαδικασιῶν», παραμένουν ὡραῖα λόγια ποὺ καθημερινὰ διαψεύδονται ἀπὸ τὴν ἀκολουθουμένη τακτική.

Ἔτσι λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὸ δόγμα (περίπου ἰησουιτικό) «ἐμεῖς κάνουμε τὸ δικό μας καὶ ἄσε τοὺς διαφωνοῦντες νὰ φωνάζουν· καὶ αὐτὸ διάλογος εἶναι· δὲν τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ διαφωνοῦν», ὁ κ. Κουτσοχέρας ἐξέπεμψε προειδοποιητικὸ σῆμα στὸν ὑπουργὸ μήπως καὶ γίνει κανένα στρατηγικὸ ὁλίσθημα. Καὶ ἔσπευσε ν᾿ ἀπαντήσει ἐκεῖνος στὴν πρόταση τοῦ κ. ᾽Αβέρωφ ὅτι ἀναβολὴ εἶναι τελείως περιττὴ γιατὶ ὁλα αὐτὰ (γύρω στὸ μονοτονικό) ἔχουν μελετηθεῖ, ἔχουν διευκρινισθεῖ καὶ ὑπάρχουν εἰσηγήσεις ᾽Επιτροπῶν καὶ άρμοδίων συμβουλευτικῶν ὀργάνων, ὅπως τὸ ΚΕΜΕ. Πρὸς τί λοιπὸν νὰ χρονοτριβοῦμε;

Ἀλλὰ θὰ θέλαμε νὰ μάθουμε ποιές εῖναι οἱ διευκρινίσεις καὶ ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ πρότειναν ἁπλοποιήσεις στὴν ὀρθογραφία καὶ εἰδικώτερα στὸν τονισμὸ τοῦ γραφομένου λόγου; Εῖναι ἀρκετοὶ ἕνας Φαρδύς, ἕνας Κούστας (τοὺς ἔχετε ἀκουστά;), ἕνας Φιλήντας καὶ ἕνας Κακριδῆς, γιὰ νὰ παραμερίσουν μπροστά τους ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τοὺς τέσσερις Ἱππότες τῆς ᾽Αποκαλύψεως, εἴκοσι αἰῶνες γεμᾶτοι ἀπὸ κείμενα ὑψίστης καλλιέπειας καὶ ἐτυμολογικῆς καὶ γραμματικῆς ἐπεξεργασίας; Καὶ μιὰν ἀτέρμονη φάλαγγα συγγραφέων, ποιητῶν καὶ λογίων ποὺ ταπεινὰ καὶ μὲ χίλιους ἀγῶνες ἐναπόθεσαν τὴ φώτισή τους στὸ μνημεῖο τοῦ πνευματικοῦ μας πολιτισμοῦ, τώρα θὰ ἔρθουμε ἐμεῖς καὶ θὰ τοὺς ποῦμε, ἄλλους μεταθανατίως καὶ ἄλλους ἐν ζωῇ ἀκόμα, ἔτσι ὀρθὰ-κοφτά: «Σπάστε τὶς πέννες σας, πνεύματα πλανημένα, γιατὶ αὐτὰ ποὺ γράφατε καὶ ὅπως τὰ γράφατε ἦταν στραβά, περίπλοκα καὶ ἄχρηστα;»

Καὶ ποιοί εἰναι αὐτοὶ ποὺ μονότονα εἰσηγήθηκαν, μετὰ τὴ Μεταπολίτευση, τὸ μονοτονικὸ σὰ νὰ ἡταν κι᾿ αὐτὸ «ἀντιστασιακὸ» γέρας; Τέτοιο ἀδιαμφισβήτητο κῦρος ἔχουν οἱ γνωστοὶ ἐντὸς καὶ πέριξ κάποιου Ἱδρύματος κύκλοι τῆς Θεσσαλονίκης ποὺ εἶναι πανταχοῦ παρόντες (ὅποιο κουρτινάκι νὰ σηκώσεις ἀπὸ πίσω βρίσκονται) καὶ ποὺ ἡ δαψίλεια τῶν οἰκονομικῶν μέσων ποὺ διαθέτουν εῖναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη μὲ τὸ γλῖσχρον περιεχόμενον τῆς ἰδεοληψίας τους;

Ἀκόμα κι᾿ ἂν ἀπεφάνθη τὸ ΚΕΜΕ ποιός τοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα, ὅταν εἶναι συζητήσιμο ἂν καὶ ἡ ἴδια ἡ ᾽Ακαδημία (ὅποια κι᾿ ἂν εῖναι, δὲν ἔχουμε ἀνώτερο πνευματικὸ Ἵδρυμα) μπορεῖ νὰ προτείνει τὴν ἀλλαγὴ τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας (καὶ βέβαια καὶ ὁ τονισμὸς περιλαμβάνεται σ᾿ αὐτήν). Ἀσχέτως ὅτι τὸ ΚΕΜΕ, γιὰ τοὺς ἐρευνῶντες τὰς Γραφάς, εἶχε ἐκ γενετῆς ἀπωλέσει τὴν «ἔξωθεν καλὴν μαρτυρίαν» — ἂς μὴν μποῦμε τώρα σὲ λεπτομέρειες...

Καὶ ἀφοῦ κατὰ κ. Βερυβάκην ὅλα τὰ προβλήματα ἔχουν λυθεῖ γύρω στὸ μονοτονικό, γιατὶ δὲν περιλαμβάνονταν στὸ νομοθέτημα, ἀλλὰ παραπέμπονται «ν᾿ ἀποφασισθοῦν τὸ εἶδος» τοῦ μονοτονικοῦ (σημ: ἡ ἀσυνταξία δὲν εἶναι δική μας) μὲ Διατάγματα; Δηλαδή, ψηφίστε τὴν ἀλλαγὴ τῆς γραφῆς, πέστε τὸ ναὶ κι᾿ ἐμεῖς κατόπι θὰ καθορίσουμε ποιὲς ἀλλαγὲς θὰ ἐπιφέρουμε...

 

Μιὰ κυβέρνηση, ἔστω κι᾿ ἂν στὶς προγραμματικές της διακηρύξεις μέσα στὰ πολλὰ θὰ περιέλαβε καὶ κάποιο «ἐθνικὰ καθοριστικό», τὴν ὤρα ποὺ πάει νὰ θεσπίσει αὐτὸ τὸ θά, θὰ πρέπει νὰ τὸ σκεφθεῖ πολὺ σοβαρὰ καὶ ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν κομματικὴ ἀδιαλλαξία ν᾿ ἀκούσει γνῶμες κι᾿ ἀπὸ τὶς ἄλλες πλευρές, καὶ τὸ κυριώτερο νὰ σταθμίσει τὶς συνέπειες, Γιατὶ τ᾿ ἀποτέλεσμα τῶν θεσμικῶν ἀλλαγῶν φαίνονται μακροπρόθεσμα, ὅταν πιὰ θὰ ἔχουν συντελεσθεῖ οἱ ἀλλοιώσεις καὶ ἡ ἐπανόρθωση εἶναι πολὺ δύσκολη, ἂν ὄχι ἀδύνατη.

Μιὰ τέτοια νηφάλια κι᾿ ἀπροκατάληπτη ἀντιμετώπιση τοῦ θέματος δὲν ἔγινε ἀπὸ τὴν 1η κυβέρνηση τοῦ ΠΑΣΟΚ, ἀλλὰ ὁ ὅλος χειρισμὸς ἔδειχνε προχειρότητα, ἀτεκμηρίωτη (πλὴν ἔντονα δημαγωγικὴ) ἐπιχειρηματολογία καὶ μιὰ τέτοια βιασύνη ποὺ ἦταν ἐναργέστατη ἡ ἐντύπωση ὅτι αὐτὴ ἡ κυβέρνηση ἂν δὲν ἔκανε, ὅ,τι ἔκανε ὠθούμενη ἀπὸ «ἐπαναστατικὸ πυρετό», τὸ ἔκανε εὑρισκόμενη κάτω ἀπὸ τὴν ὑποβολὴ εἰσηγήσεων πανισχύρων ἀφανῶν κύκλων.

Πάντως ἐκείνη τὴ μοιραία νύχτα (καὶ ξέρουμε καλὰ τὴ σημασία τῆς λέξεως μοιραία· μιὰ ἀπ᾿ τὶς Μοῖρες ἦταν καὶ ἡ Κλωθὼ ποὺ ἐξ-ὕφαινε σχέδια ὥσπου νὰ ἐπιτύχει τὴν καταστροφὴ τοῦ ἀπρονόητου ἀτόμου) ἀπεκαλύφθη ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς μπαίνει σὲ μιὰ περιπέτεια ποὺ θὰ συνεπιφέρει, ποιός ξέρει σὲ πόσο βάθος τοῦ χρόνου, μὲ τὶς ἀλυσιδωτὲς παρενέργειες, τὴν πλήρη ἀλλοίωση τῆς φυσιογνωμίας του μεταποιώντας τὴ Συνείδηση τῆς Φυλῆς σὲ πλαστικὴ ἢ φολκλορικὴ «ἐτικέτα ἰδιότητος».

Ἔτσι ἡ κυβέρνηση ἀπέρριψε τὴν πρόταση νὰ δοθεῖ χρόνος γιὰ νὰ μελετηθεῖ καλύτερα τὸ θέμα καὶ ἡ συζήτηση προχώρησε στὸ κύριο ἄρθρο τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῶν ἐξετάσεων, συζήτηση κατὰ τὴν ὁποία ἀκούστηκαν πολλὰ ἐνδιαφέροντα καὶ μή, ποὺ ὅμως δὲν ἀφοροῦν τὸ καίριο θέμα τῆς γλώσσας. Καὶ κάποτε, περασμένα μεσάνυχτα, ἦρθε ἡ ὤρα νὰ συζητηθεῖ ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ μονοτονικό.

Ἡ ᾽Αντιπολίτευση ποὺ πρέπει πολλὰ νὰ κατεννόησε στὸ μεταξὺ θέλησε νὰ βρεῖ τρόπο ν᾿ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπ᾿ τὸ δίλημμα χωρὶς νὰ προδώσει καὶ τὴν προοδευτικότητά της. Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ δραματικὴ ἀντιφατικότητα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐκπροσώπου της κ. Κωνστ. Μητσοτάκη, ὁ ὁποῖος παίρνοντας τὸ λόγο εἶπε:

«Τὸ δεύτερο αὐτὸ ἄρθρο (δηλ. ἡ τροπολογία) εἶναι ἄσχετο μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ νομοσχεδίου. Προστίθεται σήμερα, τὴν τελευταία ὥρα, κύριε Ὑπουργέ, αἰφνιδιαστικῶς. ᾽Αναφέρεται σὲ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖο κατὰ σύμπτωση δὲν μᾶς βρίσκει καὶ ἀντίθετους. Νομίζουμε ὅμως ὅτι εἶναι σωστὸ νὰ μὴν εἰσαχθεῖ γιὰ νὰ ψηφισθεῖ κατεσπευσμένως. Τί ἔχει νὰ κερδίσει ἡ Κυβέρνηση καὶ τί ἔχει νὰ κερδίσει ἡ ὑπόθεση τὴν ὁποία ἐπιδιώκει νὰ πραγματοποιήσει μὲ τὴν ψήφιση αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου; (...) Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἡ Κυβέρνηση τὴν ἀπαίτηση νὰ μᾶς φέρει τὸ θέμα αὐτὸ τὸ μέγα, αἰφνιδιαστικὰ καὶ νὰ ἀπαιτεῖ νὰ τὸ ψηφίσουμε καὶ μετὰ τὴν 12ην νυκτερινήν. (...) Θὰ τὸ ἐδέχεσθο ἐσεῖς ποτὲ ὡς Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευση ἕνα τέτοιο θέμα νὰ σᾶς τὸ φέρνουν διὰ τροπολογίας χωρὶς νὰ ἔχετε προλάβει νὰ προετοιμασθεῖτε, νὰ διαβάσετε, νὰ ἐνημερωθῆτε; Πῶς ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἐμᾶς νὰ συζητήσουμε αὐτὸ τὸ θέμα: Σᾶς τὸ ξαναλέω καὶ πάλι, εἷμαι ἰδιαίτερα ἐπίμονος, διότι δὲ διαφωνῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, θέλω ἁπλῶς νὰ προστατεύσω καὶ τὴ Βουλὴ καὶ ὅλους μας ἀπὸ ἀκρότητες καὶ ἀπὸ πείσματα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητᾶτε ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἀποφασίσουμε γιὰ ἕνα θέμα γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχουμε κανένα φάκελλο, κανένα ντοσιέ, καμμιὰ προετοιμασία. (Ἡ τροπολογία αὐτή) δὲν ἔχει καμμιὰ σχέση μὲ τὸ συζητούμενο νομοσχέδιο. Εἶναι σαφὲς ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματική. Γι᾿ αὐτὸ καὶ πάλι σᾶς κάνω ἔκκληση καὶ σὲ σᾶς καὶ στὸν κύριο Πρόεδρο νὰ μὴ προχωρήσετε στὴ συζήτηση τοῦ θέματος. Δῶστε μας τὸ χρόνο νὰ προετοιμαστοῦμε καὶ στὴν ἑπόμενη συνεδρίαση εἴμεθα ἐδῶ γιὰ νὰ τὸ συζητήσουμε.»

Δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἀπὸ ποιοὺς καὶ τί ἐπιχειρήματα θ᾿ ἀντλοῦσε ἡ Ἀντιπολίτευση, ἂν δινότανε ἡ ζητουμένη ἀναβολή. Τὸ θέμα εἷναι ξεκάθαρο, ὅπως τοποθετεῖται πιὰ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ πραγματικότητα καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ γραμματολογικὰ ἢ ἐπιστημονικοφανῆ δεδομένα, καὶ τὸ θέμα ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία πλευρὰ διακηρύσσει: «Ἀλλάξτε τὸν τρόπο ποὺ γράφουμε, δηλαδὴ τὸν παραδεδομένο κώδικα γραφῆς· κάντε πιὸ εὔκολη τὴν ὀρθογραφία· ὅλα, ἢ σχεδὸν ὅλα, ἐπιτρέπονται.» Καὶ ὴ ἄλλη συνηγορεῖ γιὰ τὴ δική της ἀλήθεια: «Ἔχουν γίνει ἀρκετὲς ἀλλαγὲς καὶ ἁπλουστεύσεις. ᾽Αλλὰ πάντως ὁ κώδικας γραφῆς, ἡ μορφὴ τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας (καὶ ὁ τονισμὸς ἀποτελεῖ ἐνσωματωμένο στοιχεῖο αὐτῆς τῆς μορφῆς) διατηρήθηκε. Ἔχουμε φτάσει στὸ σύνορο ποὺ μᾶς ξεχωρίζει ἀπὸ τ᾿ ἄλλα ἀλφάβητα, συγγενῆ ἴσως, παράγωγα ἀπ᾿ τὸ δικό μας, ἀλλὰ ὁλότελα διαφορετικὰ στὴ διάρθρωση, τὴ νοητικὴ ἀπο-τύπωση τῶν λέξεων καὶ τὴ φθογγολογικὴ-φωνητική τους διάσταση. Ὁ ἐλληνικὸς γραπτὸς λόγος ἔχει μοναδικότητα. Καὶ τὰ «μοναδικὰ» ἐνὸς ἔθνους πρέπει νὰ παρα-δίδονται ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Οἱ ἀλλοιώσεις στὸ λόγο φανερώνουν καὶ τὴν «ἀλλοίωση» τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, δηλαδὴ τὴν ὑποτέλεια μας σὲ ξένες ἐπικυριαρχίες ἢ ξένους πολιτισμούς. Ἑπομένως ὄχι ἄλλες ἀλλαγές».

Στὴν περίοδο ποὺ περνᾶμε, ἀντιμετωπίζουμε τόσες προσβολές, ἐπιθέσεις, «τοξινώσεις», διαβρώσεις, ὥστε νὰ μὴν ἔχουν θέση ἀμφιταλαντευόμενες ἀπόψεις, οὔτε «μεσοβέζικες» λύσεις. Ἔτσι ἐκεῖνο τὸ «κατ᾿ ἀρχὴν δὲν ἀντιτιθέμεθα» μᾶλλον ἦταν παραδρομὴ τῆς γλώσσας καὶ τῆς σκέψης. Γιατὶ μπορεῖ ὁ κ. ᾽Αβέρωφ καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης νὰ μὴν εἶναι εἰδικοὶ γλωσσολόγοι ἢ ἱστορικοὶ τῆς λογοτεχνίας, ὁπωσδήποτε ὅμως ξέρουν τί θὰ πεῖ Παράδοση. ᾽Εκεῖ, στὴν Παράδοση, στὴ συνέχεια τοῦ Ἔθνους, ἔπρεπε νὰ ἐπικεντρώσουν τὶς ἀντιρρήσεις τους καὶ θὰ τοὺς χειροκροτοῦσε ὅλο τὸ «ἐχέφρον» πανελλήνιον καὶ ὄχι τὸ ἄφρον «ἀφελλήνιον». Καὶ θὰ πρέπει οἱ ἐχέφρονες στὸ λαό μας νὰ ἦταν καὶ νὰ εἶναι ἀπείρως περισσότεροι τῶν ἀφρόνων, γιατὶ ἀλλιώτικα τόσους αἰῶνες τώρα ἀπὸ τὶς «τρέλλες» (ὤ, ἄφραστη ἐπιείκεια!) κάποιων συνελλήνων μας δὲν θὰ εῖχε ἀπομείνει ἀπὸ μᾶς οὔτε ἕνας, γιὰ δεῖγμα...

Ἀλλὰ ἡ Νέα Δημοκρατία ντρέπεται νὰ πεῖ ὅτι εἶναι συντηρητικὸ κόμμα. Γιατὶ παρασύρεται ἀπὸ τὴν ἐντέχνως κυριαρχοῦσα αἰολικὴ καὶ «ἑωλικὴ» ἐνέργεια τοῦ «προοδευτισμοῦ». Ἄλλο ὅμως «πρόοδος» στὰ οἰκονομικὰ (ποὺ σήμερα κι᾿ αὐτὴ εἶναι προβληματική, ἀφοῦ δὲν πάσχουν πιὰ οἱ Ἕλληνες στὴ συντριπτική τους πλειονότητα, ἀλλὰ πάσχει ἡ κρατικὴ χειραγώγηση τῆς Οἰκονομίας — νὰ μὴν τὰ βάζουμε μὲ τὶς ἀφηρημένες ἔννοιες· δὲν φταίει ἡ ἁμαρτία, φταῖνε οἱ ἁμαρτωλοί) καὶ ἄλλο «πρόοδος» στὰ πνευματικὰ θέματα, τὰ συναρτώμενα μὲ τὴν καταγωγή μας, τὴν ἀδιάσπαστη συνέχεια τῆς Φυλῆς, τὸ μυστηριακὸ καὶ ὑποστασιακὸ κύτταρο τῆς θρησκευτικότητάς μας, τὴν ἔντεχνη καὶ ἐκπληκτικὴ διαπλοκὴ τοῦ γλωσσικοῦ μας ὀργάνου, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴ διαφύλαξη τῶν ἐθνικῶν κειμηλίων. (Οἱ Ρῶσοι ἀναστήλωσαν καὶ διαφυλάσσουν ὅλα τὰ κτίρια τοῦ παρελθόντος καὶ τ᾿ ἀνάκτορα καὶ τοὺς «θησαυροὺς» καὶ τοὺς ναούς τους — γιατὶ εἶναι δια-τυπώσεις τῆς ἱστορικότητάς τους, σέβονται καὶ διαβάζουν μὲ πάθος τοὺς κλασικοὺς συγγραφεῖς καὶ ποιητές τους ἔστω καὶ ἂν ἐκφράζουν ἄλλες κοινωνικὲς δομές, διατηροῦν καὶ προάγουν μιὰ μορφὴ τέχνης, τὸ κλασικὸ μπαλέτο, γιατὶ εἰχαν ἀναπτύξει παράδοση σ᾿ αὐτό, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἡ ἐπίσημη σοβιετικὴ νοοτροπία ἀπέχει τόσο πολὺ ἀπὸ τὴ Ζιζὲλ καὶ τὴ Λίμνη τῶν Κύκνων ὅσο ἡ Γκρατσιέλλα τοῦ Λαμαρτίνου ἀπὸ ἕνα τρακτέρ, καὶ τὸ κυριώτερο δὲν ἄλλαξαν οὔτε μιὰ «κεραία» ἀπ᾿ τὴ γραπτή τους γλῶσσα)64.

Αὐτὰ ἔπρεπε νὰ τὰ διαχωρίσει ἡ Νέα Δημοκρατία καὶ νὰ τὰ καταστήσει στὸ λαὸ σαφῆ. Καὶ νὰ ἦταν σίγουρη ὅτι ἂν δὲν κέρδιζε τὴν πρώτη μάχη θὰ κέρδιζε τὴ δεύτερη, ὅταν μὲ τὸν καιρὸ θὰ ξεσκεπάζονταν οἱ σκόπιμες διαστρεβλώσεις. Καὶ αὐτὸς ὁ καιρὸς θὰ ἔρθει πολὺ πιὸ σύντομα ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ φανταζόμαστε. Ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε βρέθηκε παγιδευμένη καὶ τῆς ἡταν δύσκολη ἦ ἀπεμπλοκὴ καὶ μάλιστα τοὺς πρώτους μῆνες τῆς παραζάλης τῆς ἧττας. Ὅμως καὶ ὁ χρόνος ποὺ παρῆλθε μᾶς φαίνεται ὅτι δὲ βελτίωσε καὶ πολὺ τὰ πράγματα. Γιατὶ δὲν βλέπουμε στὰ προεκλογικὰ καὶ τὰ προγραμματικὰ καὶ στὶς «γιορτὲς» τίποτα ἢ ἐλάχιστα ποὺ ν᾿ ἀφοροῦν τὸ πνευματικὸ νόημα τῆς Παιδείας, τὴν ἐθνικὴ αὐτοσυνειδησία καὶ τὴν ἀναβάπτιση (ἢ ἂς τὴν ποῦμε πιὸ ρεαλιστικά: ἀνανέωση) τῶν παλιῶν καὶ δοκιμασμένων ἀξιῶν. Ἀντ᾿ αὐτῶν μπόλικη πομφολυγοειδὴς συνθματολογία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὑπάρχει μιὰ διάχυτη ἐντύπωση ὅτι κάτι γύρω μας διαλύεται — δὲν μποροῦμε νὰ καθορίσουμε ἀκριβῶς τί — καὶ τὴν ψυχή μας ἀρχίζει νὰ τὴν κατατρώγει ἡ ἀπελπισία τοῦ ἀδιεξόδου.

 

Ἀλίμονο στὸν τόπο ἐκεῖνο ποὺ ἔχει δύο προοδευτικὰ κόμματα. Θὰ ταίριαζε ἡ παρομοίωση μὲ τὸ ὄχημα ποὺ βρίσκεται σὲ κατηφόρα κι᾿ ὁ ὁδηγός του ἀντὶ νὰ πατήσει φρένο τοῦ δίνει ἐπιτάχυνση. Κάτι τέτοιο ἔκανε ὁ κ. Μιλτιάδης Ἔβερτ, στέλεχος τῆς Νέας Δημοκρατίας καὶ ἔμπειρος στὰ οἰκονομικά, ἀλλὰ μᾶλλον ἀπροετοίμαστος καὶ χωρὶς τὴν ἀπαραίτητη «θύραθεν παιδεία» γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὴ γλῶσσα, ὅταν σὲ κάποια συνέντευξή του εἶπε ὅτι «ἀπὸ τὰ θετικὰ ἐπιτεύγματα τοῦ ΠΑΣΟΚ ἦταν καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μονοτονικοῦ»· ἐκτὸς καὶ ἂν ἔκανε χιοῦμορ...

Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ ἂν θ᾿ ἀσχοληθεῖ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν τροπολογία γιὰ τὸ μονοτονικὸ σταμάτησε ἐκεῖ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ ὑπουργοῦ νὰ δώσει κάποιαν ἀναβολὴ γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ ἡ Ἀντιπολίτευση· οἱ κυβερνητικοὶ βουλευτὲς (ὅσοι τουλάχιστον μίλησαν) ἦταν σχετικὰ «προετοιμασμένοι» (δὲ χρειάζονταν δὰ καὶ πολλὰ πράγματα: μιὰ μπροσούρα καὶ τρία ὅλα κι᾿ ὅλα ἐπιχειρήματα: α) ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἦταν ἐπινόηση τῶν ἀλεξανδρινῶν λογίων, β) ὅτι τὰ παιδάκια μας δὲ θὰ κουράζονται πιὰ γιὰ νὰ μάθουν τοὺς κανόνες τοῦ τονισμοῦ καὶ γ) ὅτι ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία θὰ κερδίσει πολύτιμο χρόνο ἀφοῦ οἱ «δακτυλογράφες» καὶ οἱ λινοτύπες δὲ θὰ κουνᾶνε πιὰ τὸ μικρὸ δαχτυλάκι τους πατώντας τὰ πλῆκτρα μὲ τὶς ψιλοπερισπωμένες). Καὶ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτά, γιὰ τὰ ὁποῖα θὰ καγχάζουν κάποτε οἱ ἀπροκάληπτοι φιλόλογοι καὶ οἰκονομολόγοι καὶ ὄχι οἱ «αἰθεροβάμονες», σὰν τοὺς σημερινοὺς συναδέλφους τους τῆς μεταπολιτευτικῆς διανοητικῆς θολούρας, θεωρήθηκαν, λέμε, τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ κώδικα γραφῆς ἑνὸς ἔθνους ποὺ μὲ αὐτὸν συνεννοεῖτο δύο χιλιάδες χρόνια, χωρὶς κανένας ἀπὸ τοὺς «περιστασιακοὺς» πατέρες αὐτοῦ τοῦ ἔθνους νὰ θίξει τὸ ποιὲς θὰ εἶναι ἐνδεχομένως οἱ συνέπειες ἑνὸς τέτοιου μέτρου — καὶ εἶναι σοβαρότατες αὐτὲς οἱ συνέπειες ὅπως θ᾿ ἀναλυθοῦν παρακάτω.

Ἡ Νέα Δημοκρατία εἶδε ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἄλλη διέξοδος: ἢ ἔπρεπε νὰ συμπράξει ἢ νὰ διαχωρίσει τὴ θέση της. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ ὅσα εἶπε ὁ ἐκπρόσωπος της στὴν τελευταία φάση τοῦ δράματος πρὶν συντελεσθεῖ μονομερῶς ἡ capitis deminutio minima τῆς γλώσσας· ἡ maxima βρίσκεται καθ᾿ ὁδόν. Καὶ ἀναδημοσιεύουμε ὅσα λένε τὰ πρακτικά:

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλοῦσα νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ κάνω μιὰ δήλωση ἐξ ὀνόματος τοῦ Κόμματός μας. Τὸ Κόμμα μας λυπᾶται βαθύτατα διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖο ἐπιμένουν εἰς αὐτὸν τὸν ἀντιδημοκρατικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν τρόπον τῆς συζητήσεως αὐτῆς τῆς τροπολογίας. Ἐφ᾿ ὅσον ἡ Κυβέρνηση καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐπιμένουν...

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Μιχαὴλ Στεφανίδης): Κύριε Κοινοβουλευτικὲ Ἐκπρόσωπε τῆς Νέας Δημοκρατίας ἔχετε ὑπ᾿ ὄψη σας ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸ ὁ Κοινοβουλευτικὸς Ἐκπρόσωπος δὲν δικαιοῦται νὰ λάβει τὸν λόγο ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος περισσότερες ἀπὸ τρεῖς φορές, Σεῖς ζητᾶτε τώρα τὸν λόγο γιὰ τέταρτη φορά;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Θέλω νὰ κάνω μία δήλωση, κύριε Πρόεδρε.

ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Μιχαὴλ Στεφανίδης): Κάντε μόνο τὴ δήλωση.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ: Κάνω τὴ δήλωση ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, λυπούμεθα εἰλικρινῶς, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσουμε τὴ συζήτηση καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀποχωρήσουμε.

(Στὸ σημεῖο αὐτὸ οἱ Βουλευτὲς τῆς Νέας Δημοκρατίας ἀποχωροῦν ἀπὸ τὴν Αἴθουσα.)

(Θόρυβος, ἀποδοκιμασίες ἀπὸ τὴν Πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως.)

Ἕνας κυβερνητικὸς βουλευτὴς ἴσως γιὰ νὰ καθησυχάσει τὴ συνείδησή του, θεώρησε ὅτι ἔπρεπε νὰ ξεπροβοδίσει τὴν ἀποχωροῦσα ᾽Αντιπολίτευση καὶ φώναξε: «Φεύγετε ἐπειδὴ εἶναι περασμένα μεσάνυχτα, ὄχι γιὰ τὴν τροπολογία.»

 

Δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι τὰ πράγματα, κύριε βουλευτή. ᾽Αποχωρεῖ κανεὶς ἀπὸ κάπου ὄχι μόνο ἀπὸ νύστα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποφύγει μιὰ παγίδα ἢ γιὰ νὰ μὴν συμπράξει σ᾿ ἕνα ἔγκλημα. Χωρὶς νὰ ἐπικροτοῦμε ἀπόλυτα τὴν ἄλλωστε ἀντιφατικὴ στάση τῆς Νέας Δημοκρατίας, τουλάχιστον μὲ τὴν ἐνέργειά της αὐτὴ φάνηκε ὅτι συναισθάνθηκε πόσο σοβαρὸ εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀλλοίωσης στοιχείων τοῦ γραπτοῦ λόγου, καὶ μάλιστα τοῦ ἑλληνικοῦ, θέμα ποὺ δὲ λύνεται στὸ γόνατο (καὶ γιατί νὰ λυθεῖ ἀφοῦ στὴν οὐσία δὲν ὑπάρχει, ἦταν καὶ εἶναι θέμα «φτιαχτὸ») ἐκ μέρους μερικῶν ἀτόμων ποὺ δὲν ἔχουν ἰδίαν ἀντίληψη τοῦ προβλήματος, ἀλλὰ ἀπὸ δεύτερο χέρι πληροφόρηση, γιατὶ ὄχι καὶ προσηλυτισμὸ ἀπὸ καλοθελητὲς «μισιονάριους» καὶ μίσθαρνους «σταθμάρχες».

Ἡ ἄρνηση αὐτὴ τῆς Νέας Δημοκρατίας χρεώνεται σὰν ὑποχρέωσή της γιὰ τὸ μέλλον, ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἴδια ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα κόμματα ἢ παρατάξεις προκύψουν ἢ γιὰ ὅσα εἶναι ἐγκλωβισμένα σὲ σχήματα ποὺ τοὺς ἀπογοήτευσαν καὶ θὰ νιώσουν κάποτε τὴν ἀνάγκη μιᾶς ἀναθεώρησης τῆς στάσης τους ἀπέναντι στὸ τεράστιο γιὰ τὴν ἐπιβίωση τῆς Φυλῆς πρόβλημα τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας καὶ γενικώτερα τῶν θεσμῶν ποὺ συγκροτοῦν καὶ συγκρατοῦν τὸν Ἑλληνισμό.

Περνοῦμε μιὰ ἐποχὴ σύγχυσης· ἀλλὰ τὸ «ξεκαθάρισμα τῶν πραγμάτων», ἔτσι ὅπως εἶναι σήμερα ἡ ὀργάνωση τῶν ἐθνῶν κρατῶν, δὲν μπορεῖ νὰ προέλθη μόνον ἀπὸ τὴ θέληση, ἔστω καὶ χαλύβδινη, ἀτομικῶν πρωτοβουλιῶν, ἀλλὰ χρειάζονται ἀπαραίτητα πιὰ καὶ νομικὲς καὶ διοικητικὲς διαδικασίες. Ἡ καταγγελία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐκπροσώπου τῆς ᾽Αντιπολίτευσης ὅτι τὸ ὅλον θέμα τοῦ μονοτονικοῦ, ὅπως μεθοδεύτηκε καὶ ἐκβιάσθηκε ἀπὸ τὴν Κυβέρνηση δὲν εἶναι σύμφωνο καὶ σύννομο οὔτε μὲ τὰ Συνταγματικὰ θέσμια οὔτε καὶ μὲ τοὺς κοινοβουλευτλκοὺς κανονισμούς, θὰ πρέπει νὰ ἐπανεξετασθεῖ στὸ μέλλον ἀπὸ μιὰν ἄλλη Βουλὴ ποὺ θὰ εἶναι πιὸ νηφάλια καὶ δὲν θὰ ἔχει καταληφθεῖ ἀπὸ τὴν παράκρουση τῆς ἀλλαγῆς τῶν πάντων. Ἤ ἀπὸ ἕνα Σῶμα ταγμένο γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ποὺ θὰ συγκέντρωνε καὶ θὰ ὑπομνημάτιζε ὅλες τὶς προτάσεις, ὅλων τῶν ἀπόψεων γιὰ νὰ τὶς ὑποβάλει μετὰ στὴν Πολιτεία. Λέμε γιὰ τὸ Βυζάντιο ὅτι ἦταν αὐταρχικὸ καὶ ὅτι ἡ θεολογία περιορίζει τὸ πνεῦμα καὶ ἀπαγορεύει τὴν ἐλεύθερη διακίνηση τῶν ἰδεῶν. Ὅμως ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ μέχρι ἐκείνων τῆς Φερράρας καὶ τῆς Φλωρεντίας, ὅπου ἐμονομάχησαν Ἀνατολὴ καὶ Δύση (Παπισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία), καὶ τότε θὰ δοῦμε πόση ἀμεροληψία, πόση ἐλευθερία ἐπικρατοῦσαν γιὰ τὴ διερεύνηση τῆς ἀλήθειας. Καὶ ἂν λαμβάνονταν ἀποφάσεις, σκληρὲς κάποτε, αὐτὸ γινόταν μὲ γνώμονα τὴ θεμελιώδη ἀρχὴ νὰ μὴ διασπασθεῖ ἡ συνέχεια τῆς παράδοσης γιὰ νὰ ὑπάρχει τὸ παρελθὸν ἀενάως ἐπαληθευόμενον στὸ παρὸν καὶ γιὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἀπὸ κλυδωνισμοὺς τὸ μέλλον. Καὶ ἐκεῖνες οἱ Σύνοδοι κρατοῦσαν μῆνες πολλούς, μέχρις ὅτου ἐξετασθοῦν ὅλες οἱ πτυχὲς καὶ οἱ λεπτομέρειες τοῦ προβλήματος. ᾽Εκεῖνοι οἱ Πατέρες θὰ μποροῦσαν νὰ μᾶς διδάξουν δημοκρατικότητα καὶ ὄχι οἱ ἐκ τῶν ψηφοδόχων ἀναδυόμενοι ἄλλοι «πατέρες» τῶν κοντόθωρων ὁραματισμῶν καὶ τῶν δημαγωγικῶν πειραματισμῶν τῆς εὐκολίας. Τὸ εὔκολο τότε μόνον εἶναι σωστὸ ὅταν ἐκμαιεύεται ἀπὸ τὴ δυσκολία.

 

Ἀλλὰ καὶ στὶς μέρες μας ἡ ἀντισυνταγματικότητα αὐτοῦ τοῦ μέτρου θὰ εἷχε ἀκράδαντα τεκμηριωθεῖ, ἐὰν γινόταν συζήτηση νηφάλια ἐπὶ τῆς οὐσίας· ἀλλὰ αὐτὸ ἀπαιτοῦσε προμελέτη καὶ ὑπεύθυνες γνῶμες ἀνεπηρέαστων πανεπιστημιακῶν συνταγματολόγων καὶ καθηγητῶν τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης καθὼς καὶ συγγραφέων καὶ ποιητῶν (γιατί ὄχι, μόνο οἱ τίτλοι κάνουν τὴ γνώση;) καὶ ὄχι διωρισμένων συμβούλων σὲ ἐποχὴ ριζοσπαστικῆς θολούρας καὶ μερικῶν «πρωτοπαλλήκαρων», διανυόντων τὴν πέμπτην εἰκοσαετίαν τοῦ βίου τους (δὲ βαρέθηκαν, βρὲ ἀδελφέ, νὰ λένε τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια ἕναν αἰώνα τώρα χωρὶς παραλλαγή!) ποὺ δίκην ὑπερηλίκων τεντυμπόϋδων, ἀνεβασμένοι στὶς (ἐθνικές) στέγες σπᾶνε τὰ ἀνθέμια καὶ τὰ ἀκροκέραμα τῆς λεπτοδουλεμένης γλώσσας μας.

 

Ἔτσι τὸ θέμα παραμένει ἀνοιχτὸ στὴ συνείδηση τοῦ μεγαλύτερου τμήματος τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, ὄχι μόνον ὅσων «νάμασι ἑλληνογνωσίας καταρδευσάντων», ἀλλὰ καὶ σὲ πλῆθος ἀμύητων μὲν στὰ εἰδικὰ γιὰ τὴ γλῶσσα, ποὺ ὅμως ἡ ὅποια τους παιδεία, εἴτε ἀπὸ οἰκογενειακὲς καταβολὲς εἴτε γιατὶ εὐτύχησαν νὰ ἔχουν σωστοὺς δασκάλους, κρατήθηκαν ἀπὸ ὁρμέμφυτο ἀπ᾿ τὶς «ρίζες» καὶ ἡ ἐπίκτητη μόρφωσή τους δὲν ἀπετέλεσε ψευδοεπιστημονίζον ἢ εὐρωπαΐζον «πασάλειμμα».

Εἰδικὰ σήμερα, ὕστερα ἀπὸ τέσσερα χρόνια ἀρθρογραφίας, συζητήσεων καὶ ἀποκαλύψεων γύρω στὸ τί κρύβει καὶ ποῦ ἀποσκοπεῖ τὸ μονοτονικὸ καὶ ἡ «ἁπλούστευση» τῆς γλώσσας, πάρα πολλοὶ ἄρχισαν νὰ προβληματίζονται καὶ ν᾿ ἀναθεωροῦν τὶς ἀπόψεις τους. Φυσικὰ τὸ κακὸ ἔγινε καὶ δὲν ξέρουμε μὲ ποιά συγκεκριμένα μέτρα θὰ ἦταν δυνατὴ μιὰ θεραπεία ἢ ἔστω μιὰ μερικὴ ἐπιδιόρθωση ἢ ἀποκατάσταση τῆς ζημιᾶς, ἀλλὰ τὸ παρήγορο εἶναι ὅτι τὸ θέμα παρὰ τὶς «ἄοκνες» προσπάθειες κυβερνητικῶν καὶ συνοδοιπόρων, δὲν ἐπικαλύφθηκε τελείως· ἀντιθέτως κατὰ περιόδους ἀναζωπυρώνεται μέσα ἀπὸ κείμενα καὶ γνῶμες τῶν πιὸ ἀξιόλόγων ἀνθρώπων ποὺ διαθέτει ὁ τόπος, ἀνυποχώρητων ἐνάντια στὴν εἰσβολὴ τῶν «ἐξωγήϊνων» (ἔξω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ μας) καὶ ἐξωελληνικῶν (ξένων πρὸς τὴν ἑλληνικὴ παράδοση) προτύπων.

Βέβαια τὸ σκουλήκι δουλεύει στὰ λεγόμενα ἐκ-παιδευτήρια, γιατὶ οἱ καινοτομίες ἐκεῖ ἀμέσως ἐσκόπευσαν: νὰ προσηλυτίσουν τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς νέους σὲ μιὰ «μηχανιστικὴ» στὴ γραφή, καὶ σὲ μιὰ «ἀπορφανισμένη» στὴ διατύπωση γλῶσσα. Τὸ μυαλὸ τῶν παιδιῶν νὰ φυλακισθεῖ μέσα στοὺς κρατικοὺς μανδρότοιχους, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται στὰ ὁλοκληρωτικά, στὰ φασιστικὰ καθεστῶτα (ὅλων τῶν χρωμάτων). Καὶ ὁ φασισμὸς τῆς γλώσσας εἶναι χειρότερος καὶ δεινότερος ἀπό τον φασισμὸ τῆς ἰδεολογίας. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ἰδεολογία (ὅταν καταλυθοῦν οἱ μύθοι καὶ διαλυθοῦν οἱ ψευδαισθήσεις) κάποτε ξεκόβεις, διαφωνεῖς, ἀνανήφεις (ἔστω ἀποσυρόμενος στὴν κρύπτη τῆς ψυχῆς ἢ στὶς κατακόμβες), ἐνῶ ἀπὸ τὴ γλῶσσα ποὺ σοῦ μάθανε στὴν τρυφερὴ ἡλικία δὲ λυτρώνεσαι ποτέ, σ᾿ ἀκολουθεῖ σ᾿ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ ἔστω καὶ ἂν ἀναπτύσσεσαι διανοητικά· ἀπὸ τὸ ἰδίωμα, φραστικὸ καὶ λεκτικό, καὶ ἀπὸ τὸν κώδικα γραφῆς δὲ μπορεῖς ν᾿ ἀπομακρυνθεῖς, καὶ τὸ ἰδίωμα καὶ ὁ κώδικας αὐτὸς εἷναι σήμερα χωρὶς χυμούς, δημιουργεῖ «ἀποξηραμένους» ἀνθρώπους. Γι᾿ αὐτὸ λέμε ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολη μιὰ ἑλληνική, μιὰ ἐθνικὴ ἐπ-ἀνάσταση στὴν Παιδεία — γιατὶ αὐτὸ ποὺ γίνεται τώρα δὲν εἶναι ἐπανάσταση, εἶναι κατάλυση καὶ ὀχλοκρατία, Εἶναι λαίλαπα βαρβάρων (καὶ μὲ τὴν ἀρχαία σημασία τῆς λέξεως, τουτέστιν ξένων, ἀλλοφύλων καὶ μὲ τὴ μεσαιωνικὴ καὶ σύγχρονη, δηλαδὴ ἀπολίτιστων). Γιατὶ ὅταν ἀποκόβεις τὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν ἱστορική της συνέχεια, ὅταν ἀποκεφαλίζεις τὴ γραφὴ καὶ τὴ διαμελίζεις ἀπὸ τὰ «περιττὰ» (;) στοιχεῖα της τότε παύεις νὰ εἶσαι ἔθνος μὲ ρίζες, ἀλλὰ ὀρδὴ νομάδων ποὺ ἐπελαύνουν ὅπως οἱ Οὗνοι ἐπάνω στ᾿ ἄγρια ἄλογά τους βγάζοντας ἄναρθρες κραυγές, τὸ ἴδιο ὅπως κάνουν καὶ οἱ σημερινοὶ «Οὖνοι» ποὺ ἐποχοῦνται τῶν μηχανικῶν κάρρων τους μὲ τὰ πολλὰ ἄλογα καὶ τὶς στριγγλίζουσες κόρνες.

Σ᾿ ἐκείνη τὴ νυχτερινὴ συνεδρίαση τῆς Βουλῆς, ποὺ ἂν τὴν κοιτάξουμε ἀπὸ ἄλλη σκοπιὰ φέρνει στὸ νοῦ ἄλλες παρόμοιες στὴν Ἱστορία «συνεδριάσεις» λαϊκῶν δικαστηρίων ὅπου μὲ συνοπτικὴ διαδικασία καὶ μὲ «δικαστὲς» τὸν ὀχλοκρατικὸ φανατισμὸ καὶ τὸ ἐκδικητικὸ μένος, οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα σύρθηκαν στὸ ἐδώλιο μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἦταν βασανιστὲς καὶ σκοταδιστὲς τοῦ λαοῦ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ «ἐκ-καθαριστοῦν».

Γελοῖα πράγματα δηλαδή, γιὰ τὰ ὁποῖα κάποτε δὲν θὰ γελᾶ ἀλλὰ θὰ ὀδύρεται ἡ Ἱστορία, ἂν θὰ ὑπάρξει βέβαια ἡ ἐλπίδα νὰ ἔχουμε ἀντικειμενικὴ Ἱστορία καὶ ὄχι διαστροφὴ καὶ παραποίησή της, σύμφωνα μὲ τὰ ἑκάστοτε δόγματα τοῦ κυβερνῶντος κόμματος.

Ἔτσι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀποτελούμενη ἀπὸ καμμιὰ εἰκοσαριὰ βουλευτὲς τῆς συμπολίτευσης καὶ δυὸ-τρεῖς τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος (ἀκόμα καὶ ἡ κ. Δαμανάκη τάχθηκε ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, φυσικὰ γιὰ ἄλλους λόγους καὶ ὄχι συντηρητικούς, ἐκτὸς καὶ ἂν μίλησε μέσα της — μεσάνυχτα, βλέπετε — ἡ φωνὴ κάποιου γραμματιζούμενου προγόνου της) καὶ διὰ βοῆς, ναί, ΔΙΑ ΒΟΗΣ, ἐξ ὀνόματος ἄλλων διακοσίων ὀγδόντα βουλευτῶν, ἀντιπροσωπευτικῷ καὶ κοινοβουλευτικῷ δικαίῳ (ἄχ, αὐτὰ τὰ νομικίστικα σχήματα!), ἐξ ὀνόματος τῆς ᾽Ακαδημίας, τῶν Πανεπιστημίων τῆς χώρας, ἑκατοντάδων συγγραφέων καὶ ἐπιστημόνων καὶ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων ἐκλογέων ποὺ δὲ ρωτήθηκαν καὶ ἀσφαλῶς δὲν ψήφισαν τὴν ἀλλοίωση (τὴ ἀπο-σύνθεση) τῆς γραπτῆς γλώσσας τους, ἤτοι τὴν καρατόμησή της (ὅπως γινότανε μὲ τὰ κεφάλαια τῶν ἀριστοκρατῶν καὶ τῶν ποιητῶν, τῶν ἐπιστημόνων καὶ τόσων ἀθώων κατὰ τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση) ἢ τὸ στήσιμό της στὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα (ὅπως γινότανε μὲ τὰ «δικά μας» λαϊκὰ δικαστήρια στὰ μαῦρα χρόνια τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφύλιου).

Ἀλλὰ θὰ πεῖ κάποιος (ἀνυποψίαστος): Τί παρομοιώσεις εἶναι αὐτές; Γιατί δραματοποιεῖτε ἕνα γεγονὸς ποὺ δὲν φαίνεται καὶ τόσο σπουδαῖο; Κι᾿ ἐμεῖς ἀπαντοῦμε; Ναί, ἐκ πρώτης ὄψεως δὲ φαίνεται καὶ τόσο σπουδαῖο. Εἶναι ὅμως ὅπως τὰ πρῶτα συμπτώματα μιᾶς σοβαρῆς ἀρρώστιας: ἐξανθήματα, πονάκια, ζαλάδες... Ποῦ ὁδηγοῦν αὐτὰ ἂν δὲν βροῦμε τὴν αἰτία τους; ᾽Ασφαλῶς σὲ δραματικὲς καταστάσεις. Ἔτσι καὶ ἡ ἀλλοίωση τῆς γραφῆς γιὰ ἕνα ἔθνος εἶναι δραματικὸ γεγονός. Πολὺ περισσότερο δραματικὸ ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι ἡ προκήρυξη ἐκλογῶν, τὸ ἑνιαῖο μισθολόγιο, ὁ διορισμὸς ᾽Αρεοπαγιτῶν, οἱ κοινωνικοποιήσεις κ.ἄ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι περιστασιακά, περνοῦν καὶ ξεχνιοῦνται.

 

Οἱ μεταβολὲς στὴ γλῶσσα εἶναι καίριο θέμα γιὰ τὴν παραπέρα ὑπόσταση τοῦ ἔθνους καὶ τὴν πνευματική του διάσταση. Εἶναι τρομερὸ ἀλλιῶς νὰ γράφουν οἱ γονεῖς καὶ ἀλλιῶς νὰ γράφουν τὰ παιδιά· αὐτὸ θὰ ἐπιφέρει ρήγματα στὴ συνέχεια τῆς Παράδοσης καὶ ἀχρήστευση τῆς ἐθνικῆς κληρονομιᾶς μας. Καὶ εἶναι θλιβερό, θλιβερώτατο τὸ ὅτι τόσοι «πατέρες» τοῦ ἔθνους γιὰ πολλὰ ἐμερίμνησαν καὶ «ἐτυρβάσαντο» περὶ τὰ γλωσσολογικὰ καὶ τὰ χρησιμοθηρικὰ καὶ τὰ «δημαγωγικά», ἀλλὰ κανείς τους δὲν κοίταξε τὸ θέμα τῆς γλώσσας (διατύπωση, ἐτυμολογία, ὀρθογραφία, τονισμὸ) ἀπὸ σκοπιὰ ἐθνική, γιατὶ αὐτὴ εἶναι σήμερα στὸ στόχαστρο χιλίων κινδύνων ποὺ τὴν ἀπειλοῦν, ὅπως ὁ ξενισμός, ἡ συνάφεια μὲ ἄλλης μορφῆς πολιτισμούς, ἡ ἀποσύνδεσή μας ἀπὸ τὴν ἀρχαία γραμματεία, ἡ ἀποδυνάμωση ὁλοένα καὶ περισσότερο τῶν θεωρητικῶν σπουδῶν, ἡ ἔνταξή μας σὲ σχηματισμοὺς ποὺ ἐπιβάλλουν τὴν καταθλιπτικὴ ἐπιρροή τους καὶ ὄχι μόνο τὴν πολιτικὴ ἀλλὰ κυριώτερα τὴν πνευματικὴ ἐπάνω στὴ φυλετική μας ἰδιομορφία, ἡ μετάλλαξη τῆς παράδοσης σὲ φολκλόρ, ὁ ἐκτροχιασμὸς τῆς νεολαίας σὲ κρετινικὰ πρότυπα.

Δὲν τὸ νιώθουμε ὅτι ὅλα συγκλίνουν στὸ νὰ ἀλλοιώσουν τὴν ἐθνικὴ φυσιογνωμία μας; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν καταλαβαίνουν οἱ πολιτικοί μας ὅτι οἱ «συνωμοσίες» δὲν περιορίζονται μόνο στὸ Κυπριακὸ ἢ στὰ πετρέλαια, ὅτι ἡ «πρακτορολογία» δὲν περιστρέφεται μόνο γύρω στὴ στρατιωτικὴ ἄμυνά μας καὶ οἱ «πλεκτάνες» τῶν πολυεθνικῶν δὲν ἀφοροῦν μόνο τὶς νομισματικὲς καὶ τὶς οἰκονομικές μας περιπέτειες, ἀλλὰ ὅτι μιὰ ἐργώδης καὶ κατευθυνόμενη ἐκστρατεία πολιορκεῖ, ὑπονομεύει καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι μιὰ ἀπελπισμένη προσπάθεια νὰ ἐπιβιώσει, ὄχι μόνο σωματικὰ (αὐτὸ εἶναι σχετικὰ εὔκολο, ἂν δηλώσεις ὑποταγὴ σ᾿ ἀφήνουν καὶ ζεῖς), ἀλλὰ νὰ συντηρηθεῖ καὶ νὰ διατηρηθεῖ πνευματικά. Καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ γιὰ νὰ μὴν «ἀρρωστήσει» ἕνα καὶ μόνο ἐμβόλιο διέθετε, τὴν γλῶσσα. Ἔχει φυσικὰ ἀτέλειες ἡ γλῶσσα· ἀλλὰ στὴ γραφή, στὸ γραπτὸ λόγο ἔχει τὸν κώδικά της. Κανένα ἔθνος δὲ διανοεῖται ν᾿ ἀλλάξει αὐτὸν τὸν κώδικα· εἶναι πέρα ἀπὸ τοὺς συνταγματικοὺς κανόνες τῆς Πολιτείας, εἶναι ὑποσυνείδητα ἡ ἴδια ἡ φύση τῆς Φυλῆς.

Καὶ κανένας πολιτικὸς σ᾿ ἐκείνη τὴ συνεδρίαση ὅπου ἀποφασιζόταν ἡ πλαστικὴ ἐγχείρηση στὸ πρόσωπο τοῦ γραπτοῦ λόγου, ἔστω καὶ ἁπλὸς βουλευτής, δὲ σηκώθηκε ἀπ᾿ τὸ ἕδρανό του νὰ φωνάξει — κι᾿ ἂς τὸν προπηλάκιζαν οἱ ἄλλοι (ἀλίμονο!) — ὅπως θὰ φώναζε σ᾿ ἕνα παρόμοιο ἐγχείρημα ὁ γάλλος, ὁ ρῶσος, ὁ ἄραβας ὁμόλογός του: «Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴ γλῶσσα!»

Ἕνας τέτοιος βουλευτὴς δὲ βρέθηκε —καὶ φυσικὰ ἐννοοῦμε ἀπὸ τὴν ᾽Αντιπολίτευση, γιατὶ ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴ παράταξη τουλάχιστον μέσα στὴ Βουλὴ κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ παρασπονδήσει: ἐθνικὸ εἰναι ὅ,τι εἶναι κομματικό. Βεβαίως οἱ βουλευτὲς τῆς Ἀντιπολίτευσης εἶπαν: «Εἴμαστε ἀπροετοίμαστοι». ᾽Αλλὰ προετοιμασία ἴσως νὰ χρειαζόταν γιὰ τὴ γλωσσολογικὴ ἄποψη τοῦ θέματος (ποὺ τέτοιο θέμα δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε ἡ Βουλὴ ἦταν ἀναρμόδια νὰ τὸ ἐξετάσει) ὄχι ὅμως καὶ γιὰ τὴν ἐθνικὴ κεφαλαιώδη σημασία του. Ἐδῶ ἔπρεπε ν᾿ ἀντιμετωπισθεῖ ὁ κίνδυνος γιὰ τὸ ποῦ μπορεῖ νὰ διολισθήσει καὶ πόσο μπορεῖ ν᾿ ἀλλοιωθεῖ ἡ γραφὴ ὅταν ἀρχίσουμε τὶς ἁπλουστεύσεις καὶ τὶς ἐπεμβάσεις. Ὁ ἐχθρὸς ἧταν πρὸ τῶν πυλῶν. Δὲ μπορεῖς νὰ τοῦ πεῖς: «Περίμενε, κύριε ἐχθρέ, νὰ προετοιμαστῶ!» Αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ὄχι ὁ γλωσσολογικός, ἀλλὰ ὁ ἐθνικὸς δὲν ἔγινε ἀντιληπτὸς τότε.

Τουλάχιστον στὴν προηγούμενη Βουλή, τὸ 1976, κατὰ τὴ συζήτηση γιὰ τὴ Γενικὴ ᾽Εκπαίδευση ὑπῆρξαν μερικοὶ ἰδαλγοὶ (Δ. Ζακυνθινός, Κ. Σερεπίσιος κ.ἄ.) ποὺ ἀντιταχθήκανε, στὶς ἀδόκιμες καινοτομίες τοῦ κόμματός τους, καίτοι ἦταν κυβέρνηση, μὲ τὴ ἐδραία ἀρχὴ ὅτι «ἡ γλῶσσα ἐξελίσσεται, δὲν δέχεται βιασμούς». Καὶ αὐτὸ ἂς παραμείνει στὴν Ἱστορία σὰν μιὰ σπάνια ἔκφραση δημοκρατικότητας καὶ πνευματικῆς εὐθύνης.

Γιὰ τοὺς εἰσηγητὲς τοῦ μονοτονικοῦ, ποὺ ἐνεργοῦσαν καὶ βυσσοδομοῦσαν ἔξω ἀπ᾿ τὰ κυβερνητικὰ κλιμάκια, ἀλλὰ βρῆκαν τοὺς μεσάζοντες νὰ τὰ ἐπηρεάσουν, στόχος τους ἦταν νὰ αἰφνιδιάσουν ὥστε νὰ μὴν προφτάσουν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ σκεφθοῦν ἐθνικά. Καὶ αὐτὸ τὸ ἐπέτυχαν. Καὶ τὸ μέτρο ποὺ ἐπιβλήθηκε δὲν εἶναι κἂν ἐπιστημονικὸ (εἷναι διάτρητο), δὲν εἶναι κἂν ἁπλουστευτικὸ (εἰναι ἀσυνάρτητο), ἀλλὰ εἰναι ἀσφαλέστατα διαβρωτικὸ καὶ ὕπουλο.

 

Τώρα ποὺ φτάσαμε σ᾿ ἕνα ἀδιέξοδο γενικῶς παραδεδεγμένο, καὶ στὴν ἔκφραση καὶ στὴ διατύπωση καὶ στὸν προφορικὸ λόγο καὶ στὴ γραφή, ἂς ἔχουμε τουλάχιστον τὴν παρρησία νὰ ὁμολογήσουμε ὅτι κάποιοι πονηροὶ «καλοθελητὲς» μᾶς πῆραν ἀπ ᾽τὸ χέρι κι᾿ ἐμεῖς γεμᾶτοι ἐμπιστοσύνη τοὺς ἀκολουθήσαμε σὰν τυφλοὶ στὸ σκοτάδι πὼς δῆθεν θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὸ ξέφωτο. Ἀφοῦ ὅμως ἐπὶ δέκα χρόνια τώρα μὲ δογματικὴ ὠμότητα θάψαμε τὴν καθαρεύουσα, ἐξορίσαμε τοὺς ᾽Αρχαίους, ἐπιβάλαμε τὸ μονοτονικὸ (τὶς πεδοῦκλες καὶ τὰ φορτία ποὺ ἐμπόδιζαν καὶ γονάτιζαν τὶς προοδευτικὲς τάσεις τοῦ λαοῦ μας!...) ἀντὶ νὰ φτάσουμε στὸ ποθητὸ ξέφωτο, βρεθήκαμε σὲ πρωτοφανῆ σκοτάδια ἀπαιδευσίας, ἀγλωσσίας καὶ ἀλαλίας, τώρα μᾶς λένε ὅτι παρὰ τὰ σκοντάματα πρέπει νὰ προχωρήσουμε κι᾿ ἄλλο ἀκόμα, γιατὶ τὸ ξέφωτο ἀπὸ κακὸ ὑπολογισμὸ πῆγε πιὸ πέρα, ἴσως κάπου στὸ 2000 (ὣς τὰ σήμερα ξέραμε τοὺς «χιλιαστές», τώρα θὰ ἔχουμε καὶ τοὺς «δισχιλιαστὲς») ὅπου καὶ αἰφνιδίως θὰ μᾶς καταυγάσει ὁ ἥλιος τῆς προόδου, τῆς μόρφωσης, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς φιλίας (αὐτὰ τὰ τελευταῖα στὶς μέρες μας εἶναι ὁ ἀπαραίτητος μαϊντανός).

Ἂν ὅμως πρὶν ἐπιβληθοῦν τὰ μέτρα στὴ γλῶσσα, δινότανε μιὰ προθεσμία νὰ ὡριμάσουν τὰ θέματα, νὰ γινότανε ἕνας διάλογος τεκμηριωμένων ἀπόψεων σὲ πανελλήνια κλίμακα, ἂν βάζαμε φίμωτρο στὰ στόματα τῶν «φωταδιστικῶν», συνδικαλιστικῶν καὶ δημαγωγικῶν φορέων, ἀλλὰ ἀκούγαμε μὲ προσοχὴ τὶς φωνὲς τῆς σύνεσης καὶ τὶς ὑπεύθυνες προσωπικότητες ποὺ μιὰ ζωὴ μόχθησαν γιὰ τὴν πνευματικὴ προκοπὴ αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ ὄχι τοὺς κανόναρχους τῆς περιδιαγραμμάτου κουλτουρογλωσσολογίας, τότε ἴσως μπορεῖ νὰ εἰχαν ἀποφευχθεῖ οἱ βλακεῖες ποὺ μᾶς ὑπνώτισαν καὶ οἱ ἀπάτες ποὺ μᾶς παγίδευσαν.

Ὅμως κάποιοι τὸ ἤξεραν πολὺ καλὰ ὅτι τὸ σχέδιο, καθότι ἕωλο καὶ ὑποβολιμαῖο, μόνο μὲ αἰφνιδιασμὸ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει. Πρᾶγμα ποὺ καὶ ἔγινε.

Ἔτσι οἱ ἐπεμβάσεις στὴ γλῶσσα καὶ εἰδικὰ στὸ γραπτὸ λόγο περιβλήθηκαν τὴν ἰσχὺ νόμου. Βέβαια ἔργο τῶν κυβερνήσεων εἶναι νὰ θεσπίζουν κανόνες δικαίου ποὺ ρυθμίζουν τὶς σχέσεις καὶ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀτόμων στὴν κοινωνία. ᾽Αλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι: ὅλων τῶν σχέσεων καὶ τῆς συνολικῆς συμπεριφορᾶς; Μήπως στὰ Συντάγματα ὑπάρχουν καὶ κάποιες διατάξεις (κατακτημένες μὲ ποταμοὺς αἵματος) ποὺ λέγονται ἀτομικὰ δικαιώματα καὶ ποὺ περιφρουροῦν καὶ διασφαλίζουν τὴν ἐλεύθερη ἔκφραση, τὶς πεποιθήσεις καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀτόμου; Καὶ ὅτι αὐτὲς οἱ διατάξεις εἶναι ἀπαραβίαστες ἢ ἂν ἀλλάξουν ἀπαιτεῖται ἄλλη διαδικασία, περισσότερο δεσμευτικὴ καὶ ἀριθμὸς συναινετικῶν ψήφων πολὺ μεγαλύτερος τῆς ἀπόλυτης πλειονοψηφίας (ἂν καὶ αὐτὸ εἶναι συζητήσιμο γιατὶ σὲ ὡρισμένα θέματα, πνευματικὰ καὶ πεποιθήσεων δὲν ἀρκοῦν κάποιοι περισσότεροι ψῆφοι γιὰ νὰ νομιμοποιηθεῖ ἡ σταύρωση τῆς ἀληθειας);

Ἀλλὰ ἔστω: μὲ ποιά ὅμως λογικὴ χρειάζεται τὸ Ἑλληνικὸ Κοινοβούλιο ἑκατὸν ὄγδόντα ψήφους γιὰ ν᾿ ἀλλάξει τὸν Πρόεδρο τῆς Δημοκρατίας καὶ φτάνουν καὶ περισσεύουν εἴκοσι (!) ψῆφοι γιὰ ν᾿ ἀλλάξει ἡ γλῶσσα καὶ μάλιστα ἡ ὀρθογραφία της, δηλαδὴ ἡ ἱστορικὰ θεσμοθετημένη διατύπωσή της ποὺ εἶναι καὶ ἡ σημαντικώτερη, γιατὶ μὲ αὐτὴν κατορθώνεται ἡ διαχρονικότητα καὶ τὸ μεταβιβάσιμον (διὰ τῶν κειμένων) τῶν πνευματικῶν ἐπιτευγμάτων κάθε γενιᾶς στὸ Λόγο; Ἂν αὐθαιρετεῖ μιὰ κυβέρνηση σὲ θέματα οὐσιαστικά, ὅπως ἐκεῖνα ποὺ συνθέτουν τὴν ἰδιομορφία τῆς Φυλῆς, καὶ ἡ γλῶσσα εἶναι ἀναμφισβήτητα ἕνα ἀπ᾽ αὐτά, τότε ἡ κυβέρνηση δὲν εἶναι δημοκρατική, ἔστω καὶ ἂν δὲν τὸ κάνει μὲ ὑστεροβουλία, ἔστω καὶ ἂν δὲν συνειδητοποιεῖ τὴ σοβαρότητα τῶν συνεπειῶν, γιατὶ ἀναγκάζει κάποιους πολίτες, καὶ στὴν περίπτωση ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ τοὺς πλέον συνειδητούς, νὰ παραδεχθοῦν ἢ νὰ κάνουν κάτι ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐπαναστατεῖ τόσο τὸ ἔνστικτό τους τῆς ἐλευθερίας ὅσο καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ αὐτοσεβασμοῦ.

 

Ἡ ἀπήχηση ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου κλιμακώθηκε σὲ διάφορα στάδια. Οἱ ἀντιδράσεις ὑπῆρξαν πολλές. Χιλιάδες ἄνθρωποι, δάσκαλοι, καθηγητές, συγγραφεῖς, δημοσιογράφοι, ἐκκλησιαστικοὶ καὶ πολλοὶ λόγιοι ποὺ ἔχουν συγκροτημένοι παιδεία ἀλλὰ δὲν ἔχουν κύρια ἀπασχόλησή τους τὰ γράμματα ἔμειναν ἄφωνοι, ἐμβρόντητοι στὴν ἀρχή. Ἡ ἀλήθεια εἰναι ὅτι δὲν κατάλαβαν ἀμέσως τί ἀκριβῶς ἐσήμαινε μιὰ τέτοια ἐπέμβαση, μιὰ τέτοια τομή. Ὅπως λέγεται, καταλήφθηκαν ἐξ ἀπροόπτου. Καὶ τοῦτο ἐπειδὴ τὸ πρόβλημα τοῦ τονισμοῦ καὶ τῆς ὀρθογραφίας δὲν ἦταν πρόβλημα ὑπαρκτό, οὔτε κἂν φιλολογικό. Τὸ καλλιεργοῦσαν μὲ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ σαρακιοῦ ποὺ κατατρώγει καὶ κουφιάζει τὸ ξύλο, ὡρισμένοι «διανοούμενοι» ἐνὸς κλειστοῦ κύκλου μὲ δύο-τρεῖς δορυφορικὲς διακλαδώσεις, κυρίως μὲ ἄξονα κάποιο περιθωριακὸ περιοδικό, στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν Πάτρα, τὴ Λάρισα καὶ μὲ διασυνδέσεις μὲ ὁμόφρονες φιλόλογους τοῦ ἐξωτερικοῦ. Οἱ πολλοί, τὸ πανελλήνιον, δὲν ἀντιμετώπιζαν τέτοιο πρόβλημα. Γιὰ τοῦτο δὲν ἀκούστηκαν ἀμέσως ἀντίθετες φωνὲς μὲ τὴν ἐξ ὑφαρπαγῆς ἐξαγγελία τοῦ μέτρου. Αὐτὸ ἔγινε ἀργότερα, μετὰ τὶς πρῶτες ἑβδομάδες καὶ ὕστερα πιὸ ἔντονα τοὺς ἑπόμενους μῆνες. Καὶ σήμερα ἐλάχιστοι πιὰ πιστεύουν ὅτι ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τόσων ἄλλων συνεπακόλουθων ἁπλουστεύσεων στὴ γλῶσσα ἦταν μέτρο ἀπαραίτητο, ὅτι βοήθησε σὲ τίποτα τὴν Παιδεία· ἀντίθετα, τώρα μάλιστα ποὺ πολλοὶ πληροφορήθηκαν ἀπὸ ποιούς κινδύνους ἀπειλεῖται ὁ ἐλληνικὸς γραπτὸς λόγος — ἀπὸ τὴν ἀπροσωποποίησή του ἕως τὴ λατινοποίηση τοῦ ἀλφαβήτου — (γιατὶ ὁ «προοδευτικὸς» φανατισμός, ὅπως ὅλοι οἱ φανατισμοί, δὲν ἔχουν σταματημὸ μέχρις ὅτου ἐπιτύχουν τὶς ἀκραῖες λύσεις), τώρα βγῆκαν κι᾿ αὐτοὶ καὶ χαρακτήρισαν τὸ μέτρο μὲ πολὺ σκληρὲς ἐκφράσεις, ὅπως ὅτι εἶναι ὑπονομευτικὸ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, κατεδαφιστικό, «προδοτικό», ἐγκληματικό...

 

Ὁ καθένας φέρει τὴν εὐθύνη τῶν λεγομένων του· καὶ ὅσο καὶ ἂν εἶναι σκληρὰ αὐτὰ τὰ λεγόμενα, αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ ἄτομα μὲ ἰδιαίτερη εὐαισθησία, γι᾿ αὐτὸ καὶ κραυγάζουν, γιατὶ αὐτὰ νιώθουν τὸν πόνο. Ποιοί θέλατε νὰ κραυγάσουν — τὸ ἄφωνο πλῆθος; Μὰ τὸ πλῆθος κατανοεῖ τὰ ἁπτά, τὰ χειροπιαστά, τὰ βιοτικά του: Μισθό, κατοικία, περίθαλψη, σύνταξη. Δὲν ἔχει προσλαμβάνουσες παραστάσεις σὲ θέματα πνευματικὰ — καὶ ἡ ὑφή, ἡ ἱστορικότητα καὶ ἡ ποιητικὴ σημασία τῆς γλώσσας εἶναι ἕνα ἀπ᾿ αὐτά.

Οἱ «καινοτόμοι» λένε ὅτι οἱ διαφωνοῦντες εἷναι λίγοι καὶ ὅτι οἱ ἴδιοι ἔχουν μαζί τους το λαό. Ποιό λαό; Εἶναι κωμικὸ νὰ παίρνει ἡ ὅποια ρεπόρτερ τῆς φλύαρης «πληροφόρησης» ἕνα μαγνητόφωνο καὶ ἕνα μαρκούτσι ἢ ὁ κάποιος νεοσσὸς τῆς δημοσιογραφίας ἕνα μπλοκάκι καὶ νὰ ρωτάει τὴν συμπαθητικὴ κυρὰ Κατίνα, ποὺ πάει μὲ τὸ δίχτυ της στὴ λαϊκὴ ἀγορά, τὴν περιποιημένη κυρία Πόπη τῆς πολυκατοικίας «πολυτελοῦς κατασκευῆς» καὶ τὸν «ἀλαφιασμένο» σωφὲρ τοῦ δεκάτοννου φορτηγοῦ: «Τί γνώμη ἔχετε γιὰ τὸ μονοτονικό;» Αὐτὸ τὸ εἶπαν δημοσκόπηση, γκάλοπ ἢ ἄλλες τέτοιες λεξιμαγεῖες γιὰ νὰ κολάσουν τοὺς ἀκόλαστους βιασμοὺς τῆς κοινῆς γνώμης, Δὲν θ᾿ ἀναφέρουμε ἐδῶ ποιὲς ἀπαντήσεις δίνουν αὐτοὶ οἱ ἀνυποψίαστοι ἄνθρωποι. Εἶναι φυσικὸ νὰ ἔχουν ἕνα στενὸ κύκλο ἐνδιαφερόντων, ἀλλὰ ἡ προσωπικότητά τους εἶναι σεβαστή. Δὲν φταῖνε σὲ τίποτα νὰ τοὺς γελοιοποιοῦμε, ὅπως τὸ κάνει δυστυχῶς ἡ παραστρατημένη δημοσιογραφία. Εἶναι ὅμως αὐτὸ λαϊκὴ συναίνεση: ἡ ἀσχετοσύνη τῶν ἀδαῶν;

Καὶ προκειμένου γιὰ πνευματικὰ θέματα, ἡ δικτατορία τῶν φωνασκιῶν ἐπάνω στὰ ἄτομα ἐκεῖνα ποὺ ἔνιωσαν μέσα τους ὄχι τὴ φωνασκία, ἀλλὰ τὴ Φωνὴ τῆς Φυλῆς τους νὰ συνεχίσουν τὸν πολιτισμὸ τοῦ Γένους τους (Γένος θα πεῖ λαὸς μὲ συνείδηση, λαὸς ποὺ δίνει ὑπερβατικὴ σημασία στὴν ἔννοια πατρίδα), αὐτὸ λὲγεται δημοκρατία; Αὐτὰ τὰ ἄτομα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχτοῦν τὶς εὐκαιριακὲς δοκησισοφίες τῶν περιδιαγραμμάτου ἀσόφων, οὔτε νὰ ὑποκύψουν στὴν ἐξουσιαστικὴ τυραννία τῶν φορέων ποὺ παραλαμβάνουν τὶς «δοκησισοφίες» τους, τὶς κάνουν νόμους γιὰ νὰ πειθαναγκάσουν τοὺς «κλητούς».

Ὅσοι ἀντέδρασαν στὶς ἐπεμβάσεις στὴ γλῶσσα εἷναι πολ λοὶ καὶ ὁλοένα γίνονται περισσότεροι γιατὶ μέσα στὸν αἰφνιδια σμὸ καὶ τὸν κάποιο ἐνθουσιασμὸ τῶν θερμοκέφαλων ὁπαδῶν, δὲν κατάλαβαν ἀμέσως ὅλοι ὅτι μπήκαμε καὶ προχωροῦμε σὲ σκολιὰν ἀτραπό. Ἐξ ἄλλου δὲ θά τους μετρήσουμε ἂν ἡταν ἑκατό, χίλιοι ἣ ἑκατὸ χιλιάδες. Σὲ θέματα πεποιθήσεων καὶ ἕνας μόνο φτάνει ποὺ θὰ σηκώσει τὸ λάβαρο, ἕνας! Στὰ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα δὲ χρειάζονται χιλιάδες «ἐργατικοὶ» Βαλέσα, ἡ συνείδηση τοῦ ἑνὸς εἶναι ἀρκετὴ δὲ χρειάζονται ἑκατοντάδες ἐπιστήμονες Ζαχάρωφ, ἡ ἄρνησή του καὶ μόνον αὐτὴ καλύπτει ὅλη τὴν ἀπέραντη χώρα του. Καὶ μὴ βιάζεστε νὰ πεῖτε, ὦ λασπολόγοι τῶν ὑπο-νόμων: «Σᾶς ξεσκεπάσαμε, εἶστε ἀντίδραση, εἶστε φασίστες!» Φασίστες εἷναι ὅσοι θέλησαν καὶ θέλουν νὰ καταργήσουν τὴν ἐλεύθερη σκέψη σ᾿ αὐτὸν τὸν τόπο· χωρὶς ἐξαίρεση. Καὶ ὄχι μόνο μὲ τὸ βούρδουλα, ἀλλὰ (αὐτὸ εἶναι πολὺ χειρότερο, πολὺ πιὸ ὕπουλο) καὶ μὲ τὴν ὕπνωση, τὴ νάρκωση καὶ τὴν ἀγελοποίηση τοῦ λαοῦ. Γι᾿ αὐτὸ συμπληρώνουμε: «Πολὺ περισσότερο μετροῦσε ἡ πράξη καὶ ἡ στάση τοῦ ᾽Αλέκου Παναγούλη, τοῦ ἑνός, ἀπὸ ὅσο τὰ πλήθη ποὺ μαζεύονταν στὶς πλατεῖες ν᾽ ἀκούσουν τὸν Παττακὸ (κι᾿ αὐτοὶ λαὸς ἧταν· ἐν συνεχείᾳ μεταπολιτευτικῶς τοὺς ἀποχρωματίσαμε καὶ τοὺς βάψαμε κόκκινους, πράσινους καὶ γαλάζιους· ὁ Παναγούλης ποὺ δὲν «ξέβαψε» ἀπ᾿ τὸ δικό του χρῶμα κεῖται ἐκεῖ ποὺ κεῖται...)».

 

Τὰ πολιτικὰ πραξικοπήματα, ἀφοῦ συντελεσθοῦν καὶ ἀφοῦ ἐπιτύχουν χρειάζονται ἐκ τῶν ὑστέρων τὴ «λαϊκὴ συγκατάθεση». Τὰ πνευματικὰ πραξικοπήματα (ἄχ, αὐτὴ ἡ συνείδηση!) τὴ χρειάζονται ἐκ τῶν προτέρων. Γιὰ νὰ φανεῖ ὁτι ὅλα ἡταν ἕτοιμα, ὅτι ὅλα ἦρθαν φυσιολογικά· ὅτι ὁ λαὸς ὄχι μόνον δὲν ἀντέδρασε, ἀλλὰ ἐπιδοκίμασε τὶς ἐνέργειές μας· ἑπομένως ἡ συμπεριφορά μας ἦταν «αὐθόρμητη», καρπὸς ἀνεπιτήδευτης μακρᾶς διεργασίας. Καὶ ἂν πεῖ κανεὶς ὅτι ὑπῆρξε ὑστεροβουλία, ὅτι χτυπήσαμε στὰ σκοτεινά, honni soit qui mal y pense. Ἡ ἀγαθὴ προαίρεση ἦταν τὸ ἀποκλειστικὸ κίνητρο καὶ ὁ σκοπός μας. Ἄλλο ἂν ὑπάρχει σήμερα κάποιο πτῶμα (τῆς γλώσσας)· (οἱ ἐπ᾿ ἀμοιβῆ συνήγοροι θὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ὅπου ὑπάρχει πτῶμα δὲ θὰ πεῖ κατ᾿ ἀνάγκην ὅτι ὑπάρχει καί ἔγκλημα...)

Τὸ «μονοτονικὸ» ψηφίστηκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ ἀπολειφάδι τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀφιερώνουμε τόση ἔκταση στὴν περιγραφή, γιατὶ τὸ γεγονὸς ἔχει τεράστια σημασία κι᾿ ἂς πέρασε σὰν γραφικὴ γλωσσολογικὴ ἁψιμαχία. Αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ ἐλληνομάθεια θεωρεῖται πιὰ εἷδος μουσειακὸ (περνᾶμε ἀπὸ μπροστά της, ὅπως στὰ ἀρχαῖα ἐκθέματα, χάσκουμε σὰν ἠλίθιοι καὶ ξεμακραίνουμε), οἱ ρίζες τῆς καταγωγῆς μας ξέφτισαν κι᾿ ἀνεμίζουν ἄπιαστες, οἱ κεραῖες μας στράφηκαν πρὸς ἄλλες «μουσικὲς» ποὺ ἐκμαυλἱζουν κι᾿ ἀποκοιμίζουν, ἀλλὰ ποὺ δὲν «πιάνουν» τὸν ὑπόκωφο ὀρυμαγδὸ τοῦ πνευματικοῦ ἐγκέλαδου ποὺ προμηνᾶ πολλὰ τὰ δεινά. Καὶ αὐτὸ τὸ ξανατονίζουμε γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνει ὁ ἀναγνὼστης ἀπὸ τὴν πάγια γραμμή μας: ἀπ᾿ τὴν κατάργηση τοῦ τονικοῦ συστήματος, ἀρχίζει, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἄλλες, τὶς παιδευτικὲς παρενέργειες, ἡ ραγδαία κατεδάφιση τῆς γραπτῆς παράδοσης καὶ ἡ ἀφύσικη ἀλλοίωση (ὁ ἑρμαφροδιτισμός) τοῦ ἑλληνικοῦ γραπτοῦ λόγου.

Αὐτὸ ἀκριβῶς ἧταν ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ καταλάβει ὁ λαός. Ἀντίθετα ἔπρεπε νὰ τὸ δεχθεῖ σὰν περίπου «ἐθνικὴ κατάκτηση». Γιατὶ ὁ νόμος ποὺ ἔφερε πρὸς τὸ τετελεσμένο γεγονός, σὰν νόμος καὶ μάλιστα ποὺ θὰ ἐψηφίζετο αἰφνιδιαστικά, μπορεῖ νὰ δημιουργοῦσε στὴν κοινὴ γνώμη ἐρωτηματικὰ καὶ ἀντιδράσεις. Χρειαζότανε λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴ στρατηγικὴ ἐπηρεασμοῦ τῶν μαζῶν, κάποιος προπομπός, κάποια προϊδέαση... Γνώριζαν ὅτι ἂν αὐτὸ γίνει μὲ τρόπο μελετημένο καὶ ἀποτελεσματικό, ὁ λαὸς θὰ μποροῦσε νὰ δεχτεῖ τὸ κάθε τι, νὰ «χάψει» τὰ πάντα.

Καὶ αὐτὸ στὶς μέρες μας ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ πιὸ σίγουρο μέσο, τὴν τηλεόραση, τὸ «μαγικὸ κουτὶ» μὲ τὸ μαγνητικὸ γυαλὶ ποὺ ἀπονευρώνει πνευματικὰ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους ταυτοχρόνως τοὺς ἀποκοιμίζει καὶ τοὺς καθιστᾶ παθητικοὺς δέκτες τῶν ὁποιωνδήποτε μηνυμάτων. Φυσικὰ δὲ μποροῦσε νὰ λείψει ἡ τηλεόραση ἀπὸ τὴν ὅλη σκηνοθεσία. Ἔτσι τρεῖς μέρες πρὶν εἰσαχθεῖ καὶ ψηφισθεῖ τὸ μονοτονικὸ στὴ Βουλή, κατασκευάστηκε στὰ πεταχτὰ μιὰ «συζήτηση στρογγυλῆς τραπέζης» ὅπου ἐμφανίστηκαν ὁ ὑπουργὸς κ. Βερυβάκης καὶ οἱ κ.κ. Κριαρᾶς, Κυριαζίδης καὶ Τομπαΐδης, μὲ συντονιστὴ τὸν δημοσιογράφο κ. Νέτα (τί νὰ συντονίσει ποὺ ὅλοι συμφωνοῦσαν...) οἱ ὁποῖοι συνδιαλεγόμενοι, ἀλληλοσυμπληρούμενοι καὶ ὑπομειδιῶντες γιὰ τὸ κατόρθωμά τους (ἐπιτέλους!), ἀνακοίνωσαν σ᾿ ἕνα ἀνυποψίαστο, ἀπροετοίμαστο καὶ μᾶλλον ἀπορημένο κοινὸ (γιὰ τὸ τί ἀκριβῶς σημαίνουν ὅλα αὐτά) ὅτι τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐπέστη γιὰ νὰ δικαιωθοῦν οἱ «πρωτοπόροι» Βηλαρᾶς, Γληνὸς καὶ Φιλήντας καὶ ὅτι σὲ λίγο μὲ νόμο καὶ μὲ ὅλες τὶς δημοκρατικὲς διαδικασίες (!) καταργοῦνται οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ὅτι τὰ φῶτα τῶν ἀνωτέρω τριῶν φάρων τῆς Παιδείας μας καί τινων ἐπιγόνων «πυγολαμπίδων» θὰ φωτίζουν πλέον τὸ δρόμο τῆς ἑλληνικῆς σπουδάζουσας νεολαίας ποὺ μέχρι τώρα προχωροῦσε (σκοντάφτοντας) στὸ σκοταδιστικὸ σκοτάδι. Καὶ στὴν ἐρώτηση τοῦ κ. Νέτα: «Καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ ἔχει ἀντίρρηση σ᾿ αὐτὴν τὴ μεταρρύθμιση;» ὅλοι οἱ συνεντευξιαζόμενοι ἀπάντησαν ἐν χορῷ: «Ψάξαμε νὰ βροῦμε κανένα νὰ ἔρθει ἐδῶ, μὰ δὲ βρήκαμε.» Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἂν μή τι ἄλλο εἶναι ἕνα πελώριο ψέμμα.

Γιατὶ μέσα στὶς χιλιάδες τῶν ἀνθρώπων ποὺ γράφουν (εἴτε συγγραφεῖς εἶναι, εἴτε ἐκπαιδευτικοί, εἴτε ἐπιστήμονες ἀλλὰ καὶ ἁπλοὶ ἄνθρωποι ὅμως μὲ στέρεη μόρφωση, ὅπως ἀποδείχτηκε στὴ συνέχεια ἀπὸ τὴν πλήμμυρα τῶν ἐπιστολῶν ποὺ κατέκλυσαν ἐφημερίδες καὶ περιοδικά), ὑπάρχουν ἀρκετοὶ μὲ εἰδικὲς γνώσεις στὴν ἱστορία τῶν γραμμάτων καὶ τῆς γλωσσολογίας ποὺ θὰ μποροῦσαν ν᾿ ἀντιτάξουν ἀτράνταχτα ἐπιχειρήματα γιὰ τὸ πόσο ἀβάσιμη καὶ ἐπικίνδυνη ἦταν μιὰ παρόμοια καινοτομία, εἰδικὰ σήμερα ποὺ ὁ Ἑλληνισμὸς περνάει δεινὴ κρίση ἀλλοτρίωσης. Ποιούς ρώτησαν; Ποιά ἔρευνα ἔγινε; Καὶ γιατί ἀνάμεσα στὴν ἀνακοίνωση καὶ στὴ θέσπιση τοῦ μέτρου μεσολάβησαν μονάχα δύο εἰκοσιτετράωρα; Τί θὰ πρόφταιναν νὰ κάνουν ὅσοι ἔνιωσαν ὅτι ἔπρεπε ν᾿ ἀντιδράσουν; Συλλαλητήρια θὰ ὀργανώνονταν ἢ ὑπομνήματα καὶ διατριβὲς θὰ συντάσσονταν σὲ δύο μερόνυχτα; Σὲ τέτοια θέματα δὲν προϋπάρχει ὀργάνωση, αὐτὰ εἶναι ὑπόθεση ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ χρειάζεται καιρὸς γιὰ νὰ ἐρευνηθοῦν ὅλες οἱ πτυχὲς τοῦ προβλήματος ποὺ ξαφνικὰ ἀνέκυψε. Ὅλα αὐτὰ ἦταν βέβαια γνωστὰ στοὺς πρωταγωνιστὲς τοῦ πραξικοπήματος· καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔδωσαν οὔτε τὸ χρόνο οὔτε τὴ δυνατότητα τοῦ διαλόγου. Γιατὶ φοβήθηκαν ὅτι ὁ λαὸς θὰ μποροῦσε νὰ μάθει ὅτι τὰ πράγματα δὲν εἶναι καὶ τόσο ἁπλᾶ καὶ νὰ πληροφορηθεῖ κάποιες ἀλήθειες γιὰ τὸ τί μέλλον μᾶς προετοιμάζουν σὰ φυλὴ Ἑλλήνων καὶ ποιά θὰ εἶναι ἡ αὐριανὴ μοῖρα αὐτοῦ τοῦ τόπου, ὅταν χάσει (καὶ ἀπὸ παντοῦ, δυνάμεις φανερὲς καὶ ἀφανεῖς, τὸν σπρώχνουν νὰ χάσει) τὰ πνευματικὰ χαράκτηριστικά του.

 

Φυσικὰ κάτι τέτοιες ἐπικίνδυνες κουβέντες δὲν περνᾶνε ἀπ᾿ τὸ γυαλἳ τῆς τηλεόρασης. Ὄχι γιατὶ δὲ θὰ τὸ ἤθελε ἡ ἴδια ἡ κυβέρνηση, ἀλλὰ γιατὶ ὑποχθόνια λειτουργοῦν πανίσχυρα κυκλώματα ποὺ εἰδικὰ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχαν «μπλοκάρει» τὰ μαζικὰ μέσα ἐνημέρωσης καὶ δὲν ἐπέτρεπαν τίποτα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ προκαλέσει διλήμματα γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς κατεδαφιστικῆς «προόδου». Ὅλα ἔπρεπε ν᾿ ἀλλάξουν γιατὶ ὅλο τὸ παρελθὸν ἀνῆκε στὴ Δεξιά! Μ᾿ αὐτὴ τὴν ἁπλουστευτικὴ καὶ ἰσοπεδωτικὴ ἑρμηνεία, ἠθελημένη πάντως καὶ κατευθυνόμενη ἐπέφεραν τεράστιο κακὸ στὴ Γλῶσσα καὶ τὴν Παιδεία, ἀλλὰ καὶ σκόρπισαν (ἐξάλλου αὐτὸς ἡταν ὁ ἀπώτερος σκοπός) μιὰ τρομερὴ ἰδεολογικὴ σύγχυση, ποὺ ὅπως ὁμολογεῖται πιὰ ἀπ᾿ ὅλους, ὁδήγησε στὶς μέρες μας σ᾿ ἕνα χαῶδες ἀδιέξοδο.

Εἴμαστε βέβαιοι (καὶ ἀπὸ ἄλλες ματαιώσεις ἢ ἀναθεωρήσεις βεβιασμένων ἐνεργειῶν) ὅτι ἡ κυβέρνηση δὲν ἐπιθυμοῦσε τέτοιες ἐξελίξεις, ἢ τουλάχιστον ὄχι μὲ τέτοια (διάτρητη) μεθόδευση. Θέματα ὅπως εἶναι ἡ μετατροπὴ τῆς γραφῆς καὶ ἡ ἀλλοίωση (κυριολεκτικὰ καὶ φθογγολογικά: διαστροφὴ) τῆς γλώσσας δὲν λύνονται μέσα σὲ μιὰ νύχτα. Τέτοιες ἐνέργειες ὅ,τι ἄλλο μποροῦνε νὰ φανερώνουν ἐκτὸς ἀπὸ σοβαρότητα καὶ δημοκρατικότητα. Ἀλλὰ ὑποψιαζόμαστε ὅτι ἡ κυβέρνηση κατόπιν φορτικῶν καὶ παραπλανητικῶν εἰσηγήσεων, σύρθηκε πρὸς αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις. Ἡ τεχνοκρατικὴ συγκρότηση τῶν μελῶν της δὲν τοὺς παρεῖχε τὰ κατάλληλα ἐφόδια γιὰ νὰ «πιάσουν» ἔννοιες ὅπως εἶναι ἡ πνευματικὴ παράδοση. Ὅλες οἱ κεραῖες δὲν πιάνουν τὰ πάντα. Ὁ κομπιοῦτερ ἐπεξεργάζεται data, δὲν παράγει ὅμως «ποιητικὴ γλῶσσα». Τὸ ρομπὸτ δὲν ἀντιδρᾶ οὔτε θετικὰ οὔτε ἀρνητικὰ στὶς ἔννοιες θεός, ἀγάπη· ἁπλῶς σιωπᾶ γιατὶ δὲν τὶς «κατανοεῖ». Καὶ τοῦτο γιατὶ τὸ ρομπὸτ δὲν ἔχει ἐγωισμό. ᾽Ενῶ οἱ ἄνθρωποι καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι ποὺ ἀσκοῦν ἐξουσία, ἔχουν καὶ παραέχουν ἐγωισμό. Τὸ νὰ παραδεχτοῦν κάτι ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουν, νομίζουν ὅτι εἷναι πλῆγμα στὴν αὐτοπεποίθησή τους (ἀργότερα οἱ ἴδιοι τὴν εἷπαν ἀλαζονεία). Ἔτσι λοιπὸν καὶ κάτσουν σὲ κάποιο θῶκο, προσεγγίζουν ὅλα τὰ θέματα μὲ γνωστικὴ διεργασία, «ἀπ᾿ ἔξω», μὲ ἀριθμούς, μὲ παραμέτρους, μὲ οἰκονομικὰ μεγέθη. Μιὰ τέτοια «ἐνημέρωση» ἀπὸ ἕναν τεχνοκράτη εἶναι σχετικὰ εὔκολη ἀπαιτεῖ μερικὲς ὡρες μελέτης κάποιων ντοσιὲ ἐνῶ ἡ ἐνημέρωση βάθους, ἦ ἀπὸ μέσα, ἀπαιτεῖ μόχθο ὁλόκληρης ζωῆς, καὶ τὸ κυριώτερο εἷναι τὸ νὰ μπορεῖς νὰ σκέφτεσαι ἐλεύθερα.

Σ᾿ ἐκείνη λοιπὸν τὴν τηλεοπτικὴ «συζήτηση» σερβιρίστηκαν ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ γνωστὰ πλαδαρὰ ἐπιχειρήματα: «ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα δὲν εἶναι τῆς ᾽Αρχαίας Ἑλλάδας, ἀλλὰ τῶν Ἀλεξανδρινῶν...» (καὶ λοιπόν;), «ὅτι τὰ παιδάκια μας δὲ θὰ κουράζονται πιὰ...» (δηλαδὴ θά τους περισσεύουν δυνάμεις γιὰ μπαλέτο καὶ ποδοκλώτσημα), «ὅτι ἂν μάλιστα προχωρήσουμε καὶ σὲ ριζικώτερες λύσεις, ὄχι μόνον ὅλοι οἱ ἕλληνες θὰ εἶναι ἐγγράμματοι, ἀλλὰ καὶ δὲ θὰ ὑπάρχουν πιὰ ἀνορθόγραφοι, ἀφοῦ θὰ καταργηθεῖ ἡ ὀρθογραφία» (ὅπερ ἔδει δεῖξαι...), «ὅτι θὰ προκύψει μεγάλη οἰκονομία στὴν τυπογραφία» (ἔτσι οἱ ἐκδότες θὰ κερδίζουν περισσότερα ἢ θ᾿ αὐξήσουν τὶς σελίδες τους οἱ ἐφημερίδες, ἀπὸ 64 σὲ 96 ἢ γιατί ὄχι καὶ σὲ 128 γιὰ νὰ χορταίνουν τὰ μάτια μας ἀπὸ φάτσες φονιάδων, ἀπὸ μπούτια γοησσῶν καὶ ἀπὸ πηχιαῖες καυχησιολογίες τῶν τιτάνων τῶν γηπέδων), «ὅτι οἱ ξένοι θὰ μαθαίνουν πιὸ εὔκολα τὰ νεοελληνικὰ γράμματα» (σκοτίστηκαν οἱ τουρίστριες γιὰ τὰ γράμματα, γιὰ ἄλλα «νεοελληνικὰ» ἔρχονται ἐδῶ· δὲ ρωτᾶνε καὶ τὸν εἰδήμονα καμακολόγο κ. Βασίλη Βασιλικό...) καὶ ἄλλα τέτοια ἐθνωφελῆ. Καὶ τὸ νοῆμον κοινὸ (τί νὰ καταλάβει τὸ ἔρμο!) δέχτηκε αὐτὲς τὶς κενολογίες σὰν νὰ ἦταν ἀρτίδια (ἐκεῖνα στὸ σελοφάν) ποὺ μοιράζονται τώρα στοὺς προσερχομένους στὰ μνημόσυνα καὶ ποὺ τὰ δέχονται μὲ τὴ θλιμμένη αἰσιοδοξία: «ἔ, τί νὰ γίνει, οἱ πεθαμένοι μέ τους πεθαμένους καὶ οἱ ζωντανοὶ μὲ τοὺς ζωντανούς. ᾽Αφοῦ μᾶς εἶπαν ὅτι ἡ καθαρεύουσα ἀπέθανε καὶ οἱ τόνοι ἔπαθαν ἀνα-κοπὴ (δὲν τοὺς πρόφτασε οὔτε κἂν τῶν Πρώτων Βοηθειῶν), αὐτὸ θὰ πεῖ πὼς τέλειωσε τὸ λαδάκι τους, καὶ ἂς κοιτάξουμε τώρα πῶς θὰ ζήσουμε ἐμεῖς καλύτερα, φτιάχνοντας τὴ ζωή μας πιὸ εὔκολη, ὅπως ἄλλωστε μᾶς τὸ ὑπόσχονται αὐτοὶ οἱ σοφώτατοι κύριοι, ἀπ᾿ τὸ γυαλὶ τοῦ Μεγάλου Ἀδελφοῦ, ποὺ εἶναι τόσο καλοσυνάτοι καὶ μειλίχιοι ὅσο καὶ οἱ καρδινάλιοι τῶν ἰταλικῶν σήριαλ.»

 

Ἔτσι ὁ λαὸς τό χαψε τὸ νέο. Φτιάχτηκε κι᾿ ἕνα ἄλλοθι, ὅτι «τοῦ τὸ εἴπαμε, δὲν τὸ κάναμε στὰ κρυφά». Δὲν τό ᾽χαψαν ὅμως οἱ «ἐπίλεκτοι» τοῦ λαοῦ. Γιατὶ μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ λαὸ βγαίνουν στὶς κρίσιμες ὡρες κάποιοι ποὺ ἀφυπνίζονται καὶ ποὺ ἀμύνονται γιὰ νὰ συντηρήσουν αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται παράδοση. Γιὰ ζητήματα πνευματικὰ δυστυχῶς στὶς μέρες μας, ὁ λαὸς καὶ μάλιστα μονὸ πλευρα ἐνημερωμένος, δὲν κατεβαίνει στὰ πεζοδρόμια. Γιὰ λο γαριασμό του καὶ ἀπὸ ἄλλες ἐπάλξεις τὸ κάνουν κάποιοι διωρισμένοι (τώρα ἀπὸ ποῦ: ἄνωθεν, ἔσωθεν; ἄγνωστο!) ποὺ μέσ᾽ τὴν ἡσυχία τους ταράζονται ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὑπόκωφα γκὰπ γκοὺπ τῶν σκαφτιάδων τοῦ μεσονυκτίου μήπως πάλι κάποιον τάφο ἑτοιμὰ ζουν γιὰ ὅ,τι ἀπόμεινε ἀπὸ τὰ σπαράγματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ... Ἄσχετα ἂν θὰ βροῦν τὴ δύναμη νὰ σταματήσουν τὸ μακάβριο ἔργο τῶν νεκροθαφτῶν. Πρέπει ὡστόσο οἱ «ἑωρακότες» νὰ μαρτυρήσουν περὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ. Γιατὶ τότε καὶ ἀπὸ τότε ἀρχίζει ν᾿ ἀναθρώσκει ἡ προσδοκία τῆς Ἀνάστασης..

Ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δύο φράσεις πέρασε τὸ σενάριο τοῦ μονοτονικοῦ; Τὴν τηλεοπτικὴ ἀνακοίνωση, μνημεῖο μπερτόλδειας κουτοπονηριᾶς καὶ τὴ νομοθετική του κατακύρωση, πραξικόπημα «δημοκρατικῆς» αὐθαιρεσίας. Κι᾿ ἂν ἀκόμα τὸ μονοτονικὸ ἡταν τὸ ἀθωότερο τῶν πραγμάτων, ὁ τρόπος ποὺ σχεδιάστηκε καὶ ἐκτελέστηκε κάνει τὴν ὅλη ὑπόθεση ὕποπτη, διαβλητή, διάτρητη. Οἱ μεταρρυθμίσεις ὑπὲρ τοῦ ἔθνους δὲν προπαρασκευάζονται σὲ συνωμοτικὰ μαγειρεῖα, οὔτε θεσμοθετοῦνται αἰφνιδιαστικὰ καὶ μὲ τρόπο αὐταρχικό.

Γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ ἡταν πραξικόπημα ἀλλὰ ἡ ἐπισημοποίηση μιᾶς τετελεσμένης κατάστασης, οἱ ὁπαδοί του χρησιμοποιοῦν κατὰ κόρον τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ λαὸς τὸ ἀποδέχτηκε ἀφοῦ οἱ περισσότερες ἐφημερίδες ἤδη τὸ ἐφαρμόζουν. Πράγματι στὴν ἀρχὴ μιὰ ἐφημερίδα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ στὴ συνέχεια μιὰ-μιὰ οἱ περισσότερες ἐφημερίδες τῶν Ἀθηνῶν υἱοθέτησαν τὸν νέο τρόπο τονισμοῦ — ὄχι ἕναν ἑνιαῖο τρόπο γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἐκδοθεῖ οἱ «ντιρεκτίβες» τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ σήμερα ποὺ λίγο-πολὺ πάει νὰ καθιερωθεῖ ἕνας τύπος, ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, ὅπως π.χ. ἡ Καθημερινή, ποὺ ἐφαρμόζει τὸ μονοτονικό, ἀλλὰ τονίζει τὶς μονοσύλλαβες λέξεις, ένῶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τονίζονται σύμφωνα μὲ τὶς κρατικὲς «ὁδηγίες». ᾽Επίσης ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἄλλες διαφοροποιήσεις ἢ ἡ συνύπαρξη πολλῶν τρόπων τονισμοῦ: κάποιες ἐφημερίδες ἐνῶ γράφονται στὸ πολυτονικό, βάζουν τίτλους, καίτοι μὲ πεζὰ στοιχεῖα, χωρὶς πνεύματα· ἄλλες πάλι ἔχουν ρεπορτὰζ μὲ μονοτονικὸ καὶ ἄλλες συνεργασίες, ἄρθρα, κριτικὲς κ.λπ. στὸ πολυτονικό· ἄλλες πάλι χρησιμοποιοῦν πελώρια πεζὰ στοιχεῖα γιὰ τίτλους χωρὶς κανένα τόνο ἢ ἀλλο σημάδι (ἡ πρώτη ἐντύπωση εἶναι ὅτι διαβάζεις λέξεις κάποιας ἄλλης γλώσσας).

Τὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὴ χρήση τοῦ μονοτονικοῦ ἀπὸ μέρους τῶν ἐκδοτῶν εἶναι ὅτι συμβάλλει στὸν περιορισμὸ τοῦ κόστους τῆς τυπογραφικῆς ἐργασίας. Δὲ νομίζουμε ὅμως ὅτι ἡ ἱστορία ξεκίνησε γιὰ νὰ ἐπιτευχθεῖ οἰκονομία. Ἁπλῶς στὴν πορεία τοῦ πράγματος χρησιμοποιήθηκε καὶ αὐτὸ ὡς ἕνα λυσιτελὲς δέλεαρ πρὸς τὶς ἐκδοτικὲς ἐπιχειρήσεις. Οἱ κύκλοι, τὰ κυκλώματα καὶ οἱ «ἀόρατες» ἐπιρροὲς ποὺ ἐπιδιώκουν τὴν ἁπλούστευση τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς, τὴν «ἐκλαΐκευσή» της, μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴν ἔνταξή της (δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε πότε θὰ γίνει αὐτὸ καὶ μὲ ποιά μεθόδευση) στὰ λατινογενῆ ἀλφάβητα τῆς Εὐρώπης, βρῆκαν τὴν εὐκαιρία μὲ τὸν «ἐκδημοκρατισμὸ» (ἀνοιχτοὶ πρὸς ὅλα τὰ ρεύματα), τὸν ἐξ-Εὐρωπαϊσμὸ (τὴν ΕΟΚ, τὴ μαγνητικὴ παρα-παιδεία τῶν ξένων σχολῶν καὶ ἰνστιτούτων στὴν Ἑλλάδα, τὴν τουριστικὴ ἀλληλομόλυνση) καὶ τοὺς πάσης φύσεως -ιωνισμοὺς καὶ -ισμοὺς ποὺ σὰν παρασιτικὲς περικοκλάδες φύονται σ᾿ ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους, θεριεύουν καὶ περισφίγγουν ἀσφυκτικὰ τὸν ἑλληνικὸ κορμό μας, βρῆκαν, λέμε, τὴν εὐκαιρία νὰ «προσηλυτήσουν» (καὶ μετὰ τὸν προσηλυτισμό, ξέρουμε ὅτι δέχεται κανεὶς τὰ πάντα, τὰ πάντα) ὅσους διέθεταν τὰ μέσα ἐπηρεασμοῦ τῆς κοινῆς γνώμης (ὅσον πάει τὸ «γνώμης» ἐξαφανίζεται καὶ ἀναπληρώνεται ἀπὸ τὴ μᾶζα ποὺ δὲν ἔχει γνώμη), καὶ «πέρασαν» ἐντέχνως τὶς καινοτομίες ὄχι μόνο στὸ γραπτὸ λόγο, ἀλλὰ καὶ στὶς ἰδέες, ἀλλάζοντας πιὰ τὸν ψυχισμὸ τοῦ Ἕλληνα, ἀπὸ τὴν συνεκτικότητα πρὸς τὸν κατακερματισμό, ἀπὸ τὴν παράδοση πρὸς τὴν ἀλλο-τρίωση. Ἔτσι, συνεργοὶ ἢ μιμητές, ἐκούσια ἢ ἀκούσια, μπήκαμε στὸ δρόμο ποὺ πάει γιὰ τὴν ἀνεγκέφαλη στρούγκα.

Ἀκόμα καὶ ἂν εὐσταθεῖ κάπως τὸ οἰκονομικὸ ἐπιχείρημα (πράγματι μικρὸς χρόνος ἐξοικονομεῖται στὴ στοιχειοθεσία ἀνάμεσα στὸν ἕνα τρόπο, τὸν πολυτονικὸ καὶ τὸν ἄλλο, τὸ μονοτονικό, εἴτε μὲ μονοτυπία εἴτε μὲ τὴ φωτοστοιχειοθεσία γίνεται αὐτή), τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν μπορεῖ να ἰσχύσει σὲ ἕνα θέμα ὅπως εἶναι ἡ καθιερωμένη γραφὴ ἑνὸς λαοῦ. Οἱ ὁποιεσδήποτε «δυσκολίες» θεωροῦνται δεδομένες καὶ μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ πλαίσια θὰ κινηθεῖ ἡ τεχνολογία ἐξευρίσκοντας ὅλο καὶ πιὸ προηγμένους μηχανισμοὺς γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ καλύτερου ἀποτελέσματος — καὶ ἀποτέλεσμα δὲν θεωρεῖται σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἡ συντόμευση τοῦ χρόνου. Ἕνα ρολόϊ ἀκριβείας ἔχει ἕναν πολύπλοκο μηχανισμό; πλῆθος ὁδοντωτοὺς τροχούς, ἐλατήρια, ρουμπίνια, βίδες ποὺ λειτουργοῦν σὰν γυροσκόπια γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἰσορροπίας τοῦ χρόνου. ᾽Εὰν θέλουμε νὰ λιγοστέψουμε γιὰ ἐξοικονόμηση δαπάνης τὰ ἐξαρτήματα καὶ τὰ περιορίσουμε, ἂς ποῦμε, σὲ δυὸ ρόδες καὶ μιὰ σούστα, τότε δὲ θὰ ἔχουμε «ὡρο-λόγιον» (ἡ λέξη λόγος χρησιμοποιεῖται ὡς πρόσφυμα γιὰ νὰ καταδείξει τὴν «ἐντελῆ γνῶσιν»), ἀλλά, ὅπως λέει ὁ λαὸς «καβουρντιστῆρι». Ὑπάρχουν λοιπὸν κάποια πλαίσια δεδομένα ποὺ δὲ γίνεται νὰ περιοριστοῦν χωρὶς νὰ ἐπέλθη κάποια ζημία στὸ ἀντικείμενο τὸ ὁποῖο, ὑποτίθεται, ἐξυπηρετοῦν. Ἔτσι καὶ στὸ γραπτὸ λόγο. Ἂν ἡ οἰκονομία ἦταν ὁ «γνώμων τῶν ἁπλουστεύσεων», τότε θὰ ἔπρεπε ἡ ἀγγλική, ἡ γαλλική, ἡ γερμανικὴ γλῶσσα ἀπὸ καιρό, ἀπὸ τότε ποὺ μπήκαμε στὴ βιομηχανικὴ ἐποχή, ὁπότε τὸ κοστολόγιο ἔχει ἀναχθεῖ σὲ ἐπιστήμη, θὰ ἔπρεπε, λέμε, νὰ εἶχαν εἴτε σταδιακὰ εἴτε ἀπότομα, καταργήσει τὴν ἱστορική τους ὀρθογραφία καὶ νὰ εἶχαν υἱοθετήσει τὴ φωνητικὴ γραφή. ᾽Αλλὰ δὲν πείραξαν τίποτα ἀπ᾿ τὰ περριτὰ τῆς γλῶσσας, γιατὶ ξέρουν πολὺ καλύτερα ἀπὸ κάποιους χηνοβοσκοὺς ἕλληνες «γλωσσολόγους» ὅτι σὲ μιὰ περίπλοκη κατασκευὴ ὅπως εἷναι ἡ γλῶσσα τὰ ὅρια τοῦ περιττοῦ καὶ τοῦ χρήσιμου εἶναι συγκεχυμένα (δέχονται ὅτι ἀποτελοῦν αὐτὰ τὴ φυσιογνωμία τῆς γλώσσας), τὸ ἴδιο ὅπως καὶ σὲ μιὰ κατασκευὴ ἕνας μικρὸς βραχίων μπορεῖ νὰ φαίνεται περιττός, ἀλλὰ ὁ προνοητικὸς κατασκευαστὴς δὲν τὸν ἀφαιρεῖ γιατὶ μπορεῖ νὰ κλονισθεῖ ἡ ἰσορροπία τοῦ σκελετοῦ καὶ κατὰ συνέπεια τοῦ ἐποικοδομήματος.

 

Καὶ ἂν ἀκόμα ὑποθέσουμε ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἐκδοτῶν φθάνανε σ᾿ ἕνα (κωμικά) ὁριακὸ σημεῖο: δηλαδὴ ἢ καταργοῦμε τοὺς τόνους ἢ κλείνουν οἱ ἐπιχειρήσεις μας, δὲ γνωρίζουμε τί θ᾽ ἀπαντοῦσαν ἂν κάποιος τοὺς ἔλεγε: καὶ ποιός σᾶς ἀναγκάζει νὰ βγαίνετε μὲ 32, μὲ 48 ἢ 64 σελίδες. Εἶναι ὁμολογημένο πιὰ ὅτι τὰ τρία τέταρτα μιᾶς πολυσέλιδης ἐφημερίδας ἀποτελοῦνται ἀπὸ ἄχρηστα κείμενα καὶ ἀπὸ ἄσχετες φωτογραφίες. Καὶ τὰ ἀξιόλογα κείμενα ποὺ ὑπάρχουν (καὶ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐφημερίδα ἀξιόλογα κείμενα γιατὶ οἱ καταρτισμένοι δημοσιογράφοι δὲν ἔλειψαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἴσως δὲν ὑπάρχουν ἀρκετὲς «χρυσὲς πέννες» ἀλλὰ σπίθες καὶ διαμαντάκια βρίσκει κανεὶς σὲ κάθε φύλλο), αὐτὰ χάνουν, ὑποβαθμίζονται ὅπως εὐτελίζεται μιὰ ὀρχιδέα ἢ ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο τυλιγμένο σὲ στρατσόχαρτο. Ὥστε εἶναι διπλὴ ἡ ἀπώλεια (μαζὶ μ᾿ ἐκείνην τοῦ συναλλάγματος) μὲ τὴν ἀλόγιστη αὔξηση τῶν σελίδων ποὺ τὸ μόνο ποὺ ἐπιτυγχάνουν εἶναι νὰ «βρωμίζουν» (ἢ ἐπὶ τὸ προοδευτικώτερον νὰ «βρομίζουν») τόσο τὰ δάχτυλα ὅσο καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ ἀναγνώστη. Ὥστε νὰ μὴ προφασιζόμαστε ὅτι περικόπτουμε τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ σώσουμε τὴ σαβούρα.

Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ οἰκονομικὸ ἐπιχείρημα ποὺ ἔκανε τοὺς πρώτους ἐκδότες νὰ ἐφαρμόσουν τὴ μονοτονικὴ γραφή, ἀλλὰ τὸ «ἰδεολογικό», δηλαδὴ ὅτι συντάχθηκαν μὲ τὶς «καινοτομίες» τῶν Γληνοῦ, Καρθαίου, Κακριδῆ, Κριαρᾶ. Ἀλλὰ ὅταν διαθέτεις ἕνα μέσο ποὺ ἐπηρεάζει ἄμεσα τὴν κοινὴ γνώμη καὶ χρησιμοποιεῖς αὐτὸ τὸ μέσο γιὰ νὰ φέρεις τομὴ στὴν παράδοση, τότε μετέχεις κι᾿ ἐσὺ τῆς εὐθύνης, ἀδιάφορο μικρῆς ἢ μεγάλης, στὶς ὁποιεσδήποτε ἐξελίξεις. Καὶ σήμερα, ἀπὸ μιὰ προοπτικὴ ἀρκετῶν ἐτῶν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ἦταν κακές, ὀλέθριες. Νὰ μὴ μᾶς ποῦνε ὅτι ἡ σημερινὴ ἀποδιοργάνωση τῆς γλώσσας, ποὺ ὁμολογεῖται ἀπὸ ὅλες τὶς παρατάξεις, ὀφείλεται σὲ «μεταβατικοὺς λόγους» ἢ σὲ κοινωνικὲς διεργασίες! Οἱ ἀσαφεῖς δικαιολογίες ὑποκρύπτουν πάντοτὲ ἢ ἐνοχὴ ἢ μὴ κατανόηση τοῦ προβλήματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ξεκάθαρο καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτηση: Τὸ Κράτος, τὰ κόμματα (ὅλα μεταπολιτευτικῶς ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα-δυὸ μικρὰ κόμματα μὴ ψηφοθηρικά) καὶ ὁ Τύπος παρασυρμένα ἀπὸ «συρμοὺς» ἢ πονηρὲς εἰσηγήσεις ἔφεραν τὰ πράγματα σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Καὶ τὸ περίεργο, ἀλλὰ ὄχι δυσεξήγητο, εἶναι ὅτι τὶς καινοτομίες στὴ γραφὴ τὶς προετοίμασαν, ὄχι ὅπως θὰ περίμενε κανεὶς οἱ ἀριστερὲς ἐφημερίδες, ἀλλὰ οἱ «ἀστικὲς»· ἡ Αὐγὴ καὶ ὁ Ριζοσπάστης ἀκολούθησαν. Οἱ πηγὲς ἐπιρροῆς εἶναι βέβαια διαφορετικὲς (παραπέμπουμε σὲ προηγούμενες σελίδες), ἀλλὰ ὁ στόχος εἶναι κοινός: ἡ ἀλλοίωση τῶν εἰδοποιῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Στὴ συνέχεια καὶ στὴ γενίκευση τοῦ μέτρου (ὄχι ἀπόλυτη, ἀλλὰ μὲ σημαντικὲς ἐξαιρέσεις) δὲν ἐπενέργησαν τόσο οἱ «ἐπιρροές», ὅσο ὁ μιμητισμὸς καὶ οἱ ἀβασάνιστες λύσεις τῆς εὐκολίας.

 

Τώρα, ὅσον ἀφορᾶ τοὺς ἐκδότες τῶν βιβλίων ἐκεῖ βρίσκουμε μιὰ πιὸ σθεναρὴ στάση στὴ διατήρηση τῆς παραδοσιακῆς γραφῆς. Οἱ ἀξιολογώτεροι τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων ἐμμένουν: Ἴκαρος, Κέδρος, Κολλάρος καὶ Σία, Ἀστήρ, Φίλοι τοῦ Βιβλίου, Δωδώνη, Ἐκδ. Γρηγόρη, Imago, Στιγμή, Δόμος, Γνώση, Νεφέλη, Ὕψιλον, Ἄγρα καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀπορρίπτουν τὴ φαλακρὴ γραφὴ καὶ τὸ τηλέφειον ὕφος (συμπορεύονται αὐτὰ τὰ δύο) γιατὶ ἔχουν συνείδηση τῆς ἀποστολῆς τους, γνωρίζουν τί θὰ πεῖ λογοτεχνία, σέβονται τὴν προσωπικὴ ἄποψη τοῦ συγγραφέα καὶ δὲν ἐνδίδουν στὸ ἄλλως ἀμφίβολο οἰκονομικώτερο κόστος (τὸ μονοτονικὸ ταυτιζόμενο μὲ τὸ κέρδος ἐπέφερε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ καίριο πλῆγμα στὴν «πνευματική» του ὑφή). Φυσικὰ ἡ μόδα ἔγινε εὐμενῶς ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους καὶ μεταπράτες τοῦ βιβλίου, ἀπὸ κάποιους φανατικὰ προοδευτικοὺς συγγραφεῖς καὶ τοὺς ἐκδότες ποὺ ἀπευθύνονται σὲ κομματικὰ ἐνταγμένους ἀναγνῶστες καὶ κυρίως ἀνάμεσα στὴν ἀπληροφόρητη νεολαία ποὺ θέλγεται ἀπὸ τὸ νεότροπο καὶ τὸ «μεταρρυθμιστικὸ».

Παράλληλα τὰ περιοδικὰ «ποικίλης ὕλης» ἢ ἄλλως τὰ καλούμενα ψυχαγωγικὰ (μᾶλλον ψυχοδιωκτικά), ποὺ ὅσο κερδίζει ἔδαφος ἡ βιομηχανία τοῦ στιλπνοῦ χαρτιοῦ καὶ τῶν ὀφσὲτ χρωμάτων τόσο αὐτὰ καταλήγουν σὲ σαλόνι διαφημιστικῶν φωτογραφιῶν καὶ ἐρεθιστικῶν ἢ ἀποπροσανατολιστικῶν κειμένων, ἄλλα ἀπὸ ἰδεολογικὴ σύγχυση ἢ κατεύθυνση (εὐρωπαϊσμός, διεθνισμός, κοσμοπολιτισμός) καὶ ἄλλα ἀπὸ μόδα καὶ κολακεία τῶν ἀνεγκέφαλων, υἱοθέτησαν εὔκολα, τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, τὸ μονοτονικὸ γιὰ νὰ εἶναι «in» (τὸ in στὰ ἑλληνικὰ μεταφράζεται: ἔξω (out) ἀπὸ κάθε σοβαρότητα). ᾽Αλλὰ ὅπως καὶ νὰ γράφονται αὐτὰ τὰ περιοδικὰ τίποτα δὲν προσφέρουν, οὔτε στὴ γλῶσσα οὔτε στὴ σκέψη οὔτε στὴν παράδοση οὔτε στὸν πολιτισμό. Εἶναι τὰ ροδοπέταλα τῆς χαζοχαρᾶς, ἔναντι μικροῦ ἀντιτίμου, ποὺ μαραίνονται τὴν ἐπαύριο· εἶναι ὁ χάρτινος διάκοσμος ποὺ τὴν ἑπομένη ποδοπατημένος γεμίζει τὶς σκουπιδοσακκοῦλες τῆς «Ἱστορίας». Ἂς γράφονται ὅπως τὸ θέλουν οἱ μπίζνεσμαν ἐκδότες τους. Οὔτε καλὸ κάνουν οὔτε κακὸ στὴν Παιδεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν συντείνουν στὴν κρίση· εἷναι αὐτὰ τὰ ἴδια μέρος τῆς κρίσης. Εἶναι ἡ ἀναπόδραστη ἡλάγρα ποὺ ἀποσπᾶ ἀπὸ μέσα μας πόντο τὸν πόντο τὴν παραλογιασμένη ἀνθρωπιά μας. Ἀλλὰ κάπου τὸ καρφὶ (ὁ ἧλος) δὲν ξεκολλάει· ἐκεῖ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας.

Μιὰ ἐξαίρεση ὅμως ἧρθε ν᾿ ἀπειλήσει αἰφνιδιαστικὰ αὐτὴν τὴν ἐπέλαση τοῦ στιλπνοῦ χαρτιοῦ καὶ τῆς ἀσημαντολογίας. Μιὰ ἐξαίρεση ποὺ σὰν πυριφλεγὴς μετεωρίτης ἔπεσε καταμεσὶς καὶ τάραξε αὐτὸ τὸ τέναγος ὅπου ἀναδεύουν, βουλιάζουν καὶ μορφάζουν γόησσες-καρμπόν, μπούτια σὲ λαμπερὰ καλσόν, χρυσοὶ ἀναπτῆρες καὶ πιστολάδες μὲ σιγαστῆρες, φληναφήματα σὲ περίπτυξη μὲ ρυπαρογραφήματα. ᾽Απειλὴ γιατὶ προσέβαλλε ἀπὸ μέσα τὸ φρούριο· ἀπέδειξε ὅτι τὸ μοντέρνο δὲν πρέπει νὰ εἷναι κατ᾿ ἀνάγκη ἄβαθο, τὸ στιλπνὸ μπορεῖ νὰ κρύβει ποιότητα καὶ μάλιστα ὑψηλῆς στάθμης. Μὲ τὰ ἴδια τὰ ὅπλα τοῦ ἀντιπάλου ἀφώπλισε καὶ ἀπογύμνωσε τὸν ἀντίπαλο. Πρόκειται γιὰ τὸ πε ριοδικὸ Τὸ Τέταρτο, ποὺ τὸ ἐμπνεύστηκε, τὸ ἐμπνέει καὶ τὸ διευ θύνει ὁ Μάνος Χατζηδάκης, αὐτὸς ὁ ἀντι-ἀγελαῖος, ὁ ἀντι-δημαγωγός, ὁ εἰλικρινέστατος (νὰ μὴ νομίσει ὁ ἀναγνώστης ὅτι ἀνήκουμε στὸν κύκλο τῶν φίλων του, οὔτε κἂν γνωριζόμαστε), καὶ ποὺ ἀπ᾿ τὸ πρῶτο φύλλο του διακήρυξε ὅτι τὸ περιοδικὸ θὰ ἐκδίδεται στὴ γλῶσσα ποὺ παραλάβαμε, μὲ τὴν ὀρθογραφία της, μὲ τὴν ἐτυμολογία της, τὴν καλλιέπεια καὶ τὴν κομψοέπεια της. Ὁ Χατζηδάκης μᾶς θυμίζει τὸν Χαῖντελ (ὅσο καὶ ἂν οἱ «μουσικές» τους εἶναι διαφορετικὲς γιατὶ ἀνήκουν σὲ διαφορετικὲς ἐποχές· ὁ μεγαλουργὸς ἐκεῖνος συνθέτης, λένε ὅτι ὅταν καθότανε στὸ κλαβσέν του νὰ συνθέσει φοροῦσε τὴν ἐπίσημη ἐνδυμασία του καὶ εἶναι γνωστὸ τί ἡταν τότε ἐκεῖνες οἱ ἐνδυμασίες: ἀτλάζια, σειρίτια, δαντέλες· καὶ ὁ Χατζηδάκης προτοῦ συνθέσει, προτοῦ μιλήσει καὶ προτοῦ γράψει ντύνεται τὴν ἀξιοπρέπεια χωρὶς ἀξιοπρέπεια ὁ ἄνθρωπος γίνεται συρφετὸς καὶ ὁ συρφετὸς δὲν δημιουργεῖ πολιτισμό, τὸν καταποντίζει).

Τὸ Τέταρτο ἦρθε νὰ ἐνισχύσει μὲ νέα χαλύβδινα σύρματα τὸν κάβο ποὺ κρατάει τὸ ἄρμενο (τῆς πάντοτε ἀμυνόμενης ἀλλὰ καὶ πάντα ἀνανεούμενης μὲ ποιότητα Παράδοσης) ἀπὸ τὸ μῶλο τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὸς ὁ κάβος ἀπὸ τὴν ἰδεολογικὴ θύελλα καὶ τὶς ἐφ-ἕλξεις τῶν αἱρετικῶν προσηλυτισμῶν ἔτριζε νὰ σπάσει. Τὸ Τέταρτο ξεκίνησε πιστεύοντας στὸν ἑλληνικὸ καὶ καταξιωμένο κώδικα γραφῆς τὴ στιγμὴ ποὺ ἄλλα περιοδικά, ἐφημερίδες καὶ ποικίλα ἔντυπα μεταβάλλουν τὸν τρόπο ποὺ γράφονταν ὣς τὰ τώρα καὶ ἄβουλα διαβουκολεύονται ἀγεληδὸν νὰ μαντρωθοῦν στὸ ράντσο τῆς μονοτονικῆς, ἀτονικῆς, φωνητικῆς καὶ ἁπλουστευτικῆς ἀγραμματοσύνης, Τὸ Τέταρτο, ποὺ ἀπευθύνεται σὲ πολὺ περισσότερους ἀναγνῶστες ἀπ᾿ ὅ,τι τὰ λογοτεχνικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ περιοδικὰ γιατὶ ἔχει πλατιὰ ἐνδιαφέροντα, μὲ τὸ νὰ γράφεται μὲ τὸν σωστό, παραδοσιακὸ τρόπο κατατάραξε τοὺς «προοδευτικοὺς» διανοούμενους ποὺ συμπορεύονται μὲ τοὺς σαπουνοεκδότες, γιατὶ κατέρριψε τὸ ἀβάσιμο ἐπιχείρημα τοῦ οἰκονομικοῦ κόστους καὶ τὴν ἄποψη ὅτι τὸ μονοτονικὸ ἐκφράζει τὴν «προχωρημένη σκέψη» καὶ τὸ τεχνολογικῶς καὶ λαϊκιστικῶς «μοντέρνο». Ἔτσι ὅλων αὐτῶν κινδύνεψε ἡ παραμυθολογία. Γιὰ τοῦτο καὶ δέχτηκε Τὸ Τέταρτο πληθωρι(στι)κὲς ἐπιθέσεις (ποὺ κι᾿ αὐτὲς ὅπως κάθε τι τὸ πληθωριστικὸ ἦταν ἀερώδεις καὶ τυμπανιαῖες). Ὁ εἷς τῶν Τριῶν Σωματοφυλάκων, αὐτὸς ποὺ σὲ ὅλα ἀπαντᾶ καὶ σὲ ὅλα συντρέχει, ὁ κ. Βασίλης Φόρης τῆς Θεσσαλονίκης, πῆρε φόρα ὡς ἄλλος Πόρθος, καὶ ξιφούλκησε ἀπειλώντας ὅτι «θὰ δείρει, θὰ σκίσει καὶ θὰ κρεμάσει!» ᾽Αλλὰ μᾶλλον μειδιάματα εἰσέπραξε, γιατὶ ὅλοι ξέρουν ὅτι μὲ ξύλινα σπαθιὰ δὲν ἀνοίγονται «κουμπότρυπες». Καὶ Τὸ Τέταρτο κρατάει γερά...

 

Ὅπως κρατοῦν καὶ τὰ σοβαρὰ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ ποὺ δὲν πτοήθηκαν καὶ συνεχίζουν νὰ γράφονται μὲ τὴ σωστὴ ἑλληνικὴ γραφή, γιατὶ οἱ ἐκδότες τους ξέρουν ὅτι ἡ Λογοτεχνία δὲν εἶναι ἀλογο-τεχνία καὶ ὅτι τὰ ἑλληνικὰ πρέπει νὰ γράφονται μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν πέννα καὶ ὄχι μὲ τὶς ὁπλές. Καὶ ἀναφέρουμε ἐνδεικτικὰ τά: Εὐθύνη, Νέα Ἑστία, ᾽Εποπτεία, Λέξη, Δέντρο, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Σύναξη, Ὁδὸς Πανός, Κριτικὴ καὶ Κείμενα, Νέα Πορεία, Χάρτης καὶ ἀρκετὰ ἄλλα ποὺ ἀντιστέκονται μὲ τὸ ἦθος τους καὶ τὴν ποιότητά τους στὶς ἐπελάσεις τῶν ἀλογοτεχνῶν νεοβαρβάρων.

Ὡστόσο, μὲ τὴ θεσμοθέτησή του τὸ μονοτονικὸ ἔγινε πιὰ ὄργανο κρατικῆς καὶ ἐξουσιαστικῆς ἐπιβολῆς. Τὸ θέμα ἔπαυσε νὰ εἶναι γλωσσολογικὸ καὶ μπαίνει στὸ χῶρο τῆς συνειδησιακῆς βίας. Νὰ μὴν ὑποτιμοῦμε τὸ γεγονὸς ἐπειδὴ οἱ πολλοὶ δέχτηκαν τὴν ἀλλαγὴ τῆς γραφῆς. Οἱ ἄνθρωποι ὑποκύπτουν ὅταν δὲν κατανοοῦν κάτι, ὅταν αὐτὸ ποὺ τοὺς ἐπιβάλλουν δὲν τοὺς «τσούζει». Ἡ ἀποδοχὴ τῆς βίας δὲ σημαίνει ὅτι δὲν ἀσκεῖται βία. Καὶ εἰναι ὀδυνηρὴ γιὰ κάποιους ποὺ τοὺς «τσούζει» ἡ ὁποιαδήποτε ἄσκηση βίας. Αὐτοὶ εἶναι τὸ εὐαίσθητο βαρόμετρο καὶ ὄχι οἱ ἄλλοι ποὺ εἶναι συνηθισμένοι νὰ περπατᾶνε σκυφτοὶ καὶ στὸν ἥλιο καὶ στὴ βροχή. Θεσμοθέτηση τοῦ μονοτονικοῦ σημαίνει ἐπιβολή του στὴ Διοίκηση, δηλ. στὴ Γραφειοκρατεία καὶ στὴν ᾽Εκπαίδευση. Καὶ αὐτὸ μεταφράζεται α) σὲ πειθαναγκασμὸ τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας τῶν μορφωμένων, τῶν ἐγγράμματων πολιτῶν στὶς σχέσεις τους μὲ τὸ κράτος, νὰ διαβάζουν καὶ νὰ γράφουν σ᾿ ἕνα σύστημα ὀρθογραφίας καὶ ὁρθοφωνίας ποὺ δὲν τὸ ξέρουν καὶ ἐπιπλέον τοὺς ἐνοχλεῖ ἔντονα γιατὶ ὑποχρεώνονται ν᾿ ἀποβάλουν κάτι ποὺ τὸ θεωροῦν ἀπόκτημά τους ὕστερα ἀπὸ κόπο, μάθηση καὶ γνώση, καὶ β) σὲ κατήχηση τῶν παιδιῶν σὲ γλωσσικὸ ἰδίωμα μηχανιστικό, χρησιμοθηρικὸ ποὺ στομώνει ἀντὶ ν᾿ ἀκονίζει τὸ μυαλὸ σὲ πνευματικὴ ἄθληση (ἡ ἐξ-ἄσκηση στὴ γλῶσσα εἶναι κάτι τὸ διαφορετικὸ μὲ τὶς ἀσκήσεις στὰ μαθηματικά) καὶ ποὺ τὰ φέρνει σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ παρελθὸν ποὺ εἶναι μιὰ συνεχὴς μεταλαμπάδευση, μέσῳ τῆς γλώσσας, τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν τῆς φυλῆς μας, ὡς Ἑλλήνων.

Μετὰ τὴν ψήφιση τοῦ νόμου, ἐκδόθηκε ἕνα Προεδρικὸ Διάταγμα, τὸ 297/1982 ποὺ καθώριζε τὸν τύπο καὶ τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ. Δόθηκε καὶ γιὰ μερικὲς μέρες μεγάλη προβολὴ καὶ δημοσιότητα σὲ κάποιες ἀντιμαχίες μεταξὺ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν μονοτονιστῶν σχετικὰ μὲ τὸ ἂν θὰ εἶναι «ὀρθόδοξο» τὸ μονοτονικὸ ἢ συμβιβαστικὸ (δηλ. ἂν θὰ μπαίνει ὀξεῖα ἢ κουκίδα στὶς τονιζόμενες συλλαβές, ἂν θὰ βάζουμε παῦλα ἀνάμεσα στὸ οὐσιαστικὸ καὶ τὴν κτητικὴ ἀντωνυμία κ.ἄ. τέτοια «θεολογικὰ») ποὺ ὁ διαφανὴς σκοπός τους ἦταν ν᾿ ἀποπροσανατολίσουν τὴν κοινὴ γνώμη ἀπὸ τὸ οὐσιῶδες στὰ παρεπόμενα ἀπὸ τὸ καίριο (πραξικόπημα) στὶς ἐπὶ μέρους ἐφαρμογές του.

 

Βέβαια ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ στὴ Διοίκηση μετατέθηκε μερικοὺς μῆνες ἀργότερα, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1982, γιατὶ ἀμέσως ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι τὸ σύστημα χρειαζότανε μιὰ προεργασία καὶ μιὰ προπαιδεία τῶν ὑπαλλήλων ὡσότου ἐξοικειωθοῦν (ποὺ ὅμως δὲν ἐξοικειώθηκαν μέχρι σήμερα καὶ τὰ δημόσια ἔγγραφα βρίθουν ἀπὸ τονικούς, ἀτονικούς, πολυτονικοὺς τρόπους, ὅλους χαρμάνι στὸ ἴδιο κείμενο). Γιατὶ αὐτὸ εἷναι τὸ ἀξιοπερίεργο καὶ τὸ σχιζοφρενικό: τὸ δῆθεν ἁπλουστευτικὸ μονοτονικὸ εἶναι στὴν πράξη καὶ αὐτὸ περίπλοκο, ἔχει τοὺς κανόνες του, τὶς ἐξαιρέσεις του, δημιουργεῖ πολλὲς ἀμηχανίες καὶ ἀμφιβολίες, ὄχι μόνο σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀναγκάζονται νὰ γίνουν «προσήλυτοι» στὸ νέο δόγμα, ἀλλὰ καὶ στοὺς «νεοφώτιστους» δηλαδὴ στοὺς μικροὺς μαθητές. Κι᾿ αὐτὸ συμβαίνει γιατὶ ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα στὴ διαχρονικὴ ἐπεξεργασία της γιὰ τὴ σωστὴ ἀπο-τύπωση τῆς ἐκφορᾶς τοῦ λόγου υἱοθέτησε τρόπους καὶ σημάδια (ὅπως τὴν ἀπόστροφο, τὴν ἔκθλιψη, τὰ διαλυτικά, τὴν ἀφαίρεση, τὴν ἀποκοπή, τὶς διφθόγγους, τὶς προσωπικὲς ἀντωνυμίες ποὺ συγχέονται μὲ τὰ ἐγκλιτικά, τὰ ἐρωτηματικά, τὰ διαζευκτικὰ γιὰ τὰ ὁποῖα ἀνακύπτει, συνεχῶς τὸ ἐρώτημα στὸν γράφοντα: «πρέπει ἐδῶ νὰ βάλω τόνο, καὶ ἂν πρέπει ποῦ νὰ τὸν βάλω;» ἄσχετα μὲ τὶς ἀσάφειες ποὺ δημιουργοῦνται καὶ τὴ ζημιὰ ποὺ προσγίνεται στὸ ρυθμὸ τῆς γλώσσας, πρᾶγμα ποὺ θὰ φανεῖ μακροπρόθεσμα) — σημάδια, λέμε, ποὺ ὅλα ἀποδείχτηκαν ἀπαραίτητα στὴ δόμηση τοῦ σωστοῦ ἐλληνικοῦ γραπτοῦ λόγου.

Στὰ πνευματικὰ θέματα δὲν ἰσχύει τό: «ὀρνιθοσκαλίστε, κουκουλῶστε, τελειώσατε!»· ἂς ἀφήσουμε τέτοια «σλόγκαν» στὶς παραινετικὲς εὐκολίες τῆς τηλεόρασης. Ἡ γραφὴ ἐπετεύχθη ὕστερα ἀπὸ τεράστια πνευματικὴ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου· καὶ σιγὰ-σιγὰ ἀπὸ τὸν πρωτόγονο ἀλλὰ σεβαστὸ ἀργαλειό, φτάσαμε νὰ ὑφαίνουμε λαχούρι. Καὶ δὲ γίνεται τώρα μ᾿ ἕνα Διάταγμα τὸ αἰθέριο μεταξωτὸ νὰ τὸ ξανακάνουμε χασέ.

Αὐτὸ τὸ κατάλαβαν φυσικὰ καὶ οἱ καινοτόμοι συμβουλάτορες τῶν κυβερνώντων, γιατὶ εἰναι φανερὸ πιὰ ὅτι σέρνονται πρὸς τὸν καθωρισμένο στόχο, ἡ πίστη τους ἔχασε ἐκείνη τὴν ὁρμὴ ποὺ εἶχε ὅταν ἧταν οἱ «ἀντάρτες», οἱ «πιονέροι»· τώρα ποὺ ἔγιναν καθεστὼς νιώθουν τὶς δυσκολίες, νιώθουν ὅτι ξεσήκωσαν τὴν κατακραυγὴ ὅλων σχεδὸν τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων, βλέπουν τὰ παιδιὰ ν᾿ ἀποστρέφονται σιγὰ-σιγὰ τὴν παιδεία, συνειδητοποιοῦν ὅτι συνήργησαν σὲ μιὰ διάσπαση πάλι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὁπωσδήποτε σὲ ὡρες αὐτοελέγχου θὰ διαπιστώνουν ὀτι ἡ Ἱστορία δὲν θὰ δικαιώσει τὸ ἔργο τους, ὅτι θὰ ἔχουν τὴ μοῖρα ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς «μεταρρυθμιστῶν», πολιτικῶν καὶ ἐκπαιδευτικῶν αὐτοῦ τοῦ τόπου ποὺ ἀπέτυχαν, ποὺ ἡ συνεισφορά τους ἦταν περισσότερο βλαπτικὴ παρὰ ὡφέλιμη, γιατὶ ἐπικέντρωσαν τὸ κήρυγμά τους στὸ ἐπιφαινόμενο, στὴν κροῦστα καὶ ὄχι στὴν οὐσία, ποὺ σὲ θέματα κοινωνικὰ οὐσία εἶναι ἡ αὐτογνωσία τοῦ ἀνθρώπου καὶ σὲ θέματα παιδείας εἰναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ πνεύματος. Καὶ γιὰ νὰ γίνουμε πιὸ σαφεῖς: οὔτε μὲ τὸ μεγαλύτερο μισθὸ ὁ ἄνθρωπος ἀγγίζει τὴν εὐτυχία, οὔτε μὲ τὴν κατάργηση τῶν τόνων κατακτᾶ τὴ μόρφωση. ᾽Αντιθέτως, ἂν περιορισθοῦμε σ᾿ αὐτά, σὲ κάποιο χρονικὸ σημεῖο ἡ ἀπογοήτευση ἢ ἡ ἀποτυχία εἰναι δεδομένες.

Αὐτὰ ὅμως, λένε οἱ πολιτικοί μας ὅτι εἶναι φιλοσοφία. Καὶ σήμερα αὐτοὶ ποὺ κυβερνοῦν οὔτε κἂν θέλουν νὰ τὴν ξέρουν. Ἴσως κάποτε νὰ γνωρίστηκαν μαζί της, ὡς ἄλλοι Λουκιανοὶ στὸ ἐνύπνιό τους, ἀλλὰ οὔτε στιγμὴ τὴ συντρόφεψαν, βιάστηκαν νὰ ξεμακρύνουν προτροπάδην γιατὶ ἡ παρέα της δὲν τοὺς «ἔκανε κέφι». Ἔμαθαν ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων ὅτι ἂν θέλουν νὰ ἐπιτύχουν σὰν πολιτικοί, τὸ πᾶν εἶναι νὰ μάθουν πῶς ἐκγυμνάζονται οἱ μάζες. Μὲ τὴν ἐκγύμναση μπορεῖς νὰ κάνεις καὶ τὰ κουνουπίδια καὶ τὰ βλῆτα καὶ τὰ πεπόνια νὰ παίρνουν πανὼ καὶ νὰ πηγαίνουν σὲ συλλαλητήρια ἢ ν᾿ ἀνεμίζουν κάτω ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια λαχανοσημαῖες μὲ τ᾿ ἀρχικὰ τῶν κομμάτων. Μήπως αὐτὸ δὲ γίνεται σ᾿ ἐκείνη τὴν Φρουτοπία, τὸ γνωστὸ σήριαλ γιὰ τὰ παιδιὰ (καὶ ὄχι μόνον);

Ἔτσι λοιπὸν μιὰ καὶ τὸ μονοτονικὸ θὰ ἐφαρμόζονταν πρῶτα στὴ Διοίκηση, ἔσπευσε ἡ Κυβέρνηση (οἱ γνωστοὶ γλωσσοσύμβουλοι δηλαδή) νὰ ἐκ-παιδεύσει τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους (ἐδῶ τὸ ἐκ = στερητικό, ἀφαιρετικό) ὥστε νὰ μάθουν νὰ γράφουν τὴ νέα γραφὴ καὶ νὰ ξεμάθουν τὴν ὀρθο-γραφία ποὺ ἤξεραν. Μὲ τὸ «ἀποστομωτικὸ» πρὸς τοὺς «ἀντιδραστικοὺς» ἐπιχείρημα ὅτι ἔτσι εὐκολύνεται ἡ δουλειὰ τῶν ὑπαλλήλων (ὅπως ἀναφέρει ἡ σχετικὴ ἐγκύκλιος: σύστημα γραφῆς πιὸ λογικό, πιὸ πρακτικὸ καὶ πιὸ οἰκονομικό). Ἀλλὰ ἐδῶ ἀνακύπτει ἡ πελώρια ἀντίφαση, τὸ κωμικὸ καὶ θλιβερὸ συνάμα τοῦ πράγματος. Ἡ ἐγκύκλιος ποὺ κοινοποιήθηκε σ᾿ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὶς Ὑπηρεσίες, πρὸς γνῶσιν καὶ συμμόρφωσιν (ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψη μας ἐκείνη τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως: ὑπουργὸς ᾽Αγ. Κουτσόγιωργας) μαζὶ μὲ τὸ συναπτόμενο Προεδρικὸ Διάταγμα καταλαμβάνει 5 σελίδες πυκνογραμμένες, τῶν 52-58 σειρῶν ἡ καθεμιὰ ποὺ ἀντιστοιχοῦν τουλάχιστον μὲ 8 σελίδες βιβλίου, οἱ ὁποῖες ἀναφέρονται σὲ ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς νὰ ἐφαρμόζεται τὸ μονοτονικὸ πού, ὅπως εἴπαμε καὶ πιὸ πάνω, ἔχει κι᾿ αὐτὸ κανόνες, ὑποδιαιρέσεις κανόνων, ἐξαιρέσεις, τονισμοὺς ἢ μὴ τῶν ἰδίων λέξεων μὲ διαφορετικὴ σημασία, πλῆθος περιπτώσεων ποὺ μόνο στὴν πράξη ἀντιμετωπίζονται, καὶ αὐτὲς οἱ περιπτώσεις μπορεῖ νὰ εἶναι ἄπειρες μπροστὰ στὶς ὁποῖες ὁ μαθητὴς ἢ ὁ μετεκπαιδευόμενος θὰ σταματάει γιὰ ν᾿ ἀναρωτηθεῖ: «νὰ τονίσω ἢ νὰ μὴν τονίσω;» Ἀπὸ μιὰ προσεκτικὴ ματιὰ σὲ κείμενα ὑπηρεσιακὰ βλέπει κανεὶς ὅτι οἱ κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ δὲν ἐφαρμόζονται ἢ μᾶλλον ὁ καθένας γράφει ὅπως τοῦ ᾿ρθει, ἰδίως στὶς ἐκθλιβόμενες λέξεις, τὶς ἀντωνυμίες καὶ σὲ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν μὲ δίφθογγο κ.ἄ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ εὐκολία, καὶ χρειαζότανε τέτοια ἀναστάτωση γιὰ τόσο ἀμφίβολο ἀποτέλεσμα; Πρὶν εἴχαμε τὰ σφάλματα τῆς ὀρθογραφίας, τώρα ἔχουμε τὴν τσαπατσουλιὰ τῆς ἀνορθογραφίας. Ἀλλὰ γιὰ τὶς δυσκολίες καὶ τὸ ἀλλοπρόσαλλο τοῦ μονοτονικοῦ, ἡ βόμβα καὶ μάλιστα ἀπὸ ὁμόφρονες τῶν «καινοτόμων» τοποθετημένη, θὰ ἐκραγεῖ παρακάτω· ὀλίγη ὑπομονή!

 

Τὸ πιὸ σημαντικὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα αὐτῆς τῆς περιόδου ποὺ ἀκόμα διανύουμε καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἄνοδο τοῦ ΠΑΣΟΚ στὴν ἐξουσία, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ πραξικόπημα τοῦ μονοτονικοῦ, ἄρχισε καὶ μιὰ διολίσθηση, στὴ γλῶσσα, τόσο στὸν προφορικὸ ὅσο καὶ στὸ γραπτὸ λόγο, πρὸς ἕνα ἰδίωμα ποὺ προσβάλλει τὸ γλωσσικὸ αἴσθημα μὲ ὅποια κριτήρια καὶ ἂν τὸ ἀξιολογήσει κανείς. Θὰ τὸ λέγαμε τεχνητό, ψεύτικο, στρεβλό, κακόηχο. Αὐτὸ τὸ ἰδίωμα δὲν τὸ μιλάει οὔτε τὸ μίλησε ποτὲ ὁ λαός, οὔτε οἱ μορφωμένοι, εἴτε καθαρευουσιάνοι ἦταν αὐτοὶ εἴτε δημοτικιστές. Ἀλλὰ ἀμέσως, σὰν νὰ εῖχαν προσυνεννοηθεῖ, τὸ χρησιμοποίησαν πολλὰ ἀπ᾿ τὰ ἐπίσημα καὶ κυρίως τὰ ἀνεπίσημα μέλη ποὺ αὐτοχειροτονήθηκαν ἐκπρόσωποι τῆς ᾽Αλλαγῆς. Εἰναι ἕνα κρᾶμα τῆς ψυχαρικῆς διαλέκτου καὶ περισσότερο τῶν ἐπιγόνων της καὶ τῆς γλώσσας τῶν πρωτοσοσιαλιστῶν καὶ τῆς δεύτερης περιόδου τοῦ Ριζοσπάστη. Γλῶσσα τοῦ ἐργαστηρίου, τοῦ κομματικοῦ λεξιλογίου, χωρὶς ἀποχρώσεις, χωρὶς αἴσθημα, μὲ μονότονο καὶ μονοσήμαντο ρυθμό. Αὐτὸ τὸ μοντέλο πῆραν οἱ νεοσσοὶ τῆς μεταρρύθμισης, χωρὶς ν᾿ ἀντιληφθοῦν ὅτι ἀπὸ ἐκείνη τὴν παλιὰ ἐποχὴ τὰ πάντα σχεδὸν ἔχουν ἀλλάξει καὶ ὅτι μιὰ τέτοια γλῶσσα ἀπωθεῖ ἀντὶ νὰ θέλγει καὶ νὰ κερδίζει ὁπαδούς. Ἡ γλῶσσα δὲν προκατασκευάζεται· αὐτὸ νὰ τὸ καταλάβουμε πιὰ ὅλοι. Πολλὰ στοιχεῖα ἀλλάζουν, γίνονται νέες προσφύσεις, μεταπλάσεις, ἀλλὰ ἐπιβιώνουν μόνον ὅσα ὑπακούουν σ᾿ ἕναν ἀκλόνητο κανόνα: στὸ ρυθμὸ τῆς γλώσσας. Καὶ ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα (ὅπως, ὑποθέτουμε, καὶ ὅλες οἱ ἀλλες) ἔχει τὸ ρυθμό της, τὴ «μουσική» της. Εἶναι περίεργο ἀλλὰ ἐπὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια ἡ γλῶσσα μας, εἴτε μὲ τὴ γραφίδα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ὑμνωδῶν γράφονταν, εἴτε τῶν βυζαντινῶν χρονογράφων καὶ τῶν λογίων τῆς Τουρκοκρατίας, εἴτε τῶν ἑπτανησίων πεζογράφων, εἴτε τῶν συγγραφέων καὶ ποιητῶν αὐτοῦ τοῦ αἰῶνα, (ὅπως αὐτὴ ἡ γλῶσσα καλλιεργήθηκε καὶ διαμορφώθηκε σὲ ἀστικὴ καθομιλουμένη), ὅσο καὶ ἂν ἄλλαξαν οἱ γραμματικοὶ τύποι καὶ τὸ λεξιλόγιο καὶ ἡ συντακτικὴ δομή της, ὁ ρυθμὸς ἔμεινε ὁ ἴδιος, ἡ ἴδια τονικότητα — αὐτὸ τὸ καταλαβαὶνουν καλύτερα οἱ μουσικοί, τουλάχιστον ὅσοι δὲν ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ τὰ νεότροπα ἀτονικὰ καὶ δωδεκαφθογγικὰ συστήματα (ποὺ ὅλα «κλωτσοῦν» τὸ ρυθμὸ καὶ τὴ μελωδία, σύμπτωμα καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποδεικνύει τὴ γενικὴ «ἀ-ρυθμία» τοῦ αἰῶνα μας).

Μιὰ φράση ἀπὸ τοὺς Εὐαγγελιστες ἢ τοὺς Μηνιάτη, Νικηφόρο Θεοτόκη, Παπαρρηγόπουλο, Παπαδιαμάντη· ἡ πρόζα, ἂς ποῦμε, τῶν Φώτου Πολίτη, Θεοτοκᾶ, Σεφέρη καὶ πολλῶν ἄλλων ἀξιόλογων συγχρόνων μας ἐπίσης ἕνας στῖχος τοῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ, τοῦ ᾽Ερωτόκριτου, τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, τοῦ Σολωμοῦ μέχρι καὶ τῶν Καβάφη, Παπατσώνη, ᾽Εγγονόπουλου, παραλείποντας μιὰ πλειάδα βέβαια ἄλλων «τεχνιτῶν» πού, μὲ τὰ ἔργα τους ἔδωσαν τὸ «ἀποτύπωμα» τῆς ἐποχῆς μας — παρ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι γραμμένα σὲ τόσο διαφορετικὰ ἰδιώματα, βοᾷ ὡστόσο ἡ ὁμοειδεία, ἡ συγγένεια, δὲν εἶναι ἀπὸ διαφορετικὴ ράτσα, ξένα ἀναμεταξύ τους κι᾿ έχθρικά. Ὅλα ὑπακούουν στὸν ἕνα καὶ ὁμοούσιον καὶ ἀδιαίρετον ἑλληνικὸ Λόγο. Εἴτε πιστεύεις σ᾿ Αὐτὸν καὶ τότε ἀκροᾶσαι ἔνδον τὴν Ἀλήθεια του (μὲ τὴν ἔννοια τῆς μὴ-λήθης), εἴτε γίνεσαι αἱρετικὸς καὶ περιπλανᾶσαι στοὺς λαβυρίνθους τῆς κακοδοξίας καὶ κακοφωνίας.

Βέβαια, μετὰ τὸ 1974, ὅταν ἡ παραδοσιακὴ ᾽Αριστερὰ μπόρεσε ἐλεύθερα νὰ ἐκφράζεται, ἡ «ἀγκύλωση» στὴ γλῶσσα ἄρχισε νὰ διαδίδεται, ἀλλὰ μόνο μέσα ἀπ᾿ τὰ δικά της ἔντυπα. Τὸ ΠΑΣΟΚ δανειζότανε μερικὲς παλαιοδημοτικὲς ἐκφράσεις, ὅμως μὲ φειδώ, πιθανῶς γιὰ νὰ μὴν ἀπωθήσει τοὺς ἀστοὺς ποὺ ἐσκόπευε νὰ προσεταιριστεῖ. Τὸ 1981 ὅμως κι᾿ ἐδῶ οἱ ἐπιφυλάξεις παραμερίστηκαν, καὶ μιὰ καὶ ἡ μαρξιστικὴ ἰδεολογία ἐπικράτησε περισσότερο στὸν πνευματικὸ παρὰ στὸν οἰκονομικὸ τομέα, ἄρχισε ἡ «κατήχηση» ὅλων τῶν Ἑλλήνων στὴν ἀριστερὰ ἢ ἀριστερίζουσα γλωσσοτυπία μὲσ᾿ ἀπ᾿ τὶς ἀνακοινώσεις τῆς Διοίκησης καὶ τῶν διαφόρων «φορέων», μὲσ᾿ ἀπ᾿ τὰ κυβερνητικὰ ἢ φιλοκυβερνητικὰ ἔντυπα (σ᾿ αὐτὰ τὰ τελευταῖα ὑπάρχει ἀκόμα κάποια συγκράτηση) καὶ κυρίως μὲσ᾿ ἀπ᾿ τὴν Τηλεόραση, ὅπου βλέπουμε κι᾿ ἀκοῦμε καθημερινὰ νὰ κακοποιεῖται καὶ νὰ παραμορφώνεται ἡ σύνταξη καὶ ὁ ἦχος, ἡ ὀρθοέπεια καὶ ἡ μουσική, ἡ σημαντικὴ καὶ ὁ ρυθμὸς τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας ἢ καθηλωνόμαστε ἀποσβολωμένοι μάρτυρες γιὰ τὸ πῶς ἕνα ἀγαλμάτιο γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ διάφοροι Τσελλίνι τοῦ ἐλληνικοῦ Λόγου ἔχυσαν κυριολεκτικὰ τὸ κρᾶμα τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς τους γιὰ νὰ τὸ κάνουν ἀριστούργημα, τώρα βλέπουμε νὰ τὸ σφυροκοπᾶν οἱ ἄξεστοι σιδεράδες μὲ τὶς «βαριές» τους ὥσπου νὰ τὸ καταντήσουν τραβέρσα.

Ὁ Λόγος, γραπτὸς καὶ προφορικός, ὅπως ἐκπέμπεται ἀπὸ τὰ ραδιοτηλεοπτικὰ μέσα προβάλλεται ἀπὸ τὰ ἔντυπα τῆς Διοίκησης καὶ χρησιμοποιεῖται, σὲ μικρότερο βαθμό, ἀπὸ τὸν κομματικὸ καθημερινὸ Τύπο μὲ τὴ φανατικὴ ἀκαμψία τῶν συντακτῶν του νὰ ἐπιτύχουν δημοτικιστικὴ μονοτυπία (δηλ. σύνταξη καὶ τύπους νὰ ὑπακούουν στὴ Γραμματικὴ τοῦ ΚΕΜΕ, συμπίλημα τῆς Γραμματικῆς τοῦ Τριανταφυλλίδη καὶ ἄλλων τῆς πιὸ «καθάριας» δημοτικῆς καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔξω ἀπὸ κάθε πραγματικότητα) ὁ Λόγος, λέμε, ὑπέστη (καὶ ὄχι ὑπόστηκε) κάτι ἀνάλογο μὲ τὴν ἀσθένεια ποὺ λέγεται στὴν Παθολογία «σκλήρυνση κατὰ πλάκας» καὶ ποὺ χαρακτηρίζεται γενικὰ ἀπὸ «σπαστικὰ» φαινόμενα. Αὐτὴ ἡ «σπαστικὴ» γλῶσσα τῆς Διοίκησης καὶ τῶν κομματικῶν ἐντύπων ἐμφανίζει, θὰ λέγαμε, τὴν ἐξῆς κλινικὴ εἰκόνα: παραμόρφωση τῶν ρημάτων, τρομώδη καὶ συρριστικὴ ἀλληλουχία πέντε ἕξη γενικῶν, κατὰ κανόνα τριτόκλητων οὐσιαστικῶν, παρατονιζομένων ἐπιθέτων καὶ μετοχῶν, δίκἡν λόξυγγα, καὶ κωφῶν ἐπιρρημάτων. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀσθένεια αὐτἡ, ἡ σκλήρυνση κατὰ πλάκας, εἶναι δυστυχῶς ἀνίατη. Ἔτσι ἡ ἐλληνικὴ γλῶσσα μπῆκε σ᾿ ἕνα δρόμο δίχως ἐπιστροφή, ἐκτὸς καὶ ἂν βρεθεῖ στὴ διαδρομὴ τοῦ χρόνου τὸ θαυματουργὸ φάρμακο. ᾽Ελπίζουμε, Κύριε, βοήθει μας τῇ ἀπελπισίᾳ...

Δὲ νομίζουμε ὅτι χρειάζεται ἐδῶ νὰ παραθέσουμε παραδείγματα τῶν κακοποιήσεων· τὸ ἔκαναν στὰ βιβλία τους ἔγκυροι «μονομάχοι» ποὺ βγῆκαν καὶ ὑπερασπίστηκαν ἐθελοντικὰ τὴ γλῶσσα, τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὅπως οἱ κ.κ. Στ. Ράμφος, Ἰ. Καλιόρης, Σαρ. Καργᾶκος καὶ δεκάδες ἄλλοι ἀρθρογράφοι (γυμνασιάρχες, πανεπιστημιακοί, δικηγόροι, δικαστικοί, καλλιτέχνες) ποὺ ἀνατρίχιασαν καὶ ἀγανάκτησαν ἀπὸ τοὺς βαρβαρισμοὺς καὶ τοὺς βανδαλισμοὺς («καλά, βρὲ παιδιά, κάντε τὶς ἀταξίες σας, ἀνώριμοι εἶστε, ἀλλὰ μὴ σπᾶτε καὶ τὶς βιτρίνες τῆς Σόλωνος, καὶ μάλιστα βιβλιοπωλείων, γιατὶ τότε γίνεστε ἀληταριὸ κι᾿ ὣς πότε θὰ σᾶς ἀνεχθοῦμε...»). Ὡστόσο γιὰ νὰ πάρει ὁ ἀναγνώστης μιὰ γεύση τοῦ νεόκοπου ἰδιώματος (ἀποφεύγουμε τὸ εὔκολο πνεῦμα γύρω στοὺς νεολογισμοὺς καὶ τοὺς σολοικισμούς, γιατὶ αὐτοὶ ὑπάρχουν σὲ κάθε γλῶσσα, εἴτε δημοτική, εἴτε καθαρεύουσα, εἴτε λαϊκή, καὶ ἁπλῶς δείχνουν ἀγραμματοσύνη, ἀλλὰ θὰ σημειὼσουμε τὴ νέα μέθοδο τῆς παρατακτικῆς σύνταξης, χειρότερης καὶ ἀπὸ τὶς «μακαρονοειδεῖς» ἐκφράσεις τῶν πάλαι ποτὲ ἀττικιστῶν), σταχυολογοῦμε ἐδῶ δύο δείγματα, τὸ ἕνα κομματικό, τὸ ἄλλο διοικητικό, ἀπὸ τὴν καθημερινὴ σοδειὰ ποὺ φιγουράρει στὰ πάσης φύσεως ἔντυπα. Καὶ αὐτὰ δὲν εῖναι τῆς πρώτης ἐποχῆς ὁπότε τὸ πρᾶγμα θὰ εἶχε κάποιο ἐλαφρυντικό, ἀλλὰ χρησιμοποιοῦνται καὶ μετὰ ἀπὸ τέσσερα χρόνια, σὲ πεῖσμα τῶν ὅσων γράφτηκαν καὶ γράφονται, ἄρα ἡ ἀσθένεια χτύπησε στὰ κἐντρα τοῦ ἐγκεφάλου καὶ θὰ παρακολουθεῖ τὸν ἄρρωστο μέχρι νὰ πεθάνει, ὅπως ἡ παράλυση καὶ ἡ σχιζοφρένεια. Παραθέτουμε τὸ πρῶτο δεῖγμα: «Πρόταση τοῦ ΚΚΕ γιὰ μιὰ πολιτικὴ πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς κατάργησης τῆς ἰμπεριαλιστικῆς ἐξάρτησης καὶ κατάκτησης τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας» (Βῆμα, 17.2.85, ἀπὸ ἀνακοίνωση τοῦ ΚΚΕ). Καὶ τὸ δεύτερο: «Ἡ ἄμεση προώθηση τῆς ἵδρυσης φορέα διερεύνησης τῶν τροχαίων ἀτυχημάτων, ποὺ θὰ ἔχει τὴν ὀνομασία Ἰνστιτοῦτο ἔρευνας ὁδικῶν ἀτυχημάτων, εἰναι ἀναγκαία καὶ θὰ γίνει» (Ἐλευθεροτυπία, 26.2.85). Καὶ τὰ παραδείγματα αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ ἀθῶα. ᾽Αλλὰ ἐκεῖνο ποὺ θέλουμε νὰ ἐπισημάνουμε εἶναι ἡ σύγχυση ποὺ προκαλεῖ αὐτὴ ἡ γλῶσσα στὸ γλωσσικὸ αἰσθητήριο τοῦ μέσου ἕλληνα· καὶ ἰδίως στὰ νεαρὰ ἄτομα, εἰτε διαβάζουν στὶς ἐφημερίδες, εἴτε τὴν ἀκοῦνε στὴ ραδιοτηλεόραση. Διότι αὐτὸς ὁ μέσος ἕλληνας μιλάει μιὰ κάποια γλῶσσα ποὺ τὴ μαθαίνει κυρίως στὸ περιβάλλον του, διαβάζει μιὰν ἄλλη γλῶσσα γραμμένη ἀπὸ δόκιμους συγγραφεῖς ποὺ ξέρουν τὴ δημοτική, συχνὰ διαβάζει καὶ καθαρεύουσα ποὺ ὑφίσταται σὲ «ἀναπόφευκτα» κείμενα παλαιοτέρων συγγραφέων, ἱστορικά, ἐπιστημονικά, ἐκκλησιαστικά, δικονομικὰ — καὶ τώρα τοῦ ἐπιβάλλεται καὶ ἡ πιὸ πάνω «ξύλινη γλῶσσα» τῆς Διοίκησης. Ποιάν τελικὰ θὰ προτιμήσει γιὰ νὰ ἐξωτερικεύσει τὶς ἐκφραστικές του ἀνάγκες; Καμμιὰ καὶ ὅλες, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχουμε τὴ σημερινὴ ἀγλωσσία, ἀλαλία ἢ ἐκφραστικὴ ἀγκύλωση. Πήγαμε νὰ καταργήσουμε τὴ διγλωσσία (ποὺ δὲν ἦταν στὴν οὐσία διγλωσσία) καὶ πέσαμε στὴν πολυγλωσσία (δηλ σὲ μωσαϊκὸ λέξεων, τύπων καὶ γραμματικῶν κανόνων).

Εἶναι φυσικὸ βέβαια σ᾿ ἕνα λαό, σὲ περιόδους σημαντικῶν κοινωνικῶν ἀνακατατάξεων, νὰ ἐμφανίζονται αὐτὰ τὰ φαινόμενα. Αὐτὸ συμβαίνει ὅταν κατώτερα λαϊκὰ στρώματα ἀνέρχονται τὴν κοινωνικὴ κλίμακα, ἐπιδιώκοντας νὰ ἐκτοπίσουν τὰ ἀνώτερα στρώματα ἢ νὰ ἐξομοιωθοῦν μ᾿ αὐτά, καὶ ἐνῶ τὰ μιμοῦνται στοὺς τρόπους (καὶ ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνας ἀπ᾿ αὐτούς), μεταφέρουν, καὶ ὄχι μόνον ἐπὶ μιὰ γενιά, καὶ τὶς ἰδιο-τυπίες τῆς καταγωγῆς τους. Ἔτσι ἔχουμε τὴν ἀταίριαστη συνύπαρξη λαϊκότητας καὶ ἐθιμοτυπίας, γλῶσσα τῆς ἀγορᾶς καὶ «περιδιαγραμμάτου» ἐκφράσεις. Δηλαδὴ ἕνα μεικτὸ (ἀλλὰ ὄχι νόμιμο εἶδος) ποὺ θὰ τὸ λέγαμε γλωσσικὸ τραγέλαφο. Τὸ φαινόμενο τὸ συναντᾶμε στὴν ἐποχὴ τοῦ Μολιέρου, στὴν περίοδο ἀμέσως μετὰ τὴ Γαλλικὴ Επανάσταση καὶ στὴ δική μας Ἱστορία μετὰ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ ᾿21. Ἀλλὰ ἰδιαίτερα στὴ γλῶσσα, συναντᾶμε μιὰ παράλληλη περίοδο μὲ τὴ δική μας, στὸ Βυζάντιο κατὰ τοὺς αἰῶνες ἀπὸ τὸν 7ο (τῶν Ἰσαύρων) μέχρι τὸν 12ο (τῶν Κομνηνῶν). Οἱ περιπέτειες τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἡταν δυνατὸν ν᾿ ἀφήσουν ἀνεπηρέαστη τὴν κοινωνικὴ σύνθεση τοῦ Κράτους. Αὐτὸ ἦταν καλὸ διότι ὁ λαὸς πραγματοποιοῦσε μιὰ κινητικότητα πρὸς τὰ ἄνω, ἀνανέωνε τὸ αἷμα τῆς ἡγέτιδας τάξης, ἀλλὰ αὐτὸ εἶχε καὶ ἕνα μειονέκτημα: δὲν πρόφταινε νὰ παγιωθεῖ κάτι τὸ σταθερό, διότι οἱ διαδοχικὲς «ἀλλαγὲς» συνεπέφεραν μιὰν ἐνδημοῦσα διάλυση, μὲ τὸ σύνδρομο νὰ παρουσιάζει καὶ ἡ γλῶσσα μιὰν ἀποσύνθεση. Ὁ Σπυρίδων Ζαμπέλιος αὐτὸ τὸ σύμπτωμα τὸ περιγράφει στὶς Βυζαντινὲς Μελέτες του καὶ οἱ διαπιστώσεις ποὺ κάνει νομίζει κανεὶς ὅτι ἔχουν ὡς ἀντικείμενό τους τὴ σημερινή μας καταστάση στὸ γλωσσικό. ᾽Αξίζει ν᾿ ἀναφέρουμε αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο του:

«Ἡ ἀποβολή, λέει σημαντικῆς μερίδος ἀρχαίου λεκτικοῦ, ἡ ἀντικατάστασις πλείστων ὅσων λέξεων ἰδιωτικῶν (προφανῶς ἐννοεῖ λέξεων χρησιμοποιουμένων ἐκλεκτικῶς μὲ εἰδικὴ σημασία), καὶ ἡ σύνθεσις ἑτέρων λέξεων, ἡ εἰσβολὴ φράσεων, ρήσεων, ἰδιω(μα)τισμῶν νεωτέρων καὶ προπάντων ἡ ἀποσύνθεσις τῆς γραμματικῆς ἐπήνεγκον ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὴν διάλυσιν τῆς παλαιᾶς συντάξεως, συνεπέφερον, ὡς ἧν συνεπές, δεινὴν διάρρηξιν εἰς τὴν ὑφὴν τοῦ ἀρχαίου λόγου. Ἔκτοτε, τῶν μὲν ἐκ τῶν ἀναγκαίων μίτων ἐκλιπόντων, ἄλλων δὲ μεταποιηθέντων, καὶ ἄλλων πάλιν δυσαρμόστων ὑπελθόντων εἰς τὸν ἰστόν, χάσματα καὶ νήματα παράρρυθμα καὶ ἅμματα ἑτερόζυγα πάμπολλα εἰσεχώρησαν ἐν τῷ ὑφάσματι. Τὸ δὲ ἐλεεινότερον, ἡ συμβάσα ἀναστάτωσις ἐν τῇ γενικῇ τῆς γλώσσης οἰκονομίᾳ εἰσήγαγε τὴν ὀχλαγωγίαν. Διότι, οὐ μόνον ὑπερπλεόνασαν ὡς ἐκ τούτου οἱ ἐγχώριοι ἰδιω(μα)τισμοί, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν στερεῶν ὕφους ὑπογραμμῶν, ἐπερίσσευσαν αἱ περὶ τὴν σύνταξιν τῶν διαφόρων τοῦ λόγου μερῶν ἰδιορυθμίαι, ἀλλά, προϊούσης τῆς χυδαιότητος (ἐννοεῖ τῆς λαϊκότητος), ἕκαστος αὐθαιρέτως καὶ κατ᾿ ἀρέσκειαν τὸν λὸγον αὐτοῦ συνέταξεν, ἑωσοῦ ἐπεκράτησεν ἀναρχία παντελής, (σελ. 674-5)».

Καὶ βέβαια μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀναρχία καὶ στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων, πρόκυψε ὁ δημώδης λόγος, ἡ γλῶσσα τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν τῆς μέσης περιόδου τοῦ Βυζαντίου ποὺ μετὰ τὸν βιασμό της ἀπὸ τὴν Φραγκοκρατία ξαναβρῆκε καὶ πάλι τὴν παρθενικότητά της στοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας (τότε γίνονταν αὐτὰ τὰ θαύματα). Ὅμως, φέρνοντας αὐτὸν τὸν παραλληλισμὸ στὰ ἄκρα, θὰ μπορούσαμε μήπως νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ τὸ σημερινὸ γλωσσικὸ σύμφυρμα, θὰ προκύψει ἕνα ἰδίωμα, ἕνας ἑνιαῖος τύπος, μιὰ δομὴ ποὺ θὰ ἐπαρκεῖ γιὰ ὅλες τὶς ἐκφραστικὲς ἀνάγκες μιᾶς πολυδιάστατης κοινωνίας, ἔστω καὶ ἀτελοῦς; Νομίζουμε ὅτι μιὰ τέτοια ἐξέλιξη ἀποκλείεται. Πρῶτον διότι στὴ μακρυνὴ ἐκείνη ἐποχή, οἱ διεργασίες γίνονταν ἀργὰ-ἀργά, χρειάζονταν αἰῶνες. Τώρα θέλουμε ὅλα νὰ τὰ συν-τελέσουμε μέσα σὲ λίγα χρόνια, σὲ λίγες δεκαετίες (συνέπεια ἡ ἀφύσικη ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων). Δεύτερον, ἠ Ἐξουσία δὲν ἐπενέβαινε στὴ γλῶσσα, ἐνῶ τώρα ἐπεμβαίνει. Τρίτον, ὁ λαὸς τότε διδασκότανε ἀπὸ τὴ Φύση καὶ ζοῦσε σὲ ἁρμονικὴ συμβίωση μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους σὲ κοινότητα ποὺ λειτουργοῦσε πάνω σὲ κώδικες παραδεκτούς. Σήμερα ὅμως Φύση γιὰ τὸ λαὸ εἶναι τὸ κουτὶ τῆς τηλεόρασης καὶ ὁ ἴδιος ζεῖ σὲ δυσαρμονία μὲσ᾿ τὴν ἐχθρικὴ πόλη. Ἔτσι τὸ γλωσσικὸ αἴσθημα βρίσκεται σὲ λήθαργο ἢ ἀφήνεται ἄβουλο νὰ ὁδηγεῖται ὅπου τὸ πᾶν οἱ «διδάχοι». Καὶ σήμερα οἱ «διδάχοι» του εἶναι γιὰ μὲν τοὺς ἐνήλικες ἡ ραδιοτηλεόραση καὶ ὁ Τύπος ποὺ ἀπευθύνονται σ᾿ ἕνα χωρὶς πνευματικὲς ἀπαιτήσεις κοινό, γιὰ τὰ παιδιὰ δὲ εἶναι τὸ σχολεῖο, ὅπου οἱ «δασκάλοι» διδάσκουν ὄχι τὴ γλῶσσα ποὺ μιλοῦν καὶ ποὺ γράφουν, τὴ γλῶσσα ποὺ σχηματίστηκε μέσα τους ἀπ᾿ τὰ διαβάσματά τους, ἀλλὰ τὴ γλῶσσα ποὺ ἐπιβάλλει ἡ ᾽Εξουσία, μιὰ γλῶσσα πέρα γιὰ πέρα τεχνητή, φτιαγμένη ἀπὸ πεισματάρηδες καὶ ἀδόκιμους τεχνίτες, γλῶσσα «ἀτζαμήδικη».

Γι᾿ αὐτὸ λέμε ὅτι δὲν συντρέχουν οἱ ἴδιες συνθῆκες, οὕτε ὅπως στὴν ἐλληνιστικὴ ἐποχή, οὔτε τὴ μεσαιωνική, ποὺ θὰ βοηθοῦσαν νὰ δημιουργηθεῖ, μὲ τὸν καιρὸ βέβαια, ἕνα ἰδίωμα «κοινῆς» ἀποδοχῆς, ὅπως τὶς ἐποχὲς ἐκεῖνες. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμα βοηθοῦσαν οἱ συνθῆκες, κάτι τέτοιο προυποθέτει κατὰ κύριο λόγο κλῖμα ἐλευθερίας. Καὶ εἶναι θλιβερὸ ὅτι σὲ ἐποχὲς αὐταρχίας, ἡ ἐλευθερία αὐτὴ στὴ γλῶσσα ὑπῆρχε, ἐνῶ δὲν ὑπάρχει στὰ δημοκρατικὰ χρόνια μας.

Ἔτσι λοιπὸν έχουμε τὴν ἐπιβολὴ τοῦ νέου «ἰδιώματος» στὴ γραφὴ μὲ τὸ μονοτονικό, καὶ στὸ λεξιλόγιο καὶ τὴ σύνταξη, τόσο στὸ γραπτὸ ὅσο καὶ στὸν προφορικὸ λόγο.

Αὐτὸς ὁ καταναγκασμὸς ἐκ μέρους τῶν κυβερνώντων πάνω σ᾿ ἕνα λαὸ ν᾿ ἀποδεχθεῖ ἕνα σύστημα γραπτοῦ λόγου ποὺ εἶναι διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ παραδοσιακό, δηλ. τὸ ἐν χρήσει ἐπὶ αἰῶνες, ἕχει τόσο στὰ κίνητρα ὅσο καὶ στὶς συνέπειες τῆς ἐφαρμογῆς του, ἕνα ἀντίστοιχο προηγούμενο ποὺ συνέβη καὶ σημάδεψε ὀδυνηρὰ τὴν Ἱστορία αὐτοῦ τοῦ ἔθνους, σὲ πολὺ παλαιότερα χρόνια, ἐννοοῦμε τὸ κίνημα τῆς Εἰκονομαχίας στὸ Βυζάντιο, τὸν 7ο καὶ τὸν 8ο αἰῶνα. Ἂς μὴ φανεῖ ὑπερβολικὸς ἢ ἐξεζητημένος ὁ συσχετισμός. Ἂν παραμερίσουμε τὶς ὀνοματοθεσίες καὶ τὸ «ἱστορικὸ» ἐπίχρισμα, τὰ κινήματα αὐτά, ὁ ἐξαναγκασμὸς τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος τότε καὶ ὁ πειθαναγκασμὸς τοῦ γλωσσικοῦ αἰσθήματος σήμερα, ἔχουν κοινὰ τὰ αἴτια, ὁμοιόμορφους τοὺς στόχους καθὼς καὶ τοὺς τρόπους ἐφαρμογῆς τους, φυσικὰ τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν. Εἶναι ἐκπληκτικὲς οἱ ταυτόσημες παράμετροι τῶν δύο περιόδων γιὰ τὸν μελετητὴ ποὺ θὰ ἤθελε νὰ ἐμβαθύνει στὰ πράγματα καὶ ὄχι νὰ σταθεῖ στὴ χρονογραφικὴ ἐπίφαση τῶν συμβάντων καὶ στὸν ὁρατὸ ρόλο τῶν ἱστορικῶν προσώπων. Θὰ ἦταν πολὺ ἐνδιαφέρων ἕνας παραλληλισμὸς τῶν δύο περιόδων σ᾿ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις του, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· ἴσως ἀποτελέσει θέμα καὶ πρόκληση, καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὸν γράφοντα, γιὰ ἕνα ἱστορικὸ δοκίμιο. ᾽Αλλὰ ὁ παραλληλισμὸς σὲ γενικὲς γραμμὲς εἶναι ἀπόλυτα δικαιολογημένος, διότι αὐτὰ τὰ δύο κινήματα εῖναι ἴσως τὰ μόνα στὴν ἱστορία τοῦ ἐλληνικοῦ ἔθνους ποὺ ἡ Εξουσία ἐπέβαλε πνευματικὸ ἐξαναγκασμὸ στὸ λαό. Βέβαια, ὑπῆρξαν «ἐπαναστάσεις», πραξικοπήματα καὶ ἄλλες πολλῶν εἰδῶν «ἐξουσίες», ὅπου μιὰ μειοψηφία ἐπέβαλε τὶς ἀπόψεις της στὴν πλειοψηφία, ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ «πλειοψηφίες» ποὺ ἐπειδὴ ἔχουν τὴν «ἐντολὴ» ἀπ᾿ τὸ λαὸ (τὸ πῶς ἐλήφθη αὐτὴ ἡ ἐντολὴ καὶ ἂν ἡταν γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα, ποτὲ δὲν ἐξετάζεται), ὑποχρεώνουν τὴ «μειοψηφία» νὰ ὑπακούσει καὶ νὰ συμπορευθεῖ μὲ τὶς ἄνωθεν ἐντολές. Αὐτὰ ὅμως τὰ φαινόμενα, πάμπολλα στὴν ἱστορία μας καὶ τὴν παλιὰ καὶ τὴ σύγχρονη, ἀφοροῦσαν καὶ ἀφοροῦν πολιτικοὺς ἐξαναγκασμούς, δηλαδὴ ἀπευθύνονται στὴν ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ τῶν πολιτῶν καὶ συνήθως περιορίζονται στὴν ἀπαγόρευση δράσης ποὺ θέτει σὲ κίνδυνο τὴν ὑπόσταση τοῦ ἰσχύοντος καθεστῶτος. Δὲν ἀφοροῦν τὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ νιώθει ἐλεύθερος κάτω ἀπὸ ὁποιοδήποτε καθεστὼς φτάνει νὰ μπορεῖ ν᾽ ἀσκεῖ τὴν πατροπαράδοτη λατρεία καὶ νὰ ἐκφράζεται μὲ τὴν ἐπιλογὴ τοῦ δικοῦ του μέσου (καὶ βέβαια ὡς ἔκφραση νοεῖται πρωταρχικὰ ὁ λόγος, προφορικὸς καὶ γραπτός, καὶ μετὰ ἔρχονται οἱ ἄλλοι τρόποι «ἔκφρασης»: ζωγραφική, μουσικὴ κ.λπ.).

 

Στὶς δυὸ αὐτὲς περιόδους πού, κατὰ τὴ γνώμη μας, μοιάζουν βλέπουμε ὅτι ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνας πνευματικὸς διωγμός. Στὸ γλωσσικὸ ἡ λέξη διωγμὸς ἴσως νὰ ξενίζει. ᾽Αλλὰ ἔτσι ἄρχίζουν ὅλοι οἱ διωγμοί: στὴν ἀρχὴ ὑπάρχουν οἱ θεωρίες καὶ ἡ «διαφώτιση», ὕστερα τὸ πρᾶγμα προχωρεῖ στὴ διαμάχη καὶ τὴν ἐμπάθεια καὶ τέλος ἐπιβάλλεται καταναγκασμὸς σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν τ᾿ ἀντίθετα. Καὶ στὴν εἰκονομαχία προϋπῆρξε ἕνα στάδιο ζυμώσεων, στὴ συνέχεια ἡ ἐξουσία ἔβαλε στόχο τὰ σύμβολα, καὶ τελικὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν Λέοντα Γʹ τὸν Ἴσαυρο, ὑπῆρξε καλλιέργεια τῆς ἰδέας καὶ ἐφαρμογὲς κατάλυσης τῶν εἰκόνων. Μὲ τὴ θεσμοθέτηση ἐλήφθησαν ἤπια μέτρα, ὅπως ἡ ἀνάρτηση τῶν εἰκόνων ψηλότερα, ὥστε νὰ μὴ μποροῦν νὰ τὴν ἀσπάζονται οἱ πιστοί, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐξελίχθηκε σε πραγματικὸ διωγμὸ καὶ τὰ περιστατικὰ ποὺ ἀναφέρονται δείχνουν ἄγρια πάθη καὶ φανατισμό: καρατομήσεις, διαπομπεύσεις, στιγματισμούς. Φυσικὰ αὐτὰ εἶναι ἀκραῖες καταστάσεις. Καὶ ἀπὸ φυσικοῦ τους οἱ ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἐποχῶν ἔχουν τὴν ἀφέλεια νὰ νομίζουν ὅτι στὴ δική τους τὴν ἐποχὴ τέτοια πράγματα δὲν γίνονται... Ποιός ὅμως θὰ πίστευε ὅτι μετὰ ἀπὸ τόσους ἀγῶνες γιὰ τὴν ἐλευθερία (ὁ καθένας τῆς δίνει τὴν ἔννοια ποὺ τοῦ συμφέρει) καὶ τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα, στὰ χρόνια μας θὰ σκοτώνονται ἱερεῖς γιατὶ κηρύσσουν (Πολωνία) καὶ θὰ κουρεύονται καὶ θ᾿ ἀποσχηματίζονται οἱ ὀρθόδοξοι παπάδες (᾽Αλβανία);

᾽Αλλὰ ἂν κάνουμε αὐτὴν τὴν παρέμβαση εἶναι γιὰ νὰ ὑπογραμμίσουμε δυὸ καίριες ὁμοιότητες ποὺ ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο κινήματα: τῆς εἰκονομαχίας καὶ τῆς γλωσσοκτονίας. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι καὶ στὶς δύο περιπτώσεις οἱ ἐπιρροὲς καὶ οἱ διεισδύσεις προῆλθαν ἔξωθεν, ἀπὸ ἐχθροὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ποὺ εἶχαν στόχο τὴ διάσπαση καὶ τὴν ἀποσύνθεσή του. Τότε, ὁ συνεκτικὸς δεσμὸς ποὺ ἕνωνε τὸν βυζαντινὸ λαὸ νὰ νιώθει ὁμοψυχία ἦταν ἡ λατρεία, ἔστω καὶ μὲ τὴ διάσταση τῆς τυπολατρείας καὶ τῆς δεισιδαιμονίας ἀκόμα, ἀπότοκης τῆς χαμηλῆς πνευματικῆς στάθμης, καὶ σήμερα συνεκτικὸς δεσμὸς τῆς ταυτότητας τοῦ Ἑλλη νισμοῦ εἶναι ἡ γλῶσσα καὶ μόνον αὐτὴ· καὶ ἡ δεύτερη ὁμοιότητα εἶναι ὅτι καὶ τὰ δύο κινήματα ἐμφανίστηκαν μὲ τὸ μανδύα τῆς προοδευτικότητας καὶ τῆς μεταρρύθμισης (ἂς τὴν ποῦμε «ἀλλαγὴ» γιὰ νὰ συνεννοούμεθα), Βέβαια δὲν εἴμαστε μὲ τὸ μέρος τῶν ἀντιμεταρρυθμιστῶν. Τὸ λεπτὸ σημεῖο εἶναι τί ἐπιδέχεται μεταρρύθμιση καὶ τί ὄχι. Γιατὶ κάτω ἀπὸ τὶς σαρωτικὲς μεταρρυθμὶσεις σείονται καὶ τὰ ἴδια τὰ θεμέλια τῆς Φυλῆς. Κακὸ βέβαια εἶναι νὰ λατρεύονται τὰ ξύλα· ἐξίσου κακὸ ὅμως εἱναι νὰ πιστεύεις σὲ θολὲς ἰδέες καὶ ν᾿ ἀπαρνεῖσαι ὑπαρξιακὲς ἔννοιες ὅπως ἡ πατρίδα, ἡ πνευματικὴ κληρονομιά, ἡ θρησκεία, τὸ ἦθος, ἡ γλῶσσα. Ἄν οἱ «μεταρρυθμίσεις» κλονίζουν αὐτὰ τὰ θεμέλια δὲν κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐξυπηρετοῦν τοὺς σκοποὺς τῶν ἔξωθεν ἐχθρῶν τοῦ ἔθνους (δὲν ἔχει σημασία ἂν αὐτοὶ λέγονται ἑβραϊσμός, ἰσλαμισμός, ἐκλατινισμός, διεθνισμὸς γιὰ νὰ μὴν πᾶμε πρὸς τὸ παρὸν στὰ πιὸ συγκεκριμένα).

Ὅπως καὶ νὰ τὴν ποῦμε τὴν ἐπιβολὴ τῆς ἐξουσίας, ἐξαναγκασμὸ ἢ διωγμό, τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἀρχίζει μὲ τὴν κατάλυση τῶν συμβόλων, ποὺ κατὰ τὴν ἄποψή της ἐκφράζουν καὶ μιὰ (μὴ ἐπιτρεπόμενη) νοοτροπία. Οἱ «διώξεις» ἐπιβάλλονται στὴ συνέχεια, ὅταν οἱ παλιοὶ θὰ ἐπιμένουν νὰ γράφουν μὲ τὸν «ὀρθόδοξο» τρόπο καὶ πολλοὶ νέοι θὰ κατηχοῦνται εἴτε ἀπ᾿ τὸ περιβάλλον τους εἴτε θ᾿ ἀνακαλύπτουν μόνοι τους ὅτι αὐτὰ ποὺ τοὺς μαθαίνουν οἱ ἐπίσημοι δάσκαλοί τους εἶναι φτωχά, χωρὶς βάσεις καὶ ἀτελέσφορα νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀνήσυχη σκέψη τους ποὺ θὰ ἀναθερμαίνεται ἀναπόφευκτα καὶ ἀπὸ τὶς ἀπηχήσεις ἑνὸς πλούσιου παρελθόντος. Βέβαια αὐτὰ θὰ τὰ νιώσουν οἱ ἐκλεκτοί· μὰ αὐτοὶ εἶναι ποὺ τὴν πληρώνουν. Ποτὲ δὲν κηρύχτηκε διωγμὸς κατὰ ἠλιθίων. Ὁπότε ἡ Ἐξουσία ὅταν διαβλέψει κίνδυνο ν᾿ ἀνατραπεῖ ἡ ἰδεολογία της, κάποτε (ἂν δὲν ἀλλάξουν τὰ πράγματα) θὰ διατάξει: «᾽Απαγορεύεται νὰ γράφεται ὁποιοδήποτε κείμενο στὴν καθαρεύουσα ἢ νὰ γράφεται μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα». Ὅπως τὸ ἔκανε καὶ ὁ Κεμὰλ πασᾶς (τότε ποὺ τὸ ἐπέβαλε ἦταν πασᾶς, ὕστερα ἔγινε ᾽Ατατοὺρκ) ὅταν ἀπαγόρευσε νὰ τυπώνονται κείμενα μὲ τὸ ἀραβικὸ ἀλφάβητο. Ἀλλὰ ὁ Κεμὰλ ἡταν δικτάτωρ· ἐμεῖς, λόγω γενικωτέρου κλίματος, προτιμοῦμε ἀντὶ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ, τὸν ἐθισμὸ (πρὸς τὸ παρόν): Μὲ τὴν ἐκπαίδευση καὶ μὲ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημέρωσης.

Πράγματι μὲ τὴ θέσπιση τοῦ μονοτονικοῦ ἄρχισε ἡ καταστροφὴ ὅλου τοῦ ἐντύπου ὑλικοῦ τοῦ Δημοσίου, ἡ ἀντικατάσταση ὅλων τῶν πινακίδων κτιρίων, δρόμων, ὑπηρεσιῶν κ.λπ. Ἡ ἀχρήστευση ὅλων τῶν βιβλίων τῆς Δημοτικῆς ἐκπαίδευσης, γιατὶ τὰ παλιὰ ἧταν «σκοταδιστικά», ἔστω καὶ στὴ δημοτικὴ γραμμένα. ᾽Ακολούθησε ἡ ἐσπευσμένη κυκλοφορία νέων βιβλίων στὴ Μέση Ἐκπαίδευση, ὅλων τῶν μαθημάτων, ὄχι ἀπαραίτητων, ἀφοῦ βέβαια τὰ Μαθηματικὰ καὶ ἡ Χημεία δὲ μποροῦσαν νὰ ἧταν σκοταδιστικά, ὅπως ἧταν γραμμένα. ᾽Αλλὰ ὁ στόχος ἦταν νὰ μὴν ἔχει ἡ νεολαία ἐπικοινωνία μὲ τὸν παλιὸ τρόπο γραφῆς. Ὅπως καὶ τὸ κοινό, πάση θυσίᾳ νὰ ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία καὶ τὸν τονισμὸ ποὺ ἔμαθε στὸ σχολεῖο. Ἔτσι ὅλοι οἱ ὑπότιτλοι τῶν κινηματογραφικῶν ταινιῶν ποὺ προβάλλονται ἀπ᾿ τὴν τηλεόραση (καὶ στὴ μεγάλη πλειοψηφία τους πρόκειται για παλιὲς ταινίες ποὺ εἷχαν ὑποτίτλους) ξαναγράφτηκαν μὲ τὸ μονοτονικὸ ἢ ἀρκετὲς μὲ τὸ ἀτονικό. Ὅπως μὲ ἀτονικὴ γραφὴ συντάσσονται ὅλες οἱ προκηρύξεις, τὰ «καλέσματα» καὶ οἱ πάσης φύσεως «ἀναγγελίες» συνήθως γιὰ ἀπεργίες καὶ πορεῖες καὶ ὅλα τὰ ψηφίσματα ποὺ ἐκπορεύονται ἀπὸ κομματικὰ σωματεῖα καὶ κυβερνητικοὺς ἢ δημαρχιακοὺς «φορεῖς». Γλῶσσα συνήθως στεγνή, τυποποιημένη, συνθηματική, φαλακρή. Μιὰ τέτοια γλῶσσα ὅμως αὐτοϋπονομεύεται γιατὶ ταυτίζεται μὲ τὸ εὔκολο, τὸ «ἀγκιτατόρικο» καὶ τὸ εὐτελές. Πῶς νὰ κάνεις ποίηση μὲ μιὰ τέτοια γλῶσσα καὶ μὲ τέτοια «ἀτελῆ» γραφή; Αὐτὴ ἡ ἐγγενὴς ἀδυναμία της κάποτε θὰ λειτουργήσει ἐναντίον της σὰν μπούμερανγκ.

᾽Εκτὸς ὅμως ἀπὸ τὸν ἐξαναγκασμὸ ποὺ ἀσκεῖται στὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴ Διοίκηση, ἡ τάση τῆς βίαιης προσαρμογῆς στὸ νέο σύστημα γραφῆς διείσδυσε καὶ στὸν ἰδιωτικὸ τομέα: εἰδικὰ στὶς σχέσεις συγγραφέων καὶ ἐκδοτῶν. Δηλαδὴ οἱ ἐκδότες μετατρέπουν τὴν ὀρθογραφία μὲ τὴν ὁποία εἷναι γραμμένα τὰ κείμενα σὲ μονοτονικὴ ἢ ἀτονικὴ γραφὴ χωρὶς νὰ ζητήσουν τὴν ἔγκριση τῶν συγγραφέων. Στὸν ἡμερήσιο καὶ περιοδικὸ τύπο, αὐτὸ γίνεται κατὰ σύστημα παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ περισσότεροι δημοσιογράφοι καὶ ἀρθρογράφοι (γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ὅλοι) γράφουν τὰ κείμενά τους μὲ τὴ γνωστὴ καθιερωμένη γραφή. Βέβαια σὰν δικαιολογία προβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς ὁμοιομορφίας. Ὡστόσο κάτι τέτοιο δὲν παύει ν᾿ ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος λογοκρισίας τοῦ στοιχειοθέτη. ᾽Εδῶ ἂς ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἐντιμότητα καὶ συνέπεια τοῦ περιοδικοῦ ΑΝΤΙ, ποὺ παρ᾿ ὅλον ὅτι γράφεται στὸ μονοτονικὸ (ἄραγε δὲν θὰ ἔπρεπε ν᾿ ΑΝΤΙ-σταθεῖ καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴν παραποίηση ὅπως ΑΝΤΙ-στέκεται σ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες παραποιήσεις;) ἐντούτοις ὅταν φιλοξενεῖ καὶ μάλιστα πολυσέλιδα ἄρθρα συγγραφέων ποὺ ὑπεραμύνονται τῆς παραδοσιακῆς γραφῆς, τὰ τυπώνει στὸ πολυτονικό. ᾽Αλλὰ πολλοὶ ἐκδότες, ὄχι μόνον ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν ἀλλὰ καὶ βιβλίων, δὲν τὸ θεωροῦν ὡς οὐσιῶδες καὶ αὐθαιρέτως ἀλλάζουν τὸ σύστημα γραφῆς. Εἶναι γνωστὴ ἡ περιπέτεια τοῦ Γιώργου Ἰωάννου καὶ ἡ διαμαρτυρία του γιὰ τὴν ἀλλοίωση τοῦ γραπτοῦ κειμένου του κατὰ τὴν ἐκτύπωση (ὑπάρχει στὸ ᾽Επίμετρο)· γιατὶ ὁ ᾽Ιωάννου ἐκτὸς ἀπὸ καταξιωμένος πεζογράφος ἧταν καὶ φιλόλογος καὶ γνώριζε ὅσο λίγοι ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἕνα τόσο εὐαίσθητο πρᾶγμα ποὺ δὲν ἀνέχεται τὴν παραμικρὴ κακο-ποίηση. Ποῦ εῖναι ὅμως ἡ εὐαισθησία τόσων καὶ τόσων συγγραφέων ποὺ δέχονται ἀδιαμαρτύρητα νὰ τοὺς φορέσουν τὸ ἀντερὶ μετὰ τὴ (γλωσσική) περιτομή τους; Θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ἐξαρθεῖ ἡ στάση μιᾶς συγγραφέως, τῆς κ. Μαρίας τζάνη, διδάκτορος τῆς Κοινωνιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Σορβώνης: ἡ ἐπιστήμων αὐτὴ ἐξέδωσε στὴν Ἑλλάδα ἕνα σύγγραμμἁ μὲ τίτλο Σχολικὴ ἐπιτυχία, ζήτημα ταξικῆς προέλευσης καὶ κουλτούρας (1981). Ὁ ἐκδότης θεώρησε καλὸ νὰ τὸ τυπώσει μ᾿ ἕνα ἰδιόμορφο σύστημα γραφῆς (μονοτονικὸ μὲ κουκίδα). Ἡ συγγραφεὺς δὲν μπόρεσε νὰ ἐλέγξει τὰ δοκίμια καὶ ὅταν τὸ βιβλίο τυπώθηκε καὶ τὸ ἀντίκρυσε, ἐπέβαλε νὰ μπεῖ στὴν πρώτη μετὰ τοὺς τίτλους σελίδα (ξανατυπωμένη) ἡ ἀκόλουθη δήλωση μέσα σὲ πλαίσιο: «Γιὰ λόγους ἀνεξάρτητους ἀπὸ τὴ θέληση τῆς συγγραφέως αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, κατὰ τὴν ἐκτύπωσή του χρησιμοποιήθηκε ἀτονικὴ γραφή. Ἡ θέση τῆς συγγραφέως ὅσον ἀφορᾶ τὴ γραφὴ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, εἶναι ὅτι κάθε ἐπέμβαση σ᾿ αὐτὴ εἶναι πολιτιστικὰ ἀπαράδεκτη καὶ Εθνικὰ ἐγκληματική.» Ἡ δήλωση εἶναι εὔγλωτη καὶ δὲ χρειάζεται σχόλια. Ἂν δὲν μποροῦν νὰ τὴν ἐπιβάλλουν ὅλοι οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ δημοσιογράφοι στοὺς ἐκδότες τους τουλάχιστον ἂς τὴν «ἐν-τυπώσουν» μέσα τους. Ἴσως ἂν συσσωρευθοῦν πολλὲς τέτοιες ἐν-τυπώσεις ἀπὸ αὐθαιρεσίες, καταπιέσεις, λογοκρισίες καὶ βιασμούς, μπορεῖ κάποτε ν᾿ ἀφυπνισθεῖ τὸ βαθύτατα ριζωμένο ἔνστικτο τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς εὐθύνης καὶ ἀπαιτήσει κι᾿ αὐτή, ὅπως τὸ κάνουν σήμερα οἱ μαῦροι, οἱ ὑπόδουλες μειονότητες καὶ οἱ «ὑπήκοοι» μιᾶς μπλὰ μπλὰ μπλὰ πλειοψηφίας, νὰ τῆς ἀναγνωρισθεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράζεται «ὅπως θέλει». Πολὺ περισσότερο ὅταν αὐτὸ τὸ ὅπως θέλει πηγάζει ἀπ᾿ τὴν παράδοση καὶ τὴ μάθηση καὶ δὲν καθοδηγεῖται ἀπὸ «πιλότους» σημαιῶν εὐκαιρίας καὶ ἀπὸ «θεωρητικοὺς» τῆς ἥσσονος προσπαθείας.

 

Φυσικὰ μὲ τέτοια ἐπανατοποθέτηση τοῦ γλωσσικοῦ προβλήματος ἐντάσεται σὲ μιὰ συνολικὴ ἀνα-θεώρηση τῆς πορείας τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς συνειδητοποίησης τῶν κινδύνων ποὺ τὸ ἀπειλοῦν. Θὰ γίνει αὐτὴ ἡ ἀνα-θεώρηση; Καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι νὰ τὴν κάνουν; Οἱ οἰωνοὶ δὲν εἶναι παρήγοροι. Δὲν φτάνουν μερικὲς δεκάδες ἄνθρωποι ποὺ βλέπουν τὰ δεινὰ ποὺ σωρεύονται στὸν ὁρίζοντα. Καὶ ποὺ τὰ βλέπουν καὶ ποὺ τὰ γράφουν σὲ τί ὠφελεῖ; Οἱ ἐπισημάνσεις καὶ οἱ «μαντεῖες» τους μένουν ἀτελέσφορες, καὶ οἱ κώδωνες κινδύνου ποὺ κρούουν ἠχοῦν ἐπὶ ματαίῳ. Τὰ πάντα σήμερα εἶναι πολιτική. Καὶ ὅταν τὰ πάντα ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν πολιτική, αὐτὸ δείχνει ὅτι ἡ κοινωνία εἷναι ἄνευρη, παραζαλισμένη, στεῖρα· δὲν δημιουργεῖ ἰδέες, μηρυκάζει ἰδέες. Δὲν φτιάχνει πολιτισμό, γλείφει τὸ «πολιτιστικό» του ἐπίχρισμα.

Ἂς μὴ νομισθεῖ ὅτι αὐτὰ ποὺ λέμε εἷναι παρονυχίδες. Μιλὼντας πάντα σὲ σχέση μὲ τὴ γλῶσσα αὐτὰ εἶναι σοβαρότατα. Ἄλλο ἂν οἱ πολλοὶ δὲν συνειδητοποιοῦνε τὴ σοβαρότητα τοῦ πράγματος. Κι᾿ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀκόμα πιὸ σοβαρὸ σύμπτωμα. Οἱ κεραῖες μας ἔπιασαν σκουριὰ καὶ ἡ εἰκόνα τῶν συντελουμένων εἶναι θολὴ στὴν τηλε-ὅρασή μας, διάστικτη, συγκεχυμένη. Στὸ τέλος βαριόμαστε ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε, πατᾶμε τὸ κουμπὶ καὶ πᾶμε νὰ κοιμηθοῦμε. Καὶ σήμερα τὸ ἔθνος τὸ ἀποκοίμησαν σὲ βαθὺν ὕπνο. Λίγοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ γρηγοροῦν καὶ ὄχι μόνο γιὰ τοὺς κινδύνους ποὺ ἀπειλοῦν τὴ γλῶσσα, ἀλλὰ καὶ γιὰ πάρα πολλὰ ἄλλα. Ἡ γλῶσσα ὅμως εἶναι τὸ πρώτιστο, αὐτὴν τὴ στιγμή. Γιατὶ ἀπὸ κεῖ ἄρχισε ἡ διάβρωση, ὁ ἀφελληνισμός. Εἶναι θλιβερὸ τὸ ὅτι ἐκπαιδευτικοί, συγγραφεῖς, πολιτευτές, ἀρχηγοὶ κομμάτων δὲν τὸ ᾽χουν «πιάσει» τὸ ζήτημα. Οἱ τελευταῖοι νομίζουν ὅτι ἀποστολή τους εἶναι ἡ «πρόοδος», ἡ ἀνάκαμψη τῆς οἰκονομίας, οἱ παροχές, ἡ «συνύπαρξή» μας μέσ᾿ τὴν ΕΟΚ. Βέβαια κι᾿ αὐτὰ εἶναι δουλειὰ τῶν πολιτικῶν. ᾽Αλλὰ εἷναι ἀδιανόητο νὰ γίνεται συζήτηση σ᾿ ἐπίπεδο ἀρχηγῶν κομμάτων στὴ Βουλή, πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως (6/12/85), ποὺ νὰ βαστάει 14 ὡρες καὶ πλέον καὶ νὰ ἐπισημαίνονται οἱ κίνδυνοι γιὰ τὴν οἰκονομία, νὰ ἐπισημαίνονται οἱ κίνδυνοι τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐπισημαίνονται οἱ κίνδυνοι ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν ἀναρχικῶν καὶ νὰ μὴ γίνεται νύξη γιὰ τὸ ποῦ πᾶμε σήμερα σὰν Ἕθνος. Ἴσως νὰ μᾶς ἀντιταχθεῖ ὅτι τὰ θέματα ἦταν καθωρισμένα. Ἀλλὰ ρωτᾶμε: πότε ἔγινε μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν Ἑλληνισμὸ σήμερα; Ποτέ. Ἴσως ἐπειδὴ οἱ πολιτικοὶ φαντάζονται ὅτι ὅσο ὑπάρχει κρατικὴ ὑπόσταση ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν κινδυνεύει· δηλαδὴ ταυτίζουν τὴν οὐσία μὲ τὸ περίβλημα, μὲ τὸ τσόφλι. ᾽Αλλὰ καὶ ἕνα μῆλο ἔχει γερὸ τσόφλι, τὸ ἀνοίγεις καὶ μέσα εἱναι σάπιο. Μόνο ὁ πρόεδρος τῆς Χριστιανικῆς Δημοκρατίας Νῖκος Ψαρουδάκης, στὰ λίγα λεπτὰ ποὺ εῖχε στὴ διάθεσή του, ἔθιξε τὸ μέγα θέμα. Εῖπε περίπου: «Ἡ ΕΟΚ εἶναι ὕποπτη ὑπόθεση· στὸ τέλος θ᾿ ἀποδειχθεῖ παγίδα. Ἔχω στοιχεῖα. Ἡ ζημιὰ θὰ φανεῖ μακροπρόθεσμα. Ξεκίνησε ὡς μιὰ ἁπλῆ τελωνειακὴ ἕνωση καὶ ἤδη μιλᾶμε γιὰ πολιτικὴ ἐνωση. Θὰ γίνουμε ὅλοι ἕνα. Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ σταθοῦμε ἐμεῖς τὰ 9 ἐκατομμύρια ἕλληνες μέσ᾿ τὰ 300 ἐκατομμύρια εὐρωπαίους μὲ ἄλλη νοοτροπία, ἄλλη παιδεία, ἄλλη ἢ ἄλλες γλῶσσες, μὲ ἄλλες φυλετικὲς καὶ ἱστορικὲς καταβολές; Δὲν θ᾿ ἀφομοιωθοῦμε;» Καὶ ὄχι μόνον οἰκονομικὰ ἢ διοικητικά, συμπληρώνουμε ἐμεῖς. Διότι ἐκεῖ θὰ καταλήξουν ὅλα (ἐν σχέσει μὲ τὸν Ἑλληνισμό): σὲ μιὰ νέα Φραγκοκρατία.

Δὲν μποροῦμε ἐδῶ νὰ κάνουμε ἱστορικὲς ἀναφορὲς καὶ νὰ σχολιάσουμε παράλληλες ἐποχὲς ποὺ ὑπῆρξαν ὁδυνηρὲς ἐμπειρίες γιὰ τὸν Ἑλληνισμό. Κανεὶς ὅμως δὲν θὰ εῖχε νὰ προβάλει σοβαρὴ ἀντίρρηση ὅτι ἡ Δύση εἶχε τὴ διαιώνια ἐπιθυμία καὶ ἐπιδίωξη ν᾿ ἀφομοιώσει καὶ ν᾿ ἀπορροφήσει τὸν Ἑλληνισμό. Καὶ ἡ ΕΟΚ δὲν εἶναι μόνο οἰκονομικὴ ἕνωση. Ὑπάρχουν ντιρεκτίβες ποὺ ἀφοροῦν θέματα παιδείας καὶ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ αὔριο θὰ ὑπάρξουν «προγράμματα» μὲ τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ συμπορευθοῦμε. Ἤδη ἡ Διεθνὴς Τράπεζα μὲ κάποιες χρηματοδοτήσεις ἐπεμβαίνει στὰ ὡρολόγια προγράμματα τῶν σχολείων μας, δηλαδὴ στὶς ὧρες διδασκαλίας ἐν σχέσει μὲ τὰ μαθήματα (τὰ ἑλληνικά, τὰ θρησκευτικὰ συμπτύσσονται πρὸς ὄφελος τῶν τεχνικῶν). Ἀργότερα οἱ φραγμοὶ θὰ ἀρθοῦν πλήρως σὲ βάρος φυσικὰ τῆς ἐλληνικῆς μορφώσεως καὶ παιδείας, ἡ ὁποία θὰ καταντήσει τόσο «φτενὴ» ὅσο καὶ πρακτικὰ ἄχρηστη.

Γι᾿ αὐτό, καὶ ὄχι ἀπὸ σχολαστικὴ βυζαντιολογία ἀφιερώσαμε τόσην ἔκταση προηγουμένως γιὰ τὴν πρακτικὴ ἐφαρμογὴ (δηλ. στὸν ἐξαναγκασμό) τοῦ μονοτονικοῦ. Γιατὶ τὸ τονίζουμε καὶ πάλι, ἀπὸ κεῖ ἀρχίζει ἡ κλιμάκωση τῶν ἀλλαγῶν πρὸς τὸν ἐκλατινισμό. Καὶ λέμε κλιμάκωση διότι ἡ μετάβαση μᾶλλον θὰ γίνει σταδιακά, μετὰ ἀπὸ βυθοσκόπηση (σοντάρισμα) γιὰ νὰ διακριβωθοῦν οἱ τυχὸν ἀντιδράσεις. Τὸ μονοτονικὸ τὸ ξεπεράσαμε· ὁ ἐθισμὸς τώρα γίνεται στὸ ἀτονικὸ (προτείνεται ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω). Καὶ ρωτᾶμε δημοσιογράφους καὶ συγγραφεῖς ποὺ συνεργάζονται μὲ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά: Ἄν κάποτε οἱ ἐκδότες αὐτῶν τῶν ἐντύπων «εἰσαγάγουν» στὸ ἀλφάβητο τὰ λατινικὰ στοιχεῖα b, d, g, τὰ ὁποῖα στὰ ἐλληνικὰ γράφονται μὲ δύο σύμφωνα, μπ, ντ, γκ, γιὰ νὰ μὴ συγχέονται στὴν προφορὰ μὲ τὰ mb, nd, ng (φωνητικά) πόσοι θ᾿ ἀντιδράσουν; Ἐμεῖς λέμε πολλοὶ λίγοι, καὶ μερικοὶ ποὺ θὰ «κλωτσήσουν» θὰ συμβιβαστοῦν (ἀφοῦ εἶναι καὶ θέμα ἐργασίας, ψωμιοῦ), ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ οἱ ἐκδότες θὰ τοὺς καθησυχάσουν: «Ἐσεῖς γράφετέ τα ὅπως θέλετε, τὴ δουλειὰ θὰ τὴν κάνει ὁ διορθωτὴς καὶ ὁ λινοτύπης». Καὶ φυσικὰ σὲ λίγο τὸ σύστημα θὰ εἰσαχθεῖ στὰ σχολεῖα.

Καὶ ἀφοῦ τὸ χωνέψει κι᾿ αὐτὸ ὁ λαὸς (καὶ θὰ τὸ χωνέψει γιατὶ σιγὰ-σιγὰ ἔχει γίνει μόνο στομάχι) κάποια ὄχι καὶ τόσον ὡραία πρωΐα, ὅταν ἀπὸ κάποιο «κέντρο ἀποφάσεων» ἀκουστεῖ τὸ σῆμα μπίπ, μπίπ, μπίπ, κάποιος ὑπουργὸς ποὺ θὰ ἔχει σπουδάσει φυσικὰ στὸ ἐξωτερικὸ καὶ μὲ ὑποτροφίες ἢ ἀδιαφανεῖς προστασίες (φυσικὰ) θὰ ἐξαγγείλει πὼς πρέπει νὰ εἰσαχθεῖ στὴν ἐκπαίδευση τὸ λατίνικὸ ἀλφάβητο γιὰ νὰ μαθαίνουν οἱ μαθητὲς πῶς νὰ γράφουν «σωστὰ» τὶς ἐλληνικὲς λέξεις στὰ κομπιοῦτερ καὶ τὰ τέλεξ, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀποτελοῦμε «παραφωνία» στὸ κάτω-κάτω μὲ τὸ διαφορετικὸ κώδικα γραφῆς μας μὲ τοὺς ἄλλους εὐρωπαίους ἑταίρους μας... Φυσικὰ σύντομα θὰ ἐπικρατήσει καὶ μιὰ «κοινὴ» γλῶσσα γιὰ τὴ συνεννόηση τῶν λαῶν ποὺ ὁδεύουν καὶ πρὸς μία πολιτικὴ ἕνωση, γλῶσσα ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀγγλική, ποὺ θὰ διδάσκεται ὑποχρεωτικὰ μαζὶ μὲ τὰ ἑλληνικά, ὡσότου αὐτὰ τὰ τελευταῖα συρρικνωθοῦν μέχρι τὴν ἐξαφάνισή τους (ἄλλωστε θὰ γράφονται μὲ λατινικὰ στοιχεῖα) περιοριζόμενα σὲ δυὸ-τρεῖς γενιὲς μόνο στὴν προφορικὴ γλῶσσα ποὺ οἱ Ἕλληνες θὰ χρησιμοποιοῦν ἀποκλειστικὰ στὸ σπίτι τους, ὁπως γίνεται μὲ τοὺς ἑλληνοαμερικάνους.

Τὸ σενάριο δὲν εἶναι φανταστικό· βρίσκεται ἐπιμελῶς φυλαγμένο σὲ κάποια συρτάρια καὶ κατὰ καιροὺς ἀνασύρεται καὶ ἀπὸ μία φάση του. ᾽Εξ ἄλλου ἀποτελεῖ τὴ νομοτελειακὴ «πρόοδο» τῶν πραγμάτων. Γι᾿ αὐτὸ λέμε ὅτι οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι πρέπει νὰ «ἐν-τυπώσουν» μέσα τους ὅτι τοὺς παρασύρουν νὰ συμπράξουν στὸν ἀφελληνισμό: ὁ (μερικός) ἀφελληνισμὸς ἀπὸ ἕλληνες γίνεται καὶ ὁ (πλήρης) ἀφελληνισμὸς ἀπὸ ἕλληνες θὰ γίνει. ᾽Εμᾶς ἐδῶ δὲ μᾶς ἐνδιαφέρει ἂν ὁ αὐριανὸς εὐρω-έλληνας θὰ διαφέρει ἀπὸ τὸν ἀρχαῖο γραικύλο, τὸν μεσαιωνικὸ γασμοῦλο, καὶ τὸν πρόσφατο φραγκολεβαντίνο. Εἶναι στὴ μοῖρα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δέχεται ἐπιβήτορες καὶ νὰ βγάζει ἡμι-όνους (οἱ ὁποῖοι ὅπως ξέρουμε εἶναι καὶ στεῖροι). Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ διασωθεῖ ἡ ράτσα: αὐτὸς ὁ περήφανος καὶ ἀτίθασσος κέλης, ἔστω καὶ σὲ περιωρισμένο ἀριθμό, γιὰ νὰ δώσει ἀργότερα (ἀλλὰ ἴσως καὶ σύντομα) καὶ πάλι ἑλληνικὲς «πνευματικὲς» ἐπιδόσεις. Γιατὶ ὅπως εἴμαστε σήμερα καὶ ὅσοι μείναμε, μόνο γιὰ πνευματικὲς ἐπιδόσεις εἴμαστε ἱκανοὶ (καὶ μακάρι νὰ τὸ ἀξιωθοῦμε). ᾽Αλλὰ γιὰ νὰ τὶς πραγματοποιήσουμε πρέπει νὰ ξέρουμε τὸ παιχνίδι ποὺ μᾶς παίζουν, γιατὶ ἂν μποῦμε σ᾿ αὐτὸ μὲ τὴν ἀφέλεια καὶ τὴν ἀστοχασιὰ τὴ σημερινή, τότε ὄχι μόνο χάσαμε το παιχνίδι, ἀλλὰ καὶ χαθήκαμε κατὰ κράτος.

Καὶ τώρα ἂς ἔρθουμε καὶ στὴ βόμβα που τοποθετήθηκε καὶ ἐσκασε ὄχι ἀπὸ «παραδοσιακοὺς συντηρητικοὺς» ἀλλὰ ἀπὸ «ἐπιστημονίζοντες προοδευτικούς»· γιὰ ν᾿ ἀποδειχθεῖ περίτρανα ὅτι τὸ μονοτονικὸ ἡταν μιὰ σαπουνόφουσκα, ἕνα σύστημα γραφῆς ποὺ δὲν ἔχει πληρότητα, ἀλλὰ οὔτε καὶ βιωσιμότητα, ὅτι ἀποτυγχάνει ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπου σκόπευε νὰ φανεῖ χρήσιμο: στὸ σχολεῖο· ὅτι δῆθεν θὰ διευκόλυνε τὰ παιδάκια στὴν ὀρθογραφία καὶ τὴ μάθηση, ὅτι θὰ κερδιζότανε πολύτιμος χρόνος καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ παραφερνάλια ποὺ κουβαλοῦσε μαζί της ἡ παραμυθολογία τῆς ἁπλούστευσης. ᾽Αλλὰ τὸ πιὸ σημαντικὸ καὶ ἀποκαλυπτικὸ εἶναι ὅτι τὸ μονοτονικὸ ἀποδεικνύεται στὴν πράξη σύστημα ποὺ δὲν ἔχει ἐν-τέλεια δηλαδὴ ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα γραφῆς ποὺ ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς προσωρινότητας, γιατὶ ἔτσι κι᾿ ἀλλιῶς θ᾿ ἀναγκαστεῖ ἀπὸ τὶς «ἀτέλειές» του νὰ παραχωρήσει τὴ θέση του σ᾿ ἕνα ἄλλο σύστημα, τὸ ἀτονικὸ (αὐτὸ ἐπιδιώκεται ὡς δεύτερη φάση) συνδυαζόμενο καὶ μὲ ἄλλες ὀρθογραφικὲς μεταρρυθμίσεις.

Οἱ διαπιστώσεις αὐτὲς δὲν ἔγιναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ βλέπουν ὅτι μὲ τὶς ἁπλουστευτικὲς καινοτομίες ὁ γραπτὸς λόγος καὶ γενικώτερα ἡ γλῶσσα ἀποδιαρθρώνεται, ἀποστοιχειώνεται καὶ καταλήγει σ᾿ ἕνα ἀπορριζωμένο καὶ νηπιῶδες ἐξάμβλωμα καὶ γι᾿ αὐτὸ φωνάζουν, ἀλλὰ ἔγιναν ἀπὸ ἐπιστήμονες ποὺ μελέτησαν τὸ θέμα ἀντικειμενικά, ψυχρὰ καὶ ἀμερόληπτα.

Συγκεκριμένα, τὸ καλοκαίρι τοῦ 1985 στὸ περιοδικὸ Φιλόλογος, ἀρ. τεύχ. 40, εἶδε τὸ φῶς μιὰ μελέτη-ἔρευνα δύο ψυχολόγων, τῶν κυριῶν Ἀ. Παπαζήση καὶ Μ. Μάνιου-Βακάλη (ἡ δεύτερη εἷναι ἀναπληρώτρια καθηγήτρια στὸν τομέα Ψυχολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τῆς Θεσσαλονίκης), ποὺ ἐξετάζει ποιά ἀποτελέσματα εἶχε ἡ «ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων τοῦ μονοτονικοῦ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τῆς Αʹ καὶ Βʹ τάξης Γυμνασίου στὸ γραπτὸ λόγο» (αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ τίτλος τῆς μελέτης). Οἱ συγγραφεῖς ξεκινοῦν ἀπὸ μιὰ πραγματικὴ κατάσταση: ὅτι σήμερα ὑπάρχει στὴν Ἐκπαίδευση (καὶ στὴ Διοίκηση) ἕνα νεότροπο σύστημα γραφῆς· καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ βάζουν εἶναι: πόσο ἀπέδωσε ἡ ἐφαρμογή του καὶ εἰδικὰ βέβαια στὸ σχολεῖο. Δὲν ἐξετάζουν ἂν θὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀλλάξει ἡ παραδοσιακὴ γραφή, ποιές εἷναι οἱ ἱστορικές, οἱ ἐθνικές, οἱ πολιτισμικές, οἱ φιλολογικὲς συνέπειες. Θὰ σκέφθηκαν προφανῶς ὅτι αὐτὸ δὲν ἦταν δουλειά τους. Καὶ ἴσως νὰ ἔχουν δίκιο· δὲν τὶς ψέγουμε. Ὅταν ἀποφασίσεις νὰ εἶσαι μόνον ἐπιστήμη, τότε δὲν ἀναρωτιέσαι ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ κατασκευασθεῖ ἡ ἀτομικὴ βόμβα· ἀφοῦ τὴν ἔφτιαξαν καὶ τὴν ἔρριξαν ἂς καθήσουμε καὶ ἂς ἐξετάσουμε ἐπιστημονικὰ πόσες ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀνθρώπους σκότωσε. Οὔτε ὁ ἐπιστήμων νοιάζεται γιὰ τὴν παράταση τῆς ἀγωνίας τοῦ ἀρρώστου ὅταν τοῦ βγάζει τὴν καρδιὰ καὶ τοῦ φυτεύει μιὰ πλαστικὴ τρόμπα. Ἔχει καὶ ἡ ἐπιστήμη τὴ λογική της... Δὲ μπαίνουμε λοιπὸν κι᾿ ἐμεῖς σὲ ἀνθρωπιστικὲς ἢ ἐθνικὲς εὐαισθησίες. Τὴ λογική της χρειαζόμαστε. Καθ᾿ ὅλα συμφωνοι.

᾽Αφοῦ οἱ ἐν λόγῳ κυρίες κάνουν μιὰν ἐπισκόπηση τῶν ζυμώσεων ποὺ ἔγιναν στὴν «Ἐπιτροπὴ γιὰ τὸ μονοτονικό», μὲ τὴν ἐπίνευση τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς τὴν ἐπιλογὴ τοῦ καταλληλότερου τονικοῦ συστήματος γιὰ τὴν ἐπίτευξη «οἰκονομίας χρόνου στὸ γράψιμο καὶ κέρδος στὴν ἐθνικὴ οἰκονομία κατὰ τὴν ἐκτύπωση τῶν κειμένων», προχωροῦν στὴν περιγραφὴ τῆς ἔρευνάς τους ποὺ ἔγινε πάνω σὲ μαθητὲς (ἀγόρια καὶ κορίτσια) δύο τάξεων Γυμνασίου, τῆς Αʹ καὶ Βʹ, τῆς περιοχῆς Θεσσαλονίκης. Ἡ ἔρευνα ἔγινε μὲ ὅλους τοὺς κανόνες τῆς ἐπιστημονικῆς μεθοδολογίας ποὺ ἐφαρμόζονται σὲ παρόμοια θέματα, δηλ. θέματα ποὺ ἀποσκοποῦν στὴ μελέτη τῆς ἀνθρώπινης ἀντίληψης καὶ συμπεριφορᾶς. Ἔγινε χρήση πειραμάτων, πινάκων, κατάταξη κατηγοριῶν, ἐξαγωγὴ συμπερασμάτων, ἐπιμέρους καὶ συνολικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στατιστικῶν δεδομένων. Πάντως τὸ βασικὸ θέμα ἦταν ἂν καὶ κατὰ πόσο τὰ παιδιὰ γνώριζαν (ἀφοῦ πρῶτα τοὺς διδάχτηκαν) τοὺς κανόνες τοῦ (νέου) τονισμοῦ καὶ ἡ «μέτρηση» τοῦ βαθμοῦ συγκράτησης τῶν κανόνων αὐτῶν κατὰ τὸν χρόνο τῆς ἐφαρμογῆς τους (ὅταν π.χ. γράφουν μιὰ ἔκθεση ἢ ὅταν τονίζουν ἕνα κείμενο ποὺ τοὺς δόθηκε καθ᾿ ὑπαγόρευση) δηλαδή, ἂν ὁ μαθητὴς θυμᾶται:

  1. Ὅλους τοὺς κανόνες/πλήρως
  2. Ὅλους τοὺς κανόνες/ἐλλιπῶς
  3. Ἂν θυμᾶται τοὺς βασικοὺς κανόνες, καὶ
  4. Ἂν δὲν θυμᾶται (καθόλου) τοὺς κανόνες.

Ὅπως εἰναι ἐπόμενο, ἐδῶ δὲν μποροῦμε νὰ παραθέσουμε ὅλους τοὺς λεπτομερέστατους πίνακες καὶ τὰ στατιστικὰ δεδομένα τῆς ἔρευνας, ἀλλὰ οὔτε καὶ χρειάζεται. Δὲ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ μεθοδολογία, ἀλλὰ τὰ συμπεράσματα στὰ ὁποῖα κατέληξαν οἱ δύο ἐπιστήμονες (ἤ, κατὰ Κριαρᾶν, ἐπιστημόνισσες) πάνω στὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ ἀπὸ μαθητὲς τοῦ σχολείου. Καὶ τὰ συμπεράσματα τους αὐτὰ τὰ παραθέτουμε αὐτολεξεί:

Λένε λοιπόν:

«Τὸ μονοτονικὸ σύστημα μὲ τοὺς κανόνες του ἐφαρμόστηκε πρόσφατα στὴν ἑλληνικὴ ἐκπαίδευση (γιὰ) νὰ διευκολύνει τὰ παιδιὰ στὴν ἀποφυγὴ τονικῶν λαθῶν. Τὰ παιδιὰ ὅμως κάνουν λάθη τονισμοῦ καὶ στοὺς βασικοὺς κανόνες καὶ στὶς ἐξαιρέσεις τους. (...) Οἱ μαθητὲς γενικὰ δὲ βάζουν τόνο. Βλέπει κανεὶς σὲ γραπτὸ ἔκθεσης ἕνα κείμενο ὁλόκληρο μὴ τονισμένο. (...) Τὸ μονοτονικὸ σύστημα ποὺ καθιερώθηκε δὲν ἔχει λογικὸ χαρακτήρα. Γι᾿ αὐτὸ οἱ μαθητὲς σκοντάφτουν σὲ περιπτώσεις ποὺ δημιουργοῦν σύγχυση. Ψάχνουν νὰ βροῦν τὸν κανόνα καί, ἂν δὲν τὸν θυμηθοῦν, χρησιμοποιοῦν μιὰν ἄλλη ἔκφραση ἀνώδυνη, τονικά. Κι ἔτσι εἶναι σίγουροι ὅτι δὲν κάνουν λάθος. Συμβαίνει ἐπίσης καὶ τὸ ἑξής: ἐνῶ οἱ μαθητὲς γνωρίζουν τὸν κανόνα, στὴν ἐφαρμογή του κάνουν λάθος, π.χ. τὰ ἑρωτηματικὰ ποῦ καὶ πῶς δὲν τὰ τονίζουν. Τις συνιζημένες λέξεις γιός, μιά, δυό, κ.ἄ., ἐπειδὴ στὴ γραφὴ δὲν παρουσιάζονται ὅπως οἱ μονοσύλλαβες λέξεις μὲ ἕνα φωνῆεν ἀλλὰ μὲ δύο συνεχόμενα, συνήθως τὶς τονίζουν ἐσφαλμένα. Ἐκεῖ ὅμως ποὺ δυσκολεύονται περισσότερο εἶναι οἱ προσωπικὲς ἀντωνυμίες (μοῦ, σοῦ, μᾶς, σᾶς, μέ, σέ, κ.ἄ.). Στὸν προφορικὸ λόγο πολλὲς φορὲς αὐτὲς τονίζονται, ἐνῶ σύμφωνα μὲ τὸ μονοτονικὸ μόνο σὲ εἰδικὲς περιπτώσεις τονίζονται. Ἔτσι τὰ παιδιὰ καὶ στὸ γραπτὸ λόγο τὶς τονίζουν. (...) Οἱ μαθητὲς ἐπίσης χρησιμοποιοῦν στὶς ἐκθέσεις τους περιορισμένο λεξιλόγιο καὶ ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ ἐπιλέγουν λέξεις ἢ ἐκφράσεις οἰκεῖες ὡς πρὸς τὸ νόημα καὶ τὸν τονισμό. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶναι ἡ ἔλλειψη λέξεων ποὺ ἔχουν πάθει ἔκθλιψη ἢ ἀποκοπή. Ἀπὸ τὴν ἀτομικὴ ἐξέταση φάνηκε ὅτι γράφουν ὁλόκληρες τὶς λέξεις χωρὶς ἐκθλιψη ἢ ἀποκοπὴ γιὰ τρεῖς λόγους: α) δὲν μποροῦν νὰ θυμηθοῦν τὶς περιπτώσεις ποὺ σὲ ἔκθλιψη ἢ ἀποκοπὴ χρειάζεται νὰ ἀπαλείψουν ἢ ν᾿ ἀφήσουν τὸν τόνο, β) τοὺς μπερδεύει ἡ ἀπόστροφος, καὶ γ) θεωροῦν ὅτι ἡ ἔκθεση ἔχει ἐπίσημο χαρακτήρα καὶ ὅτι φαινόμενα ὅπως ἡ ἔκθλιψη ἢ ἡ ἀποκοπὴ ταιριάζουν περισσότερο στὸν προφορικὸ λόγο (π.χ. ἀπὸ ὅτι ἀντὶ ἀπ᾿ ὅτι· ἀπὸ τὸ ἀντὶ ἀπ᾿ τὸ» (ἄποψη τῶν ἐρευνητριῶν· ἀλλὰ τί θὰ γίνει ὅταν ὁ μαθητὴς γράφει ἕνα συνηθισμένο διάλογο; δὲν θ᾽ ἀντιμετωπίσει καὶ ἐκεῖ το πρόβλημα; Ἄρα οἱ δυσκολίες καὶ τὸ ἐνδεχόμενο σφάλμα ἐμφωλεύουν). Αὐτὲς οἱ δυσκολίες, οἱ πιὸ συνήθεις, γιατὶ ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἄλλες ποὺ συναντῶνται πιὸ σπάνια γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τὶς ἀναφέρουμε (μολονότι στὴ μελέτη ἐπισημαίνονται), ἀφοροῦν τὸ πείραμα ποὺ βασίστηκε στὴν ἔκθεση.

Καὶ τώρα λίγα πάλι ἀπὸ τὰ συμπεράσματα ποὺ ἀποκόμισαν οἱ ἐρευνήτριες ἀπὸ τὸ πείραμα ποὺ ἔγινε πάνω σὲ δεδομένο κείμενο.

Γράφουν λοιπόν: «Τὸ πείραμα αὐτὸ βοήθησε νὰ γίνουν κατανοητὲς οἱ ἀδυναμίες ἐφαρμογῆς στὴν πράξη τῶν κανόνων τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος. Καθὼς οἱ ἐξαιρέσεις εἶναι πολλαπλάσιες τῶν βασικῶν κανόνων, ὁ μαθητὴς καλεῖται νὰ δώσει λύσεις σὲ μιὰ σειρὰ ὑποπεριπτώσεων τονισμοῦ. Τὴ στιγμὴ ποὺ γράφει σκέφτεται ποῦ πρέπει νὰ τονίσει, συνδυάζει τὶς περιπτώσεις προσπαθώντας νὰ ἀνακαλέσει στὴ μνήμη του τὸ βασικὸ κανόνα μὲ τὶς ἐξαιρέσεις του. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ μαθητὴς ἀναγκάζεται νὰ κάνει μιὰ πολύπλοκη νοητικὴ διεργασία, γιατὶ ὁ τονισμὸς δὲ λειτουργεῖ ἀβίαστα καὶ λογικά. Εἶναι χαρακτηριστικὸ τὸ ὅτι ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς παιδιῶν θεωρεῖται ὅτι παρατονίζει σύμφωνα μὲ τὸ μονοτονικό, ἐνῶ λογικὰ βάζει κανονικὰ τὸν τόνο στὸ φωνῆεν καὶ ὄχι στὸ σύμφωνο. Γιὰ παράδειγμα ἀναφέρουμε τὴ λέξη εὔχομαι· ἀρκετὰ παιδιὰ τόνισαν στὸ ε, γιατὶ τὸ υ γλωσσολογικὰ ὡς φθόγγος συμπίπτει μὲ τὸ φ. Θεώρησαν λοιπὸν τὸ υ σύμφωνο!» (Παρεμβολὴ δική μας: ᾽Εδῶ ἀνακύπτει τὸ ἐρώτημα: ἂν ἕνα πἁιδὶ ὕστερα ἀπὸ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ χρόνια σχολείου, δὲ μπορεῖ να ξεχωρίσει τὸ ποιά σημασία ἔχει τὸ ευ στὴ λέξη εὔχομαι καὶ πότε τὸ υ προφέρεται φ, δηλαδὴ λειτουργεῖ σὰν σύμφωνο χωρὶς νὰ χάσει τὸν χαρακτήρα τοῦ φωνήεντος, ἄρα μπορεῖ νὰ τονίζεται αὐτὸ τὸ παιδὶ τί τὰ θέλει τὰ παραπέρα γράμματα; ὑπάρχει σύστημα ποὺ θὰ τὸ κάνει φωστήρα; Θὰ μποροῦσε ὅμως νὰ γίνει ἕνας καλὸς τεχνίτης· ἀλλὰ μὲ ποιά λογικὴ καὶ μὲ ποιό δικαίωμα τὴ μειονεξία αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, τοῦ ἴσως προικισμένου γιὰ άλλες ἐπιδόσεις, θὰ τὴν κάνουμε κανόνα καὶ μέτρο γιὰ ὅλα τὰ παιδιὰ καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς ἄλλους; Τώρα γιατί τὸ ἐπιδιώκουμε; Ἔ, εἷναι κι᾿ αὐτὸ μιὰ τρέλλα ποὺ ἐντάσσεται στὸν γενικὸ παραλογισμὸ τοῦ «κοινωνιολογικῶς», λαϊκῶς καὶ κομματικῶς σκέπτεσθαι.)

Καὶ συνεχίζουμε τὶς διαπιστώσεις τῆς μελέτης:

«Τὸ μονοτονικὸ ποὺ ἐφαρμόστηκε ἔχει μηχανικὸ χαρακτήρα. (...) Στὴ 9χρονη ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση παρατηρεῖται μία γενικότερη δυσκολία τῶν μαθητῶν στὴ χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου (δυσκολία στὴν ὀρθογραφία καὶ σύνταξη). (...) Ἂν δὲ γνωρίζει ὁ μαθητὴς ἐτυμολογία τῶν λέξεων, εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ κάνει λάθη καὶ στὴν ὀρθογραφία καὶ στὸν τονισμὸ τέτοιων λέξεων. Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζεται ν᾿ ἀπομνημονεύει σειρὲς λέξεων, ποὺ κατὰ κάποιο τρόπο ἀλληλοσχετίζονται, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει την προέλευσή τους λογικά. (...) Δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι τὰ δεδομένα τῶν πειραμάτων συγκεντρώθηκαν ἀφοῦ εἶχε προηγηθεῖ ἡ διδασκαλία τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος στὴν ἀρχὴ τῆς χρονιᾶς καὶ στὶς δύο τάξεις καὶ ἀφοῦ ἐπακολούθησε μετὰ ἀπὸ τὴν 1η καὶ 2η Ἔκθεση ἡ ἀτομικὴ ἐξέταση ἑνὸς μεγάλου ἀριθμοῦ παιδιῶν καὶ τῶν δύο τάξεων. Ἂν δὲν εἶχε προηγηθεῖ τίποτε ἀπὸ αὐτά, εἶναι πολὺ πιθανὸ οἱ μέσοι ὅροι σφαλμάτων νὰ ἦταν πιὸ μεγάλοι.»

Αὐτὲς εἶναι μερικὲς ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις στὶς ὁποῖες καταλήγει ἡ ἔρευνα καὶ ποὺ δείχνουν τὴν ἀμηχανία, τὶς δυσκολίες καὶ τὰ ἀξεπέραστα ἐμπόδια ποὺ ἀντιμετωπίζουν οἱ μαθητὲς στὸ γραπτὸ λόγο ἐφαρμόζοντας τὸ μονοτονικὸ σύμφωνα βέβαια μὲ τοὺς κανόνες του καὶ ὄχι μὲ τὸ «δὲ βαριέσαι, βάλ᾿ τὸν τόνο ὅπου νά ᾽ναι ἢ μὴ βάζεις (ἐνῶ πρέπει) ἂν ἔχεις ἀμφιβολίες». Γιατὶ τότε τινάζουμε στὸν ἀέρα καὶ τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ ὅπως τινάξαμε στὸν ἀέρα πρωτύτερα καὶ τοὺς κανόνες τοῦ πολυτονικοῦ καὶ τί φταῖνε οἱ μαθητὲς ὅταν τοὺς μαθαίνουμε ὅτι οἱ κανόνες εἷναι γιὰ νὰ μὴν τοὺς τηροῦμε· αὐτὸ δὲν εἶναι ἐκπαίδευση, εἷναι μύηση στὴν ἀναρχία. Ὅλα εἶναι ἀλληλένδετα· καὶ τὸ μυαλὸ τοῦ παιδιοῦ θέλει σταθερὲς συντεταγμένες καὶ ὄχι ἀκτῖνες λέηζερ ποὺ σπαθίζουν τὸ μυαλό του καὶ τὸ διαμελίζουν. Ἂν ὑπὰρχει ἀναρχία στὸν γραπτὸ λόγο, θὰ ὑπάρξει καὶ στὴν ἔκφραση, θὰ ὑπάρξει καὶ στὴ σκέψη καὶ τέλος θὰ ὑπάρξει καὶ στὴν πράξη. ᾽Εκτὸς καὶ ἂν αὐτὸς ἦταν ὁ στόχος (ὄχι τῶν ἀπερίσκεπτων ἐφαρμοστῶν, ἀλλὰ τῶν ἀφανῶν ὑποκινητῶν): τουτέστιν ἡ πλήρης ἀναρχία.

Καὶ δὲν εἶναι τὰ πορίσματα τῆς πιὸ πάνω μελέτης τὰ μόνα ποὺ καταδικάζουν τὸ μονοτονικό, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ φιλόλογοι, καθηγητές, καὶ γυμνασιάρχες, σὲ ἐπιστολὲς στὸν Τύπο, σὲ ἄρθρα καὶ μελετήματα διατύπωσαν τὶς ἀντιρρήσεις τους γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου καὶ τὴν ἀμφίβολη χρησιμότητά του. Ἂς μὴν ξεχνοῦμε ὅτι στὴ μεγάλη τους πλειοψηφία εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δὲ μποροῦν νὰ τὰ ποῦν «ἔξω ἀπ᾿ τὰ δόντια». Σὲ ἰδιωτικὲς ὅμως συνομιλίες ἀναρωτιοῦνται μὲ ἔντονη ἀνησυχία: «ποῦ θὰ ὁδηγήσουν αὐτὰ ποὺ συμβαίνουν στὴν Παιδεία καὶ τὴ Γλῶσσα;» Φυσικὰ οἱ κομματικὰ ἐνταγμένες δασκαλίτσες καὶ οἱ μουσάτοι νεοφιλόλογοι αὐτοὺς θὰ τοὺς ποῦν: σκοταδιστές, ἀντιδραστικοὺς ἢ ἔστω συντηρητικούς. Θὰ τολμοῦσαν ὅμως νὰ ποῦν ἔστω καὶ συντηρητικὸ τὸν συνάδελφό τους κ. Σαρ. Καργᾶκο, αὐτὸ τὸ κοφτερὸ μυαλό, τὸν πεπειραμένο ἐκπαιδευτικὸ καὶ πνευματωδέστατο συγγραφέα (τὸ βιβλίο του Ἀλαλία μόλις τώρα τὸ λάβαμε, τὶς μέρες ποὺ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμές) ὁ ὁποῖος στὸ ᾽Επίμετρο τοῦ βιβλίου του, ἀφοῦ ὁμολογεῖ ὅτι ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἐπιδοκίμασαν τὸ μονοτονικὸ σύστημα, στὴ συνέχεια ἐξηγεῖ γιατὶ ἄλλαξε γνώμη καὶ τώρα ἀμφιβάλλει ἂν τελικὰ τὸ μονοτονικὸ ὠφέλησε καὶ ὅτι συνέχεται ἀπὸ τὸ φόβο πὼς ἡ ζημιά του εἶναι ὑποδόρια καὶ θὰ φανεῖ κάπως ἀργότερα, ὅταν ἐν ὀνόματι τῆς συνεχοῦς ἁπλούστευσης, προχωρήσουμε σὲ περαιτέρω ἁπλοποιήσεις γιὰ νὰ φτάσουμε κάποτε ἢ στὴ φωνητικὴ γραφὴ τοῦ Βηλαρᾶ ἢ στὴν καθιέρωση τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου. Μάλιστα ἐξετάζοντας τὸ πρόβλημα λεπτομερῶς ἀπαριθμεῖ τουλάχιστον 10 διαφορετικοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ μονοτονικὸ σύστημα θὰ πρέπει νὰ θεωρείται ἀπρόσφορο παιδαγωγικὰ καὶ ἐθνικὰ ἐπιζήμιο (σελ. 135 κ. ἑπ.).

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ διατυμπανιζόμενη εὐκολία: ὅτι τὰ παιδάκια μας δὲ θὰ κουράζονται νὰ μαθαίνουν κανόνες; ὅτι ἡ ἀγραμματοσύνη καὶ τὰ συνακόλουθα λάθη θὰ ἐκλείψουν; ὅτι τὸ μυαλὸ τῶν μαθητῶν δὲ θὰ καταρίβεται μὲ τὰ ταπεινὰ καὶ χρονοβόρα, ὅπως ἡ ἐλληνομάθεια, τὰ Ἀρχαῖα, ἡ ἐτυμολογία, ἡ ὀρθογραφία κ.ἄ.; (ἀλλὰ θὰ ὑψηλοφρονεῖ στὶς σφαῖρες τῶν κομματικῶν ἰδεολογιῶν...)

Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα-βόμβα καὶ τὰ «προτέστα» ἑκατοντάδων πνευματικῶν ἀνθρώπων (συγγραφέων, ποιητῶν, ἐκπαιδευτικῶν, καλλιτεχνῶν καὶ τόσων ἄλλων) ποιός θὰ προστατεύσει τὸ ΠΑΣΟΚ τῆς πρώτης περιόδου (τῆς δευτέρας περιόδου δὲ χρειάζεται προστασία γιατὶ παραδέχθηκε μόνο του τὰ σφάλματά του καὶ τὴν ἦττα του στοὺς περισσότερους τομεῖς) ἀπὸ τὴν ἀδέκαστη κρίση τῆς Ἱστορίας ὅτι πῆγε νὰ διορθώσει τὴν ᾽Εκπαίδευση, ὄχι μὲ μιὰν ἀνανέωση βάθους, ἀνακαινίζοντας τὰ πνευματικὰ στοιχεῖα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἐπιβάλλοντας μέτρα δημαγωγικὰ (λαϊκίστικα) ποὺ ἐκδιώκουν τὴν οὐσία καὶ έκτροχιάζουν τὴ γνώση; Ποιός θὰ ὑπερασπισθεῖ τους κ.κ. Βερυβάκη, Κουτσοχέρα, Κακλαμάνη καὶ μερικοὺς ἄλλους (κρυφοὺς) ὑπευθύνους, ἀπὸ τὴν κατηγορία ὅτι παρέσυραν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία σὲ μιὰ περιπέτεια ἄστοχη, ἐθνικὰ ὑπονομευτικὴ καὶ σήμερα πιὰ μετὰ τὶς ἀποκαλύψεις (παρασκήνιο, ξενικὴ διάβρωση, ἀνθελληνικὰ κέντρα ἀποφάσεων κ.λπ.) πολλαπλῶς διαβλητή; Ποιός θὰ πληρώσει τὸ κόστος αὐτῆς τῆς δῆθεν «προοδευτικῆς» καινοτομίας ὅταν ἐπισημοποιήθηκε πιὰ μιὰ νόθα κατάσταση; Ποιός καὶ μὲ τί τρόπο θ᾿ ἀποκαταστήσει τώρα τὴ συνέχεια, γιατὶ οἱ μαθητὲς ἀποκόπηκαν καὶ ἀποξενώθηκαν ἀπ᾿ ὅλη την τυπωμένη πνευματικὴ κληρονομιὰ (ἀρχαῖα κείμενα, λεξικά, ἐγκυκλοπαίδειες, κλασικὰ ἱστορικὰ καὶ φιλολογικὰ ἔργα τῆς νεώτερης γραμματείας μας); Ποιός θὰ ἐγκαλέσει τοὺς κ. κ. καθηγητὲς (ὁμότιμους καὶ συνωμότιμους) ποὺ ἀπὸ καθέδρας προπαγάνδισαν καὶ (μόλις βρῆκαν τὴν εὐκαιρία) εἰσηγήθηκαν ἕνα ἀδόκιμο καὶ σκάρτο τονικὸ σύστημα, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν πιὸ πάνω ἔρευνα-μελέτη;

Τώρα, ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῶν πραγμάτων δικαιώνονται οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Νέας Δημοκρατίας κ.κ. ᾽Αβέρωφ καὶ Μητσοτάκης, ποὺ ζήτησαν ἐπίμονα ἀναβολὴ ἐκείνης τῆς συζήτησης στὴ Βουλὴ γιὰ νὰ μελετηθεῖ τὸ θέμα τοῦ μονοτονικοῦ (ποὺ ἧταν ἀνύπαρκτο ἄλλωστε γιὰ τὴν καθόλου ἑλληνικὴ παιδεία) σὲ ὅλες του τὶς πτυχές, μιὰ καὶ προτάθηκε. Μπορεῖ τότε καὶ ἐκεῖνοι (ὅπως αἰφνιδιάστηκαν) νὰ μὴν εἶχαν ξεκαθαρισμένες ἀπόψεις, ἡ στάση τους ὅμως (ἡ ἀποχώρηση ἀπὸ τὴ συνεδρίαση εἶναι τὸ ἔσχατο μέσο γιὰ νὰ δείξει τὴ διαφωνία της ἡ Αντιπολίτευση) ἀποκαλύπτει ὅτι συνειδητοποιοῦσαν τουλάχιστον τὴν ἐθνικὴ καὶ πνευματικὴ εὐθύνη ποὺ εἷχαν σὰν πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐνώπιον ἑνὸς τόσου σοβαροῦ θέματος.

Αὐτὴ ἡ ἔρευνα-μελέτη θὰ ἔπρεπε νὰ εἰχε γίνει ἀπὸ ἕνα ὑπεύθυνο φορέα (ὄχι φυσικὰ κομματικό), σ᾿ ἕνα προπαρασκευαστικό, σ᾿ ἕνα δοκιμαστικὸ στάδιο, κυρίως στὸ χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης, ὁπότε θὰ διαπιστωνόταν ὅτι πᾶμε νὰ καταργήσουμε μιὰ δυσκολία μὲ μιὰν ἄλλη δυσκολία (ἀφοῦ οἱ μαθητὲς κάνουν καὶ πάλι λάθη, καὶ στοὺς βασικοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ καὶ στὶς ἐξαιρέσεις του, ὅπως τὸ ἀποδεικνύει στατιστικὰ ἡ ἔκθεση) καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ δεύτερη δυσκολία ἔχει καὶ τὸ ἀρνητικὸ πρόσβαρο τῆς ἐθνικῆς ἀποπτώχευσης. Θὰ ἔπρεπε μάλιστα νὰ γίνουν καὶ ἄλλες ἔρευνες καὶ ἄλλα πειράματα καὶ νὰ ἐρωτηθοῦν καὶ ἄλλα ἄτομα καὶ ὄχι μόνον φιλόλογοι, ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἄλλοι ποὺ μὲ τὸ ἀναγνωρισμένο καὶ καταξιωμένο ἔργο τους ἔχουν κερδίσει ἀριστίνδην τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρουν γνώμη γιὰ τὶς ὁποιεσδήποτε μεταβολὲς στὴ γραφὴ καὶ τὴ γλῶσσα. ᾽Ακόμα καὶ ἡ λέξη μεταβολὴ θὰ έπρεπε νὰ μᾶς γεμίζει δέος μπροστὰ στὸ σχεδιαζόμενο ἐγχείρημα). Ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ θὰ μεταβάλουμε τὸν τρόπο γραφῆς ἑνὸς λαοῦ καὶ τὸν τρόπο ποὺ μέσῳ αὐτοῦ ἐκφράζεται; Θὰ μᾶς ποῦν ἴσως ὅτι δὲν ὑπῆρχαν «κώδικες». Εἶναι ὅμως ἀλήθεια αὐτό; Τότε τί εἶναι τὰ ποιήματα τοῦ ᾽Εμπειρίκου, τοῦ Ἐγγονόπουλου, τοῦ Σεφέρη; Κώδικες εἶναι. Τί εἶναι τὰ ποιήματα καὶ τὰ πεζὰ τοῦ Ρίτσου καὶ τοῦ ᾽Ελύτη (καὶ οἱ δύο ἐναλλάσουνε τὴν ποίηση μὲ τὸν πεζὸ λόγο γιὰ νὰ δείξουν ὅτι καὶ οἱ δύο τρόποι ἀπ᾿ τὴν ἴδια πηγὴ κατάγονται). Καὶ αὐτὰ κώδικες εἶναι. Τί εἶναι ἡ ποίηση τοῦ Παπατσώνη, τοῦ Δημάκη, τοῦ Ράντου, τοῦ ᾽Αναγνωστάκη, τοῦ Παπαδίτσα, τοῦ Βαφόπουλου, τοῦ Μπάρα, τοῦ Δημ. Παπακωνσταντίνου, τοῦ Κατσαροῦ καὶ δεκάδων ἄλλων πρὸς αὐτοὺς ἰσαξίων ποὺ ἄντλησαν καὶ ἀντλοῦν τὸ λεξιλόγιο καὶ ἐκφραστικὸ ὑλικὸ τῆς ποίησης τους ἀπὸ ὅλη τὴν πολυμορφία καὶ τὸν διαχρονικὸ πλοῦτο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ ποὺ κανεὶς τοὐς δὲ σκέφτηκε νὰ «μονοτονίσει», δηλαδὴ ν᾿ ἀλλάξει τἡ γραφὴ ὅπως τὴ διδάχτηκε κι᾿ ὅπως τὴν παρέλαβε. Καὶ αὐτοὶ κώδικες ἔδωσαν, ἢ ἐπειδὴ εἶναι πολὺ συγκαιρινοί μας ἂς τοὺς ποῦμε προτάσεις κωδίκων.

Οἱ ποιητὲς εἶναι οἱ κορυφαῖοι παθολόγοι τῆς γλώσσας (καὶ δόξα τῷ Θεῷ ἔχουμε πολλούς, περισσότερους ἴσως ἀπὸ κάθε ἂλλο ἔθνος). Σκυμμένοι πάνω στὰ χαρτιά τους ἐξετάζουν τὰ συμπτώματα καὶ γράφουν συνταγὲς θεραπείας. Καὶ ἂν χρειαζόμαστε μερικοὺς χρυσοὺς κανόνες, ἱπποκράτειους, ἂς πᾶμε στὸν Κάλβο, στὸ Σολωμό, στὸν Παλαμᾶ. Καὶ ἂν οἱ ποιητές μας εἶναι μὲν ὁ κυριακάτικος ἐκκλησιασμός μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλες ἕξη μέρες τῆς ἑβδομάδας ποὺ εἶναι ἀναγκαία ἡ καθημερινὴ ἐπι-κοινωνία, τότε ἂς πᾶμε στοὺς πεζογράφους μας (καὶ ἔχουμε ἀκόμα πιὸ πολλούς, δόξα στὸν Ὕψιστο). ᾽Απὸ τὸ 1920 καὶ ἐδῶ ἕνα πλῆθος διηγηματογράφων, μυθιστοριογράφων, δοκιμιογράφων καὶ ἀρθρογράφων ἐφημερίδων, δὲν ἔκαναν καὶ δὲν κάνουν τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ καταθέτουν προτάσεις γραφῆς στὸ ἑλληνικὸ παρόν. Γιὰ νὰ μὴν πᾶμε στοὺς παλαιότερους καὶ γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθοῦμε στοὺς ζωντανούς, ἂς θυμηθοῦμε, καὶ σὰν φόρο τιμῆς πρὸς τὴ μνήμη τους, τρεῖς πεζογράφους μας ποὺ τόσο πρόωρα χάθηκαν: τὸν Κώστα Χατζηαργύρη, τὸ Νίκο Καχτίτση καὶ τὸ Γιῶργο ᾽Ιωάννου ποὺ ἀξιοποίησαν ὅσο κανεὶς ἄλλος τὴ γλωσσικὴ κληρονομιὰ τῆς γενιᾶς τοῦ 30 ἀποκρυσταλλώνοντας τὸ γραπτὸ ἐλληνικὸ λόγο σὲ ὁριακὰ γιὰ τὴν ἐποχή μας πρότυπα.

Ἂς μὴ ζητᾶμε τὸ ἀπόλυτο ποὺ ἄλλωστε δὲν ὑπάρχει οὔτε στὴν ἀπόλυτη ποίηση. Ἀλλὰ εἶναι ἴσως ἡ πρώτη φορὰ μετὰ τοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ποὺ ὴ γλῶσσα μας ἔφθασε σὲ τόση ἑνότητα ὕφους, γραφῆς, λεξιλογίου, σύνταξης καὶ ρυθμοῦ, ὅσην ἐμφανίζει σήμερα. Βέβαια ὅλα αὐτὰ συντελέσθηκαν ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες καὶ ἀντιμαχίες. Σὲ τελικὴ ἀνάλυση αὐτὸ ἦταν εὐτύχημα· χωρὶς ἀντιμαχία δὲ βγαίνει τίποτα καλό, δὲν ἐπέρχεται ἡ σύνθεση. Αὐτὴ ἡ σύνθεση ὁλοκληρώθηκε μέσ᾿ τὸ μυαλὸ τῶν δημιουργῶν, οἱ «συναινετικὲς» διαδικασίες μέσ᾿ τὸ πνεῦμα τους περιχαρακώθηκαν. Είχαμε φτάσει σὲ κάποιο «πέρας».

Εἴπαμε ὅτι οἱ ποιητές μας ἧταν οἱ παθολόγοι ποὺ διέγνωσαν τὶς «παιδικὲς» ἀρρώστιες τῆς γλώσσας μας καὶ μὲ τὶς ὁδηγίες τους τὶς ξεπεράσαμε. ᾽Αλλὰ καὶ οἱ πεζογράφοι μας ἀναδείχθηκαν σὲ ἀρχιτέκτονες τῆς γλώσσας μας: μᾶς στέγασαν. Εἴχαμε πιὰ τὸ «σπίτι» μας· δὲ χρειαζότανε νὰ καταφεύγουμε σὲ κάποια «λοκάντα», οὔτε ἡ συνεννόηση μεταξύ μας νὰ καταλήγει βαβυλωνία. ᾽Απὸ κεῖ καὶ πέρα τὸ πρόβλημά μας ἡταν ἡ διακόσμηση· ὁ χῶρος πολύς, ὁ καθένας νὰ βάλει τὸ «γοῦστο» του· καὶ τὸ τάβάνι ἁψηλό, πολὺ άψηλό, σχεδὸν ὅσο καὶ ὁ τροῦλλος τῆς Ἁγιὰ-Σοφιᾶς, ν᾿ ἀφήσει ὁ καθένας τὸ πνεῦμα του νὰ πετάξει, ἐν εἴδει περιστερᾶς, ὅσο βαστᾶνε τὰ φτερά του.

Οἱ δημιουργοὶ λοιπὸν κατέθεσαν τοὺς κώδικές τους. Καὶ ἂς πᾶνε νὰ λένε οἱ κρατικοὶ γλωσσοδιορθωτὲς ὅτι αὐτοὶ κρατᾶνε τοὺς κώδικες. Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἔχουμε δύο Νόμπελ· ἂν δὲν εἴχαμε γλῶσσα καὶ χρειαζόμαστε νόμους τοῦ Κράτους γιὰ νὰ τὴν καθιερώσει, ἡ ποίησή μας δὲ θὰ μποροῦσε νὰ παραγκωνίσει δεκάδες ἄλλα ὀνόματα διεθνοῦς κύρους τοῦ λογοτεχνικοῦ στερεώματος. Καὶ ἂν ὑπάρχουν ἑκατὸ προσωπικότητες στὴ σύγχρονη ἐποχὴ ποὺ ἔχουν συνείδηση τῆς παγκοσμιότητας τοῦ πνεύματος, καὶ σὰν ὅραμα καὶ σὰν διατύπωση, ἀνάμεσά τους κάλλιστα θὰ εἶχαν θέση δέκα τουλάχιστον δικοί μας ἀπὸ ὅσους ἔζησαν στὸ πρόσφατο παρελθὸν ἢ ζοῦν ἀκόμα μεταξύ μας. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, παρὰ τὸ ὀλιγάνθρωπο τῆς Φυλῆς μας, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ διαθέτουμε Γλῶσσα.

Καὶ ρωτᾶμε:

Ἀπ᾿ αὐτὴν τὴ γλῶσσα τῶν δημιουργῶν βγῆκε ἡ κρατικὴ γλῶσσα ποὺ θέλουν νὰ μᾶς ἐπιβάλουν;

Ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς κώδικες γραφῆς βγῆκε τὸ μονοτονικό;

Ὄχι βέβαια. ᾽Αλλὰ ἀπὸ κάποιες ἀραχνιασμένες θεωρίες, ἀπὸ κάποια ξεπερασμένη Γραμματική, καὶ ἀπὸ κάποιες αὐθαίρετες ἐπεμβάσεις στὸν τονισμὸ καὶ τὴν ὀρθογραφία. Τὸ Κράτος ἄκουσε τὶς προτροπὲς τῶν «ἰδιοτρόπων λογίων» καὶ ἔρριξε τὰ ΚΕΙΜΕΝΑ (ξανασκεφτεῖτε τὴν ἀπαρασάλευτη καὶ διαχρονικὴ σημασία τῆς λέξεως) στὸ «χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας». ᾽Εμεῖς προβλέπουμε ὅτι τὰ ΚΕΙΜΕΝΑ θὰ διασωθοῦν ὅπως γράφτηκαν. Καὶ μᾶλλον αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ «χρονοντούλαπο τῆς Ἱστορίας» θὰ καταπιεῖ κάποια μέρα καὶ τοὺς πολιτικοὺς ποὺ τὸ ἐφεῦραν, Γιατὶ Ἱστορία δὲ γράφεις μὲ τὴν κατεδάφιση καὶ τὴν ἰσοπέδωση.

Ὅταν λὲς σὲ μιὰ διωρισμένη Ἐπιτροπή: Πάρτε τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, στριμώξτε την μέσα στὰ καλούπια τοῦ Τάδε (αὐτὸς ὁ Τάδε μπορεῖ νὰ εἶναι ἄτομο, δῆθεν σοφός, ἢ καὶ ἰδεολογία) καὶ ὅ,τι περισσέψει ψαλιδίστε το καὶ πετάξτε το, τότε οὔτε «ἀρχηγὸς» λέγεσαι, οὔτε πολιτικός, οὔτε κἂν δημαγωγός· λέγεσαι κουφόνους. Καὶ ἂς πασπαλίζεις μὲ ὡραῖα λόγια τὶς «ἐμβριθεῖς» θεωρίες σου. Καὶ ἀλίμονο στὸν τόπο ποὺ τὸν κυβερνοῦν κουφόνοες. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν χάσει τὸν μῖτον καὶ σὲ λίγο ἐμεῖς ὁ λαὸς (καὶ ὄχι αὐτοὶ βέβαια) θὰ κληθοῦμε νὰ δρέψουμε τὸν ἀμητὸν τῶν συμφορῶν. Ἤδη τὰ πρῶτα δυσοίωνα συμπτώματα κρούουν τὴν θύραν. Στὴν ἀρχὴ γίνονται αἰσθητὰ τὰ οἰκονομικά· τὰ πνευματικὰ θὰ φανοῦν κάπως ἀργότερα. Στὸ Μεγάλο Σχεδιασμὸ δὲν ἀρκεῖ νὰ γίνουμε λαὸς πενήτων, ἀλλὰ καὶ λαὸς ἀ-νοήτων. Καὶ ἡ ἀγλωσσία θὰ βοηθήσει πολὺ στὴν πλήρη ἀποβλάκωσή μας. Γιὰ νὰ γίνουμε λαὸς ὑπηρετῶν καὶ μόνον.

 

Ὅταν σκέφτεσαι λίγα πράγματα, ἔχεις φτωχὸ λεξιλόγιο· καὶ ὅταν ἔχεις φτωχὸ λεξιλόγιο σκέφτεσαι καὶ λίγα πράγματα. Ὅταν δὲν ξέρεις νὰ γράφεις, ὅταν δὲν διδάχτηκες τὴν ἱστορικὴ ὁρθογραφία τῆς γλώσσας σου, δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶσαι θυμόσοφος, δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶσαι πολυμήχανος καὶ νὰ παθιάζεσαι μὲ τὶς ἰδέες ποὺ κατεβάζει τὸ μυαλό σου, ἀλλὰ μένεις πάντα ἀπελέκητος, δὲν ἀποκτᾶς ὀργανωμένη σκέψη, κυριεύεσαι ἀπὸ πρωτόγονες παρορμήσεις. Ἡ πιθανότητα νὰ γίνεις Μακρυγιάννης (ἀκόμα καὶ μἐ τὶς τόσες του δυσεξήγητες ἀτέλειες) εἶναι μιὰ στὸ ἑκατομμύριο. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, αὐτῆς τῆς «κοψιᾶς» ἄνθρωποι, βρίσκονται σὲ πνευματικὸ ἐπίπεδο πολὺ κάτω τοῦ μετρίου· καὶ φυσικὰ σὲ τίποτα δὲ βοηθοῦν τὸν πολιτισμό.

Ἕνας λαὸς γιὰ νὰ δημιουργήσει πολιτισμὸ (καὶ ὁ πολιτισμὸς εἶναι μόνο πνευματικός) χρειάζεται δύσκολη γλῶσσα· περίπλοκη γλῶσσα. Νὰ τολμήσουμε νὰ τὸ ποῦμε πιά. Ὅσο ἁπλουστεύουμε, τρῶμε τὰ κεφάλαια μας, πᾶμε γιὰ πτώχευση. Μακάρι νὰ μπορούσαμε νὰ ξαναζωντανέψουμε καὶ τὰ ἀπαρέμφατα καὶ τὶς μετοχὲς καὶ τοὺς παρακείμενους καὶ τὴν πλούσια παρακαταθήκη τῶν ἐπιθέτων καὶ τ᾿ ἀρχαιόπρεπα ἐπιρρήματα — ἦταν ἀπαραίτητα στὴ δόμηση τοῦ γραπτοῦ λόγου. ᾽Εξάλλου ὅλες οἱ γλῶσσες τὰ διατήρησαν, μόνον ἐμεῖς βιαστήκαμε νὰ τ᾿ ἀποβάλουμε, γιατὶ, λέει, δὲν τὰ ἔχει τὸ δημοτικὸ τραγούδι! Μακάρι νὰ λέγαμε στὰ παιδιὰ νὰ ψάχνουν στὰ λεξικὰ (τὰ παλαιότερα, ἂν ὄχι τῶν Λίντελ-Σκὸττ καὶ Βυζαντίου, τουλάχιστον τὰ πιὸ σύγχρονα καὶ προσιτὰ τῶν Δημητράκου, Σταματάκου καὶ «Πρωΐας» καὶ ὄχι βέβαια τῆς τελευταίας φουρνιᾶς τὰ «μονοτονικά», ποὺ ἔχουν πάθει καχεξία καὶ ἀπὸ τὴν ἀπασβέστωση ἔχουν στρεβλώσει καὶ τὶς ἔννοιες) καὶ νὰ μάθαιναν, λέμε, τὰ παιδιὰ κάθε μέρα καὶ μιὰ καινούρια λέξη, μιὰ μόνον, σχετίζοντὰς την μὲ ἄλλες συγγενεῖς γιὰ νὰ μὴ δυσκολεύονται νὰ βροῦν, ὅταν ἀναπτύσσουν ἕνα θέμα, τὴν πιὸ ἀκριβόλογη διατύπωση.

Ὁ Ποιητὴς λέγει:

«Τὰ παιδικά μου χρόνια εἶναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα πολὺν ἄνεμο γιὰ νὰ μεγαλώσω. Μόνο ἔτσι ὅμως ἔμαθα νὰ ξεχωρίζω τοὺς πιὸ ἀνεπαίσθητους συριγμούς, ν᾿ ἀκριβολογῶ μὲς στὰ μυστήρια.

Μιὰ γλῶσσα ὅπως ἡ ἑλληνικὴ ὅπου ἄλλο πράγμα εἷναι ἡ ἀγάπη καὶ ἄλλο πράγμα ὁ ἔρωτας· ἄλλο ἡ ἐπιθυμία καὶ ἄλλο ἡ λαχτάρα· ἄλλο ἡ πίκρα καὶ ἄλλο τὸ μαράζι῾ ἄλλο τὰ σπλάχνα, κι᾿ ἄλλο τὰ σωθικά.»

Καὶ συμπληρώνουμε οἱ μὴ ποιητές: ἄλλο πρᾶγμα ἡ εἰρήνη τῶν πλακὰτ καὶ ἄλλο πρᾶγμα τὸ Εἰρήνη ὑμῖν τοῦ Εὐαγγελίου· ἄλλο τὸ ἐνάντια καὶ ἄλλο τὸ κατ᾿ ἐναντίων· ἄλλο ἡ ἀλλαγὴ καὶ ἄλλο ἡ συναλλαγή· ἄλλο ἡ διολίσθηση καὶ ἄλλο ἡ κατρακύλα· ἄλλο ἡ ἰδεολογία κι᾿ ἄλλο ὁ ἐμπαιγμός.

Ἂν οἱ μαθητὲς κατέγραφαν τὶς λέξεις καὶ τὶς ἀντιλέξεις σ᾽ ἕνα τετράδιο στὸ τέλος θὰ εἶχαν ἕνα σοφὸ βιβλίο στὰ χέρια τους ποὺ θ᾿ ἄξιζε περισσότερο ἀκόμα κι᾿ ἀπ᾿ τὸ πτυχίο ποὺ παίρνουν ἀπ᾿ τὰ Πανεπιστήμια. Γιατὶ θὰ μποροῦσαν νὰ «ξεχωρίζουν τοὺς ἀνεπαίσθητους συριγμούς». Καὶ κάτι τέτοιο δὲν τὸ θέλει τὸ Κράτος: ὁ πολίτης νὰ «πιάνει» ἤχους ἀπαγορευμένων συχνοτήτων. Εἴπαμε: νὰ ἐκστασιάζεται μὲν μὲ τὰ ὁράματα, ἀλλὰ ὄχι καὶ ν᾿ ἀποκρυπτογραφεῖ τὰ παρόραματα τῆς Ἐξουσίας! Γι᾿ αὐτὸ τοῦ εἶναι ἀρκετὸ ἕνα τρανζίστορ τῶν (κρατικῶν) χιλιοκύκλων ἢ ἔνα λεξικὸ τῶν πεντακοσίων (ἐπιτρεπομένων) λέξεων. Τί τοῦ χρειάζεται ἡ λέξη ἀρωγή; Ὅταν τὸν ζώνουν οἱ ἐφιάλτες ἀρωγὴ θὰ φωνάξει; Θὰ φωνάξει βοήθεια. Βοήθειαααα...

Καὶ κάτι ἀκόμα· οἱ ἑλληνικὲς λέξεις δὲν σώζονται χωρὶς ὀρθοφωνία. Ὁ ἑλληνικὸς λόγος εἷναι μουσικός· δὲν εἷναι μονότονος, κυμαίνεται πάνω σὲ γκάμα. Ἡ προσωδία δὲν ἐξέλιπε, ἀλλὰ σημειώνεται μὲ τοὺς τόνους ποὺ εἶναι τὰ μουσικὰ σημάδια τῆς ὀρθῆς ἐκφώνησης. Κάθε φθόγγος, κάθε συλλαβὴ ἔχει διαφορετικὸ χρονικὸ πλάτος καὶ διαφορετικὸ τονικὸ ὕψος. Ὅλες οἱ συλλαβὲς δὲν χρωματίζονται φωνητικὰ τὸ ἴδιο, δὲν ἔχουν τὴν ἴδια ἔνταση «πνοῆς». Αὐτὸ διαπιστώνεται εὐκολώτατα ἀπ᾿ ὅποιον μιλάει σωστὰ ἐλληνικά, φτάνει νὰ προσέξει, προφέροντας μιὰ φράση, πόσο διαφορετικὰ τονίζει ἢ ἐπιμηκύνει κάποιες συλλαβές. Ἒ λοιπόν, αὐτὲς οἱ κορυφώσεις καὶ αὐτὲς οἱ «ἐκτάσεις» σημειώνονται μὲ τοὺς τόνους. Καὶ ἡ βαρεῖα καὶ ἡ περισπωμένη εἶχαν καὶ ἔχουν τὴ σημασία τους, ἀκόμα καὶ ἡ δασεῖα σὲ πολλὲς περιοχὲς προφέρεται κάνοντας τραχὺ τὸ δασυνόμενον φωνῆεν (ὁ γήλιος, τὸ γαῖμα), ἀλλὰ καὶ δείχνει ὅτι πρέπει νὰ «μαλακώσει» τὸ σύμφωνο τῆς ἐκθλιβόμενης λέξεως ποὺ προηγεῖται. Αὐτὰ ὅλα εἶχαν τὴ σημασία τους προκειμένου νὰ διατηρηθεῖ ἡ μουσικότητα τῆς γλώσσας. Τὸ μονοτονικὸ τὰ ἰσοπεδώνει ὅλα. Ὑπονοεῖ ὅτι ὅλες οἱ συλλαβὲς τονίζονται τὸ ἴδιο· εἴτε ὁ τόνος πέφτει στὴν ἀρχή, εἴτε στὴ μέση, εἴτε στὸ τέλος μιᾶς λέξεως. Καὶ οἱ μονοσύλλαβες ποὺ δὲν τονίζονται (στὴν πλειονότητά τους) μὲ τὸ νέο σύστημα; Θὰ τὶς λέμε γρήγορα; ψιθυριστά; Καὶ ὅμως πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς ἀνάλογα μὲ τὴν ἔνταση τοῦ τόνου δίνουν νόημα σὲ μιὰ φράση. Βέβαια σήμερα μιλᾶμε χωρὶς νὰ ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψη μας τὰ σημάδια τοῦ τονισμοῦ. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἰναι σοβαρὸ ἐπιχείρημα. ᾽Επειδὴ ἔχουμε πολλοὺς πρακτικοὺς ὀργανοπαῖχτες θὰ πρέπει νὰ κάψουμε τὶς παρτιτοῦρες;

Ὅταν παλαιότερα τονίζαμε σωστά, δίναμε ἔμφαση στὴ μουσικὴ ἀνάγνωση. Καὶ ὅσοι δὲν ἦταν ἀναγνῶστες, είτε γιατὶ τοὺς ἀπωθοῦσε τὸ βιβλίο, εἴτε γιατὶ δὲν ἤξεραν πολλὰ γράμματα, ἀκούγοντας κάποιον ν᾿ ἀπαγγέλλει ἢ νὰ μιλάει ἢ νὰ ψέλνει, μάθαιναν, ἂν ὄχι τὸν τονισμὸ κάθε λέξεως, πάντως τὸ ρυθμὸ τῆς γλώσσας. Ὅταν οἱ παλιοὶ μιλοῦσαν, γίνονταν πάντα κατανοητοί, εἴτε ἡταν γραμματισμένοι εἴτε ὄχι. Κι᾿ αὐτὸ γιατὶ πήγαιναν τακτικὰ στὴν ᾽Εκκλησία. ᾽Εκεῖ στὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο (καὶ σὲ κάποια ποιήματα) διασώζονται σὲ ἁρμονικὴ συνύπαρξη ἡ ἀπαγγελία, ὁ ρυθμὸς καὶ ὁ τονισμός. Τὰ κείμενα εἰναι σωστὰ τονισμένα, ἀνάλογα μὲ τὴν ἔνταση τῆς φωνῆς. Ἂς θυμηθοῦμε τὴν περίφημη φράση ποὺ ἀναφωνεῖ ὁ ἱερέας κατὰ τὴ λειτουργία (καὶ ποὺ τὴν ξέρουμε καὶ τὴν ἔχουμε προσέξει ὅλοι, γιατὶ ὅσο προοδευτικοὶ κι᾿ ἂν εἴμαστε κάποτε θὰ ἐκκλησιαστήκαμε).

Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα.

᾽Εδῶ οἱ βαρεῖες, οἱ περισπωμένες καὶ ὅπου ὑπάρχουν ὀξεῖες σὲ σχέση μὲ τὸ τί τονίζεται, μόριο, ἀντωνυμία, θέσει μακρά, καθοδηγοῦν τὸν λειτουργὸ νὰ δώσει τὴν ἔκταση καὶ τὴν ἔνταση τῆς κάθε συλλαβῆς· ἔτσι τὰ παρέλαβε, ἔτσι τὰ μεταδίνει. Πάνω σ᾿ αὐτὴν τὴ φράση μπορεῖ νὰ γίνει ὁλόκληρο μάθημα γιὰ τὴ σημασία ποὺ ἔχουν οἱ τόνοι στὴ μουσικότητα καὶ στὸ ρυθμὸ τῆς γλώσσας μας. Φυσικὰ ἐδῶ δὲ μποροῦμε νὰ ἐπεκταθοῦμε ἄλλο. Μόνο θὰ σημειώσουμε ὅτι στὴν ἀρχὴ τῆς φράσης ἔχουμε ἕξη μονοσύλλαβα στὴ σειρά. Καὶ ὅτι τὸ καθένα ἀπ᾿ αὐτὰ ἔχει ἰδιαίτερο τόνο (ἀκόμα καὶ ἡ ψιλὴ πάνω στὸ «ἐκ» ἔχει σημασία· δείχνει ὅτι συνεκφέρεται μὲ τὸ τελείωμα τῆς πνοῆς τοῦ βαρέως καὶ ἐκτεταμένου σααααα). Τώρα τὸ μονοτονικὸ λέγει ὅτι αὐτὰ δὲν τονίζονται, δηλαδὴ θὰ ἔχουν αὐτὴ τὴ μορφή:

τα σα εκ των σων σοι

καὶ στὴν ὁμιλία:

τασαεκτωνσώνσοι

Καὶ ὅταν μεθαύριο δὲ θὰ τονίζονται οὔτε οἱ πολυσύλλαβες λέξεις, ποὺ θὰ διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη κατὰ άλυσωτὴ παράταξη, τότε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα θ᾿ ἀκούγεται συριχτή, ἐμφυσηματική, μονόχορδη σὰν νὰ βγαίνει ἀπὸ πλαστικὸ λαρρύγι, ὅπως ἡ φωνὴ τοῦ μακαρίτη Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ.

Λέτε νὰ εἴμαστε μακρυὰ ἀπὶ ἐκείνη τὴν ἐποχή; Δὲν τὸ νομίζουμε· ὅλα δείχνουν ὅτι πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁδεύουμε μὲ ἐπιτάχυνση. Καὶ ἡ ἐπιτάχυνση προκαλεῖται ὅταν λείψουν οἱ ἀνασχετικοὶ παράγοντες: ἱστορικὴ ὁρθογραφία, λογία παράδοση, ἐτυμολογία, λεξιλόγιο, γραμματική, συντακτικὸ (γιὰ νὰ μὴ μᾶς φέρει ἀλλεργία ἡ λέξη, ἂς τὴν ποῦμε δόμηση τῆς φράσεως). Μπορεῖ ὅλα αὐτὰ νὰ μὴ χρειάζονται καὶ τόσο στὸ μέσον ἄνθρωπο, στὸν ἁπλὸ πολίτη· ἀλλὰ πρέπει νὰ σεβόμαστε τὸ ἔργο ἐκείνων τῶν «λογὰδων τοῦ Ἔθνους» (ποὺ δὲν ἀνήκουν μόνο στὴν παλιὰ ἐποχή, ἀλλὰ κάποιοι εἶναι καὶ σύγχρονοί μας), ποὺ ὁργάνωσαν τὴ γλῶσσα μας· καὶ αὐτὴν τὴ γλῶσσα νὰ τὴ διαφυλάσσουμε «ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ». Ἴσως ὁ μέσος ἀνθρωπος νὰ παραμείνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ «μέσος». Μπορεῖ ὅμως τὸ παιδί του ἢ τὸ ἐγγόνι του νὰ γεννηθοῦν μεγαλοφυΐες. Καὶ νὰ χρειασθοῦν ἕνα ἐργαλεῖο ἕτοιμο, γιὰ περαιτέρω τεχνουργήματα καὶ ἀριστουργήματα· καὶ ὄχι νὰ φᾶνε τὴ ζωή τους πασχίζοντας νὰ φτιάσουν αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ ἐργαλεῖο. Ἔτσι δὲν πάει μπροστὰ ὁ πολιτισμός. Οἱ κυβερνῶντες ὁλοένα κι᾿ ἐξορκίζουν τὰ «πισωγυρίσματα»· ἀλλὰ δὲν κάνουν καὶ τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ «πισωγυρίζουν». Φτωχαίνοντας τὴ γλῶσσα μὲ τὶς ἁπλουστεύσεις καὶ τοὺς ἀκρωτηριασμοὺς ἀπεργαζόμαστε τὴν πνευματικὴ γενοκτονία τῶν ἐπερχομένων γενεῶν. Ὅπως δὲν ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ πειραματιζόμαστε καὶ πάνω στὰ σημερινὰ νιάτα.

Αὐτοὶ οἱ πειραματισμοί, καὶ οἱ ἀναστατώσεις ποὺ συνεπιφέρουν, θὰ παρασύρουν μερικὲς γενιὲς σὲ φοβερὴ ἐκφραστικὴ σύγχυση, κυρίως στὸ γραπτὸ λόγο. Στὸν προφορικὸ λόγο μερικὲς νέες λέξεις, κάποιες τεχνητὲς ἐκφράσεις (εἴτε τὶς ἐπιβάλλει ἡ πολιτικὴ εἴτε ἡ «ἀργκὸ») μπορεῖ νὰ κάνουν κακό, ἀλλὰ τὸ κακὸ αὐτὸ προσβάλλει τὶς «κλειδώσεις» τῆς γλώσσας, δὲν πάει μέχρι τὸ μυελὸ τοῦ ὀστοῦ. Οἱ καινοτομίες, ἂν δὲν προσαρμόζονται στὸ τυπικὸ τῆς γλώσσας καὶ στὸ ρυθμό της, παραμένουν γιὰ λίγο σὰν μόδα καὶ ὕστερα ἀπὸ κάποιο διάστημα περνοῦν καὶ ξεχνιοῦνται. Στὸ γραπτὸ λόγο ὅμως τὰ πράγματα εἶναι πιὸ σοβαρά. Γιατὶ ἐκεῖ ἡ ὅποια «μεταρρύθμιση» περνάει ἀπ᾿ τὸ σχολεῖο, βαθμολογεῖται καὶ ἀργότερα ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν προϊσταμένη ᾽Αρχή. Δύσκολο νὰ ξεφύγεις ἢ νὰ διατηρήσεις τὸ δικό σου κώδικα. Ὅλα λοιπὸν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ τί σκέφτεται τὸ Κράτος, ἀφοῦ ἀπὸ κεῖ ἐκπορεύονται τὰ πάντα: προγράμματα, ἰδεολογικὴ γραμμή, τρόποι γραφῆς, (ἐδῶ ἀποφεύγουμε τὸν ὅρο ὀρθογραφία γιατὶ τὸν ὀρθὸ τρόπο δὲν τὸν καθορίζουν πιὰ οἱ νόμοι τῆς γλώσσας καὶ τῆς ἐτυμολογίας, ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ Κράτους).

Εἶναι γεγονὸς πιὰ ὅτι τὸ Κράτος πειραματίζεται πάνω στὴ γραφή. Σήμερα ἐπιβάλλει στοὺς μικροὺς μαθητὲς νὰ μάθουν τὸ μονοτονικό. Ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς ἐπιβολῆς του ἡταν ὅτι ἁπλουστεύει τὸν παραδοσιακὸ τρόπο τονισμοῦ καὶ ἔτσι ἀπαιτεῖ λιγότερη προσπάθεια, γίνονται λιγότερα λάθη. ᾽Αλλὰ μήπως αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρήκαμε ἐπιτέλους ἕνα «λογικὸ» τρόπο, ἕναν «τελειωτικό», ἂν ὄχι τέλειο τρόπο γραφῆς καὶ ἐκεῖ θὰ μείνουμε; Κάθε ἄλλο. Καὶ οἱ εἰσηγητὲς τοῦ μονοτονικοῦ καὶ οἱ κυβερνητικοὶ παράγοντες δὲν παύουν νὰ δηλώνουν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνα «πρῶτο βῆμα» στὴν περαιτέρω ἁπλούστευση τῆς ὀρθογραφίας. Κάποιοι μάλιστα γλωσσοσύμβουλοι τὸ ἤθελαν πιὸ «ὀρθόδοξο», γιὰ νὰ προχωρήσουμε ταχύτερα σὲ πιὸ ριζικὲς «ἀλλαγὲς» στὸ γραπτὸ λόγο.

 

Αὐτὰ ἧταν τροχιοδεῖκτες γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὁ ἀπώτερος καὶ τελικὸς στόχος. ᾽Ελάχιστοι τὰ πρόσεξαν τότε· οἱ περισσότεροι κοιμόντανε ὕπνον βαθύ, καὶ πολλοὶ τὰ νόμισαν κάτι σὰν τὰ ἀκίνδυνα βεγγαλικά. Καὶ ὅμως ἦταν ἀσκήσεις, ἦταν προετοιμασίες γενικῆς ἐπίθεσης. Πότε θὰ πραγματοποιηθεῖ αὐτὴ ἡ ἐπίθεση; Φυσικὰ μόλις τὸ ἐπιτρέψουν οἱ γενικώτερες συνθῆκες καὶ ἀφοῦ ὴ προπαγάνδα προλειάνει τὸ ἔδαφος, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρξουν «ἑστίες ἀντιστάσεως».

Ἀπὸ τὶς ἐνδείξεις ποὺ ἔχουμε, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν δύο τρόποι ἐνεργείας, δύο σενάρια. Τὸ πρῶτο εἶναι ν᾿ ἀκολουθηθεῖ μιὰ σταδιακὴ ἐξέλιξη πρὸς τὴν πλήρη ἁπλούστευση: τὴ φωνητικὴ γραφὴ καὶ πιθανῶς καὶ τὴν παράλληλη ἢ καὶ ἀποκλειστικὴ διδασκαλία τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου στὰ σχολεῖα καὶ τὴν προβολή του μέσα ἀπὸ τὴν κρατικὴ τηλεόραση. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἐπέμβαση θ᾿ ἀφήνεται νὰ περάσει κάποιο χρονικὸ διάστημα γιὰ νὰ ἐκτονώνονται οἱ τυχὸν ἀντιδράσεις, ἀλλὰ ταυτόχρονα θὰ ἐπιχειροῦνται καὶ δοκιμαστικὲς ἀπόπειρες τοῦ τρόπου τῆς ἑπομένης φάσεως γιὰ «νὰ δοῦμε πῶς τὸ δέχεται ἡ κοινὴ γνώμη». Οἱ ἀπόπειρες αὐτὲς παίρνουν τὴ μορφὴ ἐπιστημονικῶν πραγματειῶν, εἰσηγήσεων, ἀλλὰ καὶ πρακτικῶν ἐφαρμογῶν, εἴτε ἀπὸ ὁμόφρονες ἰδιῶτες, εἴτε ἀπὸ τὰ μαζικὰ μέσα τὰ ὁποῖα διευθύνονται ἢ κατευθύνονται ἀπὸ «δικούς μας ἀνθρώπους».

Τὸ δεύτερο σενάριο εἶναι ν᾿ ἀφήσουν κατὰ μέρος τὰ προσχήματα, δηλαδὴ τὴ σταδιακὴ διάβρωση καὶ νὰ ἐπιβάλουν «ἄμεσα», ὅπως θὰ ἔλεγαν οἱ θεωρητικοί τους, ἕναν τρόπο γραφῆς ποὺ θὰ εἶναι «λογικός», σύγχρονος, οἰκονομικὸς κ.λπ., πάντως μὲ τὸν πλήρη ἐξοβελισμὸ τῶν ψηφίων τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου ἢ τὴν ὑποτυπώδη διατήρηση κάποιων ἀπ᾿ αὐτά, καὶ ὁπωσδήποτε κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας.

Αὐτὸ τὸ σύστημα γραφῆς στὶς λεπτομέρειες του δὲν εἶναι ἀπόλυτα σαφές· κατὰ καιροὺς ἔχουν προταθεῖ πολλοὶ τρόποι (Φιλήντας, Γιοφύλλης, Γληνός, Μεσεβρινός, Σταυρακάκις, κ.ἄ.) καὶ ἀσφαλῶς τὰ σχετικὰ «ἐγχειρίδια» θὰ τὰ χρησιμοποιήσουν, γιὰ νὰ χειρουργήσουν τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὰ μέλη κάποιας Ἐπιτροπῆς ποὺ θὰ συγκροτηθεῖ γι᾿ αὐτὸν τὸ σκοπό. Αὐτὴ ἡ «ἐπαναστατικὴ» καὶ φυσικὰ αἰφνιδιαστικὴ τομὴ θὰ γίνει ὅταν ὑπάρξει μιὰ γενικὴ καὶ ἐκτεταμένη σύγχυση καὶ ἕνας «ὑποβόσκων» πανικὸς στὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ πράγματα — καὶ ὅλα πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁδηγοῦν. Ἢ ὅταν οἱ «ἐφαρμοστὲς» αὐτοῦ τοῦ Σχεδίου νιώσουν ὅτι κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὴν πολιτικὴ προοδευτικὴ ἐπικάλυψη, μέσα στὸ κλῖμα τῆς ὁποίας μποροῦν καὶ ἀναπτύσσουν ἐλεύθερα τὶς «μεταρρυθμίσεις» τους, ἀντιμετωπίζοντας καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἔρθουν στὸ προσκήνιο ἄλλες πολιτικὲς δυνάμεις (ἴσως πιὸ ὑποψιασμένες, ἴσως πιὸ ἀλλεργικὲς στὸ ξεπούλημα τοῦ πνευματικοῦ Ἑλληνισμοῦ), ὁπότε θὰ βιαστοῦν βρίσκοντας τοὺς κατάλληλους μεσάζοντες, νὰ περάσουν «στ᾽ ἁρπαχτά», ὅπως τὸ ἔκαναν καὶ στὸ μονοτονικό, τὴ ριζικὴ ἀνα-παρα-μόρφωση τοῦ γραπτοῦ λόγου. Ἔτσι ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν τετελεσμένα γεγονότα. Γιατὶ γνωρίζουν ὅτι τὰ τετελεσμένα γεγονότα, εἶναι πλέον ἢ βέβαιον ὅτι μονιμοποιοῦνται καὶ γίνονται καθεστώς. Ὅταν μάλιστα μία τυχὸν διάδοχος πολιτικὴ κατάσταση (εἴτε ἀπὸ «εὐρωπαϊσμοὺς» θὰ ἐμφορεῖται εἴτε ἀπὸ «λαϊκισμοὺς») δὲν θὰ εἶναι καὶ τόσο «φανατικὴ» σὲ θέματα ὅπως τὰ γλωσσικά, τῆς παράδοσης, τῆς πίστεως, ποὺ ἅπτονται τῆς οὐσίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ποὺ ὣς τὰ τώρα τὰ λέγαμε ἐθνικά.

Τώρα βρίσκεται σὲ ἐξέλιξη τὸ πρῶτο σενάριο, δηλαδὴ τῆς σταδιακῆς διολίσθησης τῆς ὀρθογραφίας σὲ ἁπλουστευμένες μορφὲς ποὺ φθάνουν μέχρι τὶς παρυφὲς τῆς λατινοποίησης. Τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἡ σημαντικώτερη, ἡ καίρια νίκη τῶν δολιοφθορέων (πραγματικῶν σαμποτὲρ) τῆς γλώσσας καὶ καθόλου νὰ μὴν ὑποτιμοῦμε τὴ σημασία της. Εἶναι τὸ προγεφύρωμα ποὺ χρησιμεύει γιὰ περισσότερη διείσδυση στὴν ἐνδοχώρα. Ἤδη τὸ «ἀτονικό», ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς τίτλους τῶν ἐφημερίδων καὶ τοὺς ὑποτίτλους τῶν ταινιῶν ποὺ προβάλλονται ἀπὸ τὴν τηλεόραση, χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ ἄλλα κείμενα, κυρίως κομματικά, διοικητικά, συνδικαλιστικὰ (θεωρεῖται δὲ τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς προοδευτικότητας).

Ἐπειδὴ ὅμως χρειάζεται καὶ κάποια «ἐπιστημονικὴ» τεκμηρίωση, γράφονται καὶ μερικὰ «ἀνιχνευτικὰ» ἄρθρα. Ὑποβάλλονται καὶ κάποιες προτάσεις. Ἀφοῦ τὸ μονοτονικὸ (ποὺ διαφημίστηκε ὡς πανάκεια κατὰ τῆς πνευματικῆς καχεξίας, ὅπως ἡ ἀνορθογραφία, ἡ ἀγραμματοσύνη, ἡ ἀποκηφήνωση, ἡ ἀποτούβλωση κ.λπ.) ἀποδείχθηκε ματζούνι κομπογιαννίτικο, ἂς προχωρήσει ἡ «ἔρευνα» μήπως καὶ ἀνακαλυφθεῖ τελικὰ ἡ μαγικὴ συνταγή.

 

Δὲν θ᾿ ἀναφερθοῦμε στὴ σχετικὴ ἀρθογραφία· πάρα πολλὰ ἔχουν γραφτεῖ σ᾿ ἐφημερίδες καὶ περιοδικά. Οἱ προτάσεις, εἴτε καλοῦν σὲ ἄμεση ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτονικοῦ μὲ ἕνα πλῆθος ἄλλες καινοτομίες εἴτε ἔμμεσα ζητοῦν τὴν ἀναθεώρηση τοῦ μονοτονικοῦ, ἔχουν ὡς στόχο μιὰν ἀδιευκρίνιστη, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπικίνδυνη, «παραπέρα ἁπλοποίηση».

Σὰν δεῖγμα αὐτῶν τῶν «προτάσεων», ἀπὸ τὶς πιὸ μετροπαθεῖς καὶ συγκρατημένες, θὰ παραθέσουμε τὶς δύο τελευταῖες παραγράφους τῆς ἀνωτέρω μελέτης-ἔρευνας τῶν δύο φιλοτίμων κυριῶν ποὺ ἐπιστημονικώτατα ἀπέδειξαν ὅτι τὸ μονοτονικὸ τοῦ κ. Βερυβάκη καὶ τῶν συμβούλων του, ἦταν ἕνα σύστημα τονισμοῦ πού, ἂν μὴ τί ἄλλο, εἶχε τὸν χαρακτῆρα τῆς προχειρότητας. Καὶ θ᾿ ἀντιγράψουμε αὐτὲς τὶς δύο παραγράφους αὐτούσιες, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ποῦν οἱ κατὰ τὰ ἄλλα εὐσυνείδητες αὐτὲς ἐπιστήμονες ψυχολόγοι ὅτι διαστρεβλώνουμε τὰ λεγόμενά τους.

Λένε λοιπόν: «Γιὰ ὅλους τοὺς παραπάνω λόγους τὸ μονοτονικὸ σύστημα εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἁπλοποιηθεῖ περισσότερο, ἰδιαίτερα στὶς περιπτώσεις τῶν μονοσύλλαβων λέξεων ποὺ ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸ βασικὸ κανόνα. Ὅσο τὸ δυνατὸ λιγότεροι τόνοι μὲ ὅσο τὸ δυνατὸ λογικότερη αἰτιολόγηση θὰ διευκόλυναν τὴ λειτουργία τοῦ γραπτοῦ λόγου. Διαφορετικά, οἱ μαθητὲς πάλι θὰ τονίζουν ἐσφαλμένα ἢ πότε θὰ βάζουν τόνους καὶ πότε ὄχι.

Καλὸ θὰ ἦταν λοιπὸν ἡ ἔρευνα νὰ στραφεῖ πρὸς δύο κατευθύνσεις: πρῶτον, ποιές ἐπιπτώσεις θὰ εἶχε ἡ περαιτέρω ἁπλοποίηση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος στὴ γραφὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση καί, δεύτερον, ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτονικοῦ συστήματος εἶναι ἡ μελλοντικὴ λύση τοῦ προβλήματος τοῦ τονισμοῦ στὴ νεοελληνικὴ γραφή.»

 

Ἑπομένως, καὶ ἔρευνες θὰ συνεχίσουν νὰ γίνονται γιὰ τὸ γλωσσικὸ καὶ διαδοχικὲς μεταρρυθμίσεις θὰ ἐπιβάλλονται, σὲ τρόπον ὥστε ἡ κάθε γενιὰ μαθητῶν καὶ σπουδαστῶν θὰ ἔχει τὸ δικό της τρόπο γραφῆς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας (ἄλλη μὲ μονοτονικό, ἄλλη μὲ ἀτονικό, ἄλλη χωρὶς διφθόγγους, καὶ ω καὶ υ, ἄλλη μὲ κάποια λατινικὰ γράμματα ποὺ θ᾿ ἀντιστοιχοῦν στὰ διπλὰ σύμφωνα μπ, ντ, γκ, τσ, τζ, ἄλλη μὲ ἀποκλειστικὰ λατινικοὺς χαρακτῆρες, καὶ ποιός ξέρει μεθαύριο ἡ Τεχνολογία τί εἴδους σημειογραφικὰ συστήματα θὰ μᾶς προμηθεύσει). Ἔτσι κάθε γενιὰ θὰ ἔχει τὴν ἴδια τὴ γλῶσσα της γραμμένη στὰ κείμενα τῶν προηγουμένων γενεῶν μὲ τρεῖς, τέσσερις, πέντε τρόπους καὶ ἡ σύγχυση ποὺ θὰ δοκιμάζει θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θ᾿ ἀποστραφεῖ καὶ τὰ κείμενα καὶ τὶς ἰδέες ποὺ περιέχονται σ᾿ αὐτά. Καὶ ἡ αὐτογνωσία δὲν ἀποκτᾶται τόσο μὲ τὴ μελέτη τοῦ ἀπώτατου παρελθόντος, ὅσο μὲ τὴν «ἐπι-κοινωνία» τοῦ πρόσφατου. Καὶ τί λαὸς θὰ γίνουμε ὅταν συνεχῶς ἀποκοβόματε ἀπὸ τὸ παρελθόν μας, ὅταν ξεχνᾶμε τὸ χθεσινό μας ἑαυτό;

Σ᾿ αὐτὲς τὶς «προελάσεις» πρὸς τὸ ἀτονικό, ἀλλὰ κυρίως πρὸς τὴ φωνητικὴ γραφή, ἐργὼδης προσπάθεια καταβάλλεται ἀπὸ τὸ Κράτος μὲ κάποιους φορεῖς του καὶ ἀπὸ τὸν Τύπο. Αὐτὴ πραγματοποιεῖται μὲ ἀλλεπάλληλες «ἔντεχνες» ἐφαρμογὲς ἁπλουστεύσεων μὲ σκοπὸ νὰ γίνει ἀνίχνευση τοῦ ἐδάφους. Φυσικὰ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἐπιδιώκεται μ᾿ αὐτὲς τὶς ἐφαρμογὲς εἶναι νὰ ἐθισθεῖ ὁ ἀναγνώστης στὴν ὁλοένα καὶ πιὸ ἁπλουστευμένη καὶ φωνητικὴ ἀποτύπωση τῶν λέξεων ποὺ μέχρι τώρα γράφονταν διαφορετικά. Ἔτσι διαβάζουμε, κυρίως στὸν ἡμερήσιο Τύπο ἀλλὰ καὶ σὲ κάποια «προοδευτικὰ» περιοδικά, τὶς λέξεις βρόμικος ἀντὶ βρώμικος, κλοτσιὰ ἀντὶ κλωτσιά, κρεβάτι ἀντὶ κρεββάτι, Ἀράχοβα ἀντὶ Ἀράχωβα, Ραφίνα ἀντὶ Ραφήνα κ.ἄ.

Ἐκεῖ ὅμως ποὺ γίνεται συστηματικὴ φωνητικοποίηση, εἶναι στὴ μεταγλώττιση στὰ ἑλληνικά, ξένων κυρίων καὶ οὐσιαστικῶν ὀνομάτων. Εἶχε καθιερωθεῖ κατὰ τὴ μεταφορὰ ξένων ὀνομάτων στὰ ἑλληνικὰ νὰ διατηρεῖται μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν ταυτοσημία στὰ ὅμοια ἢ συγγενῆ φωνήεντα τῶν δύο γλωσσῶν. ᾽Επίσης ὅπου ἡ ξένη συλλαβὴ ἦταν φωνητικὰ μακρά, τὴ σημειώναμε μὲ η ἢ μὲ ω καὶ ὅπου ὑπῆρχαν διπλὰ σύμφωνα τὰ διατηρούσαμε, τὸ ἴδιο καὶ τὰ δίψηφα μὲ τὶς ἀντίστοιχες δικές μας διφθόγγους. Αὐτὸ βοηθοῦσε ὀπτικὰ τὸν συσχετισμὸ τῶν δύο λέξεων, τὴν πρωτότυπη καὶ τὴ μεταγλωττισμένη. Εἴχαμε μιὰ σοβαρὴ αἰτιολόγηση ὅταν γράφαμε τὰ κύρια ὀνόματα ἔτσι στὰ ἐλληνικά: Σαίξπηρ, Γκαῖτε, Ὀ᾿ Νήλ, Τσῶρτσιλ, Πώλ, Τζών, Σκωτία, Λειψία. ᾽Ενῶ εἰναι ἄστοχο καὶ αὐτόχρημα κωμικὸ νὰ τὰ γράφουμε Σέξπιρ, Γκέτε, Ὀνίλ, Τσόρτσιλ, Πόλ, Τζόν, Σκοτία, Λιψία ὅπως ἔχει γίνει συνήθεια πιὰ στὰ «προοδευτικὰ» ἔντυπα. Καὶ τὸ νέο πρεσβευτὴ τῶν ΗΠΑ κ. Robert Keeley τὸν βλέπουμε ὡς Κίλι καὶ ... ἀνατριχιάζουμε.

Ἡ φωνητικὴ γραφὴ ἐπίσης παίρνει καὶ δίνει ὅταν μεταφέρονται στὰ ἑλληνικὰ ξένες λέξεις καὶ ὅροι ποὺ εἶναι στὴν κοινὴ χρήση: ὅπως ράλι, πάρτι, στίλ, πέναλτι, γκόλ, τένις, σίριαλ, τρένο, πορτρέτο καὶ πάμπολλα ἄλλα, ἐνῶ τὰ μέχρι σήμερα καθιερωμένα καὶ ἀσφαλῶς πιὸ σωστὰ ἦταν τὰ ράλλυ, πάρτυ, στύλ, πέναλτυ, γκώλ, τέννις, σήριαλ, τραῖνο, πορτραῖτο σὰν πλησιέστερα πρὸς τὴν πρωτότυπη γλῶσσα ἀπὸ τὴν ὁποία τὰ πήραμε.

Αὐτὰ ὅλα τὰ βλέπουμε καθημερινὰ στὶς ἐφημερίδες καὶ ὄχι μόνο στὶς συμπολιτευόμενες ἢ τὶς προοδευτικές. Σημαιοφόρος πάντως τῶν ἁπλουστεύσεων, τῶν φωνητικοποιήσεων καὶ τῶν λατινοποιήσεων εἰναι τὸ κρατικὸ περιοδικὸ Ραδιοτηλεόραση, ὅπου ὄχι μόνο τὰ ξένα ὀνόματα γίνονται ἀγνώριστα, ἀλλὰ υἱοθετοῦνται ἄκριτα καὶ ξένοι γραμματικοὶ τύποι. Γράφει π.χ. τὰ κοντσέρτι, τὰ σόλι, τὰ κόρνι.

Ἀποροῦμε ἀπὸ ποιά πηγὴ ἄραγε νὰ ξεκίνησε αὐτὴ ἡ ντιρεκτίβα : νὰ φωνητικοποιοῦμε τὰ ξένα ὀνόματα. ᾽Ασφαλῶς ὅμως θὰ διεκπεραιώθηκε ἀπὸ ἐντεταλμένους γεφυροποιοὺς πρὸς πειθήνιους στυλογράφους ἢ στιλογράφους ποὺ συμβάλλουν τὸ κατὰ δύναμιν στὴ νοητικὴ καὶ γλωσσικὴ ἀποχαύνωση τοῦ σημερινοῦ ἕλληνα καὶ τοῦ αὐριανοῦ ελινα.

 

Αὐτὰ δὲν εἶναι λεπτομέρειες· εἶναι στρατηγικοὶ θύλακες τῶν εἰσβολέων, ὡσότου ξεχαρβαλώσουν ὁλότελα τὶς δομὲς καὶ τοὺς ἀμυντικοὺς μηχανισμοὺς τῆς γλώσσας μας. Νὰ μὴν ἐφησυχάζουμε: ὅτι ὣς ἐδῶ ἦταν, ἡ γλῶσσα μας, ὁ γραπτὸς λόγος, θὰ διασωθοῦν. Δὲν θὰ διασωθοῦν, ὅσο δὲν συνειδητοποιήσουμε τὶς ἀπώλειες καὶ ὅσο δὲν καλοῦμε σὲ συναγερμό.

Γιατὶ πλησιάζουμε πιὰ νὰ ἔχουμε σὰν πρότυπο γραφῆς τὴν «κολχόζικη» γλῶσσα ποὺ λιμπίστηκε ὁ Γληνὸς στὴ Ρωσία, ὅπου τὴν ἐφάρμοσαν οἱ σοβιετικοὶ στὰ παιδιὰ ἐλληνικῆς καταγωγῆς, ἀπ᾿ ὅσο ξέρουμε, στὶς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου. Ἀλλά, ὦ ἀγαθοὶ γληνόπληκτοι τοῦ ἔτους 1985, οἱ Ἕλληνες σ᾿ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο δὲν εἶναι μιὰ μικρὴ μειονότητα ἀγραμμάτων ἀγροτῶν καὶ τεχνιτῶν, ὅπως ἡταν οἱ ὁμοεθνεῖς μας τὰ χρόνια ἐκεῖνα μέσ᾿ τὴν ἀχανῆ καὶ σλαβόφωνη Ρωσία (οἱ ἀστοὶ καὶ διανοούμενοι ἔφυγαν, ὅσοι πρόφτασαν, ἀπὸ τὴ λαίλαπα ποὺ ἐπακολούθησε μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴ ἐπανάσταση), Οἱ μπολσεβίκοι μπορεῖ νὰ τοὺς «ἐφεῦραν» κάποιο φωνητικὸ ἀλφάβητο γιὰ νὰ τοὺς μάθουν στὰ γρήγορα λίγα κολλυβογράμματα (ποὺ καὶ αὐτὸ οἱ ἐκεῖ Ἕλληνες δὲν τὸ δέχτηκαν, ἀντέδρασαν, νὰ μὴν ἀποκρύπτουμε τὴν ἀλήθεια). ᾽Εμεῖς ὅμως ἐδῶ οἱ ἐλεύθεροι ἐν πνεύματι Ἕλληνες, οἱ γηγενεῖς καὶ οἱ ἀπελευθερωμένοι ἀπὸ τὸν τουρκικὸ ζυγὸ καὶ ὅσοι ἤρθαμε ἀπὸ τὶς ὑπὸ κατοχὴν σήμερα πατρίδες μας τῆς Μικρᾶς ᾽Ασίας καὶ τῆς Θράκης ἔχουμε πίσω μας μιὰν ἀδιάσπαστη Γραμματεία ἐπὶ δύο χιλιάδες χρόνια (ἂν βάλουμε καὶ τὴν Αρχαιότητα τότε πᾶμε στὰ τρεῖς χιλιάδες) ποὺ γράφτηκε καὶ γράφεται μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ γίνεται κατανοητὴ ἀπὸ ὅλους μας.

Μὲ ποιό δικαίωμα μᾶς λέτε ν᾿ ἀπαρνηθοῦμε τὸν ἀετὸ ποὺ μᾶς ἀνέβασε τόσες φορὲς στὴν Ἱστορία μας σὲ οὐράνια πνευματικὰ ὕψη καὶ νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ τὰ βουβάλια ποὺ μὲ σκυφτὸ τὸ κεφάλι δὲ βλέπουν παρὰ μισὸ μέτρο γῆς πιὸ πέρα ἀπ᾿ τὴ μουσούδα τους;

Εἶναι λογικὸ νὰ ποῦμε στὸν σπουδαγμένο γιατρὸ ν᾿ ἀφήσει τὸ νυστέρι τοῦ χειρούργου καὶ νὰ πιάσει τὸ μπαλτὰ τοῦ χασάπη; Ἢ πῶς θὰ φαινότανε ἂν λέγαμε σ᾿ ἕνα ζωγράφο, ποὺ οἱ ὁραματισμοί του τὸν φέρνουν πραγματικὰ σὲ κλασικὲς ἢ καὶ σὲ μεταφυσικὲς πραγματοποιήσεις, ἂς ποῦμε γιὰ παράδειγμα, σ᾿ ἕνα Γύζη, σ᾿ ἕναν Παρθένη ἢ σ᾿ ἔνα Γουναρόπουλο: «Παρατεῖστε τὸ χρωστήρα καὶ πιάστε τὴν ταβανόβουρτσα!»

Ὅλα χρειάζονται, ἀλλὰ τὸ κάθε τι γιὰ ὅ,τι εἶναι προωρισμένο. Δὲν εἶναι κακὸ πρᾶγμα τὸ ἐργαλεῖο· ἀντιθέτως μάλιστα. Ἀλλὰ εἶναι ἔγκλημα, νὰ ὑποτάσσουμε διὰ τῆς βίας τὸ πνεῦμα στὸ ἐργαλεῖο. Αὐτό, δυστυχῶς, κάνει σήμερα ἡ κρατικὴ ἐκπαίδευση. ᾽Επιβάλλεται στὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο καὶ ἐπιβάλλεται στὸ μαθητή: Τοῦ λέει: «Μὴ σκέφτεσαι πῶς πρέπει νὰ γράφεις· εἶναι άπλό, γράφε “κολχόζικα”»!

Ἄν, ὅπως λένε, αὐτὸ τὸ κάνουν γιὰ τὸ καλὸ τοῦ λαοῦ, τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ πρέπει πολὺ νὰ ἔχουν μπερδέψει τὰ πράγματα μέσ᾿ τὸ μυαλό τους. Κάποιους ὅμοιους μ᾿ αὐτοὺς θὰ εἶχε ὁ Καβάφης στὸ νοῦ του, ὅταν ἔγραφε:

Γιὰ τὸ καλλίτερον ἡμεῖς θὰ προσπαθοῦμε.
Καὶ ὄσο προσπαθοῦμε, τόσο θὰ χαλνοῦμε,
θὰ μπλέκουμε τὰ πράγματα, ὢς νὰ βρεθοῦμε
στὴν ἄκρα σύγχυσι.

Βέβαια ὑπάρχουν ἀκόμα οἱ ποιητές μας ποὺ γράφουν μὲ σωστὴ γραφὴ τὶς ποιητικές τους συλλογές. Ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ πεζογράφοι πού, παρὰ τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετωπίζουν, ἀπαιτοῦν νὰ γίνονται σεβαστὰ τὰ κείμενά τους ὅπως αὐτοὶ τὰ γράφουν. Μεγάλη τιμὴ τοὺς πρέπει καὶ ἐγκώμιον! ᾽Αλλὰ δὲν φτάνει.

Ὁ ποιητὴς Μιχάλης Κατσαρός, στὴν πολὺ γνωστὴ «Κατὰ Σαδδουκαίων» Διαθήκη του μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀντι-σταθοῦμε σὲ πάρα πολλὰ πράγματα, καὶ μεταξὺ ἄλλων, καὶ στὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση. ᾽Αλλὰ τὸ πέρασμα στὴν ᾽Ελευθερία μας (γιατὶ ὅταν μᾶς ἐπιβάλλουν τὴν ἔκφραση δὲν εἴμαστε ἐλεύθεροι) θὰ γίνει μόνον ὅταν

καταλάβουμε πιὰ τὸ τί χάνουμε
καὶ ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ μᾶς πνίγει

Νὰ καταλάβουμε τὸ ποιός εἷναι αὐτὸς ποὺ μᾶς πνίγει· ὅσο εἰναι ἀκόμα καιρός. Γιατὶ ἡ ἀσφυξία ποὺ θὰ τυλίξει αὐτὸν τὸν τόπο κι᾿ ἐμᾶς ποὺ τὸν κατοικοῦμε, ὅπως τὸ διαισθάνθηκε ὁ Ἄγγελος Σικελιανός, θὰ εἶναι ἕνας πολύ, πολὺ ὁριστικὸς θάνατος.

Μονοτονισμένη μουσικὴ

[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Στάσιμα καὶ Ἔξοδος» τοῦ Στέλιου Ράμφου, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων 1988.]

[Δημοσιεύθηκε στὴν Καθημερινὴ τῆς 1ης καὶ 8ης Ἰουνίου 1986 μὲ τίτλους τῆς συντάξεως. Τυπώθηκε αὐτοτελῶς τὸν Ἰούλιο 1986 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἀκρίτας. Στάσιμα καὶ Ἔξοδος, Ἀθήνα 1988, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν φίλων.]

I

Στὸ περιοδικὸ Φιλόλογος (τ. 40/1985) δημοσιεύθηκε ἐνδιαφέρουσα πειραματικὴ ἔρευνα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος εἰς τὸ Γυμνάσιο. Ἡ ἔρευνα διεξήχθη σὲ ἕνα τμῆμα τῆς Πρώτης καὶ ἕνα τμῆμα τῆς Δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου Διαβατῶν Θεσσαλονίκης, ἐπὶ τούτου δὲ συνεργάσθηκαν μία καθηγήτρια στόν τομέα Ψυχολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ θέμα καὶ ἐπέβλεψε τὸ πείραμα σὲ ὅλες του τὶς φάσεις, καὶ μία εἰδικὴ ἐρευνήτρια. Κατ᾿ ἀρχὴν τὰ παιδιὰ ἔγραψαν δύο ἐκθέσεις σὲ διάστημα δεκαπέντε ἡμερῶν καὶ ἕνα μήνα ἀργότερα ἐπανεξετάσθηκαν γραπτῶς κατὰ διαφορετικὴ ἔννοια: ἡ ἐρευνήτρια τοὺς ὑπαγόρευσε, ἐντὸς ἑνδεκαλέπτου, δώδεκα εἰδικὰ μελετημένες σύντομες προτάσεις (π.χ. Γειὰ χαρά, φίλε!) καὶ ἐν συνεχείᾳ τοὺς παρεχώρησε τετράλεπτο διορθώσεως, ἐκπνέοντος τοῦ ὁποίου ἔληξε τὸ πείραμα. Τὸ δεύτερο τοῦτο στάδιο εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα, γιατὶ ἂν στὴν ἔκθεση οἱ ἐξεταζόμενοι παρέκαμπταν μὲ εὐχέρεια τήν κάθε ἀμφίβολη περίπτωση, ἐδῶ ἔγραφαν ἀπαρεγκλίτως τὰ ὑπαγορευόμενα, ὁπότε φάνηκε ὁλοκάθαρα πόσο ἀφομοίωσαν τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸ προηγούμενο σχολικὸ ἔτος τὰ ὑποκείμενα εἶχαν διδαχθῆ τὸ μονοτονικὸ σύστημα καὶ ὅτι πρὶν ἀρχίση τὸ πείραμα, ἡ εἰδικὴ ἐρευνήτρια τοὺς τὸ ξαναδίδαξε. Ἀλλὰ καὶ μετὰ κάθε ἔκθεση, σαράντα ἐπὶ τῶν ἑβδομήντα μαθητῶν εἶχαν πάλι τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ ἐπαναλάβουν μαζί της, σὲ ἀτομικὴ ἐξέταση τοῦ διορθωμένου των γραπτοῦ.

Ἡ ἔρευνα ἔδειξε ὅτι γενικῶς τὰ παιδιὰ δὲν βάζουν τόνους καὶ ὅτι πολὺ συχνὰ παρατονίζουν, πράγμα τὸ ὁποῖο προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν συλλαβίζοντας φωναχτά. Ἐπίσης ὅτι στὶς περιπτώσεις ἐκθλίψεως ἢ ἀποκοπῆς δὲν θυμοῦνται πότε πρέπει νὰ ἀπαλείψουν ἢ ν᾿ ἀφήσουν τὸν τόνο καὶ γι᾿ αὐτὸ γράφουν ὁλόκληρες τὶς λέξεις. Κανεὶς ἀπ᾿ ὅσους ἐξετάσθηκαν δὲν τήρησε ἀκριβῶς τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ, ἂν καὶ καταλαμβάνουν μόνο μιάμιση σελίδα στὴν ἐν χρήσει Γραμματικὴ τοῦ Γυμνασίου. Μάλιστα, τὰ σφάλματα τῶν μαθητῶν διπλασιάσθηκαν ἢ πολλαπλασιάσθηκαν στὴν καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἐξέταση. Νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ αὐτόματος ἐξοβελισμὸς τῶν τονικῶν λαθῶν ἦταν ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἐπιχειρήματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν νὰ καταργηθῆ τὸ παραδεδομένο τονικὸ σύστημα, χωρὶς νὰ προηγηθῆ ἐπίσημος δημόσιος διάλογος καὶ πειραματισμός; Ἢ νὰ ἐπισημάνω ὅτι τὸ ἐκδεδομένο ἐφέτος (1985-86) ἐγχειρίδιο Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, πρὸς χρῆσιν τῶν μαθητῶν τοῦ Πολυκλαδικοῦ Λυκείου, παραθέτει τοὺς βασικοὺς κανόνες τονισμοῦ τῆς Ἀρχαίας στὸ τελευταῖο τρίτο τῆς σελίδος 25 καὶ στὰ δύο τρίτα τῆς σελίδος 26, ἤτοι σὲ μία μόνο σελίδα; Ἡ ἔρευνα ἔδειξε ἀκόμη ὅτι ὅσοι κάνουν ὀρθογραφικὰ λάθη, τὸ μέγα δηλαδὴ πλῆθος τῶν γυμνασιοπαίδων, κάνουν καὶ τονικά, ἐνῶ ὑψηλὸ ποσοστὸ μαθητῶν ἀγνοεῖ τήν ἐτυμολογία κοινοχρήστων λέξεων, λόγῳ ἀπειρίας τῶν Ἀρχαίων, σὲ περιπτώσεις δὲ ὅπως τοῦ ρήματος εὔχομαι, ταυτίζει τὸ ὕψιλον μὲ τὸ φῖ καὶ παρατονίζει τὴν δίφθογγο στὸ ἔψιλον. Ἔδειξε, τέλος, ὅτι οἱ περισσότερες παραβάσεις γίνονται σὲ λέξεις ὅπου ὁ τονισμὸς διαφοροποιεῖ τὴν σημασία, ἤγουν στὰ ἐρωτηματικὰ ἐπιρρήματα ποῦ καὶ πῶς, στὶς προσωπικὲς ἀντωνυμίες (μοῦ, σοῦ, μᾶς, σᾶς κ.λπ.), στὶς συνιζημένες λέξεις (π.χ. μιά, δυό), τὶς ὁποῖες τὰ παιδιὰ τονίζουν κατὰ σύστημα σὰν δισύλλαβες, καὶ στὸν τόνο τῶν ἐγκλιτικῶν (π.χ. ο δάσκαλός μας είπε), ποὺ προκαλεῖ εὐλόγως σύγχυση, ἀφοῦ ὁ δεύτερος τόνος ἀνήκει στὴν μονοσύλλαβη προσωπικὴ ἀντωνυμία, ἡ ὁποία ὅμως κατὰ τὸ μονοτονικὸ σύστημα δὲν τονίζεται.

Οἱ ἀνωτέρω πειραματικὲς διαπιστώσεις ὡδήγησαν τὶς ἐρευνήτριες στὰ ἑξῆς γενικὰ συμπεράσματα: Ἐνῶ μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγωνται τὰ τονικὰ σφάλματα, ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τοὺς βασικούς του κανόνες καὶ ὡς πρὸς τὶς ἐξαιρέσεις των. Τὸ καθιερωμένο μονοτονικὸ σύστημα ἔχει, ὅπως ὑπογραμμίζουν, μηχανικὸ καὶ ὄχι λογικὸ χαρακτήρα. Τοῦτο δυσχεραίνει τὰ πράγματα διότι στὴν γλῶσσα μας ὑπάρχουν σιωπηλὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν ἀναγνωρίση ὁ μαθητὴς ἐτυμολογικῶς (π.χ. Εὔ-βοια, εὔ-φημος) κατ᾿ ἀνάγκην θὰ σφάλη, ἀφοῦ εἶναι ἑπόμενο νὰ ταυτίση τὸ σιωπηλὸ ὕψιλον μὲ τὸ βῆτα ἢ μὲ τὸ φῖ τοῦ δευτέρου συνθετικοῦ καὶ νὰ τονίση στὸ ἔψιλον. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὶς ἄτονες, ἡμίτονες, τονισμένες καὶ ὑπερτονισμένες λέξεις τῆς Νεοελληνικῆς, ποὺ ἐν προκειμένῳ ἰσοπεδώνονται, γιατὶ μπορεῖ νὰ εἶναι μονοσύλλαβες, πλὴν ἔντονες (π.χ. φως, χθες), ἢ δισύλλαβες, ἀλλὰ συχνὰ στὴν συνάφεια ἄτονες (π.χ. από ᾿δω, ότι έλεγε). Ἐξ ἄλλου, παρατηροῦν, τὸ μονοτονικὸ δὲν βοηθεῖ πάντοτε νὰ διακρίνομε ὁμώνυμες λέξεις —λόγου χάριν τὸ για στὶς φράσεις για να δούμε (τελικὸς σύνδεσμος) καί για δες την (μόριο)—, εἰς βάρος πάντα τοῦ νοήματος. Συνάγουν λοιπὸν μετριοπαθῶς ὅτι στὴν ἐννεάχρονη ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση παρατηρεῖται μία γενικώτερη δυσκολία τῶν μαθητῶν τόσο στὴν ἀνάγνωση ὅσο καὶ στὴν χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου —ἰδίως στὴν ὀρθογραφία καὶ τὴν σύνταξη—, γιὰ νὰ ἐπιφέρουν ὅμως ἀναιτιολόγητα, πὼς θὰ ἦταν καλὸ νὰ εἴχαμε ἀκόμη λιγώτερους τόνους μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λογικότερη κατοχύρωση, ὁπότε ἀξίζει τὸν κόπο νὰ μελετηθῆ τί ἐπιπτώσεις θὰ εἶχε στήν γραφὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση μιὰ περαιτέρω τονικὴ ἁπλοποίησις καὶ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτονικοῦ συστήματος θὰ ἀποτελοῦσε λύση.

Ἡ εἰκόνα ποὺ δίνει ἡ ἔρευνα θὰ ἦταν πληρέστερη ἐάν, μαζὶ μὲ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐφαρμογῆς, ἔδειχνε καὶ τὰ γενικώτερα μειονεκτήματα τοῦ ἀμελετήτου συστήματος, συνδέοντάς τα μὲ τὸν τύπο τῶν λοιπῶν ὀρθογραφικῶν λαθῶν καὶ τὰ ἐκφραστικὰ ἀδιέξοδα τῶν μαθητῶν. Βέβαια, κάτι τέτοιο δὲν ἦταν στὶς ἐπιδιώξεις τῶν ἐρευνητριῶν, ὥστε νὰ τὶς μεμφθοῦμε γιὰ παράλειψη. Μέχρι νὰ σχηματισθῆ ὅμως πλήρης εἰκόνα, ἀξίζει νὰ ὑπογραμμίση κανεὶς ὡρισμένες ἐγγενεῖς ἀδυναμίες τοῦ μονοτονικοῦ. Ἐπὶ παραδείγματι ἀφήνει ἀδήλωτη τὴν ἔμφαση σὲ φράσεις ὅπως: αυτό είναι το ζαχαροπλαστείο της περιοχής, ἀφοῦ δὲν ἔχει τρόπο νὰ διαστείλη τὴν ποιοτικὴ ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴ μοναδικότητα τοῦ καταστήματος, ἐὰν δὲν εἰσαχθῆ ἐπὶ τούτου νέα ἐξαίρεση στὰ ἰσχύοντα. Οὔτε διακρίνει τὸν τελικὸ σύνδεσμο γιὰ ἀπὸ τὸ αἰτιολογικό, τὸ διαζευκτικὸ ἢ τὸ προτρεπτικὸ ὁμώνυμό του, ὅπως στὴν περίπτωση μονοτονισμένου στίχου τοῦ Ζ. Παπαντωνίου, ποὺ συναντοῦμε σὲ ἀναγνωστικὸ τοῦ Δημοτικοῦ (μπράβο του για ρεζιλίκι), τοῦ ρουμελιώτικου για έβγα ήλιε μ᾿ για θα βγω, για έβγα για θα λάμψω ἢ τῆς φράσεως για να σου πω, ἡ ὁποία ἔχει ἄλλη ἔννοια ἐὰν τὸ για εἶναι προτρεπτικὸ μόριο καὶ ἄλλη ἐὰν εἶναι τελικὸς σύνδεσμος.

Γενικῶς τὸ μονοτονικὸ παρουσιάζει μειωμένη διακριτικὴ ἱκανότητα ἐπειδὴ θεωρεῖ τὸν τόνο σημάδι καὶ ὄχι σύμβολο ποιοῦ φωνῆς, ὁπότε τὸν σημειώνει κατὰ ὡρισμένη μηχανικὴ δεοντολογία καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν τονισμὸ τῆς λέξεως. Τουναντίον, τὸ παραδεδομένο τονικὸ σύστημα ἀνταποκρίνεται στὶς ποικίλες τροπὲς τοῦ λόγου καὶ διασώζει τὸ χρῶμα τοῦ τόνου εἴτε γιὰ ἐμφατικοὺς τύπους πρόκειται εἴτε γιὰ ἀνεμφάτους. Αὐτὸ διότι ὁ τόνος του λειτουργεῖ προσῳδιακὰ καὶ ἀποτελεῖ, ὡς ἐκ τούτου, ἠχητικὸ πλαίσιο ἐνεργοποιούμενο στὴν φράση, ὄχι ποιοτικῶς ἀμετάβλητο ἠχητικὸ σημεῖο (νότα), σὰν τὸν τόνο τοῦ μονοτονικοῦ. Ὁ τελευταῖος θὰ ἴσχυε ἐὰν στὴν γλῶσσα μας τονίζαμε ἀπαράλλακτα τὴν ἴδια συλλαβή, καθὼς οἱ Γάλλοι τονίζουν κυρίως τὴν λήγουσα, διακρίνοντας ἔτσι αὐτόματα τὴν ἔντονη ἀπὸ τὴν ἄτονη συλλαβή. Κάτι τέτοιο ὡστόσο δὲν συμβαίνει, ἐπειδὴ ὁ τόνος στὰ ἑλληνικὰ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο προσῳδιακὸ χαρακτηριστικὸ τῶν τύπων κάθε λέξεως καὶ πέφτει ἀναλόγως στὸ θέμα (ὁ ἥρως, ἡ ἰδέα) ἢ στὴν κατάληξη (ὁ πατήρ, τῆς μητρός), εἶναι ἕξις φυσικὴ ποὺ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ γνωρίζουμε ὅλες τὶς λέξεις μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τόν τόνο τους. Ἐξ οὗ ἡ διακριτικὴ ἐνέργεια τῶν τόνων (πού/ποῦ, πώς/πῶς) καὶ ἡ ἀτοπία τοῦ κονσερβοποιημένου μονοτονισμοῦ, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τοῦ ὁποίου τό χθες, τό μας, τό λεν, ὡς μονοσύλλαβα δὲν τονίζονται, ἀλλὰ τό εχθές, τό εμάς, τό λένε, ὡς δισύλλαβα τονίζονται, ἐνῶ πρόκειται γιὰ τὶς ἴδιες λέξεις μὲ τὸν ἴδιο τόνο φωνῆς· (ἐξ οὗ τὰ μονοτονικὰ ἐκτρώματα τοῦ τύπου ποιος το δε;δος μου τόνε, ὅπου ἡ ἀντωνυμία τονίζεται καὶ ἡ προστακτικὴ τοῦ ρήματος ὄχι, ἢ τοῦ τύπου πε(ς)το, ὅπου ὅταν ἀπαλείφεται προαιρετικὰ τὸ τελικὸ σῖγμα, μένει ἕνα κινεζόηχο πε τo! Ἤθελα νὰ ξέρω πῶς ἀποφασίσαμε ὅτι οἱ μονοσύλλαβες λέξεις δὲν τονίζονται, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καὶ πλῆθος εἶναι στὴν γλώσσα μας καὶ ὁ τονισμός των ἔχει σημασία γιὰ τὸν λόγο.

Ἐνδέχεται νὰ προβληθῆ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι αὐτὰ τὰ βραχυκλώματα συμβαίνουν μόνο στὸ μηχανικὸ μονοτονικὸ καὶ ὅτι σὲ μία λογικὴ διασκευή του ἀποκλείονται. Ἀσφαλῶς, ἕνα σύστημα ὅπου κάθε λέξη, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὄντως ἄτονες, τονίζεται κατὰ τὴν προφορά της, παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργικότητα ἀπὸ τὸ διάτρητο ἰσχῦον μονοτονικό. Δὲν εἶναι ὅμως καθόλου βέβαιο πὼς καθ᾿ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ σύστημα πλεονεκτικό, ἱκανὸ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν παραδεδομένη τονογραφία μας, ἂν κρίνω ἀπὸ τὶς μονοτονικὰ ἀδιευκρίνιστες ὁμωνυμίες, ποὺ ἐπιτρέπει τὸ προσῳδιακὸ ὑπόστρωμα τῆς γλώσσας μας. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἰδιωματικὴ προφορὰ τῶν τοπικῶν διαλέκτων δὲν μεταφέρεται ἄνετα στὸν ὁπωσδήποτε μονοτονισμένο γραπτό μας λόγο, αἴφνης στὴν περίπτωση τῆς φράσεως θέλου μια οὑρίτσα. Ἐὰν δὲν δασύνουμε τήν ουρίτσα, ὁ ἀναγνώστης θὰ μείνη μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι μᾶς χρειάζεται οὐρὰ καὶ ὄχι περιθώριο μιᾶς ὥρας. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ φράσεις τοῦ τύπου περιμένω την ακριβή εικόνα που μού υποσχέθηκες, ὅπου μένει ἄδηλο ἂν περιμένωμε κάποια εἰκόνα ἀξίας (ἀκριβὴ) ἢ κάποια πιστὴ (ἀκριβῆ) περιγραφή, ἀφοῦ ἡ αἰτιατικὴ τοῦ «ἀκριβὴς» διαφέρει ἀπὸ τὴν τοῦ «ἀκριβὴ» κατὰ τὴν περισπωμένη. Οὔτε εἶναι σαφὴς ἡ ἔννοια προτάσεων, ὅπως Ωραία η θέα!, Τι ωραία! καὶ Η Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του, ὅπου ἀγνοοῦμε ἂν τὸ δεύτερο ωραία καὶ τὸ μοιραία εἶναι ἐπίθετα ἢ ἐπιρρήματα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ὀξύνονται οὔτε περισπῶνται, εἴτε προτάσεων ὅπως τρικυμία παρέσυρε βοηθό ασυρματιστή, ὅπου γιὰ τὸν ἴδιο λόγο δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν παρέσυρε τὸν βοηθὸ τοῦ ἀσυρματιστῆ ἢ τὸν βοηθὸ ἀσυρματιστὴ τοῦ πλοίου. Τὸ λογικὸ μονοτονικὸ ἀπαιτεῖ, ἐξ ἴσου μὲ τὸ μηχανιστικό, τυποποιημένη καὶ ἀναλυτικὰ συγκροτημένη σύνταξη, ἡ ὁποία ἐκ προοιμίου ἀποκλείει κάθε συνθετικὴ ἐνέργεια στὴν φράση, μεταφέροντας τὸ κέντρο βάρους τῆς γραφῆς ἀπὸ τὸ νόημα στὴν ὀρθοπεδικὴ λογιστική.

Ἀλλὰ τὸ σοβαρότερο ἐλάττωμα τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ὅτι μὲ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ σημεῖο ποὺ χρησιμοποιεῖ, καταστρέφει τὸν ρυθμὸ τοῦ λόγου, διαλύει τὸ μέτρο καὶ ἐξαλείφει κάθε χρῶμα ἀπὸ τὴν φωνή, ξεριζώνει δηλαδὴ τὸ αἴσθημα. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ ἀναπήρου αὐτοῦ συστήματος ἦσαν προφανῶς ἀνυποψίαστοι ἢ ἐντελῶς ἀδιάφοροι γιὰ τὴν προσῳδιακὴ ὑφὴ τῆς ἀρχαίας γλώσσας καὶ ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἀντιμετώπισαν τεχνολογικὰ τὸ θέμα τῶν πνευμάτων καὶ τῶν τόνων. Ὅμως ἂν καὶ ἡ Νέα ἑλληνικὴ δὲν διατηρεῖ τὴν προσῳδία τῆς μάνας της, περισώζει χαρακτῆρες τῆς ἀρχαίας προφορᾶς στὴν προσῳδία καὶ τὴν μουσικότητα τόσο τῆς κοινῆς λαλουμένης ὅσο καὶ τῶν τοπικῶν διαλέκτων. Τὸ βλέπουμε, ἐπὶ παραδείγματι, στὸ ἰδιαίτερο ἠχητικὸ ποιὸν τῶν ἐρωτηματικῶν ποῦ καὶ πῶς, τὰ ὁποῖα γιὰ νὰ τὸ δηλώσουν γεγραμμένα περισπῶνται (ὀξυβαρύνονται), ἐνῶ τὸ μονοτονικὸ σημάδι ἀγνοεῖ τὸ χρῶμα τῆς φωνῆς καὶ λειτουργεῖ ὡς κωδικὸς συμβολισμὸς τῆς ἐρωτήσεως. Ἐπίσης τὸ βλέπουμε στὴν περίπτωση τῆς βαρείας, ἡ ὁποία προφέρεται σήμερα ὅπως ἀνέκαθεν. Προφέροντας, λόγου χάριν, τὴν πρώτη λέξη τῆς φράσεως γλυκὸ κρασί, μαλακώνουμε τὴν τάση τῆς φωνῆς, γιὰ νὰ ἐναρμονισθῆ μουσικὰ μὲ τὴν ἑπομένη λέξη, πράγμα τὸ ὁποῖο σημειώνουμε γραπτῶς μὲ τὴν βαρεῖα· ἀντίθετα ὅταν προφέρωμε κρασὶ καὶ ἀκολουθεῖ σημεῖο στίξεως, κόβεται δηλαδὴ ἡ ἀναπνοή, ἐντείνομε τὴν φωνὴ διότι τὸ σημεῖο στίξεως, ὅπως καὶ ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ, τρέπει —«κοιμίζει» ἔλεγαν ἄλλοτε— τήν ὀξεῖα σὲ βαρεῖα. Ἐὰν ὅμως ἡ πρόταση ἔχει ἀδιάκοπη συνέχεια (γλυκὸ κρασὶ πεθύμησα), ἐκφωνοῦμε τὸ γλυκὸ καὶ τὸ κρασὶ βαρύνοντας τὸν τόνο καὶ στὶς δύο λέξεις.

Ἐπικαλούμενος ἐκφράσεις παλαιῶν γραμματικῶν, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑποστηρίξη πὼς ἡ βαρεῖα δὲν εἶναι τόνος. Καθὼς ὅμως ὑπεγράμμιζαν ἐκεῖνοι, καὶ ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ παραπέμψω γιὰ τοὺς σχετικοὺς τόπους στὸν δεύτερο τόμο τῶν Ἑλληνικῶν Ἀνεκδότων (φιλολογικὴ προσφορὰ τοῦ Ἐμμ. Βεκκέρου), ἡ βαρεῖα δὲν συνιστᾶ τόνο ἐπιτάσεως ἀλλὰ τόνο ὁμαλισμοῦ ἢ ἀνέσεως τῆς φωνῆς, ἁρμονικὸ κλείσιμο τῆς λέξεως στὸ πλαίσιο τῆς συνέπειας, ἤγουν τῆς φράσεως. Τί νόημα ἔχει νὰ ἐπικαλούμεθα παλαιοὺς γραμματικούς, ἐὰν δὲν ἔχουμε κατανοήσει μαζί τους πὼς οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι προσῳδίες, διαφορετικὰ ὕψη τῆς φωνῆς ποὺ ἀποτελοῦν συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἐκφορᾶς τοῦ λόγου; Αὐτὲς τὶς προσῳδίες τὶς δηλώνουμε στὸν γραπτὸ λόγο μὲ τὰ γνωστὰ σύμβολα δίκην μουσικῆς σημειογραφίας, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ παίζη, βέβαια, ρόλο παρτιτούρας, ὑπογραμμίζει σὲ κάθε λέξη τοὺς συντελεστὰς τῆς προφορᾶς. Οἱ μακρὲς καὶ βραχεῖες συλλαβὲς συγκροτοῦν τὴν κατὰ ποσὸν προσῳδία τῆς ἀρχαίας γλώσσας μας, οἱ δὲ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα τὴν κατὰ ποιὸν —τὸ χρῶμα τῆς ἐκφράσεως. Κατὰ ποιὸν προσῳδία εἶναι ἡ ἔνταση (ὀξεῖα προσῳδία), ἡ ἄνεσις ἢ ὁ ὁμαλισμός (βραχεῖα προσῳδία) καὶ ἡ μεσότης τῆς φωνῆς, τουτέστι ἡ περισπωμένη, γνωστὲς ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἀριστοτέλους (βλ. Ῥητορικῆς 1403b 27-32 καὶ Ποιητικῆς 1456b 31-33) καὶ νωρίτερα. Ὁ πλατωνικὸς Σωκράτης (Κρατύλου 399a-b) δὲν ἐξηγεῖ ὅτι ἀπὸ τὴν ἔκφραση Διὶ φίλος σχηματίσθηκε μία λέξη, ὁ Δίφιλος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀφαιρέσαμε τὸ δεύτερο ἰῶτα τοῦ Διὶ καί «ἀντὶ ὀξείας τῆς μέσης συλλαβῆς βαρεῖαν ἐφθεγξάμεθα»;

Παρόμοια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν περίπτωση τῆς δασείας. Ἡ δασεῖα, βεβαιώνουν ὁμοφώνως οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ σύγχρονοι φιλόλογοι, σημειωνόταν γραπτῶς πολὺ πρὸ τῶν κλασικῶν χρόνων, μὲ τὸ ψηφίο H. Ὅταν ὅμως, περὶ τὰ τέλη τοῦ Εʹ αἰῶνος, καθιερώθηκε στὴν Ἀθήνα ἡ εὐκλείδειος γραφή, τὸ H αὐτὸ χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ δηλώνει τὸ μακρὸ E, διχοτομήθηκε δὲ γιὰ νὰ δηλώσει μὲ τὸ ἓν ἥμισυ τὴν δασεῖα ὡς αὔρα βαθειὰ καί, ἀργότερα, μὲ τὸ ἄλλο, ὡς λεπτὴ αὔρα ἢ ἄπνοια τὴν ψιλή. Ἐάν ἡ ψιλὴ ἦταν σημεῖο ἰδιαίτερου πνεύματος ἢ ἁπλῶς ἀπουσίας τοῦ δασέος, δὲν τὸ γνωρίζουμε ἀσφαλῶς καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἀποφάνσεις διίστανται. Σήμερα, ἡ ἐπιστήμη κλίνει πρὸς τὸ ἐνδεχόμενο ἡ ψιλὴ νὰ δήλωνε τὴν ἔλλειψη ἑνὸς πνεύματος δασέος, χωρὶς νὰ γίνεται ὡστόσο πιὸ πειστικὴ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς γραμματικοὺς τῶν Ἑλληνικῶν Ἀνεκδότων, οἱ ὁποῖοι ἐτόνιζαν (τ. II, σ. 692-3) ὅτι «τὸ σημεῖον τῆς δασείας, ἤτοι τὸ διχοτόμημα τοῦ H τὸ ἐπὶ τὰ ἔξω ἀπεστραμμένον, τίθεται ἐπάνω φωνήεντος δασυνομένου, ἤγουν ἐκ τοῦ θώρακος μετὰ πολλῆς τῆς ὁρμῆς ἐκπεμπομένου· τὸ δὲ ἕτερον τοῦ αὐτοῦ στοιχείου διχοτόμημα, τὸ ἐπὶ τὰ ἔσω ἐστραμμένον, ἐπάνω φωνήεντος φιλουμένου, ἤτοι ἐξ ἄκρων τῶν χειλέων προφερομένου. Ἔστι γὰρ ἡ μὲν ψιλὴ ποιότης συλλαβῆς, καθ᾿ ἣν ἄκροις τοῖς χείλεσι τὸ πνεῦμα προφέρεται, οἷον Αἴας· ἡ δὲ δασεῖα ποιότης συλλαβῆς, καθ᾿ ἣν ἀθρόον ἐκ βάθους χειλέων τὸ πνεῦμα ἐκφέρεται, οἷον ἥλιος.»

Ἡ εἰκαζομένη ἀπὸ τοὺς συγχρόνους φιλολόγους φωνητικὴ ἀνυπαρξία τοῦ ψιλοῦ πνεύματος γίνεται ἄκρως συζητήσιμη, ἐὰν ἔχωμε διαρκῶς κατὰ νοῦ ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἐδιάβαζαν σιωπηρῶς, ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ ἀπήγγειλαν, καὶ ἂν ὑπ᾿ αὐτὸ τὸ πρῖσμα μελετήσωμε προσεκτικὰ τὸ πληρέστερο ἐγχειρίδιο ἀρχαίας εὐφωνικῆς ποὺ διασώζεται, τὸ ἐγκυρότατο περὶ συνθέσεως ὀνομάτων Διονυσίου τοῦ Ἁλικαρνασσέως, γραμμένο λίγους χρόνους πρὸ Χριστοῦ. Ὁλόκληρο τὸ δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τῆς πραγματείας αὐτῆς, ἀφιερωμένο στὴν ἀκουστικὴ ὑπόσταση ἀφώνων, ἡμιφώνων καὶ φωνηέντων, δείχνει πὼς οἱ πρόγονοί μας ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἐκφώνηση κάθε γράμματος ὡς ἦχο μελῳδικό, τὴν δὲ στοματικὴ κοιλότητα, τὴν γλῶσσα καὶ τὰ χείλη ὡς πολυδύναμο μουσικὸ ὄργανο κατάλληλο νὰ τὸν παράγη τῇ συνεργείᾳ τῆς πνοῆς. Κατ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια τὸ πνεῦμα τῶν φωνηέντων εἶναι μακρὸ ἢ βραχύ, τὰ ἁπλᾶ ἡμίφωνα εἶναι λιγώτερο εὔηχα ἀπὸ τὰ διπλᾶ «διὰ τὸ εἰς βραχυτέρους αὐτῶν τόνους συνάγεσθαι τὸν ἦχον», ἐνῶ μεταξὺ τῶν ἀφώνων ἐπικρατοῦν ἀκουστικῶς ὅσα προφέρονται μὲ ἰσχυρὴ πνεύση, ἀκολουθοῦν ὅσα μὲ μέτρια καὶ ἕπονται ὅσα ἐκφωνοῦνται μόνο μὲ τὴν δική τους πνοὴ («κράτιστα μὲν οὗν ἐστιν ὅσα τῷ πνεύματι πολλῷ λέγεται, δεύτερα δ᾿ ὅσα μέσῳ, κακίω δ᾿ ὅσα ψιλῷ· ταῦτα μὲν γὰρ τὴν ἑαυτῶν δύναμιν ἔχει μόνην, τὰ δὲ δασέα καὶ τὴν τοῦ πνεύματος προσθήκην»). Ἡ ψιλότης καὶ δασύτης στὴν προφορὰ ἰσχύει ἐπίσης γιὰ τὸ πνεῦμα τῶν ἀρκτικῶν φωνηέντων, τὸ ὁποῖο στὰ λοιπὰ σημεῖα τῶν λέξεων δὲν χρήζει δηλώσεως γιατὶ στὸν τόνο καὶ τὴν συλλαβικὴ ποσότητα συνάζεται ἡ ἠχητική του ἔνταση καὶ ἔκταση. Πῶς θὰ διακρινόταν τὸ ἕξω ἀπὸ τὸ ἔξω, τὸ τοὺ εἰμὶ ἀπὸ τὸ τοῦ ἵεμαι, τὸ ὧν ἀπὸ τὸ ὤν, τὸ ἕξ ἀπὸ τὸ ἐξ, τὸ ἀπὸ τὸ , τὸ ὁδοὺς ἀπὸ τὸ ὀδούς, καὶ τόσα ἄλλα; Τὸ λάθος εἶναι νὰ ἀντιλαμβανώμαστε τὸ δασὺ καὶ ψιλὸ πνεῦμα ὡς ποσότητα μόνο πνοῆς, τὴν στιγμὴ ποὺ συνιστᾶ καὶ ποιότητά της — προσῳδία. Θὰ ἦταν διακριτικὰ ποσότητος, ἐὰν στὸν ἀρχαῖο κόσμο εἴχαμε δυναμικὴ προφορὰ τῶν λέξεων καὶ ὄχι μελῳδική τους ἐκφώνηση. Μπορεῖ λοιπὸν τὸ σημεῖο τοῦ ψιλοῦ πνεύματος νὰ ἐπενοήθη ἀπὸ τοὺς Ἀλεξανδρινούς, ἀλλὰ ἐπενοήθη γιὰ νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφή, γιὰ νὰ καλυφθῆ ἕνα κενὸ τὸ ὁποῖο παρεμπόδιζε τὴν εὔηχη ἀνάγνωση τῶν ἔργων. Ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοοῦμε ἢ νὰ ἀποσιωποῦμε τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ δεδομένα καὶ νὰ διακηρύσσωμε ὅτι τὰ πνεύματα συλλήβδην καὶ οἱ τόνοι εἶναι ἄχρηστα ἐφευρήματα τῶν ἀλεξανδρινῶν γραμματικῶν, δημιουργώντας στὸν ἁπλὸ κόσμο τὴν ψευδαίσθηση πὼς μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα δὲν διευκολύνει μόνο τὴν ζωή του ἀλλὰ πλησιάζει καὶ τὶς ρίζες του; Σὰν νὰ εἶχαν οἱ Ἕλληνες τῶν κλασικῶν χρόνων μονοτονικό, μικρογράμματη γραφή, ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν λέξεων ἢ σημεῖα στίξεως!

Γιὰ νὰ γίνει σαφὲς τὸ μέγεθος τοῦ πράγματος, στὰ περὶ ἐλαττωμάτων τοῦ μονοτονικοῦ, θὰ προσθέσω δείγματα γραπτοῦ λόγου τῶν μαθητῶν δύο τμημάτων Πρώτης τάξεως Γυμνασίου τῶν Ἀθηνῶν, ἐρανισμένα ἀπὸ κείμενα ἐφετεινῶν ἐκθέσεων καὶ πρόχειρα διαγωνίσματα Ἀρχαίων καὶ Νέων ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐμπιστεύθηκε μὲ ἄδεια ἐλευθέρας χρήσεως ἡ οἰκεία καθηγήτρια. Τὸ ὑλικὸ εἶναι καταθλιπτικὸ καὶ γίνεται καταθλιπτικώτερο ἐὰν ἀναλογισθοῦμε ὅτι τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐνεγράφησαν στὸ Δημοτικὸ τὸ σχολικὸ ἔτος 1979-80 καὶ διδάσκονται Ἑλληνικὰ ἤδη ἕξι χρόνια. Σημειωτέον ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ περιπτώσεις προβληματικῶν ἀτόμων: τὰ παραδείγματα ποὺ δίδω καὶ ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ πολλαπλασιάσω ἀνετώτατα, ἀντιπροσωπεύουν ποσοστὰ 47% τῶν μαθητῶν τοῦ ἑνὸς τμήματος καὶ 70% τοῦ ἄλλου.

Σὲ ἐκθέσεις μὲ τὸ ἀπολύτως βατὸ θέμα Πῶς θὰ ἤθελα τοὺς γονεῖς μου, ἐκτὸς τῶν ἀπαραιτήτων πλέον παρατονισμῶν καὶ τῆς ἰσχυρᾶς ροπῆς πρὸς τὸν ἀτονισμό, ἀφθονοῦν λάθη τοῦ τύπου «οπατέρασμου», «ηαδερφήμου», «απωπάνω», «καταλάθως», «μεχαστούκισε», «ναντίνομε», «όταν του ζητάω λεφτά για σινεμά οι για το σχολείο οι και για αλλού», «Ένα βάζω που της τω έκαναν δώρο», «Ημητέραμου φεύγει το πρωεί και έρχεται το βράδι, φεύγει το μεσιμέρι και ερχεται κατά τις 11 στο σπίτι κουρασμένει», «τους αγαπώ πάρα πωλύ και ας είναι αυστιρή. τιν αυτιρώτιτα...», «Οι γωνείς μου είναι πολύ καλοί και ευγενικοί... Ο μπαμπάς μου είναι λίγο αυστηρώς και θα τον ήθελα λίγο πιο μαλακό δηλαδή να μην είναι αὐστηρώς», «είναι και ευσηνήδιτοι για το κάθε πράγμα που κάνουν. Εγώ τους γονείς μου δεν τους θέλω ακριβώς έτσι θέλω να γινόντουσαν πιο εύθημοι και πιο αυστηροί γιατί άμα ένα παιδί καλομάθει στα χάδια του γονειού του όταν μεγαλώσει θα είναι πολύ αιβέσθητω»· «Ακόμα τὸν ήθελα όπως είναι ψιλός στο πάχος όπως είναι μεσσέος», «ευγενικιά μαζί μετούς ανθρώπους».

Ἐξ ἴσου ἀντιπροσωπευτικὴ συμμετοχὴ σὲ πρόχειρο διαγώνισμα Νέων ἑλληνικῶν —τὰ παιδιὰ καλοῦνται νὰ ἀποδώσουν ἐλεύθερα τὸ περιεχόμενο γνωστοῦ κειμένου— εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «Απαντησης. Πέρσι τα εγγόνια στη πρωτοχρονιά της έβαλαν δόντια της γιαγιάς που λάμπουν. Μα ολοένα τα μάτια της γιαγιάς έσφηνα απότοτε που πέθανε η μονάκριβη η κόρη της. Τα παιδιά χαίρονταν όταν έβλεπαν να τρώγει φουντουκία με τα ολόασπρα δόντια της. Η γιαγιά και ο μεγάλο της εγγονὸς βουλεβάν γιά να τα βλάλουν πέρα. Ο μικρός εγγονός φιλάγε ένα σκέδιο όταν έφτασε η μέρα ηταν ότι ο θεός εδώσε το φώς της γιαγιάς». Καὶ ἡ συμμετοχὴ ἄλλου μαθητοῦ σὲ πρόχειρο διαγώνισμα Ἀρχαίων — τὰ παιδιὰ καλοῦνται νὰ ἀποδώσουν ἐλεύθερα τὸ νόημα εἴκοσι πέντε μεταφρασμένων στίχων τῆς Ὀδύσσειας καὶ νὰ ὑπογραμμίσουν τὰ «ἰδεολογικὰ στοιχεῖα» — μὲ τὰ ἑξῆς: «Η Αθηνά λέει στων τηλέμαχο να πάρη το καλύτερο καράβι με είκοσι λαμνοκόπους και να πάει να βρει είδηση για των Πατέρα του που λείπει πολλά χρόνια και του λέει είτε από των Δία να πας στο γέρο Νέστορα στη πύλο και μετά στην Σπάρτη στο Μενέλαο Και αν μάθει καμία πως ζει να περιμένης Ένα χρόνο. Και αν μάθεις πως δε ζει να γυρίσεις αμέσω στην πατρίδα σου να κάνεις θυσίες και μετά να παντρεύψεις την μάνα σου». Ἰδεολογικὰ στοιχεῖα: «1) Η προσπάθεια της Αθηνάς να πείση των τηλέμαχο να ψάξει να βρει των Πατέρα του. 2) Η Αθήνα πρωσπαθούσε να κάνει των τηλέμαχο να γίνει άντρας.»

Τὸ ἀπελπιστικὸ αὐτὸ ἐπίπεδο δὲν περιορίζεται σὲ ἀμελητέα ποσοστὰ δυσμαθῶν κάποιας τάξεως ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ Γυμνασίου, ἀλλὰ κατὰ πληθωρικὲς ἐνδείξεις πλήττει ὡς θεομηνία τὰ σχολεῖα σὲ ὅλη τὴν Ἐπικράτεια. Δὲν ἀρκεῖ ἑπομένως νὰ διακηρύξη κανεὶς ὅτι ἡ γλωσσικὴ πολιτικὴ τῆς τελευταὶας δεκαετίας καὶ ἡ μονοτονικὴ μεταρρύθμιση εἶχαν ὀλέθρια ἀποτελέσματα καὶ ὅτι τὸ ἐκφραστικὸ ἄγχος τῆς νέας γενηᾶς, ἡ ὁποία τὸ ἔτος 2000 θὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ προσκήνιο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ραγδαῖα ἐπιδεινώνεται, ἀλλὰ νὰ δείξη ὅτι ἡ ἐπιδείνωση αὐτὴ δὲν ἔχει νὰ κάνη μὲ διογκωμένο ἁπλῶς ἀριθμὸ λαθῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκάναμε ἄλλοτε, ἔχει νὰ κάνη μὲ ἕναν τύπο καὶ εἶδος λαθῶν ποὺ ὁμολογουμένως εἶναι πρωτόφαντα.

Γενικὸ χαρακτηριστικὸ τῶν λαθῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν ἠχητικὴ διασκευὴ τοῦ παραδεδομένου γραπτοῦ τύπου, ἡ ὁποία συντονίζεται μὲ τὴν πνευματοκτόνο ἐνέργεια τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας καὶ δὴ τῆς τηλεοράσεως, ἐνθαρρύνεται δὲ ἀπὸ τὶς «νέες» μεθόδους γλωσσικῆς διδασκαλίας, ποὺ ἔχομε εἰσαγάγει ἀβασάνιστα εἰς τὰ σχολεῖα μας. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μαθηταὶ τοῦ Δημοτικοῦ δὲν γράφουν πλέον Ἔκθεση καὶ δὲν διδάσκονται Γραμματική, ὥστε νὰ ἀναγνωρίζουν τουλάχιστον τὰ μέρη τοῦ λόγου, ἐνῶ ἡ Γραμματικὴ τοῦ Τριανταφυλλίδη, τὴν ὁποία διδάσκονται στὸ Γυμνάσιο, βασίζεται σὲ γλωσσικὰ στοιχεῖα τοῦ προφορικοῦ κυρίως λόγου, εἶναι παράγοντες τοὺς ὁποίους ὀφείλει κανεὶς νὰ λάβη σοβαρώτατα ὑπ᾿ ὄψει. Ἀλλὰ οἱ παράγοντες αὐτοὶ δὲν θὰ ἀνέπτυσσαν ἀνεμπόδιστα τὴν καταλυτική τους δράση, ἐὰν ὁ γλωσσικὸς ὀργανισμὸς διέθετε τὸ πάλαι ποτὲ ἰσχυρὸ ἀμυντικό του σύστημα: ὅσο ἡ δημοτικὴ συνεβάδιζε μὲ τὴν λόγια παράδοση εὐδοκιμοῦσε καὶ ἡ τηλεόραση λειτουργοῦσε πρὸ τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀναστατώσεως χωρὶς νὰ προκαλῆ τὶς σημερινὲς παρενέργειες. Τὸ ἀμυντικὸ σύστημα τῆς ἑλληνικῆς βασίζεται στὴν συνθετικὴ ὑφὴ τοῦ ἀρχαίου μας λόγου, ὑφὴ σχηματισμένη ἀπὸ τὴν προσῳδιακὴ συγκρότηση τῆς γλώσσας καὶ διατηρημένη ἐπὶ αἰῶνες χάρη στὴν ἀδιάλειπτη παρουσία τῆς λόγιας παραδόσεως, ποὺ μπόλιαζε μὲ τὸν γραπτό της τύπο καὶ τὸ πνεῦμα της τὸ σῶμα τῆς λαλουμένης. Δικαίως ἡ διδασκαλία τῶν Ἀρχαίων ἦταν ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος, ἀφοῦ καὶ ὑπὸ τὶς ἄθλιες συνθῆκες ποὺ γνωρίσαμε, ἐξασφάλιζε τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τοῦ πνευματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. Γι᾿ αὐτὸ μόλις ἐξορίσθηκαν τὰ Ἀρχαῖα ἀπ᾿ τὸ Γυμνάσιο, ἔγινε ἐφικτὴ καὶ ἡ μονοτονικὴ ἐπέμβαση στὴν γραφή, νομιμοποιώντας μιὰ παθολογικὴ μορφή της, ἱκανὴ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς παρατακτικὲς καὶ μόνο ἀπαιτήσεις τῆς λογιστικῆς ἀναλύσεως.

Ἡ ὀρθογραφία μιᾶς λέξεως περικλείει τὴν ἱστορία καὶ τὴν σημασία της. Γραπτὸς καὶ προφορικὸς λόγος, ὡς γνωστόν, δὲν ταυτίζονται: ὅταν μιλοῦμε ἐκφράζομε τὴν σκέψη μας· ὅταν γράφουμε σημειώνουμε ὅ,τι ἐννοοῦμε. Εἶναι διαφορετικὴ ἑπομένως ἡ πνευματικὴ διεργασία στὴν μία περίπτωση καὶ διαφορετικὴ στὴν ἄλλη, ὁπότε ἂν στὴν σχολικὴ διδασκαλία τοῦτο δὲν ὑπολογίζεται, τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὴν γλῶσσα στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰσθήσεως καὶ ἡ διανοητική τους ἐνέργεια καταντᾶ βαθμιαῖα ὑποτυπώδης. Προσλαμβάνοντας τὸ ἑλληνόπουλο μιὰ λέξη ὡς ἦχο καὶ καταγράφοντάς την ἀναλόγως, διαμελίζει τὴν δυναμικὴ τῆς ἱστορικότητος, στὴν ὁποία βασίζεται κάθε νοηματικὴ ἐνέργεια τῆς γραπτῆς μας γλώσσας. Κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ λόγος διασπᾶται στὸ μέρος τοῦ ἀκούσματος, ποὺ ἐξαντλεῖ τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο, καὶ στὴν ἱστορική του ὑπόσταση, ποὺ μένει μετέωρη, ἡ λέξη καθηλώνεται στὸν χῶρο τῆς συμβάσεως ἀποποιούμενη τὴν ποιητική της λειτουργία. Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς ἀφ᾿ ὅτου καθιερώθηκε τὸ μονοτονικὸ σύστημα τὰ παιδιὰ ἐπιμένουν χαρακτηριστικὰ νὰ μὴν τονίζουν εἴτε νὰ παρατονίζουν καὶ δημιουργηθοῦν ἐν γένει ὀρθογραφικὰ τέρατα, προκειμένου νὰ βάλουν στὸ χαρτὶ κάποια κουρέλια σκέψεων. Ὁ μαθητὴς ποὺ γράφει τὸ «εὐαίσθητο» αιβέσθητω ἔχει περιορίσει τὴν σημασία στὴν ἠχητικὴ μορφὴ τῆς λέξεως, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐτυμολογικὸ κενὸ ἔχει μεταβάλλει τὴν ἀρχικὴ σημασία ἀπὸ πνευματικὴ δημιουργία σὲ συμβατικὴ ἔννοια, ὁδηγεῖται σὲ ἕνα ὀρθογραφικὸ ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖο εἶναι κατὰ βάθος ἔκτρωμα νοηματικό. Λειτουργεῖ σὰν μαγνητόφωνο, ποὺ ἀντὶ σημασιῶν ἐγγράφει ἤχους γιὰ νὰ τοὺς ἐπαναλάβη μηχανικά, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζη ἄλλο περιεχόμενο ἀπὸ τὸν ἀκουστικὸ τύπο τῆς ἐκφορᾶς των. Ἡ καταστροφὴ τῆς ὁποίας παριστάμεθα μάρτυρες, ἄρχισε μὲ τοὺς πρὸ δεκαετίας γλωσσοεκπαιδευτικοὺς αὐτοσχεδιασμούς, γιὰ νὰ ἐπιδεινωθῆ μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ σὲ σημεῖο ἀπρόβλεπτο. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς τὸ ἐμπόδιο τῶν πνευμάτων καὶ τῶν τόνων κατερρίφθη, ἡ εἰκαστικὴ προφορικότης τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας παρεισέφρησε καὶ στὸ πεδίο τῆς γραπτῆς ἐκφράσεως, ὅπου ἀφαιρώντας ἀπὸ τὶς λέξεις τὴν νοηματικὴ ὑποδομή, τὶς μετατρέπει σὲ νεφέλωμα. Ἐξ οὗ ἡ διαφορετικὴ ὑφὴ τῶν λαθῶν τοῦ παρελθόντος ἀπὸ τὰ σημερινά: Ἄλλοτε ἀγνοούσαμε ὅτι μακρὸν πρὸ βραχέος περισπᾶται καὶ ὀξύναμε· τώρα οἱ μαθηταὶ δὲν κάνουν μόνο λάθη ἀγνοίας, κάνουν κατὰ κύριο λόγο λάθη σὰν αὐτὰ ποὺ εἴδαμε καὶ ποὺ ὀνομάζω λάθη παραισθήσεως.

II

Ἐὰν δὲν ἐκδηλωθῆ μεγάλη ἀντίδραση καὶ δὲν ληφθοῦν γενναῖα προστατευτικὰ μέτρα, ἡ παραισθητικὴ λειτουργία θὰ γίνη σύντομα μοῖρα τῆς γλώσσας μας. Πρὸς τὸ παρὸν τέτοιος κίνδυνος ἴσως νὰ μὴν φαίνεται καθαρὰ γιατὶ ὅσοι κάνουν δημοσία χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου ἔχουν περάσει ἀπὸ τὸ παλαιὸ σχολεῖο καὶ διαθέτουν ἀντανακλαστικὰ τὰ ὁποῖα συγκρατοῦν ἀκόμη τὰ πράγματα. Ὅμως σὲ λίγο ποὺ θὰ κυριαρχοῦν οἱ γλωσσικῶς ἐξανδραποδισμένες γενηὲς τῆς μεταπολιτεύσεως, τὸ κατρακύλημα θὰ εἶναι ἀκατάσχετο. Ὅποιος βιώνει τὴν γλῶσσα του ὡς σύστημα εἰκόνων, ὁπότε ὁ λόγος λειτουργεῖ στὴν διάνοιά του σηματοδοτικά, γιὰ νὰ ἐκφρασθῆ ὀφείλει νὰ ἐξαρθρώση ὀπτικοακουστικὰ τὸ νόημα, πρᾶγμα ποὺ ἀποκλείει κάθε πνευματικότητα καὶ προαγωγὴ πολιτισμοῦ. Τί τὸ περίεργο ἂν οἱ δυὸ ἔννοιες ποὺ ἀποτελοῦν, αἴφνης, τὴν λέξη εὔφορος, καταντοῦν στὴν ἀκουστική της ἐκδοχὴ ἐτυμολογικὰ ἀδιάγνωστες καὶ ἂν αὐτὸ προκαλῆ τὴν γραφικὴ παράσταση έυφορος-έφορος, ταυτίζοντας τὴν ποιότητα τῆς γῆς μὲ τὸν ὑπάλληλο τῆς ἐφορίας; Τὸ θέμα εἶναι τεράστιο καὶ ἡ εὐθύνη τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας ἀπροσμέτρητη γιατὶ μὲ τὴν συντελουμένη καταστροφὴ διακυβεύεται ἐν πολλοῖς ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Γένους.

Οἱ Ρῶσοι ἄφησαν τὴν «ἁγία γλῶσσα» τους καὶ τὴν γραφή τους ἀνέπαφες65· οἱ Ἄραβες οὔτε διανοοῦνται ἀλλαγή66· οἱ Ἑβραῖοι νεκρανάστησαν τὴν βιβλική τους διάλεκτο· οἱ Κινέζοι, παρὰ τὶς ἐπιταγὲς τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς ὁρολογίας της, παρὰ τὴν ἀσυγκρίτως εὐκολώτερη ἐκμάθηση τῆς φωνητικῆς γραφῆς, δὲν θίγουν τὰ πατροπαράδοτα ἰδεογράμματα, ποὺ θεωροῦν ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς ἱστορικῆς των ταυτότητος· οἱ Ἰνδοὶ ἐπίσης χρησιμοποιοῦν τὴν δική τους παραδόσιμη γραφή· οἱ ἰλιγγιωδῶς ἀναπτυσσόμενοι στὴν τεχνικὴ Ἰάπωνες, ὄχι μόνο δὲν ἀγγίζουν τὴν περίπλοκη γραφή τους ἀλλὰ προετοιμάζουν μία ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση, ἐν ὀνόματι τῆς δημιουργικῆς ἀνταποκρίσεως στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐξαυτοματισμένουν 21ου αἰῶνος, μὲ πνευματικὴ ἀναφορὰ τὶς προγονικὲς ἀξίες καὶ τὴν ἐθνική τους ταυτότητα. Ἀλλὰ οἱ λαοὶ τῆς Δύσεως, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Γερμανοί, οἱ Βέλγοι, οἱ Ἰταλοί, οἱ Σκανδιναυοί, καὶ αὐτοὶ οἱ μόλις δύο αἰώνων μηχανόβιοι Βορειοαμερικανοί, συνειδητοποιοῦν πὼς ἡ φθορὰ τοῦ ὁμιλουμένου καὶ γραπτοῦ των λόγου πλήττει τὴν ἱστορική τους συνοχὴ καὶ προωθοῦν ἀποφασιστικὰ ἐκπαιδευτικὲς μεταρρυθμίσεις, τὶς ὁποῖες χαρακτηρίζει ἡ μέριμνα τῆς ἰδιοπροσωπίας, ἡ σπουδὴ τῶν κλασικῶν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς μείζονος προσπάθειας. Στὸν γενικὸ ξεσηκωμὸ ἐναντίον τῆς τεχνολογικῆς καθολικότητος καὶ τοῦ «πολιτισμοῦ» τῶν εἰκόνων, ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, ὁ κατὰ τραγικὴν εἰρωνεία φυσικὸς κληρονόμος τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Μόνο ἐμεῖς, στὴν βαθιὰ κρίση ταυτότητος ποὺ ὑφιστάμεθα καὶ τὴν μανία τῆς αὐτοκαταστροφῆς ποὺ μᾶς ἔχει καταλάβει, ἀρνούμεθα ὡς «ἀχθοφόροι μεγάλου ὀνόματος» τὴν προγονικὴ κληρονομιὰ καὶ ὑπονομεύουμε τὴν γλῶσσα μας, ἀδιαφορώντας ἐὰν ἔτσι παίρνουμε δρόμους οἱ ὁποῖοι μπορεῖ ν᾿ ἀποδειχθοῦν χωρὶς ἐπιστροφή.

Ἂς μὴ βαυκαλιζώμαστε μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἡ παροῦσα γλωσσικὴ ἔκπτωση εἶναι πρόσκαιρη παρενέργεια τοῦ ἀκόμη νωποῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἐκδημοκρατισμοῦ ἢ διεθνὴς συγκυρία, ὀφειλομένη στὴν ἐπίδραση τῶν μέσων ἐπικοινωνίας καὶ τὸν ἐξαυτοματισμὸ μὲ τὶς κωδικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἐπιτάσσει. Ἐὰν ὁ ἐκδημοκρατισμὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὰ ἀποσυνθετικὰ φαινόμενα ποὺ παρατηρήσαμε καὶ σταθερὸ ζητούμενο ἀποτελεῖ ἡ ἐξίσωση πάντων πρὸς τὰ κάτω, πῶς θέλει προκύψη ἀνασχετικὸς παράγοντας, ἀφοῦ ἡ φάση τῆς ἀνακάμψεως δὲν πρέπει νὰ συσχετίζεται μὲ ποιοτικὴ βελτίωση ἀλλὰ μὲ μιθριδατικὸν ἐθισμὸ στοὺς ἐκκωφαντικοὺς νέους μέσους ὅρους τοῦ προοδευτικῶς παρασκευαζομένου μαθητικοῦ πολτοῦ; Ὅσο γιὰ τὴν διεθνῆ συγκυρία, αὐτὴ πράγματι βαραίνει καὶ στὸν τόπο μας, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἀντανακλᾶται κυρίως στὰ καράφλιασα, τὰ κουφάθηκα ἢ τὴν ξύλινη γλῶσσα τῶν εὐελπίδων νέων μας καὶ δευτερευόντως στὰ ἀποπληκτικὰ «εὑρήματα» ποὺ συναντοῦμε στὰ γραπτὰ τῶν γυμνασιοπαίδων. Ἄλλο ἕνας εἰκονομορφικὸς λόγος καὶ ἄλλο ἕνας λόγος χωρὶς τὶς ἐνυπόστατες ἱστορικὲς —καὶ γι᾿ αὐτὸ νοηματοδοτικὲς— συντεταγμένες του. Στὴν πρώτη περίπτωση ἔχουμε ὄντως γνήσιο γλωσσικὸ προϊὸν τοῦ σύγχρονου «πολιτισμοῦ» εἰκόνος καὶ θεάματος· στὴν δεύτερη περίπτωση ἔχομε ἐξάρθρωση τοῦ γραπτοῦ λόγου, ἡ ὁποία γίνεται καθεστὼς ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἀποκόπτεται ἡ δημοτικὴ ἀπὸ τὴν σύνολη γλωσσική μας παράδοση, ἐξοβελίζονται δὲ οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ συνέπεια τοῦ ἐξαρθρωμένου αὐτοῦ γραπτοῦ λόγου θὰ ὁδηγήση βαθμιαῖα στὸ ἀτονικὸ σύστημα, τὴν φωνητικὴ ὀρθογραφία κι ἐν τέλει στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο, μὲ τὸ «ἐθνικιστικὸ» ἐνδεχομένως ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ἑλληνικό, ἀφοῦ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο τῶν ἀρχαίων Χαλκιδαίων. Νὰ σημειώσω πὼς διαλυομένου τοῦ γραπτοῦ μας λόγου θὰ περιπέσωμε σὲ τέτοιαν ἀφασία, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχη ἄλλη σανίδα σωτηρίας ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς ξένης γλώσσας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι, κατὰ πᾶσαν βεβαιότητα, τὰ οἰκεῖα στοὺς πρώην Ἕλληνες καὶ παγκοσμίως κρατοῦντα πρακτικὰ ἀγγλικά;

Ὅσο τὸ μετακρητομυκηναϊκὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι φοινικικό, ὄχι ἐπειδὴ οἱ Φοίνικες χρησιμοποίησας τὰ κυπριακὰ συλλαβογράμματα γιὰ νὰ διαμορφώσουν τὸ δικό τους ἀλλὰ γιατὶ ὅταν περὶ τὸ 1000 π.Χ. οἱ πρόγονοί μας τὸ παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς Φοίνικες, τὸ προσήρμοσαν στὶς δικές των ἀνάγκες προσθέτοντάς του τὰ φωνήεντα, τόσο ἑλληνικὸ εἶναι τὸ λατινικό, ποὺ ἀνέπλασε τὸ χαλκιδαϊκὸ κατὰ τὶς ἀπαιτήσεις γραφικοῦ συμβολισμοῦ τῆς προφορᾶς τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου, γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ γράμμα καὶ τὸ νόημα μιᾶς λέξεως ἀπέδιδαν τὴν σχέση ὀχήματος καὶ ὀχουμένου. Ἡ γλῶσσα ἐνσαρκώνει μὲ τὸν τρόπο της τὸ πνεῦμα ἑνὸς ἔθνους· διαφορετικὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο μένει μετέωρο μαζὶ μὲ τὸν λαό, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ δημιουργήση πολιτισμὸ καὶ νὰ ζήση χωρὶς δική του ἔκφραση. Τέτοιες χρεωκοπίες λαῶν συνέβησαν πολλὲς φορὲς στὸ παρελθὸν καὶ τίποτε δὲν ἀποκλείει νὰ ξανασυμβοῦν στὸ μέλλον, ἂν κρίνω ἀπὸ τὴν παρακμὴ τοῦ συγχρόνου ἑλληνισμοῦ, ποὺ χάνοντας τὴν γραφή του χάνει τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφράση τὸν βαθύτερό του ἑαυτὸ καὶ κινδυνεύει νὰ καταντήση ἱστορικὸς ἀποσυναγωγός. Βαθύτερός μας ἑαυτός, πνεῦμα μας, εἶναι μία ποιητικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, στοὺς κόλπους τῆς ὁποίας συντελεῖται καὶ ἡ ἐπικοινωνία. Τὴν σχέση τούτη δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὴν συστήσουν τὰ ἰδεογράμματα ἢ τὰ εἰκονογράμματα, ποὺ σχηματοποιοῦσαν συμβατικῶς καταστάσεις καὶ πράγματα· τὴν ἐξέφρασε ἰδιοφυῶς ἡ φωνητικὴ γραφή, χαράζοντας ὀνόματα στὴν θέση τῶν σχημάτων. Μὲ τὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ἡ γλῶσσα ἀπὸ μέσο ἀνταλλαγῆς μηνυμάτων τρέπεται σὲ φίλτρο σημασιῶν, τὸ ὁποῖο παρεμβαλλόμενο μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου δὲν ἀναπαράγει τὸν κόσμο εἰκονικῶς ἀλλὰ τὸν φωτίζει, γίνεται τόπος ἐπιφανείας ἀγνώστων ἀληθειῶν καὶ μᾶς ἀνεβάζει διὰ μιᾶς ἀπὸ τὸ ἡμίφως τῆς ἐμπειρικῆς δόξας στὸ φῶς τοῦ λόγου. Μετὰ τρεῖς χιλιάδες χρόνια ποιητικῆς γραφῆς, ὁ τεχνικὸς «πολιτισμὸς» καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι φανατικοί, πλὴν ἀνύποπτοι, μισόλογοι φιλόλογοι προαγωγοί του, μᾶς ξαναγυρνοῦν σήμερα σὲ ἕνα εἶδος ἀκουστικῶν ἰδεογραμμάτων καὶ εἰκονογραμμάτων, ποὺ μεταβάλλουν τὶς λέξεις σὲ σημεῖα κωδικά, στερώντας ἀπὸ μιὰ γλῶσσα μὲ τὴν προσῳδιακὴ ὑποδομὴ τῆς δικῆς μας τὴν δημιουργική της δύναμη, φυλασσόμενη ἐπὶ αἰῶνες στὴν φωνητική, πραγματικὰ ἢ συμβολικὰ (ἱστορικά), ὀρθογραφία. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαθύτερη αἰτιολογία τῆς τωρινῆς γλωσσικῆς μας καταπτώσεως καὶ ὄχι κάποια νέα παραλλαγὴ τῆς ἀντιπαραθέσεως δημοτικιστῶν καὶ καθαρολόγων.

Ὑπενθυμίζω ὡρισμένους κοινοὺς τόπους τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης γιὰ τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς μετακρητομυκηναϊκῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ἡ γραφὴ αὐτὴ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Ιʹ περίπου αἰῶνα. Τότε ἦταν πολὺ ἀτελής: κεφαλαιογράμματη, ἄτονη, χωρὶς στίξη οὔτε μεταξὺ τῶν λέξεων κενά, ἐνῶ πολλοὶ φθόγγοι δὲν εἶχαν τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα τους, ὅπως τὸ ξῖ καὶ ψῖ, ποὺ γράφονταν ΚΣ καὶ ΠΣ, τὸ ὠμέγα (ὄμικρον μακρὸ) εἴτε τὸ ἦτα (μακρὸ ἔψιλον). Ὅπου δὲν ἐπικρατοῦσε ἡ αἰολικὴ διάλεκτος, τὸ δασὺ πνεῦμα δηλωνόταν μέχρι τέλους τοῦ Εʹ αἰῶνος μὲ τὸ γράμμα Η, τὸ ὁποῖο προσέλαβαν μαζὶ μὲ τὸ χαλκιδαϊκὸ ἀλφάβητο στὴν Δύση καὶ τὸ διατηροῦν μέχρι σήμερα. Ἡ ἀτέλεια τῆς ἀρχαϊκῆς φωνητικῆς μας γραφῆς ἦταν τέτοια, ὥστε μιὰ φράση ὅπως ΕΛΘΕΟΚΙΜΟΝ νὰ διαβάζεται ταυτόχρονα «Ἦλθε ὁ Κίμων» καὶ «Ἐλθέ, ὦ Κίμων», ἐξηγεῖται δὲ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πρὸ τοῦ Εʹ αἰῶνος κυριαρχοῦσε ὁ ἀπαγγελτικὸς προφορικὸς λόγος σὲ τέτοι βαθμό, ποὺ δὲν ἔγινε ἔντονα αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφή. Ὅταν ὅμως ἡ γραφὴ ἄρχισε νὰ διαδίδεται, χρειάσθηκε νὰ βελτιωθῆ τὸ ἐλαττωματικὸ ἐν χρήσει σύστημα, ὅπότε τὸ 403-402 π.Χ. οἱ Ἀθηναῖοι υἱοθέτησαν τὸ ἀλφάβητο ποὺ ἔχομε καὶ σήμερα, ἀφήνοντας ὡστόσο τοὺς τόνους ἀσημείωτους καὶ τὸ σύστημα τῆς στίξεως ὑποτυπῶδες. Ἀλλὰ ἡ κρίση τῆς ἀρχαίας προσῳδίας καὶ ὁ παρεπόμενός της κίνδυνος νὰ ἀπωλεσθοῦν τὰ μεγάλα κείμενα τοῦ κλασικοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐπέβαλαν δύο αἰῶνες ἀργότερα νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφὴ ἔτι περαιτέρω. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβαν καὶ ἔφεραν εἰς πέρας οἱ ἀλεξανδρινοὶ φιλόλογοι. Δὲν εἶναι τουλάχιστον ἄτοπο νὰ ἐπικαλούμεθα ὑπὲς τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ σημερινοῦ τελειοποιημένου γραπτοῦ μας λόγου, τὸ ἀτελὲς ἄτονο καὶ ἀπνευμάτιστό του παρελθόν;

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶχε μιὰ ἰδιομορφία, ἡ ὁποία στὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ ἔπαψε νὰ σφραγίζη τὸν προφορικὸ λόγο: τὰ νοήματα τῶν λέξεων διακρίνονταν βάσει τῆς ποσότητος τῶν συλλαβῶν καὶ τῆς ποιότητός των, ἤτοι βάσει τῆς μακρότητος καὶ τῆς βραχύτητος τῶν φωνηέντων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ὕψος τῆς φωνῆς, προτοῦ αὐτὰ ὅλα νὰ δηλωθοῦν γραπτῶς μὲ ἰδιαίτερα σύμβολα. Αἴφνης ἡ μετοχὴ οὐδετέρου τοῦ εἰμί - τὸ ὂν— διαφοροποιεῖτο ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας ὃν κατὰ τὸ ψιλὸν πνεῦμα τῆς προφορᾶς, ἐνῶ τὸ οὐσιαστικὸ κλῆσις (καλῶ) διαφοροποιεῖτο ἀπὸ τὸ κλίσις (κλίνω) κατὰ τὴν συλλαβικὴ ποσότητα τοῦ ἦτα καὶ τὴν μεσότητα τοῦ ὀξυβαρυνομένου (περισπωμένου) τόνου τῆς φωνῆς, ποὺ καθορίζει ὁ συσχετισμὸς τοῦ μακροῦ ἦτα καὶ τοῦ βραχεός γιῶτα μὲ τὴν βραχεῖα κατάληξη -ις. Οἱ ἀρχαῖες λέξεις εἶχαν, τρόπον τινά, ὑλικὸ βάρος, τὸ ὁποῖο ἀνάγκαζε τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεσμεύουν τὴν φωνή τους καὶ τὴν τάση της στὶς ρυθμικὲς ἐπιταγὲς τοῦ ποσοῦ τῶν συλλαβῶν. Τόνοι, στίξη, πνεύματα, μακρά, βραχέα συνδέονται τόσο, ὥστε μόνο ἀπὸ ἀσυνειδησία τοῦ προβλήματος μπορεῖ νὰ ὑπερμαχῆ κανεὶς τοῦ μονοτονικοῦ καὶ συγχρόνως νὰ ἐμμένη εἰλικρινὰ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία.

Ἡ προσῳδιακὴ ἰδιοτυπία εἶναι βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πνεῦμα ποὺ ἀναγνωρίζει στὴν συλλαβικὴ ποσότητα τῆς λέξεως τὴν πηγὴ τοῦ ρυθμοῦ καὶ ὄχι στὸν ὁμιλοῦντα. Καθὼς ἔδειξε ὁ Θρασύβουλος Γεωργιάδης, ἡ ἴδια ἡ σημασία τῶν λέξεων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν οἱονδήποτε ἐμφατικὸ τονισμὸ τοῦ θεματικῶς ἰσχυροῦ σημείου των (μήτηρ καὶ πατὴρ) ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ρυθμιστικὴ ποσότητα τῶν συλλαβῶν. Ἔτσι τὸ ἐπίρρημα καθαρῶς διακρίνεται, στὸν προφορικὸ λόγο, ἀπὸ τὸ ἐπίθετο καθαρὸς χάρη στὴν συλλαβικὴ μακρότητα τοῦ καταληκτικοῦ ὠμέγα καὶ τὴν περισπωμένη, ἡ ὁποία τονίζει τὸ ὀξυνόμενο ὄμικρον τῆς παραληγούσης καὶ τὸ βαρυνόμενο ὄμικρον τῆς ληγούσης, ποὺ συναιροῦνται εἰς ὠμέγα. Ὁ λόγος εἶναι ταυτόχρονα γλῶσσα καὶ μουσική, ὁ δὲ στίχος ἔχει τὴν μελῳδία τῆς γλώσσας καὶ ὄχι αὐτὴν ποὺ τοῦ προσθέτουμε. Κατ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια δὲν ὀνομάζει ἁπλῶς ὁ ἀρχαῖος ὅταν διαλέγεται, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ ὄντα φανερώνονται στὴν ὑλική τους ὑπόσταση μὲ τὸν ἦχο τῆς λέξεως, εἰς τρόπον ὥστε κάθε διαχωρισμὸς μεταξὺ περιέχοντος καὶ περιεχομένου νὰ γίνεται ἀδύνατος. Καὶ ὅταν τραγουδᾶ δὲν κατανέμει ἰσομερῶς τὸν τόνο στὸ μῆκος τοῦ στίχου γιὰ νὰ ἀντικαταστήση τὴν φυσικὴ ἐκφορὰ τοῦ ἐρρύθμου λόγου μὲ μία ἀφηρημένη χρονική του διαίρεση. Ἐν αντιθέσει πρὸς τὴν δυτικὴ μουσική, στὴν ἑλληνική, ὡς γνωστόν, δὲν ὑφίσταται ρῆγμα μεταξὺ χρονικῆς διαιρέσεως καὶ ρυθμικῆς ἐκφορᾶς διότι ἀκριβῶς οἱ τόνοι ὡς ᾠδικὸς συσχετισμὸς μακρῶν καὶ βραχέων ἀποτελοῦν εἰς μάκρος διακοσμητικὸ μέλισμα τῶν συλλαβῶν καὶ ὄχι κατ᾿ ἔντασιν, ὅπως ἡ προστιθεμένη στὸν λόγο νότα. Ὅταν ὅμως προφέρουμε τὶς συλλαβὲς περίπου ὁμοιόμορφα, ὅπως σήμερα, ὁ μελῳδικὸς ὑπογραμμισμὸς συγκεντρώνεται στὴν μία συλλαβὴ ἀνεξαρτήτως τῶν ὑπολοίπων, καὶ μεταβαλλόμενος σὲ τόνο δυναμικὸ τὴν ἀνάγει σὲ κλειδὶ τοῦ νοήματος τῶν λέξεων, ἀλλοιώνοντας τὸ ἠχητικὸ ποιὸν τῆς ἐκφορᾶς καὶ ἀναδεικνύοντας τὸν ὁμιλητὴ κύριο τῆς σημασίας. Τὸ φαινόμενο ἀναπαράγεται καὶ στὸ βουβὸ πεδίο τῆς γραφῆς, ὅπου τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἀντικειμενοποιεῖ τὸν τόνο, ἐνῶ τὸ πολυτονικὸ τὸν ἐξαρτᾶ ἀπὸ τὴν προσῳδιακή του καταβολή, διατηρώντας τὸν ἀπόηχο τοῦ μελίσματος.

Ὑπάρχουν καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες μακρὰ ἢ βραχέα, ὀξεῖες, βαρεῖες καὶ περισπωμένες, ὅμως σὲ καμμία δὲν παρατηρεῖται τὸ ἑλληνικὸ φαινόμενο νὰ ἐξαρτᾶται τὸ ποιὸν τοῦ τόνου ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν συλλαβῶν. Ὄχι μόνο στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, ὁ τονισμὸς τῶν ὁποίων εἶναι σαφῶς δυναμικός, ἦτοι ἄσχετος πρὸς οἱανδήποτε συλλαβικὴ ποσότητα, ἀλλά, καθὼς ἐπισημαίνει ὡς ἐπαΐων ὁ Δημήτριος Καταρτζῆς στὰ Εὑρισκόμενά του, καὶ εἰς τὰ μουσικώτατα ἀραβικά, τὰ περσικὰ καὶ τὰ τούρκικα, ὅπου ὑφίσταται μὲν συλλαβικὴ ποσότης, ἀναλογία τῶν ποσοτήτων καὶ τόνοι, πλὴν ἄσχετοι καὶ μεταξύ των καὶ πρὸς τὴν συλλαβικὴ ποσότητα. Ἡ συνάρτησις τόνου καὶ συλλαβικῆς ποσότητος ἔδιδε τὸν ρυθμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, αὐτὴ ἔκανε τὴν προσῳδία νὰ διαφέρη ἀπὸ τὴν μελῳδικότητα τῆς προφορᾶς, ποὺ ὁ Ἰταλὸς ἢ ὁ Ἱσπανὸς διαθέτουν ἐν ἀφθονίᾳ. Ἡ προσῳδία τῆς Ἀρχαίας δὲν ἀφορᾶ στὴν μελῳδικότητα τῆς προφορᾶς, τὸ εὔηχονδύσηχον τῆς φράσεως, ἀφορᾶ στὴν ἠχορρυθμικὴ ἑνότητα τοῦ λόγου ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει τὸ νόημα. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ διορίζει ὡς βάση τῆς καθ᾿ ἡμᾶς μουσικῆς τὴν φωνή, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ ἀπουσία της ἐπιβάλλει ὡς βάση τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς τὸ ὄργανο. Δὲν πρόκειται γιὰ σωβινιστικῆς ἐμπνεύσεως ἀπόφανση ἀλλὰ γιὰ κοινὸ μεταξὺ τῶν εἰδημόνων τόπο, ἀνάλογο μὲ τὸν προσῳδιακὸ νόμο, ποὺ ἐκτὸς ὡρισμένων ἐξαιρέσεως (κορόιδεψε, ξοδεύουμασταν) ἀπαγορεύει στὰ ἑλληνικὰ πλεμόνια νὰ προφέρουν καὶ τὰ ἑλληνικὰ αὐτιὰ νὰ ἀνέχωνται τὸν τονισμὸ πέραν τῆς προπαραληγούσης, ὅταν γιὰ τὰ παρόμοια ἀπὸ πλευρᾶς φυσιολογίας ἀγγλικὰ πλεμόνια καὶ αὐτιά, ἀνώτατο ὅριο τονισμοῦ τίθεται ἡ ἕκτη συλλαβή.

Ἡ μουσικὴ κατάρτιση τοῦ νοήματος εἰς τὴν ἀρχαία μας γλῶσσα ὑποδηλοῖ ἐνσωμάτωση τοῦ πνεύματος στὰ πράγματα· ἡ λογική του σύσταση διὰ τοῦ σήματος φανερώνει τὴν ἀποξένωση τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὰ πράγματα, ἕνα ὀντολογικὸ χάσμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀνεδύθη τὸ ψυχολογικὸ ὑποκείμενο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ σημασία ἐξαρτᾶται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὸν ἐμφατικὸ τονισμὸ μιᾶς συλλαβῆς τῆς κάθε λέξεως, τὸ σῶμα τοῦ λόγου παύει νὰ συνιστᾶ ὀργανικὴ ἑνότητα μὲ τὸ νόημα, γινόμενο συμβατικὸς φορεύς του, ὁ προσῳδιακὸς ρυθμὸς τρέπεται σὲ ὁμοιοκαταληξία ἢ ἐλεύθερη συναρμογὴ εἰκόνων, τὸ πάθος τοῦ τραγουδιστοῦ συγκεντρώνεται στὴν κορῶνα, ὑποδαυλίζοντας τὸν πιὸ θολὸ ὑποκειμενισμό, τὸ πιὸ ξεχειλωμένο αἴσθημα. Ἦταν δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήση κάτι τέτοιο σὲ μιὰ γλῶσσα ὅπου γυμνώναν τὴν φωνὴ καὶ μετρίαζαν τὴν ἔντασή της, γιὰ νὰ διακρίνουν τὸ ους (αὐτὶ) ἀπὸ τὸ ἀντωνυμικό του ὁμώνυμο; Ποὺ ἀκόμη καὶ ἡ συλλαβικὴ μακρότης πρέπει νὰ δηλωθῆ, γραπτῶς ἔστω, προκειμένου νὰ σαφηνισθῆ ὅτι μιὰ λέξη σὰν τὸ ἀκριβό(ῶ)ς τῆς φράσεως ἐκεῖνος ὁ καθρέφτης φαίνεται ἀκριβό(ῶ)ς εἶναι ἐπίθετο ἢ ἐπίρρημα;

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ μοῦ παρατηρήση καλόπιστα, ὅτι ναὶ μὲν ὅσα λέω ἰσχύουν γιὰ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε ἡ ἀρχαία προσῳδία, ὅμως αὐτὴ ἐξέλιπε καὶ ἀπὸ αἰῶνες οἱ Ἕλληνες δὲν προφέρουν μὲ τὸν μουσικὸ τρόπο τῶν προγόνων τους, ὁπότε δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμένωμε σὲ τονικὰ σημάδια καὶ πνεύματα χωρὶς ἀντίκρισμα. Ἡ ἀπάντηση στὴν εὐλογοφανῆ τούτη παρατήρηση εἶναι εἶναι ὅτι ἂν καὶ ἡ ἀρχαία προσῳδία ἐσίγησε, ἡ δὲ νοηματοδοτικὴ ἐνέργεια πέρασε ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς λέξεις στὸν ἄνθρωπο, οἱ δίαυλοι τῆς πατροπαραδότου ἐκφράσεως —τὸ παραγωγικὸ σύστημα τῶν λέξεων, οἱ συζυγίες τῶν ρημάτων, τὸ κλιτικὸ σύστημα, ἡ λειτουργία τῶν μερῶν τοῦ λόγου στὴν σύνταξη— παρέμειναν κατὰ βάσιν ἀμετάβλητοι καὶ δεσμευτικοὶ γιὰ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν ὀμιλία. Τὸ συνέλαβαν οἱ μεγάλοι φιλόλογοι τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων καὶ ἐνώπιον τοῦ κινδύνου νὰ καταστραφῆ ἡ πνευματική μας παράδοση καὶ ἡ γλῶσσα, ἐπενόησαν τὸ τονογραφικὸ σύστημα, τὰ σύμβολα τῆς ἀποστρόφου καὶ τῆς ὑποδιαστολῆς, συμπλήρωσαν τὰ σημεῖα τῆς στίξεως, ἐμπεδώνοντας καὶ τελειοποιώντας τὴν εὐκλείδειο μεταρρύθμιση τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ Εʹ π.Χ. αἰῶνος. Τοιουτοτρόπως ἡ ἀφανὴς πλέον ἁρμονία τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου προσέλαβε τὴν γραπτὴ ἀπαραίτητη ἐμφάνεια, ποὺ ἐπέτρεψε στὸν ὕστερο ἀρχαῖο καὶ μεσαιωνικὸ ἑλληνισμὸ νὰ ξεδιπλωθῆ δημιουργικὰ ἐνωμένος μὲ τὶς ρίζες του, παρὰ τὴν διαφοροποίηση τοῦ προφορικοῦ λόγου.

Τὰ αἴτια γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπεχώρησε ἡ ἀρχαία μας προσῳδία ἐξηγοῦν καὶ γιατὶ δὲν ἄφησε στὸ ἔλεος τῆς ἄχροης προφορᾶς τὸν λόγο, γιατὶ ἐπεβίωσε ὑπογείως στὴν ἀνασυγκροτημένη ἑλληνιστικὴ κοινὴ γλῶσσα και δι᾿ αὐτῆς στὴν μεσαιωνικὴ και νεοελληνική. Ἡ προσῳδία ἀπηχεῖ τὸ αἴσθημα ἑνὸς κοινωνικοῦ βίου ὑφῆς λατρευτικῆς καὶ ὄχι τοῦ οἱουδήποτε κοινοῦ λόγου. Ἐὰν ὁ κοινὸς λόγος προϋποθέτει χωριστὲς ψυχές, τὸ τραγούδι ἀναβλύζει άπὸ τὸ ρίγος ὅλων. Ὅσο λοιπὸν ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ζοῦσε τὴν ἀράγιστη θρησκευτικὴ ὁμαδικότητα στὸν ρυθμὸ ἑνὸς φυσικοῦ καθόλου, ἡ προσῳδία ἄνθιζε· ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὁ ἀσφαλὴς λόγος γίνεται στοὺς κόλπους τοῦ ἄστεως ἀναγκαῖος γιὰ τὸν καθένα ὡς ἄτομο, ἡ προσῳδία ἀρχίζει νὰ μοιράζεται τὴν θέση της μὲ τὴν νοηματικὴ ὑπόσταση τῶν λέξεων. Αὐτὸ προανήγγειλε ἡ ἀνάπτυξη τοῦ δραματικοῦ διαλόγου εἰς βάρος τοῦ τραγικοῦ χοροῦ — τῶν λατρευτικῶν τραγουδιῶν τοῦ ἀλλοτε διονυσιακοῦ θιάσου. Ὁ προσῳδιακὸς λόγος συνάγει ἀπὸ τὸ δρῶν σύνολο τὴν ἐνέργεια τοῦ ἐγὼ καὶ ὡς ἐκ τούτου σφραγίζεται ἀπὸ τὴν ρηματικότητα· ὁ ψιλὸς λόγος τὴν στρέφει στὸν χῶρο τῆς συνειδήσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ρηματικὴ ἐνέργεια δημιουργεῖ οὐσιαστικότητα. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ λέγειν, τὸ ἰδεῖν, τὸ εἶναι, στὸν λόγο, τὴν ἰδέα, τὴν οὐσία, συνοψίζει τὴν πορεία ἀπὸ τὴν κλειστὴ ὁμάδα σ᾿ ἐκείνην ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τὸ ἄτομο, ἀπὸ τὴν ζωηρή, πλὴν ἀβέβαιη, παραστατικὴ σκέψη, στὴν θεμελιωμένη ἐπιστημονικὴ-φιλοσοφική.

Ὅσο κι ἂν ὁ ἀτομικὸς λόγος ἔφθειρε τὸ μουσικὸ στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς φωνῆς, ἡ τελευταία δὲν ἀπαρνήθηκε τὴν προσῳδιακή της καταβολή, τὴν ὁποία συγκράτησε στὸν χῶρο τῆς γραφῆς εἴτε τῆς ὁμαδικῆς προφορικῆς παραδόσεως καὶ δημιουργίας, ποὺ ἀναπτύσσεται σὲ ἐξ ἴσου ἀμετακίνητα στερεότυπα. Τοῦτο θὰ ἦταν ἀνέφικτο ἐὰν ὁ λόγος ἐπήγαζε ἀπὸ τὸ ἄμεσο ζωικὸ αἴσθημα δίκην τραγουδιοῦ, ὅπως ἤθελε ὁ Χέρντερ καὶ ὁ Θρ. Γεωργιάδης, ποὺ ἐν πολλοῖς τὸν ἀκολουθεῖ. Τὸ τραγούδι ἀναβλύζει ἀπὸ τὸν ψυχικὸ δεσμὸ τῆς ὁμάδος στὸ κοινὸ νόημα. Τὸ ἤξεραν οἱ Ἀρχαῖοι καὶ γι᾿ αὐτὸ τὴν μὲν ἠχητικὴ ἐκπομπὴ κάθε ἐμψύχου ἀποκαλοῦσαν ἀδιακρίτως φωνή, ἐνῶ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λαλιὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν λέξη αὐδή, ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀείωδω (τραγουδῶ), ὑποδηλώνοντας ἔτσι τὴν ριζικὴ σχέση τοῦ τραγουδιοῦ μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ νοήματος. Ἡ κοινωνία τῆς ὁμάδος μὲ τὸ νόημα διατηρήθηκε στὴν προφορικὴ παράδοση καὶ τὴν γραφή, καὶ λειτουργεῖ ἀδιαλείπτως δίκην ἰσοκρατήματος, μέσα στὸ ὁποῖο ξεδιπλώνεται ἡ ἀτομικὴ φωνή. Αὐτὸς ὁ ὁρίζων τοῦ αἰσθήματος πλήττεται, ὅταν μεταβάλωμε τὴν γραφὴ μιᾶς γλώσσας μουσικὰ συναρθρωμένης, ὅπως ἡ δική μας, σὲ σημειωτικὴ τῶν ἐκφωνουμένων φθόγγων, ἡ ὁποία μπορεῖ μόνο νὰ καθρεφτίζη παθητικὰ τὸ ὄν, ἀντὶ νὰ γίνεται ἄνοιγμα, ποὺ ἀποκαλύπτει ποιητικὰ τὸν κόσμο στὰ μάτια μας. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς ἑλληνικῆς, ὁπότε μειώνοντάς τους σὲ ἕναν τὴν ἀναισθητοποιοῦμε καὶ τὴν ἀποχρωματίζομε, μ᾿ ἄλλα λόγια τὴν ἐξαναγκάζουμε εἰς ἐκ μονοτονίας μαρασμό.

Ποῦ ὁδηγοῦσε ἡ προσῳδιακὴ ἀποψίλωσις τῆς γλώσσας φαίνεται ἀπὸ κείμενα τοῦ δευτέρου μετὰ Χριστὸν αἰῶνος, ἐπιστολὲς κοινῶν θνητῶν, ποὺ ἔφθασαν σ᾿ ἐμᾶς διὰ τοῦ παπύρου τῆς Ὀξυρρύγχου. Σὲ μία ἐξ αὐτῶν (XII, 1481) διαβάζομε: ἐν παρεμβολῇ ἠμί, τὸ ὁποῖον κατὰ λέξη σημαίνει «μιλῶ στὴν ὑπηρεσία», διότι τὸ ρῆμα ἠμὶ θὰ πῆ «λέγω», ἐνῶ ὁ ἐπιστολογράφος ἔπρεπε νὰ γράψη εἰμί, δεδομένου ὅτι ἐννοοῦσε «βρίσκομαι στὴν ὑπηρεσία», «στὸ στρατόπεδο»· μὴ λοιποῦ, τὸ ὁποῖον σημαίνει «μὴν ὑπολείπεσαι», ἐνῶ θέλει νὰ πῆ λυποῦ («μὴ λυπᾶσαι»)· λείαν δ᾿ ἐλοιπήθην, ποὺ μπορῆ κανεὶς νὰ τὸ πάρη σὰν «ἔχω παρατήσει τὴν λεία», ἐνῶ πρόκειται γιὰ κακογραφία τοῦ λίαν δ᾿ ἐλυπήθην, «λυπήθηκα πολύ». Ἦταν τέτοιο τὸ πλῆθος τῶν ὁμοήχων ποὺ ἄφησε πίσω της ἡ προσῳδία, ὤστε ἡ παραμικρὴ ὀρθογραφικὴ παράβασις κινδύνευε νὰ δημιουργήση ἐννοιολογικὸ χάος, σὰν αὐτὸ ποὺ ἐμφανίζεται σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ γραπτὰ τῶν σημερινῶν μαθητῶν. Τὰ ἀδιάκριτα ὁμόηχα ὁδηγοῦσαν σὲ ἀδιέξοδο τὴν γλῶσσα, ἡ ὁποία γιὰ νὰ τὸ ὑπερβῆ ὤφειλε ἢ νὰ περιορισθῆ σὲ ὑποτυπώδεις έκφραστικοὺς τρόπους, ἀποποιούμενη τὴν κολοσσιαία προγονικὴ κληρονομιά, ἢ νὰ βρῆ μέσον νὰ τὰ διακρίνη, καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ τονογραφικὸ σύστημα. Οἱ τόνοι εἶναι, ὅπως ὑπογράμμιζαν παλαιοὶ γραμματικοί, «ἀπήχησις φωνῆς ἐναρμονίου, ἢ κατὰ ἀνάτασιν ἐν τῇ ὀξείᾳ, ἢ κατὰ ὁμαλισμὸν ἐν τῇ βαρείᾳ, ἢ κατὰ περίκλασιν ἐν τῇ περισπωμένῃ», ἤγουν μουσικὰ σύμβολα ἐγκεντρισμένα στὰ γράμματα καὶ ὄχι τυπικὰ σημάδια ἐπιθέμενα εἰς τὰ φωνήεντα τῶν λέξεων, ὅπως νομίζουν πολλοὶ σήμερα.

Εἰς πεῖσμα τῆς προσῳδιακῆς παραφθορᾶς, οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα διέσωσαν ἐπὶ δύο καὶ πλέον χιλιετίες τὸν ρυθμὸ καὶ τὸ χρῶμα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ὡς τύπος περισσότερο ἤ λιγώτερο τονιζομένων φωνηέντων, ὁ ρυθμὸς τοῦτος ἀναβλύζει ἕνα ὁμαδικὸ ἦθος, τὸ ὁποῖο βεβαιώνει ἀδιάκοπα τὴν λυτρωτικὴ ἐνότητα σώματος καὶ πνεύματος, θὰ ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ ἐπιβιώνει τόσους αἰῶνες ἂν δὲν συνεργοῦσε μὲ ἀμείωτη ἔνταση ἕνα ἄπιαστο αἴσθημα, μιὰ χρωματικὴ ἀλογία (τὸ ἄλογον τῆς ἀκοῆς πάθος), στὸν χορευτικὸ μηχανισμὸ τῆς ὁποίας συντονίζονται οἱ ἐσχατιὲς τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὁ τόνος εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ λόγου, ὁπότε ἡ δήλωση εἴτε ἡ παράλειψή του ἐπηρεάζει εὐθέως τὴν φωνὴ — τὸ σῶμα του. Στὴν μελέτη του γιὰ τὴν εὐφωνία τῆς ἑλληνικῆς, ὁ Στάνφορδ δείχνει ὡραῖα ὅτι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς γλώσσας μας εἶναι ἡ βαθμιαία κυριαρχία τῶν φωνηέντων ἐπὶ τῶν συμφώνων (τὰ ἰνδοευρωπαϊκὰ μ καὶ ν ἔγιναν α, τὸ δίγαμμα ἐξαφανίσθηκε, ὅλα τὰ τελικὰ σύμφωνα πλὴν τῶν ν, ρ καὶ ς ἀπεβλήθησαν κ.λπ.) καὶ ἡ συνακόλουθή της φωνηεντικὴ προφορά, ποὺ μόνο μὲ τονικὴ ποικιλία καλλιεργεῖται καὶ διαφυλλάσσεται. Γιὰ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ νὰ χρωματισθοῦν ἐν προκειμένῳ τὰ φωνήεντα τῆς κάθε λέξεως, ὁ τόνος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας καὶ ἰσχυρὸς διότι ἔτσι προεξέχει ἡ ἑκάστοτε τονιζόμενη συλλαβὴ καὶ τὰ ὑπόλοιπα φωνήεντα μεταβάλλονται σὲ ἠχητικῶς ἀνύπαρκτα ἢ οὐδέτερα στοιχεῖα (μύζ, προφέρουν οἱ Γάλλοι τὴν μοῦσα καὶ σίλμπλ οἱ Ἄγγλοι τὴν συλλαβή ), ὁ τόνος εἶναι ὡρισμένη μαλακὴ ἠχητικὴ γραμμή, ἡ διακύμανση τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζει τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἐκφορᾶς.

Ἡ σημασία τοῦ φωνηεντισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς εἶναι ἐξαιρετική, ὄχι μόνο γιὰ τὴν κινητικότητα ποὺ ὡς ἀκατάπαυστη διάνοιξις τοῦ λόγου προσδίδει στὴν γλῶσσα καὶ γιὰ τὸ ταμίευμα διαφόρων τύπων κάθε λέξεως ποὺ δημιουργεῖ (ἔμμεναι, ἔμεναι, ἔμμεν, ἔμεν, εἶναι· ἀήρ, ἀέρας, ἀγέρας, ἀέρι, ἀγέρι, ἀερίδα), ἀλλὰ κυρίως διότι ἀπεργάζεται τὴν πνευματικὴ ἐκείνη εὐρυχωρία τοῦ λόγου, ἡ ὁποία συνιστᾶ θεμελιακὸ στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ τῶν προγόνων μας καὶ χαρακτῆρα τοῦ ὕφους του. Ὁ φωνηεντισμὸς ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημα μιᾶς φωτεινῆς παρουσίας τοῦ κόσμου, μιᾶς ἀκουστικῆς κρυστάλλινης σὰν τὴν διαύγεια τῆς ἡμέρας, καὶ στὴν παράλληλη πνευματικὴ ἐπιταγὴ νὰ ἀποτελῆ ἡ μορφὴ μέρος τῆς οὐσίας καὶ ἡ οὐσία μέρος τῆς μορφῆς. Εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ σύγχρονη λογοτεχνία τῶν στενωπῶν καὶ τῶν φωτοσκιάσεων δίνει τὸ ἠχητικὸ προβάδισμα στοὺς ψιθυρισμοὺς τῶν συμφώνων; Ἡ αἰσθητικὴ τῆς φωνηεντικῆς ἁπλοχωριᾶς ἐξηγεῖ γιατὶ οἱ Ἀρχαῖοι προτιμοῦσαν τὴν ἀκουστικὴ ποικιλία (μεταβολή) ἀπὸ τὴνὁμοιοτονία, τὴν ὁποία προκαλεῖ ἕνα μονοτονικὸ σύστημα. Μὴ μᾶς παραπλανᾶ ὅτι στὶς ὑπερμονοσύλλαβες, ἔστω, λέξεις, τὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικὸ ὑπογραμμίζουν τὸ ἴδιο φωνῆεν: στὸ πρῶτο σύστημα ὁ τόνος εἶναι συνάρτηση τῆς βραχύτητος ἤ τῆς μακρότητος τῶν ἄλλων συλλαβῶν, ἐνῶ στὸ δεύτερο διακρίνει ἐμφατικὰ τὴν μία συλλαβὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες, ποὺ περνοῦν φωνητικὰ στὸ περιθώριο. Τὸ μονοτονικὸ ἀναγνωρίζει τὴν ἔννοια μόνο τῶν λέξεων καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐνθαρρύνει μία γλῶσσα στατικὴ καὶ ἰδεοκεντρική, στερούμενη κάθε χυμοῦ, χρώματος καὶ αἰσθήματος. Μπροστὰ ὅμως σὲ κατατονικὲς φράσεις τοῦ τύπου θα δης το φως, δεν θα το δω· θα πης το ναι, δεν θα το πω, μὲ τὰ μαδημένα στὴν σειρὰ φωνήεντα τῶν ἄτονων μονοσυλλάβων, εἶναι φυσικὸ ἡ φωνὴ νὰ ἀλλοιωθῆ ὅπως στοὺς δίσκους, ὅταν παίζουν σὲ λάθος στροφές, ἐνῶ βρίσκει ἀμέσως τὴν θέρμη, τὰ φτερά της καὶ τὸ χρῶμα της, ὅταν ἡ ἴδια φράση γίνει λόγος ἔντονος.

Δὲν βούλιαξε λοιπὸν αὔτανδρη ἡ ἀρχαία προσῳδία ἀλλὰ διατηρήθηκε χάρη στὸ μουσικὸ αἴσθημα ποὺ δημιούργησε, στὸν μὲν προφορικὸ λόγο ἀλλοιωμένη, ἐμμέσως δὲ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ὅρος τῆς διαπλάσεως τοῦ γραπτοῦ. Γιὰ τὸν δεύτερο ἰσχυρισμὸ δὲν χρειάζεται νὰ προσκομίσω ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, ἀφοῦ χωρὶς ἱστορικὴ ὀρθογραφία καὶ αὐτὴ ἡ διατύπωση τῶν νοημάτων γίνεται χαώδης· γιὰ τὸν πρῶτο παραπέμπω στὶς σελίδες 14-24 τῶν Εὑρισκομένων τοῦ Δ. Καταρτζῆ, παρατηρήσεις τοῦ ὁποίου καὶ παραθέτω ἀμέσως, μαζὶ μὲ κάποιες δικές μου. Ὅταν, παραδείγματος χάριν, λέμε κυρά, προφέρομε δύο συλλαβὲς μακρὲς καὶ ὅταν λέμε κυρία τρεῖς βραχεῖες· στὴν λέξη φθάνω τὸ α, λόγῳ τοῦ δασέος θ, εἶναι μακρό, ἐνῶ στὸ φτάνω τὸ ἴδιο α προφέρεται βραχύ· ἡ συνιζημένη συλλαβὴ εἶναι πάντοτε βραχεῖα (μιά), ὡς καὶ τὸ δασυνόμενο ἀρκτικὸ δευτέρου συνθετικοῦ (ἀφαίμαξις)· κάθε φωνῆεν τὸ ὁποῖο ἀκολουθοῦν δύο σύμφωνα προφέρεται μακρό (μήτρα, μίτρα), κ.ο.κ. Σήμερα ἐπίσης, ὅπως πρῶτα, τονίζομε τὶς λέξεις κατὰ συλλαβὴ καὶ ὄχι κατ᾿ ἔννοια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συνεπάγεται τὸ καθαρῶς προσῳδιακὸ φαινόμενο τῆς πτώσεως τοῦ τόνου. Μετακινούμενος ὁ τόνος ἀπὸ τὴν μία συλλαβὴ στὴν ἄλλη, ἐξασφαλίζει ρυθμὸ καὶ ἀρμονία στὸν λόγο, ἐνῶ ἀγκυλωμένος σὲ ὡρισμένη συλλαβὴ προκαλεῖ ἀφόρητη δυσηχία, καθὼς δείχνει ὁ ἀδιάκριτος τονισμὸς τῶν προπαροξυτόνων (τὸ συνέδριο) στὴν προπαραλήγουσα (τοῦ συνέδριου).

Ἡ νεωτέρα προσῳδία βασίζεται στὴν παλαιὰ ἀλλὰ δὲν ταυτίζεται μαζί της. Μήπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χρειάζεται νὰ ἀναπροσαρμοσθοῦν οἱ κανόνες τονισμοῦ στὰ δεδομένα της; Κατὰ κανένα τρόπο. Ἡ κλασικὴ τονογραφία συγκροτεῖ ἄξονα ὅλων τῶν συναφῶν παραλλαγῶν καὶ πρέπει νὰ μείνει ἀμετακίνητη ὄχι ὡς ὀρθογραφικὸ ἀπολίθωμα ἀλλὰ ὡς σταθερὴ προσῳδιακὴ ἀναφορά. Μὴ μᾶς διαφεύγη ὅτι πρόκειται γιὰ ἐγκεντρισμὸ στὸ σῶμα τῆς γραφῆς τοῦ ἀπαραιτήτου στοιχείου τῆς ἀρχαίας προφορᾶς, ἕνα χρωματικὸ πλαίσιο καὶ οὐδέποτε σημεῖο πρὸς τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ συμμορφωνώμαστε κατὰ τὴν ὀμιλία ἢ τὴν ἀκρόαση. Στὸ πλαίσιο τοῦτο χωροῦν ὅλες οἱ προφερόμενες παραλλαγές, ὅπως χωροῦν στὸν τονισμὸ τῆς νεοελληνικῆς κοινῆς οἱ προσῳδιακῶς διαφοροποιημένες τοπικὲς διάλεκτοι. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ ἀρχὴ τοῦ συλλαβικοῦ τονισμοῦ ἰσχύει γιὰ τὴν ἀρχαία ὅσο καὶ γιὰ τὴν σημερινὴ μας γλῶσσα, ἡ χρωματικὴ ὑπόσταση τοῦ λόγου δύναται νὰ παραλλάσση χωρὶς νὰ θίγη οὔτε νὰ θίγεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο της προηγούμενο, καθὼς βεβαιώνει ἡ καθημερινὴ ἀλλὰ καὶ ἡ ποιητικὴ πρεκτική, κατὰ τὴν ὁποία συχνὰ τονίζομε ἐμφατικὰ ἄτονες μονοσύλλαβες λέξεις (Ὁ ἄνθρωπος), ὅπως ἐπίσης βάζομε σὲ πολυσύλλαβες τόνο ἀνέμφατο (Ἀπὸ μακριά), ἤγουν καθαρὰ ὀρθογραφικό, ἄνευ μετρικῆς ἤ μουσικῆς ἰσχύος. Ἐὰν μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἡ γλῶσσα τραυματίζεται καίρια, ἡ ταλαίπωρη νεοελληνικὴ ποίηση καταδικάζεται ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα.

Ὁ ἀρχαῖος ρυθμὸς μπορεῖ νὰ ἀλλοιώθηκε μέχρις ἀφανισμοῦ στὴν ὀμιλία, διεσώθη ὅμως παράδοξα ἀκέραιος στὴν ὁμαδικὴ δημιουργικὴ παράδοση — τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ τὸ δημοτικὸ τραγοῦδι, μεγαλουργήματα ἀκαθαίρετα τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ νεώτερου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ὁ χρόνος ἀνέδειξε σὲ γραμμὴ Μαζινὼ τοῦ ἐθνικοῦ μας αἰσθήματος. Γιὰ νὰ βεβαιωθῆ κανεὶς δὲν ἔχει παρὰ νὰ προσέξη τὸν ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἤδη μεμαρτυρημένο «πάτριον ἡμῶν συρτόν», τοῦ ὁποίου τὰ δυνατὰ πατήματα ἀντιστοιχοῦν στὶς μακρὲς συλλαβὲς καὶ τὰ ἐλαφρότερα στὶς βραχεῖες. Ἀνέκαθεν εἴχαμε στὴν γλῶσσα μας τονισμὸ μουσικό, ἤτοι προσῳδία κατὰ τὸ ὕψος τῆς φωνῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μέλους ἦταν, καθὼς ἔδειξε ὁ ταραντῖνος Ἀριστόξενος τὸν 4ο π.Χ. αἰῶνα, στὴν μὲν ὠδὴ διαστηματική (ἡ φωνὴ σταματᾶ στὶς λέξεις καὶ τὶς συλλαβὲς ἐξανεμίζοντας τὸν τονισμὸ τῆς ὀμιλίας), στὸν δὲ κοινὸ λόγο συνεχής (ἡ φωνὴ κινεῖται ἀκόμπιαστα μὲ ἐπιτάσεις καὶ ἀνέσεις, ποὺ ὑπογραμμίζουν μελῳδικὰ τὴν προφερόμενη λέξη). Τὸν διαστηματικὸ βηματισμὸ δὲν ἀκολουθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία καὶ τὸ δημοτικὸ τραγούδι; Στὸν συνεχῆ δὲν ὀφείλονται φαινόμενα ὅπως τῆς ἐγκλίσεως τοῦ τόνου, τῆς τροπῆς συμφώνων ἐνώπιον δασυνομένου φωνήεντος ἤ τόνων ἐνώπιον σημείου στίξεως; Ὁ δυναμικὸς τονισμὸς τῶν συγχρόνων δυτικοευρωπαϊκῶν γλωσσῶν παρακολουθεῖ τὴν ἔνταση ἁπλῶς τῆς φωνῆς γιὰ νὰ σταθεροποιῆ τὴν ἔννοια τῶν λέξεων, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν τονισμό μας. Τοῦτο ἀποδεικνύεται μὲ τὸ ἐξῆς: Ὅταν ὁ προσῳδιακὸς ρυθμὸς ὑπεχώρησε, ἡ μελῳδικὴ ρυθμικὴ ποὺ τὸν συνώδευε ἀρμονίσθηκε μὲ τὸν ποσοτικὰ ἐξουδενωμένο λόγο, μελίζοντας τὶς συλλαβὲς οἱ ὁποῖες ἀντιστοιχοῦσαν στὰ τονιζόμενα ἄλλοτε μακρὰ ἤ βραχέα, καὶ παρέμεινε ἄθικτη. Ἔτσι ὁ ρυθμὸς σχηματίσθηκε κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἄρσεως πρὸς τὴν θέση, ἀνεξαρτήτως πραγματικῆς βραχύτητος ἤ μακρότητος τῶν συλλαβῶν, καλλιεργώντας πιὰ τὸ πανάρχαιο λογῶδες μέλος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν δυναμικὸς τονισμὸς εἰς τὴν γλῶσσα μας καὶ ἄν ὑπάρξη θὰ εἶναι ὁ ἐπιθανάτιος ρόγχος της. Ἡ ἐθνική μας ψυχὴ ριζώνει μὲν στὴν πίστη καὶ τὴν γλῶσσα, μὲ τὴν μουσικὴ ὅμως τὶς βιώνει ὡς λυτρωτικὸ αἴσθημα καὶ γι᾿ αὐτὸ στὶς τροπὲς τῶν καιρῶν τὶς διασώζει. Μεταβάλλοντας τὸν τόνο ἀπὸ ποιὸν σὲ ποσόν, τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἐρημώνει τὴν μουσική μας· κι ἐνῶ στὴν πολλὲς φορὲς χιλιόχρονη ἱστορία του ὁ ἑλληνισμὸς ξεριζώθηκε κατ᾿ ἐπανάληψιν ἀπὸ τὶς ἑστίες του ἀλλὰ δὲν ἔσβησε ἐπειδὴ διατηροῦσε ἀνέπαφη τὴν ἔσω ἑστία, τώρα κινδυνεύει νὰ ξεριζωθῆ ἀπὸ μέσα του, ὁπότε θὰ χάση τὸ πᾶν.

Τὰ Ἑλληνικὰ ὡς τραγούδι

[Ὁμιλία τοῦ Διονύση Σαββόπουλου, Παρεμβάσεις συνέδρων καὶ Δευτερολογίες εἰσηγητῶν ἀπὸ τὸ βιβλίο «Δημόσιος Διάλογος γιὰ τὴ Γλώσσα», Δόμος, 1988]

Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι τραγούδι, ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνον ἐπειδὴ ἡ ἐκφορά τους διαθέτει πλούσιο κυματισμό· κι ἄλλες γλῶσσες ἠχοῦν ὄμορφα. Τὰ ἰταλικὰ π.χ. δὲν ὑστεροῦν ἀπ᾿ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως. Κάθε γλῶσσα ἔχει τὸν ἦχο της. ῞Ομως μόνον ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι τραγούδι, ἐπειδὴ μόνον ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει συνείδηση τοῦ ἑαυτοῦ της ὡς τραγουδιοῦ. Τὸ ἀποτύπωμα αὐτῆς τῆς συνείδησης εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα τῶν Ἀλεξανδρινῶν.

Συχνὰ ἀκοῦμε: Μὰ τὰ ἑλληνικὰ στὴν ἀρχὴ δὲν εἶχαν τόνους. Πράγματι, τί νὰ τοὺς ἔκαναν; Μιὰ φωνὴ ποὺ μπορεῖ νὰ τραγουδᾶ χωρὶς συνείδηση εἶναι χαρὰ Θεοῦ. Κάποτε ὅμως τὰ ἑλληνικὰ ἁπλώθηκαν· «ὣς μέσα στὴν Βακτριανὴν τὰ πήαμεν, ὣς τοὺς Ἰνδούς...» οἱ ὁποῖοι πῆραν μὲν τὰ ἑλληνικά, ἀλλὰ ἄμουσα. Κι ἔτσι ἔδωσαν τὴν λαμπρὴ εὐκαιρία στοὺς ῞Ελληνες νὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἡ βάση τῶν ἑλληνικῶν εἶναι βάση καθαρὰ μουσικοποιητικὴ καὶ χωρὶς αὐτὴν τὰ ἑλληνικὰ ἦταν ἁπλῶς μιὰ γλῶσσα τόσο φριχτὰ διαφορετικὴ ὥστε ν᾿ ἀναγκαστοῦν οἱ Ἀλεξανδρινοὶ νὰ χαράξουν μέσα της, γιὰ πρώτη φορά, πνεύματα καὶ τόνους, ποὺ σὰν μουσικὰ σημάδια ἀπεικονίζουν τὴν ἀρχετυπικὴ φωνὴ ἀπ᾿ ὅπου ἀναβλύζουν τὰ ἑλληνικὰ ἐπὶ αἰῶνες. Οἱ ᾽Αλεξανδρινοὶ χρειάστηκαν γι᾿ αὐτὴν τὴν ἐργασία τρεῖς αἰῶνες. Πῶς νὰ φαντασθοῦν, ὅτι ἀπόγονός τους, ὀνόματι Βερυβάκης, θὰ ἔκρινε τὴν ἐργασία τους περιττὴ καὶ θὰ τὴν ἀπέρριπτε ἐν μιᾷ νυκτί!

Ὁ λόγος τῆς εἰσήγησής μου, θά ᾽θελα νά ᾽ναι λόγος ὑπὲρ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν τόνων. Στέκω ἀντίθετος πρὸς τὸ μονοτονικό. Μεταβάλλει τὴν γλῶσσα σὲ δάσος καμμένο κι ὄχι μόνο ἀπὸ ὀπτικῆς πλευρᾶς. Διαφοροποιεῖ βαθύτερα τὴν ἀντίληψή μας γιὰ τὴν γλῶσσα, τὴν ὁποία ὑποβιβάζει σὲ κώδικα τῆς τροχαίας, ἀγνοώντας ὅτι δὲν μιλᾶμε γιὰ νὰ πληροφορήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, διότι ἂν ἦταν ἔτσι θὰ μᾶς ἀρκοῦσαν οἱ εὔγλωττες χειρονομίες τοῦ συμπαθοῦς κυρίου ποὺ στέκει πίσω ἀπ᾿ τὴν ἐκφωνήτρια τῆς ΕΡΤ στὸ δελτίο εἰδήσεων, ἀπευθυνόμενος σὲ κωφαλάλους. Μιλώντας πραγματοποιοῦμε ἕνα θέατρο τοῦ λόγου, ποὺ ἡ ἀλήθεια του πηγάζει ἀπ᾿ τὸ βάθος τῆς φωνῆς μας. Οἱ τόνοι τῶν Ἀλεξανδρινῶν αὐτὴ τὴν ἀλήθεια προσπάθησαν νὰ μνημειώσουν, ἐνῶ τὸ μονοτονικό, εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε σκόπιμα, σβήνει τὴν συνείδηση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος. Τὸ ἑπόμενο βῆμα λοιπὸν θά ᾽ναι ἡ κατάργηση τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς μοναδικοῦ ο κι ἑνὸς μοναδικοῦ ι. Τότε θά ᾽ρθει καὶ τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο. Ἡ λογικὴ τοῦ μονοτονικοῦ θὰ ἐπιταχύνει τὸν ἐκφυλισμὸ τῆς γλώσσας ἀπὸ ἄποψη φωνολογίας, πρὸς τὴν κατεύθυνση μιᾶς νέας ὁμιλίας ποὺ ἀκούγεται ἤδη ἀπ᾿ τὶς μεταγλωττισμένες τηλεοπτικὲς σειρές. Ἐκεῖ, ἕλληνες ἠθοποιοί, «ντουμπλάρουν» ὅπως λέμε, σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση, τοὺς διαλόγους τῶν ἡρώων τῆς ξενόγλωσσης ταινίας, προσπαθώντας νὰ ἐκφέρουν τὶς λέξεις σύμφωνα μὲ τὸν ρυθμὸ στὸν ὁποῖο τοὺς ἀναγκάζει τὸ ἀνοιγόκλειμα τῶν χειλέων τοῦ εἰκονιζομένου. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον ἄνευ βιασμοῦ, κι ἐπειδὴ τὸ αὐτὶ τοῦ ἠθοποιοῦ-μεταγλωττιστῆ βομβαρδίζεται ἀπὸ τὸν ἦχο τῆς ξένης φωνῆς ποὺ ἐπαναλαμβάνεται ἄπειρες φορὲς στὸ μαγνητόφωνο, ὥσπου νὰ πετύχει ὁ συγχρονισμός, γι᾿ αὐτὸ ἀκοῦμε ἐν τέλει παράδοξα ἑλληνικά· τὰ ἑξῆς:

ἨτανμιαθαυμάσιαεμπειρίαδενσυμφωνείςΚρίστοφερώώΚρίστοφερ!

Ἀληθινάθασυμφωνήσωμαζίσου, Λώωωωρα!

᾽Εξ ἄλλου, τόνικότητες πέριεργες διαθέτει καὶ ὁ πρωθυπουργός μας, ὁ ὁποῖος εἶναι «πόλυ σύγκινημενος που ἡ πάγκοσμια κοίνη γνώμη κάταδικασε τὸ ψεύδοκρατος τοῦ Ντόκτας». Ἀναπάντεχα ἑλληνικὰ ἀκούγονται ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀξιόμαχους ἡγέτες τῆς ἀντιπολίτευσης ποὺ βλέπουν μιὰ προεκλογική τους συγκέντρωση νὰ φτάνει μέχρι «τὴν ὁδὸ Πανεπιστήμιου», ὁπότε καὶ τὴν χαρακτηρίζουν «μεγαλειώδικη».

Πρέπει νὰ σᾶς πῶ ὅτι δὲν ἤμουν πάντοτε ὑπὲρ τῶν τόνων. Τοὺς θεωροῦσα διακοσμητικὰ στολίδια, κατάλοιπα ἄλλων ἐποχῶν, ποὺ δὲν χρειάζονται πιά. Καὶ καθὼς δὲν ἤμουν ποτὲ καλὸς στὴν ὀρθογραφία, τὸ μονοτονικὸ μὲ διευκόλυνε. Βέβαια ἡ γλῶσσα χωρὶς τόνους φάνταζε στὰ μάτια μου σὰν σεληνιακὸ τοπίο, ἀλλὰ νόμιζα ὅτι αὐτὸ ἦταν μιὰ προσωπική μου ἐντύπωση, θέμα συνήθειας. ῞Ωσπου συνέβη τὸ ἑξῆς: Εἶχα βρεθεῖ γιὰ ἕνα διάστημα νὰ ἀκούω συστηματικά, καινούργια, ἀνέκδοτα τραγούδια, ἐπωνύμων καὶ ἀνωνύμων, γιὰ λογαριασμὸ τῆς δισκογραφικῆς ἑταιρίας Λύρα, προκειμένου αὐτὴ νὰ τὰ ἠχογραφήσει ἢ νὰ τὰ ἐπιστρέψει στοὺς συνθέτες. Εἶναι δύσκολο ν᾿ ἀπορρίπτεις κι ἀκόμα δυσκολότερο νὰ ἐξηγεῖς τὸ γιατί. Ὅταν βέβαια τὸ τραγούδι εἶναι τετριμμένο ἢ ἄτεχνο, ἡ ἐξήγηση εἶναι εὔκολη. Μοῦ συνέβη ὅμως νὰ δῶ τραγούδια ὅπου οἱ στίχοι δὲν ἦταν ἄσχημοι καὶ ἡ μουσικὴ δὲν ἦταν τυχαία, ἐπὶ πλέον ταίριαζε θεματικὰ καὶ μὲ τοὺς στίχους. Κι ὅμως τὸ τραγούδι συνολικὰ δὲν «κύλαγε» ὅπως λέμε· ὁπότε τὸ ἐπιστρέφαμε στὸν ἐνδιαφερόμενο μὲ διάφορες ἀσάφειες καὶ ὑπεκφυγές. Τὸ πράγμα μὲ ἀπησχόλησε. Ἔφερνα στὸ μυαλό μου μεγάλες ὡραῖες ἐπιτυχίες, παλιὰ τραγούδια —πράγμα ποὺ κάνω ἄλλωστε συχνά, μήπως καὶ βρῶ τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιτυχίας— καὶ τὰ συνέκρινα μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπέρριπτα, ὥσπου μετὰ ἀπὸ μῆνες διεπίστωσα κάτι πολὺ ἁπλό: ῞Οταν μιὰ μουσικὴ μετατρέπει συστηματικὰ τὶς μακρὲς συλλαβὲς σὲ βραχεῖες, ἢ ὅταν ἀνεβάζει τὴν φωνὴ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἁπλῶς μιὰ περισπωμένη, ἐνῶ τὴν κατεβάζει συστηματικὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ψιλὴ ὀξεῖα, ὅταν δηλαδὴ ἡ μουσικὴ κινεῖται ἀντίθετα —προσέξτε, ἀντίθετα ὄχι στὸν ρυθμὸ τοῦ ποιήματος, ἀλλὰ ἀντιθετα στὶς ἀναλογίες τονισμοῦ κι ἀντιθετα στὴν ὀρθογραφία του— τότε ὅσο ἔξυπνη καὶ νά ᾽ναι, κάνει τὸ τραγούδι δυσκίνητο καὶ ἀσθματικό. Στὰ πετυχημένα τραγούδια δὲν συμβαίνει αὐτό. Βέβαια, ὅταν γῥάφει κανεὶς πάνω σ᾿ ἕναν ρυθμὸ ἢ σ᾿ ἕνα μουσικὸ δρόμο, πρέπει νὰ ἀκολουθήσει τὰ καλούπια τους, ὁπότε θὰ ὑπάρχουν σημεῖα ὅπου αὐτὴ ἡ πεῖρα ποὺ περιέγραψα δὲν τηρεῖται. Αὐτὸ ὅμως θὰ συμβεῖ μόνο ὅταν δὲν γίνεται αλλοιῶς. Καὶ πάντα ἡ βιασμένη λέξη θὰ τοποθετεῖται ἔτσι ὥστε νὰ προηγοῦνται καὶ νὰ ἕπονται ἐπιτυχεῖς στιγμές, ὥστε νὰ μειώνεται ἡ ἐντύπωση τῆς ἀτασθαλίας, ἡ ὁποία ἔτσι συνδυασμένη ὠφελεῖ, διότι τὸ τραγούδι ἀλλοιῶς θά ᾽ταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δὲν τό ᾿χα προσέξει. Καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ αἰσθάνθηκα ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἴσως νὰ μὴν ἦταν διακοσμήσεις, ἴσως νὰ εἶχαν λόγο.

Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκέψεις, πῆγα στὸ στούντιο ἠχογραφήσεων καί, σ᾿ ἕνα κενὸ ἐργασίας, εἶπα στὸ μαγνητόφωνο μιὰ φράση ποὺ τὴν διάλεξα ἐντελῶς τυχαῖα, μὲ μοναδικὸ κριτήριο, λέξεις μὲ ὅσο γίνεται μεγαλύτερη ποικιλία πνευμάτων καὶ τόνων. Νά ἡ φράση. ᾽Ακοῦστε την:

(Μαγνητόφωνο) «ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη τοῦ Μαγιοῦ ἐλαφρὲς πνέουν οἱ αὖρες»*.

῎Εκοψα τότε μὲ τὸ ψαλίδι τὴν μαγνητοταινία, γιὰ νὰ προσθέσω «ταινία σιωπῆς» ἀνάμεσα στὶς λέξεις καὶ νὰ τὶς ἀπομακρύνω μεταξύ τους. ᾽Ακοῦστε τις πάλι:

(Μαγνητ.) ἀπ᾿... τ᾿ ἄνθη... τοῦ Μαγιοῦ... ἐλαφρὲς... πνέουν... οἱ αὗρες.

Συνέδεσα κατὸπιν τὸ μαγνητόφωνο μ᾿ ἕναν μικρὸ παλμογράφο. Στὴν ὀθόνη του, τὸ ἠχητικὸ γεγονὸς μετατρέπεται σὲ ὀπτικό, καὶ μπορεῖ κανεὶς ἔτσι νὰ μετρήσει καλύτερα τὸ ὕψος τῆς ἔντασης, ἀλλὰ καὶ τὸ ὕψος τῆς συχνότητος ἑνὸς ἤχου. Κι ὅπως οἱ λέξεις τῆς φράσης μου διαδέχονταν ἀργὰ ἡ μία τὴν ἄλλη, εἶχα τὴν εὐχέρεια νὰ βλέπω στὴν μικρούλα ὀθόνη τοῦ παλμογράφου τὰ διαγράμματα τῶν λέξεων, χωρὶς νὰ μπερδεύονται μεταξύ τους· γι᾿ αὐτὸ ἐξ ἄλλου καὶ τὶς εἶχα χωρίσει. Δυστυχῶς, σ᾿ ὅλη τὴν Ἀθήνα ὑπάρχει μόνον μία ἠλεκτρονικὴ ὀθόνη μεγάλων διαστάσεων, γιὰ νὰ βλέπαμε ὅλοι ἐδῶ μέσα τί ἀκριβῶς δείχνει ὁ παλμογράφος. Νὰ κάναμε τὸ πείραμα ἀπ᾽ τὴν ἀρχή. Ἀλλὰ δὲν μπορέσαμε νὰ ἔχουμε μιὰ τέτοια ὀθόνη. Σᾶς ἔφερα ὅμως μιὰ γραφίστικη ἀναπαράσταση τῶν διαγραμμάτων ποὺ παρουσίασε ὁ παλμογράφος στὸ στούντιο. Νά τὸ διάγραμμα τῆς προθέσεως ἀπ᾿:

Καὶ νά τὸ διάγραμμα τῆς λέξης ἄνθη:

῞Οπως βλέπετε ἡ ἔνταση τῆς λέξεως ἔφτασε τὰ 24 db. Τὸ δὲ ὕψος συχνότητας ξεπέρασε τοὺς 8K (χιλιοκύκλους). ῎Εχουμε δηλαδὴ μιὰ νότα —ἄς ποῦμε— ψηλὴ καὶ δυνατή.

Τοῦ Μαγιοῦ. Νότα πολὺ πιὸ σιγανή· 12 db. Καὶ βαρύτερη· 4Κ. Τὸ διάγραμμα ὅμως ἁπλωτό.

᾽Ελαφρές. ᾽Ελάχιστα πιὸ χαμηλὴ νότα ἀπ᾿ τὴν προηγούμενη· 12 db ἐπίσης καὶ στοὺς 4Κ, μὲ λιγότερους ἁρμονικοὺς ὅμως καὶ γι᾿ αὐτὸ βαρύτερη.

Πνέουν. Τὸ διάγραμμα τώρα ἀνεβαίνει. ῾Η ἔνταση τῆς νότας εἶναι 16 db καὶ ἡ ὀξύτης της στοὺς 8K ὅπως καὶ τ᾽ ἄνθη, μὲ σαφῶς λιγότερους ἁρμονικοὺς ὅμως, ὁπότε καὶ ἀρκετὰ χαμηλότερη ἀπὸ τὸ ἄνθη. Χαμηλότερη ἐπίσης ἀπ᾿ τὴν λέξη τ᾿ ἄνθη ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ψηλότερη ἀπ᾿ τὸ πνέουν, φαίνεται ἡ λέξη αὖρες.

῎Ενταση 22 db καὶ τὸ ὕψος μόλις φθάνει στοὺς 8Κ.

῎Εκοψα ξανὰ τὶς λέξεις τῆς μαγνητοταινίας τότε, καὶ τὶς ξανακόλλησα μ᾿ ἄλλη σειρά. Πρῶτα ἔβαλα τὴν λέξη ποὺ παρουσίασε τὸ χαμηλότερο διάγραμμα: τὸ «ἀπ᾽». Μετά, τὴν λίγο δυνατότερη· τὴν λέξη «ἐλαφρές». Τρίτη ἔβαλα, βάσει τοῦ διαγράμματός της, τὴν λέξη «τοῦ Μαγιοῦ». Τέταρτη τὴν ἀμέσως εὐρυτέρου διαγράμματος λέξη «πνέουν». Πέμπτο, τὸ διάγραμμα «αὖρες» καὶ τέλος τὰ «ἄνθη». ῎Εφτιαξα δηλαδὴ μιὰ σειρὰ στὴν ταινία, ἀρχίζοντας ἀπ᾿ τὴν λέξη μὲ τὸ χαμηλότερο διάγραμμα καὶ προχωρώντας πάντα στὸ ἀμέσως ὑψηλότερο. Ὁπότε εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὴν ἑξῆς παρέλαση: βαρεῖα, περισπωμένη, ὀξεῖα, ψιλὴ περισπωμένη, ψιλὴ ὀξεῖα. ῞Οταν τ᾿ ἀκούει κανεὶς μαζεμένα, ἔχει τὴν ἐντύπωση μιᾶς φωνῆς ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ χαμηλὰ καὶ μὲ συνεχῆ ἀνεβοκατεβάσματα μᾶς ὁδηγεῖ σ᾿ ἕνα κρεσέντο. Ἀκοῦστε το. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς δείχνω ταυτόχρονα καὶ τὰ διαγράμματα: ἀπ᾽ / τοῦ Μαγιοῦ / ἐλαφρὲς / πνέουν / οἱ αὖρες / τ᾿ ἄνθη.

Ἐπανέλαβα τὴν ἴδια δουλειὰ καὶ μὲ ἄλλες πολλὲς φράσεις. Πάντα οἱ λέξεις μὲ ψιλὴ ὀξεῖα ἢ δασεῖα ὀξεῖα ἦταν πιὸ ψηλὲς καὶ πιὸ δυνατὲς ἀπ᾿ τὶς ἄλλες. Πάντα ἡ ὀξεῖα ἔδινε ἦχο ψηλότερο τῆς περισπωμένης καὶ τῆς βαρείας καὶ πάντα ἡ περισπωμένη ἀκουγόταν ἰσχυρότερη τῆς βαρείας. Παρατήρησα λοιπὸν ὅτι μιὰ φράση ποὺ θὰ ἀποτελεῖτο ἀπὸ λέξεις καὶ μὲ τοὺς ἐννέα συνδυασμοὺς τόνων καὶ πνευμάτων, θ᾿ ἀνάγκαζε τὴν φωνὴ τοῦ ὁμιλητῆ νὰ ἀποδώσει ἕξι διαφορετικὰ τονικὰ ὕψη. Τὰ ἑξῆς: Χαμηλότερα οἱ ἄτονες λέξεις. Ἀμέσως ψηλότερα, ἡ λέξη μὲ τὴν βαρεῖα. Ἀκόμη ψηλότερα ἡ λέξη μὲ τὴν περισπωμένη, πιὸ πάνω ἡ λέξη μὲ τὴν ὀξεῖα. Ἀκόμα πιὸ ψηλὰ ἡ ψιλὴ περισπωμένη καὶ ἡ δασεῖα περισπωμένη καὶ ψηλότερα ἀπ᾿ ὅλες ἡ ψιλὴ ὀξεῖα καὶ ἡ δασεῖα ὀξεῖα. ῞Εξι διαφορετικὰ ὕψη, δηλαδὴ ἕξι διαφορετικὲς μικρονότες, ποὺ χωρίζονται ἀπὸ πέντε διαστήματα. Πῶς μπορῶ τώρα ν᾿ ἀντισταθῶ στὸν πειρασμὸ καὶ νὰ μὴ θυμηθῶ ὅτι στὴν καθ᾿ ἡμᾶς μουσική, ὁ λεγόμενος σκληρὸς τόνος, π.χ. τὸ νὴ-πὰ ἐκτάσεως 12 κομμάτων ἀπ᾿ τὴν ἐποχὴ τοῦ Πυθαγόρα, χωρίζεται ἐπίσης σὲ

πέντε μικροδιαστήματα καὶ παράγει ἕξι φωνές: τὴν φωνὴ νή, τὴν φωνὴ νὴ μικρὴ δίεση, τὴν φωνὴ δίεση 4 κομμάτων, τὴν φωνὴ δίεση ἡμιτόνου, τὴν φωνὴ δίεση ὀκτὼ κομμάτων, καὶ τὴν φωνὴ πά. Νὰ ἔχει σχέση ἄραγε ἡ φωνὴ τῆς μικρᾶς διέσεως π.χ. μὲ τὴν βαρεῖα μας; ῍Η ἡ δίεση ἡμιτόνου μὲ τὴν ὀξεῖα; Δὲν εἶμαι προετοιμασμένος νὰ πῶ κάτι τέτοιο καὶ γι᾿ αὐτὸ τ᾽ ἀφήνω τώρα στὴ φαντασία, ὥσπου νὰ τὸ ἀναλάβει ἡ μελλοντικὴ συστηματικὴ ἐργασία. ᾽Ανεξάρτητα ἀπ᾿ αὐτὸ ὅμως, εἶναι παραδεκτὸ ὅτι τὸ πολυτονικὸ υἱοθετήθηκε πλήρως ἀπ᾿ τὸ Βυζάντιο, καὶ πάνω στὸ πολυτονικὸ χτίστηκε ὅλη ἡ ὑμνογραφία καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική. Ἀπὸ κεῖ πῆρε τὴν ὀρθὴ ἀναλογία ἀνάμεσα στὰ τονικὰ ὕψη ἢ τὰ χρονικὰ μήκη μεταξὺ τῶν συλλαβῶν καὶ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, κι ἔτσι φτάνει ὣς ἐμᾶς αὐτὴ ἡ ἴδια ζωντανὴ φωνὴ τῆς γλώσσας, ἴδια, ὅσο μπορεῖ νὰ εἶναι ἴδια μιὰ φωνὴ μετὰ ἀπὸ χιλιάδες ἔτη. ῍Ας ξαναγυρίσω ὅμως στὶς φράσεις ποὺ δοκίμασα στὸ στούντιο.

Σᾶς τὶς διαβάζω ἁπλῶς, χωρὶς σχεδιαγράμματα.

Πάντ᾿ ἀνοιχτὰ πάντ᾿ ἀγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου. Ὁ ἦχος τῆς ψιλῆς ὀξείας εἶναι ὑψηλότερος ἀπ᾿ τοὺς ἤχους τῆς ὀξείας. Κι ἂν ἀλλάξουμε τὴν σειρὰ τῶν λέξεων, ἔχουμε πάλι τὴν ἴδια σχέση: Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, ἄγρυπνα πάντα, ἀνοιχτὰ πάντα. Τὸ ἴδιο κι ἂν ἔχουμε ψιλὴ ὀξεῖα στὴν πρώτη λέξη: ῎Αστραψε φῶς καὶ γνώρισε ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του. ῍Η ψιλὴ ὀξεῖα στὴν τετάρτη καὶ στὴν δεκάτη τετάρτη συλλαβή: Τὸ χάσμα ποὺ ἄνοιξε ὁ σεισμός, εὐθὺς ἐγιόμισ᾽ ἄνθη. Ψηλὴ νότα ἐπίσης παράγει καὶ ἡ δασεῖα ὀξεῖα: π.χ. Κι ὅμως, ὅλα κανεὶς νὰ τὰ τολμάει πρέπει. Κι ἀνάποδα: Κανεὶς νὰ τὰ τολμάει πρέπει ὅλα. Κι ὅμως. ᾽Ακόμα χαμηλότερα ἀκούγεται ἡ περισπωμένη, ὅταν προηγεῖται ἢ ἕπεται ψιλὴ ὀξεῖα: ῎Εξοχα δῶρα. / Στὴν ἄκρη τῆς γῆς. / Ἐκεῖνον τὸν ἄντρα ποὺ κάθεται ἀντίκρυ. ῾Η δασεῖα περισπωμένη εἷναι ἐπίσης ψηλότερη φωνὴ ἀπ᾿ τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας, ἢ τῆς περισπωμένης. Παράδειγμα μὲ ὀξεῖα: Τὸ δικό μας αἷμα. Παράδειγμα μὲ βαρεῖα. Ποιητὲς τῆς ἥττας. Παράδειγμα μὲ περισπωμένη, βαρεῖα καὶ δασεῖα περισπωμένη, ὁπότε ἀκούγονται τρεῖς φωνές: Τοῦτο ἐστὶ τὸ αἷμα.

Μέσα στὸ στούντιο εἶχα καὶ δύο ἐκπλήξεις. Νά ἡ πρώτη: Προσπαθώντας ν᾿ ἀκούσω τὴν διαφορὰ ὀξείας καὶ περισπωμένης, διάβασα τὴν φράση: Λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα. Τὸ «πάντα» ἀκούγεται ψηλότερα ἀπ᾿ τὸ «λυγᾶ» ποὺ παίρνει περισπωμένη. «Λυγᾶ πάντα ἡ γυναίκα»· ἀκούγεται ὅμως περιέργως ψηλότερα κι ἀπ᾿ τὸ «γυναίκα», ποὺ ὅμως παίρνει ὀξεῖα. Γιατί ἄραγε; Τηλεφώνησα σ᾿ ἕνα φίλο, κι ἔμαθα ὅτι ἡ γυναίκα ὀφείλει νὰ παίρνει περισπωμένη, διότι εἶναι τῆς τρίτης κλίσεως, ἡ ὁποία ὅμως καταργήθηκε, γι᾿ αὐτὸ πῆρε ὀξεῖα ἡ γυναίκα. Νά λοιπόν, ποὺ ἀπὸ ἄλλο σημεῖο ὁρμώμενος, ἀναγκάσθηκα νὰ συμφωνήσω ὅτι κακῶς καταργήθηκε ἡ τρίτη κλίση ἀφοῦ στὴν φωνή μας ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει. «Λυγᾶ πάντα ἡ γυναῖκα» λοιπὸν καὶ παίρνει καὶ περισπωμένη. ῾Η δεύτερη ἔκπληξη: ῎Εδωσα σ᾿ ἕναν ἀνύποπτο νέο, ποὺ παρευρισκόταν στὸ στούντιο, νὰ διαβάσει λίγες φράσεις. Ἐκεῖ μέσα εἶχα βάλει σκοπίμως τὴν ἴδια λέξη ὡς ἐπίθετο καὶ ὡς ἐπίρρημα, διότι εἶχα πάντα τὴν περιέργεια νὰ διαπιστώσω ἂν προφέρουμε διαφορετικὰ τὸ ὠμέγα ἀπὸ τὸ ὄμικρον. Ἀκοῦστε τὶς φράσεις:

(Μαγνητ.) Εἶν᾿ ἀκριβὸς αὐτὸς ὁ ἀναπτήρας. ῍Ας μὴν εἶν᾿ ὡραῖος, ἔχει τὴν ἀξία του. Ναί, ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ πῶ.

᾽Ακουστικῶς δὲν παρατήρησα διαφορά. ῎Εκοψα τὶς δύο λέξεις καὶ τὶς κόλλησα τὴν μία κατόπιν τῆς ἄλλης. Ἀκοῦστε το!

(Μαγνητ.) ἀκριβὸς... ἀκριβῶς.

Ἐλάχιστη διαφορὰ στὸ αὐτί· ὁ ἠχολήπτης μόνον ἐπέμενε ὅτι τὸ δεύτερο εἶναι κάπως πιὸ φαρδύ. Ἂς τὸ ξανακούσουμε:

(Μαγνητ.) ἀκριβὸς... ἀκριβῶς.

Ἀσήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τὸν παλμογράφο. Νά τὸ διάγραμα τοῦ ἐπιθέτου ἀκριβός, ὅπως προέκυψε, καὶ νά τὸ πολὺ πλουσιότερο τοῦ ἐπιρρήματος.

Δὲν εἶναι καταπληκτικό; ῞Οταν τὸ εἶδα, τὰ μηχανήματα τοῦ στούντιο μοῦ φάνηκαν σὰν ὄργανα τοῦ παραμυθιοῦ. Ὁ παλμογράφος μοῦ φάνηκε σὰν μιὰ σκαπάνη πού, κάτω ἀπ᾿ τὸ ἔδαφος τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας, ἀνακαλύπτει αὐτὸ ποὺ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ὑπάρχει, ἔστω μέσα σὲ χειμερία νάρκη, αὐτὸ ποὺ συνειδητοποίησαν καὶ προσπάθησαν νὰ νημειώσουν οἱ Ἀλεξανδρινοὶ 2.000 χρόνια πρίν. Τίποτε δὲν χάθηκε. ῞Ολα ὑπάρχουν. ᾽Αρκεῖ νὰ προσέξουμε αὐτὸ τὸ τραγούδι τῆς καθημερινῆς ὁμιλίας ποὺ πηγαινοέρχεται συνεχῶς ἀνάμεσά μας. Ἀκοῦστε πῶς ἠχοῦν οἱ τονισμοί. ᾽Ακοῦστε τὰ μακρά. Ἀκοῦστε τὴν λαϊκὴ τραγουδίστρια πῶς ἀποδίδει τὸ ὠμέγα ἢ τὴν ψιλὴ ὀξεῖα:

(Μαγνητ.) Σωτηρία Μπέλλου: Νύχτωσε χωρὶς φεγγάρι.

Ἀκοῦστε τὸ ἴδιο, αὐτὴ τὴ φορὰ σ᾿ ἕνα ἐλαφρὸ τραγούδι.

(Μαγνητ.) Μ. Ζορμπαλᾶ - Δ. Γαλάνη: Συγγνώμη σοῦ ζητῶ, συγχώρεσέ με.

Κι ἄλλα μακρότατα ὠμέγα ἀπὸ τραγούδι δημοτικό. Ἀκοῦστε:

(Μαγνητ.) Συλλογὴ Σίμωνος Καρρᾶ: Κάτω στὸ γιαλό. Πηλίου.

Τέλος, ἀκοῦστε τὴν θεία φωνὴ τοῦ Ἀνδρέα Ἐμπειρίκου, τὴν παράξενη ἀπαγγελία ποὺ κυνηγᾶ τὴν λάμψη τῆς ὀξείας, τὸν πλοῦτο τῆς διφθόγγου, τοὺς τόνους καὶ τὴν ὀρθογραφία, σὰν μουσικὰ σύμβολα μιᾶς φωνῆς ποὺ προϋπάρχει ἀδιάκοπα καὶ ὁδηγεῖ τὸ ποίημα.

(Μαγνητ.) Ὁ Ἐμπειρῖκος διαβάζει Ἐμπειρῖκο: Εἰς τὴν ὁδὸν τῶν Φιλελλήνων.

Ἐδῶ τελειώνουν τὰ σουβενίρ μου ἀπὸ τὸ στούντιο. ῞Οσοι δὲν μὲ πίστεψαν, εἶναι πάρα πολὺ λογικοί. Μόνο ποὺ ἔτσι χάνουν τὴν εὐκαιρία νὰ βελτιώσουν τὸ τραγούδι τους. Κι ὅσοι πάλι χάρηκαν μὲ τὰ σχεδιαγράμματά μου, θὰ πρέπει νὰ μειώσουν τὸν ἐνθουσιασμό τους: τίποτα ἀπ᾿ ὅσα εἷπα δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξη. Θὰ πρέπει ὁμάδες ἐργασίας ἐπιχορηγούμενες νὰ μαγνητοφωνήσουν ἑκατοντάδες ἀνθρώπους διαφορετικῆς ἡλικίας, ἐπαγγέλματος, μορφώσεως καὶ τόπου διαμονῆς, νὰ ταξινομήσουν καὶ νὰ ἀναλύσουν τὸ ὑλικὸ στὸ ἐργαστήριο, μὲ παλμογράφους μεγάλους ποὺ νὰ «διαβάζουν» διαφορὲς μικρότερες τοῦ 1Κ. Οἱ ἐλπίδες μου εἶναι ἀντίθετες ἀπ᾿ τὶς ἐλπίδες τοῦ μονοτονικοῦ ποὺ ἀρνήθηκε τὴν παράδοση καὶ τὴν κοινὴ ἐμπειρία. Οἱ ἐλπίδες μου προσβλέπουν σὲ μιὰ ἀντικειμενικὴ ἀπόδειξη, ὅτι ἡ ἐπιβολή του ὑπῆρξε πράξη τόσο λογικὴ ὥστε νὰ καταντᾶ παράλογη καὶ ἀντιεπιστημονική.

Τελειώνω. Δὲν περιφρόνησα καμμιὰ ἄποψη καὶ δὲν κολάκευσα καμμιά. Προσπάθησα νὰ πῶ τρεῖς φορὲς τρεῖς ἀλήθειες.

Πρῶτον: Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι τραγούδι. Κανεὶς δὲν σκέφτηκε ποτὲ νὰ ἁπλοποιήσει ἕνα τραγούδι ἢ νὰ τὸ δεῖ πρακτικά. Γιατί νὰ δοῦμε λοιπὸν τὰ ἑλληνικά, πρακτικά;

Δεύτερον: ῞Οποιος σταθεῖ ἀλαζονικὰ ἀπέναντι στὰ ρεφραὶν ποὺ τὸν ψυχαγώγησαν διὰ βίου, στρέφεται ἐναντίον τῆς προσωπικῆς του ἱστορίας καὶ πίστης. Τὰ ἴδια μπορεῖ νὰ πάθει ἕνα λαὸς μὲ τὴν γλῶσσα. ᾽Ιδίως ἂν ἡ γλῶσσα του εἶναι τὰ ἑλληνικά.

Τρίτον: Τὰ ἑλληνικὰ ὡς τραγούδι εἶναι ἀνυπόφορα δύσκολα. Κανεὶς δὲν τὰ βγάζει πέρα μὲ τὰ ἑλληνικά. Ἀπέναντι στὰ ἑλληνικὰ θά ᾿μαστε πάντα φάλτσοι κι ἀγράμματοι. Ἀλλὰ τί νὰ γίνει; Σημασία ἔχει ἡ συνείδηση ὅτι τὰ μιλᾶμε ὄχι γιὰ νὰ γίνουμε δεξιοτέχνες ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουμε ἄνθρωποι. Εὐχαριστῶ.

Παρεμβάσεις συνέδρων67

Μ. Ανδρόνικος

Όσο για την παράδοση, κανείς δεν την αρνιέται, όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε πως κι αυτή η γλώσσα, η κοινή νεοελληνική, έχει μια λαμπρή παράδοση, λαμπρότατη θα έλεγα. Θα αρκούσε να σταθούμε στα τελευταία 150 χρόνια για να μην πάμε ως τα βυζαντινά χρόνια με τα ακριτικά τραγούδια κλπ. Όχι όμως, σώνει και καλά, να ανατρέχουμε στην Άννα την Κομνηνή και τους άλλους ομοϊδεάτες της λογιότατους που θέλησαν να σβήσουν αυτή τη ζωντανή παράδοση της ελληνικής γλώσσας για να ερχόμαστε τώρα, το 1984, και να είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναϋποστηρίξουμε τη γλώσσα μας. Εγώ τουλάχιστον δεν καταλαβαίνω μια τέτοια συζήτηση.

Κ. Ζουράρις

Νομίζω ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔδειξε ἢ ὑποσχέθηκε ὁ Διονύσης, ἡ συζήτηση ἔχει περίπου λήξει καὶ πρέπει νὰ ἔρθουν βεβαίως οἱ ἀποδείξεις. Καὶ ἐπειδή, ὅπως ἔχω πεῖ, ἡ σκέψη ἢ ἡ συνολικὴ ἔκφραση τοῦ Διονύση εἶναι ἀκριβῶς σκέψη πολιτικῆς ἐπιστήμης, τῆς ὁποίας εἶμαι περίπου ἁρμόδιος νὰ ἐγκρίνω τὴν ἐγκυρότητα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι ὅσα μᾶς ἔδειξε ὑπογραμμίζουν τὴν ἑνότητα τοῦ λαοῦ μέσω τῆς γλώσσας. ῎Ισως νὰ ξέφυγε ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο αὐτὴ ἡ πολιτικῆς σημασίας ἐπισήμανση, λόγω των στιλπνῶν, ἀψόγων καὶ λίγο νεκρωμένων ἑλληνικῶν τοῦ Μαρωνίτη. Δὲν ξέρω ἂν προσέξατε τὴν ταριχευμένη, παλαιομοδίτικη καὶ τριτοδιεθνίτικης πολιτικῆς κονσέρβα ποὺ μᾶς σέρβιρε ὁ φίλτατος καὶ σεβαστός μου Μαρωνίτης, ὄχι στὸ θέμα τῆς γλώσσας, γιὰ τὸ ὁποῖο ειμαι ἀναρμόδιος, ἀλλὰ στὴν πολιτικὴ ἰδεολογία ποὺ ὑπέφωσκε, ὅταν ἀναφερόταν στὶς ταξινομήσεις. Ὁ Μαρωνίτης, σὲ πλήρη μάλιστα λογικὴ ἀνακολουθία μ᾿ αὐτὰ ποὺ ἀπέδιδε στοὺς μαθητές του γιὰ τὴν ὀλιγόλεξη καὶ ἀνελαστικὴ γλώσσα ποὺ χρησιμοποιοῦν, ὑποστήριξε ὅτι πρέπει νὰ διαλέξουμε τὴ γλώσσα μας, κάθε τάξη ἰδεολογικὴ νὰ ἔχει τὴ γλώσσα της. Ἐμφάνισε δηλαδὴ μιὰ ἀντίληψη τῆς προσταλινικῆς τρίτης διεθνοῦς, βασισμένη στὴν περίφημη λογικὴ τῶν ἁρμονικῶν συστοιχιῶν ἢ συζυγιῶν τοῦ ἀρχέγονου μαρξισμοῦ.

Ὑποστήριξε δηλαδὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ἔδειξε ὁ Διονύσης, ὅτι δηλαδὴ ὁ λαϊκὸς τραγουδιστὴς τραγουδάει μιὰ γλώσσα τὴν ὁποία καταλαβαίνουν ὅλοι διαχρονικά, καὶ ειπε ὅτι κάθε τάξη θὰ ἔχει τὴ γλώσσα της, οἱ πλούσιοι δηλαδὴ πλουσιώτερη, οἱ ἐκ Γαλλίας τὰ γαλλικά τους, οἱ λαϊκοὶ τὰ λαϊκά τους, τὸ ΠΑΣΟΚ τὰ δικά του καὶ λοιπά. Καὶ ἔτσι καταργεῖ οὐσιαστικὰ τὴν ἑνότητα τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία βεβαίως διατρέχεται ἀπὸ ἀντιθέσεις, ποὺ δὲν μποροῦν ὅμως νὰ βροῦν τὴ λύση τους στὸ ἐπίπεδο τῆς γλώσσας. Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω μάλιστα ὅτι στὴν πολιτικὴ ἐπιστήμη σήμερα κυριαρχεῖ ἡ περίφημη συνταγὴ τοῦ Θουκυδίδη περὶ μετρίας συγκράσεως τοῦ φαύλου, τοῦ μέσου καὶ τοῦ πάνυ ἀκριβοῦς. Ἐὰν ὁ Μαρωνίτης θέλει νὰ ειναι ὁ πάνυ ἀκριβής, ἐγὼ ζητῶ νὰ εἶμαι ὁ φαῦλος καὶ ζητῶ τὴ σύγκραση, τὸ κράμα, τὴ συνύπαρξη.

Β. Φόρης

Θαρραλέα συγχαίρω τους κ. Πλωρίτη και Μαρωνίτη, γιατί μίλησαν για το θέμα. Λυπούμαι γιατί οι δυο άλλοι ομιλητές δεν ήταν μέσα στο θέμα· ο κ. Ράμφος μόλις το άγγιξε, ενώ ο κ. Σαββόπουλος μίλησε για το θέμα των τόνων και των πνευμάτων. Για του κ. Ράμφου την άποψη θά ᾽θελα να πω ότι, αν αυτοί οι συμπαθητικοί άνθρωποι που μας βοήθησαν σήμερα [δείχνει τους τεχνικούς της Ραδιοτηλεόρασης], ζούσαν πριν από 2.400 χρόνια, δε θα είχαμε σήμερα βιβλιοθήκες στα σπίτια μας, παρά θα είχαμε δισκοθήκες. Αυτές τις δισκοθήκες θα τις χαρούν τα δισέγγονά μας και τα τρισέγγονά μας, να είστε απολύτως βέβαιοι. Θέλω να πω μ᾿ αυτό ότι ο προφορικός λόγος για όλους τους γλωσσολόγους, εκτός από μερικἐς εξαιρέσεις, έχει τα πρωτεία σ᾿ αυτό που λέμε λόγο. Αλλωστε, έχω γράψει και άλλοτε ότι η έκφραση «γραπτός λόγος» είναι η ωραιότερη αντίφαση σ᾿ αυτόν τον κόσμο: αν είναι γραπτός, πώς είναι λόγος· κι άμα είναι λόγος πώς γίνεται να είναι... γραπτός.

Θα παρακαλούσα όμως πάρα πολύ, δεν ξέρω αν το επιτρἐπει η διεύθυνση της συζήτησης απόψε, να έρθουμε σε κάποια συζήτηση με τον αξιότιμο κ. Σαββόπουλο [διακόπτεται].

Θα ήθελα να πω, Κύριε Σαββόπουλε, ότι πήγαν όλα σας τα έξοδα πέρα για πέρα χαμένα, γιατί διδάξατε τα πιο αντιεπιστημονικά πράγματα απόψε. Ούτε το ω διαφέρει από το ο στην προφορά - αν σας ρωτήσω όλους και θελήσετε να απαντήσετε ευσυνείδητα, σας λέω τη λέξη ómos· τι καταλάβατε, σας παρακαλώ πολύ, ή εκφωνήστε την ένας από σας και πέστε μου η λέξη ómos τι σημαίνει; σημαίνει τούτο δω το πράγμα (δείχνει τον ώμο του), σημαίνει και το όμως το αντιθετικό ταυτόχρονα. Πρέπει μέσα σε συμφραζόμενα να τα καταλάβουμε, και το ο προφέρεται πανομοιοτυπότατα με το ω στη νέα μας γλώσσα.

Ο κ. Σαββόπουλος δίδαξε ότι η βαρεία είναι ισχυρότερη από την περισπωμένη σε μερικές περιπτώσεις. Σημείωσα εδωπέρα τα ντεσιμπέλ, σημείωσα και τις συχνότητες και παρακαλώ θερμότατα τον κ. Σαββόπουλο (γιατί εγώ αύριο ειλικρινέστατα σας το λέω σκίζω το πτυχίο μου, αν έστω και ένα πράγμα απ᾿ αυτά που είπε ο κ. Σαββόπουλος ισχύει. Δεν ισχύει τίποτα!);

Κύριε Σαββόπουλε, σας παρακαλώ πάρα πολύ, αν έχετε την καλοσύνη — τώρα όμως, για να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα, — έχετε ὑπόψη σας [διακόπτεται].

Ο κύριος Σαββόπουλος δίδαξε ότι η οξεία και η βαρεία για μερικές περιπτώσεις, που τις έχω σημειώσει, είναι εντονότερες από την περισπωμένη. Αυτό το αντιεπιστημονικό δίδαγμα δεν επιτρέπεται να μείνει αναπάντητο. Η περισπωμένη είναι ο συνδυασμός οξείας και βαρείας, γι᾿ αυτό και την ονόμαζαν οξυβάρεια οι αρχαίοι. [Φωνάζει ο κ. Κ. Ταχτσής, δεν ακούγεται όμως.] ᾽Οταν λοιπόν έχω μια οξυβάρεια, μια περισπωμένη, δεν είναι δυνατό να πιστέψω με κανέναν τρόπο, γιατί είναι πέρα για πέρα αντιεπιστημονικό, ότι εκείνος που τραγούδησε, τραγούδησε την αύρα, που είχε και την ψιλή και την οξεία, ισχυρότερα, έδωσε σε δεύτερη βαθμίδα με 14 ντεσιμπέλ και 4000 χιλιοκύκλους δεν ξέρω τι εντονότερα και σας παρακαλώ, στο Θεό σας, το του Μαγιού ήχησε με τις δυο πανηγυρικές περισπωμἐνες, ήχησε πάρα πολύ χαμηλά. Πού στηρίζονται αυτά τα πράγματα; Είναι τελείως απαράδεκτα.

Γ. Μπαμπινιώτης

Όσο μπόρεσα να καταλάβω αυτά τα οποία είπε ο συνάδελφος κ. Μαρωνίτης, έχω μίαν ερώτηση και μία παρατήρηση μαζί.

Θέμα αυτής της συζητήσεως, αν το είχα καταλάβει καλά, ήταν η σχέση πολιτικής και γλώσσας, ὑπονοώντας πως θα θίξουμε —όπως το έκανε ο Μ. Πλωρίτης με του οποίου τις εκτιμήσεις συμφωνώ απολύτως— την πολιτικοποίηση, που ὑπάρχει ή που δεν ὑπάρχει, της γλώσσας. Ο κ. Μαρωνίτης αντί για την πολιτικοποίηση της γλώσσας πολιτικοποίησε... το πρόβλημα. Μας είπε μια πολύ σχηματοποιημένη και απλουστευμένη άποψη: όσοι διαμαρτύρονται για την κατάσταση της γλώσσας σήμερα, διαμαρτύρονται για πολιτικούς λόγους και μάλιστα αντιπολιτευτικούς και ανήκουν σε ορισμένες κατηγορίες και αντιπολιτεύονται άλλοτε τη Ν.Δ. άλλοτε το ΠΑΣΟΚ. Αλλά, κ. Μαρωνίτη, όταν διαμαρτύρονται (Ντεγιάννης) άνθρωποι εντεταγμένοι στο κόμμα του ΠΑΣΟΚ, όταν διαμαρτύρονται άνθρωποι της Ν.Δ. ή όταν δεν διαμαρτύρονται άνθρωποι του ΚΚΕ εξωτερικού, δεν μας είπατε τι συμβαίνει.

Το ερώτημά μου είναι το εξής απλό: Είτε πρέπει να δεχτούμε πως ὑπάρχει πρόβλημα, οπότε δεν χρειάζεται να κάνετε ερμηνεία των διαμαρτυρομένων. Όλοι δικαιούμαστε να διαμαρτυρόμαστε αν υπάρχει πρόβλημα. Και επιτρέψτε μου να σας πω ότι αυτές οι ταξινομήσεις, τα κουτιά, όπως τα ξέρετε, είναι πάντοτε επικίνδυνα. Στο παρελθόν, αν θυμάμε καλά σε επιφυλλίδες σας, έχετε κι ο ίδιος διαμαρτυρηθεί για την κακοποίηση της γλώσσας, σήμερα όμως συρρικνώσατε τόσο πολύ τις κατηγορίες των διαμαρτυρομένων, ώστε πραγματικά δεν μπορούσα να σας τοποθετήσω πουθενά.

Γιά νά επανέλθω στο ερώτημά μου: Ή ὑπάρχει πρόβλημα, οπότε δεν χρειάζεται ερμηνεία των διαμαρτυρομένων —όλοι πρέπει να διαμαρτυρόμαστε— ή δεν ὑπάρχει πρόβλημα, οπότε ισχύουν όσα είπατε. Οπότε εμείς κινδυνολογούμε, όσοι μιλάμε για γλωσσικό πρόβλημα. Αλλά τότε, κ. Μαρωνίτη, θα πρέπει να μας δηλώσετε —με την ευθύτητα και με το θάρρος, που έχετε— αν πραγματικά πιστεύετε, ότι η σημερινή χρήση της γλώσσας δεν εμφανίζει κανένα πρόβλημα και αν είστε πράγματι ικανοποιημένος με τη σημερινή κατάσταση της γλώσσας μας. Να το δηλώσετε και να το αποδείξετε, οπότε να δεχτούμε κι εμείς ότι κινδυνολογούμε.

κ. Κιτσίκης

Δὲν ἔχει διαφύγει τῆς προσοχῆς μερικῶν ἀπὸ ἐμᾶς ὅτι ἡ παρούσα κυβέρνηση καὶ εἰδικὰ ὁ Ἀ. Παπανδρέου χρησιμοποιοῦν ἐσκεμμένα μιὰ δῆθεν ἐκσυγχρονισμένη γλώσσα γιὰ νὰ διαστρεβλώσουν τὴ σκέψη καὶ τὸ γλωσσικὸ αἰσθητήριο τῶν ῾Ελλήνων. ᾽Επίσης γνωρίζουμε πὼς ὁ χρόνος ποὺ πέρασε ἦταν τὸ ἔτος τοῦ Ὄργουελ, τὸ 1984. ᾽Ενῶ ὅμως διαβάστηκε ἀπὸ τοὺς πάντες αὐτὸ τὸ προφητικὸ βιβλίο, κανεὶς δὲν φαίνεται νὰ ἔκανε τὴ σύγκριση μεταξὺ τῆς νέας ὁμιλίας ποὺ περιγράφει ὁ Ὄργουελ καὶ τοῦ ἄκρατου βερμπαλισμοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ μας. Οἱ προφητεῖες τοῦ Ὄργουελ πραγματοποιήθηκαν, ἰδίως στὶς καπιταλιστικὲς κοινωνίες, ἰδιαίτερα τῶν ΗΠΑ καὶ ὄχι τόσο στὴν κοινωνία τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ. Ἀκριβῶς δὲ ἐπειδὴ ὁ Ἀνδρἐας προσπαθεῖ νὰ ἐκσυγχρονίσει τὴ χώρα μας κατὰ τὰ ἀμερικανικὰ πρότυπα, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν καθιέρωση τοῦ ἀστικοῦ δικομματισμοῦ, καὶ ὄχι κατὰ τὰ ἀνατολικὰ πρότυπα, εἷναι Ὀργουελικός, καὶ στὸ θέμα τῆς γλώσσας. Νά τί γράφει ὁ Ὄργουελ γιὰ τὴν γλώσσα τοῦ 1984 στὸ βιβλίο του... [Διαβάζεται ἐκτενὲς ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ὄργουελ «1984».]

Κ. Γαβρόγλου

Θα ήθελα να κάνω κάποιες παρατηρήσεις ως μη ειδικός επί αυτών των θεμάτων στην ομιλία του Δ. Σαββόπουλου, και δεν θα ήθελα ο ενδεχόμενος απόλυτος τόνος των παρατηρήσεών μου να παρθεί και σαν κάποια επιθετικότητα.

Πιστεύω ότι η μέθοδος, η προσἐγγιση και η επιλογή να παρουσιασθεί μ᾿ αυτόν τον τρόπο το πρόβλημα που παρουσίασε ο Διονύσης Σαββόπουλος έχει κάποια σοβαρότατα μεθοδολογικά, επιστημολογικά, ιδεολογικά και πολιτικά προβλήματα. Μεθοδολογικά γιατί οι ανεπάρκειες που θίγονται στο τἐλος της ομιλίας πρέπει να είχαν παρθεί ὑπ᾿ όψη στην αρχή της έρευνας και όχι να εκφρασθούν στο τἐλος για να δικαιολογήσουν ουσιαστικά τη μἐθοδο. Επιστημολογικά γιατί επιδιώκεται η απόδειξη πραγμάτων που ο ομιλητής προϋποθέτει. Οι ενδείξεις γίνονται συμπεράσματα και τα συμπεράσματα ήταν ουσιαστικά αυτά που διατύπωσαν το πρόβλημα. Υπάρχουν και ιδεολογικά προβλήματα γιατί με τη χρησιμοποίηση των πιο εξουσιαστικών στοιχείων της επιστήμης ὑπονομεύεται ο απελευθερωτικός της ρόλος. Τέλος ὑπάρχουν σοβαρότατα πολιτικά, γιατί με τη χρησιμοποίηση μεθόδων που δήθεν αντικειμενικοποιούν τα συμπεράσματα εκφράζεται ένας εκβιασμός στους αριστερούς να δεχτούν μιαν άποψη με ανομολόγητες μεν αλλά συγκεκριμένες ιδεολογικές αφετηρίες και πολιτικές προεκτάσεις. Το πρόβλημα δεν είναι το ὑψος των ντεσιμπέλ που σίγουρα ειναι τόσα όσα λἐγονται. Η κουβέντα είναι πολιτική, η μυθοποίηση στο όνομα της απομυθοποίησης είναι μια πολιτική επιλογή και κάποιοι, πιστεύω, αριστεροί —και το έχουμε αυτό το δικαίωμα— δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε όχι απλά την αντίθεσή μας αλλά και να πούμε πως δεν είμαστε αφελείς.

Δ. Λιάρος

Νομίζω ότι σήμερα έμεινε στο περιθώριο το θέμα πολιτική και γλώσσα. Τονίστηκε πολύ η σχέση της γλώσσας με τα πολιτιστικά φαινόμενα και την πολιτιστική ζωή. Επειδή πιστεύω ότι μέσα από την ιστορία το κυριότερο πολιτικό φαινόμενο, το κυριότερο πολιτικό δράμα, που επαναλαμβάνεται, είναι το ότι οι λύκοι κατόρθωσαν τελικά να μιλάνε τη γλώσσα των αρνιών και να εξαπατούν τ᾿ αρνιά, ήθελα να μιλήσω γι᾿ αυτήν την αντιφατικότητα των όρων. Υπάρχει ένα άρθρο του Φρόυντ του 1910 που βασίζεται σε μια μελέτη ενός γλωσσολόγου, του Άμπελ (1884). Ο Άμπελ παρατηρεί σαν γλωσσολόγος ότι σε πολλές πρωτόγονες, κατά κάποιο τρόπο, γλώσσες μια λέξη έχει δύο ακριβώς αντιφατικές έννοιες. Για να σας δώσω ελληνικά παραδείγματα, όταν λέμε «πονάω» ή «πονάω κάποιον» σημαίνει τόσο ότι του προκαλώ πόνο όσο και ότι τον συμπαθώ, τον συμπονάω. Το ίδιο βρίσκεται στην «αρά», που είναι ευχή και κατάρα ταυτόχρονα, το ίδιο βρίσκεται στο «άγιος» που είναι ο βρώμικος και ο αγνότατος κλπ. Αυτή η αντιφατική λειτουργία, που γίνεται στο ασυνείδητο, επιτρέπει στον κάθε είδους ολοκληρωτισμό, όχι μόνον αυτόν που περιέγραψε ο Όργουελ, να χρησιμοποιεί αυτές τις αντιφάσεις σαν ταυτότητες. Δηλ. ο Στάλιν, την εποχή ακριβώς που εφαρμόζει τη βίαιη διαφοροποίηση των μισθών, καταγγέλλει την ισότητα στους μισθούς σαν μικροαστική πρόληψη. Την ίδια στιγμή που προηγούμενες κυβερνήσεις μετεμφυλιακές στην Ελλάδα είχανε κάτεργα πολιτικά, μιλάγανε για χτίσιμο νέων Παρθενώνων. Σήμερα η διατήρηση των βάσεων λέγεται ξήλωμά τους, η αποβιομηχάνιση λέγεται ανάκαμψη της οικονομίας, η ενισχυμένη αναλογική λέγεται απλή αναλογική κλπ.

Αυτό το οποίο θέλω να καταλήξω είναι ότι χρησιμοποιούνται σκόπιμα αυτές οι αντιφάσεις. Ας πούμε ότι η ελευθερία είναι σκλαβιά και η ειρήνη είναι πόλεμος, ή ο πόλεμος είναι ειρήνη του Όργουελ, διότι αυτές οι αντιφάσεις γίνονται ανεκτές από το νοητικό μας όργανο μόνο παλινδρομώντας, μόνο μπαίνοντας στη φάση του ονείρου και της παιδικής ηλικίας, όπου πια η τυραννία παίζει με στημένο παιχνίδι. Αυτό το λέω διότι, κατά τη γνώμη μου, η όλη συζήτηση μέχρι τώρα, κατά κάποιο τρόπο, σπαταλήθηκε σε μια άγονη ανασκόπηση του παρελθόντος και συμφωνώ απόλυτα σ᾿ αυτό με τον Δ. Μαρωνίτη, τον Μ. Πλωρίτη, τον καθηγητή Φόρη και άλλους, ενώ άφησε στην πάντα το τραγικό παιχνίδι που παίζεται με όργανο τη γλώσσα.

Ανδρέας Πολιτάκης

Δεν είμαι ειδικός ούτε καν καθηγητής, είμαι Πολιτικός Μηχανικός. Ενδιαφέρομαι όμως για τη γλώσσα όπως πάρα πολλοί πολίτες ενδιαφέρονται· και όσο περισσότεροι πολίτες ενδιαφέρονται για τη γλώσσα, όπως και για την ελευθερία και τη δημοκρατία, τόσο τα αγαθά αυτά θα περισωθούν. Βέβαια είμαστε στο τέλος μια πολύ σπουδαίας μἐρας, που έχω τη γνώμη ότι θ᾿ αναφέρεται στο μέλλον, ότσν γίνονται συζητήσεις για τη γλώσσα, θα είναι ένα σημείο αναφοράς... Ειδικά για την ομιλία του κ. Μαρωνίτη, θα ήθελα να πω ότι ξεκίνησε με ένα σημαντικό πραγματικό λάθος και πολλοί στην αίθουσα αυτή θα το έχουν επισημάνει. Είπε ότι στη Ν. Δημοκρατία οφείλεται η εισαγωγή της δημοτικής στην εκπαίδευση και εις το ΠΑΣΟΚ είς το δημόσιο βίο, δηλ. η γλώσσα του δημοσίου.

Είναι λάθος· διότι η Ν.Δ. εισήγαγε τη γλώσσα και στο δημόσιο βίο και αυτό από την αρχή του 1977, δηλ. 4 και πλέον χρόνια πριν από το ΠΑΣΟΚ. Είναι ένα σημαντικό λάθος και πάρα πολλές σκέψεις που διατύπωσε στη συνέχεια πέφτουν στο κενό. Αλλά πἐραν αυτού ο κ. Μαρωνίτης είπε στη συνέχεια ότι το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. οικειοποιήθηκαν τη δημοτική γλώσσα που την είχαν πρώτα τα αριστερά κόμματα και είπε χαρακτηριστικά ότι «ξεπαρθενεύτηκε» η δημοτική με το να την δεχτούν και να την βάλουν στην εκπαίδευση και στο δημόσιο βίο τα δυο αστικά κόμματα — αστικό και σοσιαλίζον κόμμα του ΠΑΣΟΚ. Είναι πάρα πολύ περίεργος ο συλλογισμός, όταν η γλώσσα του λαού, η νεοελληνική δημοτική, απλώνεται σ᾿ ολόκληρο το λαό, να λέμε ότι ξεπαρθενεύεται· και φυσικά ο κ. Μπαμπινιώτης πολύ σωστά επεσήμανε ότι δεν ξεκαθάρισε εντελώς τι ήθελε ο κ. Μαρωνίτης και πού οδηγούσε. Έχω τη γνώμη ότι σε κάποια στιγμή κάτι ξεκαθάρισε όταν είπε ότι ο προβληματισμός για την νέα γλώσσα πρέπει να είναι αντικείμενο της προοδευτικής μερίδας του λαού, δίνοντας μ᾿ αυτόν τον τρόπο, αν καταλάβαμε καλά, να εννοήσουμε πως το προοδευτικό κομμάτι του λαού πρἐπει οπωσδήποτε να έχει διαφορετικό τρόπο έκφρασης από τον άλλο λαό. Αυτό βέβαια το είπε προβληματισμό του προοδευτικού μἐρους του λαού· δηλ. αφού το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. πήραν τη δημοτική, αυτή τη δημοτική που μιλάμε όλοι, και οικειοποιήθηκαν τη δημοτική που πριν, κατά τον κ. Μαρωνίτη, ήταν προνόμιο των αριστερών κομμάτων, τότε πρέπει να βρεθεί μια νέα γλώσσα...

Χρ. Βακαλόπουλος

Θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σὲ δύο σημεῖα τῶν παρεμβάσεων τοῦ κ. Μαρωνίτη καὶ τοῦ κ. Ράμφου. Πρὶν ἀπ᾿ αὐτὰ ὅμως νὰ θυμηθοῦμε σᾶς παρακαλῶ ὅτι τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο εἶναι ἤδη ἐν χρήσει. Πηγαίνοντας νὰ πάρω ἕνα παράβολο ἀπὸ τὸ Δημόσιο Ταμεῖο τῆς ὁδοῦ Πατησίων εἶδα μὲ τὰ μάτια μου ἑλληνικὲς λέξεις μὲ λατινικὰ στοιχεῖα στὸν ἠλεκτρονικὸ ὑπολογιστὴ ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὁ ὑπάλληλος ποὺ μὲ ἐξυπηρέτησε. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς βλέπει κάθε μέρα μπροστά του τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο.

Ὁμολογῶ ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀνησύχησα λίγο καὶ δὲν ξέρω σὲ ποιὰ ἀπὸ τὶς κατηγορίες τοῦ κυρίου Μαρωνίτη ἀνήκω. ῎Αλλωστε δὲν γνωρίζω οὔτε ὁ κ. Μαρωνίτης σὲ ποιὰ κατηγορία ἀνήκει, θὰ ἔλεγα μάλιστα ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἰδιαίτερα. Δέχομαι πάντως τὴν πρότασή του νὰ ρίξουμε μιὰ ματιὰ πρὸς τὰ πίσω: ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι τὰ τελευταῖα δέκα χρόνια δὲ ζοῦμε τόσο μιὰ γλωσσικὴ περιπέτεια, ζοῦμε κυρίως τὴ μεγάλη περιπέτεια τοῦ νοήματος. Θὰ ἔλεγα ὅτι αὐτὸ ποὺ μᾶς μάζεψε ὅλους ἐδῶ ειναι μᾶλλον ἡ ἀγωνία γιὰ τὸ νόημα ποὺ χάνεται. Ἡ τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν αἱμορραγία τοῦ νοήματος κι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ συννενοηθοῦμε. Καλῶς ἢ κακῶς αὐτὸ σὲ γλωσσικὸ ἐπίπεδο συνέβη μέσο αὐτῆς τῆς παράξενης ἑρμηνείας ποὺ δόθηκε στὴ δημοτική. ῎Ετσι προέκυψαν καὶ οἱ ἀνησυχοῦντες γιὰ τὸν ὑπερφίαλο δημοτικισμὸ ποὺ μᾶς κατακλύζει. Μπορεῖ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνονται γραφικοί, οἱ κατηγορίες ὅμως τοῦ κ. Μαρωνίτη μοῦ φαίνονται πολὺ τῆς μόδας, πολὺ ἐπικίνδυνες. Οἱ γραφικοὶ ἀντίθετα συχνὰ μεταφέρουν ἰσχυρὲς δόσεις ἀγωνίας καὶ αἰσθάνομαι βαθύτατη συγγένεια μαζί του εἴτε κινδυνολογοῦν γιὰ τὴ γλώσσα εἴτε συμπεριφέρονται ὅπως οἱ πὰνκς στὰ ᾽Εξάρχεια.

Καὶ κάτι γιὰ τὶς εἰκόνες γιὰ νὰ γυρίσω στὰ χωράφια μου. Στὴ σύγχρονη δυτικὴ κοινωνία ἀντιμετωπίζω τὶς εἰκόνες σὰν τοὺς τόνους τῆς ζωῆς. Ὁ Διονύσης ἀναφέρθηκε πολὺ σωστὰ στὴν προσπάθεια τῶν Ἀλεξανδρινῶν νὰ μνημειώσουν τὴ μουσικὴ τῆς γλώσσας μέσα ἀπὸ ἕνα παράξενο μηχανισμό, ἕνα σύστημα τόνων. Στὴ σύγχρονη δυτικὴ κοινωνία οἱ ἄνθρωποι προσπάθησαν μέσω τῶν εἰκόνων νὰ μνημειώσουν τὴ μουσικὴ τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς.

Οἱ εἰκόνες λοιπὸν εἶναι τὸ πιὸ ἐλεύθερο πρᾶγμα ποὺ διαθέτουμε, οἱ εἰκόνες εἶναι πολυσήμαντες καὶ διαρκῶς μᾶς ξεφεύγουν. Ἀντίθετα ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ὑποστήριξε ὁ κ. Ράμφος, ἂν ὑπάρχει κάποιος κίνδυνος γιὰ τὴν ἐπικοινωνία αὐτὸς δὲν προέρχεται ἀπὸ τὶς εἰκόνες, ἀπὸ τὴν προσπάθεια ἑνὸς ξύλινου λόγου νὰ τὶς ὑποδουλώσει, νὰ τὶς καθυποτάξει: ὅταν βλέπω τηλεόραση, γιὰ παράδειγμα, παρατηρῶ τὴν προσπάθεια ὑποδούλωσης μερικῶν εἰκόνων ποὺ διαφορετικὰ θὰ τριγυρνοῦσαν ἐλεύθερες, ἀπὸ ἕνα λόγο ποὺ ἐπεξεργάζονται διάφορα κέντρα κομματικά, συνδικαλιστικά, πανεπιστημιακὰ καὶ ἄλλα.

Θὰ πρότεινα λοιπὸν νὰ ἀφήσουμε ἐλεύθερες τὶς εἰκόνες νὰ πάρουν τὸ δρόμο τους καὶ νὰ τὶς ἀποσυνδέσουμε ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ πρέπει ἐπίσης νὰ βιώσουν τὴν ἐλευθερία τους. Αὐτὰ τὰ δύο πράγματα ἂς χωριστοῦν ἐπιτέλους: τότε, εἶναι πιθανὸ νὰ βγεῖ κάποια ἄκρη.

Ανδρέας Μπελεζίνης

Μετά τις πρωινές εισηγήσεις εξεπλάγην, για να αντλήσω κι εγώ από τη γλωσσική διαχρονία, κατά το πλατωνικὸ ρήμα, πανικοβλήθηκα, σάστισα, τα έχασα, γιατί σχεδόν κινδύνεψα να πιστέψω ότι είμαι αφασικός και άγλωσσος, όχι μόνο εγώ, αλλά και τα παιδιά μου, και εννοώ όχι τόσο τα φυσικά όσο τα πνευματικά. Μετά από τις απογευματινἐς, πρώτες, εισηγήσεις, παρ᾿ όλο που εν μἐρει με εκάλυψαν, μου δημιουργήθηκε νέος πανικός ότι είμαι άγλωσσος ή άμουσος. Μετά όμως από την εισήγηση του κ. Ράμφου με κατέχει αγωνία θρησκευτική. Φοβούμαι ότι θα αποδειχθώ άξιος για την κόλαση, γιατί εάν πολλοστιμόριο, όπως λένε, των λεχθέντων του κ. Ράμφου και του κ. Σαββόπουλου αληθεύουν, τότε δεν με σώζει τίποτε από την γέενναν του πυρός. Ωστόσο, αν συγχωρείται να μιλἠσει κανείς θεολογική γλώσσα, θα επεσήμαινα το εξής που πιστεύω ότι βρίσκεται στο κέντρο του όλου προβληματισμού μας.

Εάν για να μιλήσω νέα ελληνικά, χρειάζεται να κατἐχω τις διαδοχικές φάσεις των συγχρονιών και κυρίως την απωτάτη, τα αρχαία ελληνικά, τότε θα πρέπει να βρεθώ στο κἐντρο της γλώσσας κι αυτό είναι ύβρις, με την αρχαία έννοια της λἐξης, και εφάμαρτο κατά τη χριστιανική εννοιολογία και πατερική αντίληψη. Είναι εωσφορικό, είναι δαιμονικό να απαιτήσουν να γνωρίζω τα αρχαία ελληνικά και τη διαχρονία της γλώσσας, προκειμένου να μιλήσω τη δική μου γλώσσα. Ο Φρόυδ αρχίζει ένα βιβλίο του με την εξής ὑπόθεση: εάν, λἐει, υποθέσω ότι το κέντρο του κόσμου αποτελείται όχι από πυρακτωμένη μάζα, όπως λέει η συμβατική επιστήμη με τη δική της μυθολογία, αλλά από γυαλί, αυτό είναι συζητήσιμο· ἐνα όμως θέσω εξ υπαρχής την ὑπόθεση ότι το κέντρο της γης αποτελείται από μαρμελάδα, αυτό είναι τελείως εκτός συζητήσεως. ᾽Εχω την εντύπωση ότι αυτό έγινε σήμερα σε πολλές εισηγήσεις, χωρίς να σημαίνει ότι δεν εκτιμώ βαθύτατα όλα τα πρόσωπα που ανἐβηκαν στο βήμα. Θέλω να διατυπώσω όχι μομφή αλλά οπωσδήποτε παράπονο ή, αν θέλετε, ὑπόδειξη στην οργανωτική επιτροπή. ᾽Οταν με το καλό το κόμμα μας οργανώσει συζήτηση για τη μουσική του Δ. Σαββόπουλου, παρακαλώ να κληθώ να αναπτύξω το θέμα «οι μουσικοί τόνοι στη Ρεζέρβα», ή επίσης όταν ο κ. Ράμφος, ο οποίος ξέρει ότι τον αγαπώ, γιατί σέβομαι το πάθος του, παρά τις διαφωνίες, οργανώσει στη Θεολογική Θεσσαλονίκης, συζήτηση περί του Συμεών του νέου θεολόγου, παρακαλώ και πάλι να μιλήσω όχι ως μελετητής της ποίησης του αγίου και των ωραίων του ὑμνων, αλλά για την ορθοδοξία του ή μη.

Ἀντ. Φωστιέρης

Μοῦ κάνει ἐντύπωση τὸ ὅτι σὲ μιὰ ὁλόκληρη ἡμερίδα ἀφιερωμένη στὰ σύγχρονα προβλήματα τῆς γλώσσας, οἱ περισσότερες συζητήσεις ἐπικεντρώθηκαν στὴν πολὺ παλιὰ διαμάχη τῆς δημοτικῆς καὶ τῆς καθαρεύουσας —ἕνα θέμα δηλαδὴ ξεπερασμένο πιὰ ἀπὸ καιρὸ ἤ, πάντως, ἕνα θέμα ποὺ ταλάνισε γενιὲς καὶ γενιὲς ὣς τὶς μέρες μας. Ἐκεῖνο ποὺ ἐλάχιστα ἀπασχόλησε τὶς συζητήσεις τὶς σημερινὲς —ἂν ἐξαιρέσουμε βέβαια τὴν εἰσήγηση τοῦ Διονύση Σαββόπουλου— εἶναι ἡ πρόσφατη ἀντιπαράθεση μονοτονικοῦ καὶ πολυτονικοῦ, καθὼς καὶ ἡ περιφανὴς νίκη τοῦ πρώτου ἐπὶ τοῦ δευτέρου. Εἰδικὰ μάλιστα στὴν ἑνότητα αὐτὴ τῶν συζητήσεων ποὺ ἀφορᾶ στὴ σχέση γλώσσας καὶ πολιτικῆς, ἡ κρατικὴ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ νομίζω πὼς μπορεῖ νὰ εἰκονογραφήσει, παραστατικότερα ἀπ᾿ ὁτιδήποτε ἄλλο, τὴν πειθαναγκαστικὴ δύναμη τῆς ἐξουσίας ἀκόμα καὶ στὰ γλωσσικά μας πράγματα. Ὁ νομοθετικὸς καθορισμὸς τῆς δημοτικῆς ὡς ἐπίσημης γλώσσας τοῦ κράτους εἶναι ἀδιανόητο νὰ ἐξομοιωθεῖ μὲ τὴν ἀναπάντεχη ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος: ἡ τυπικὴ κατοχύρωση τῆς δημοτικῆς ἦρθε ὡς ἀναγνώριση μιᾶς ἄτυπης πραγματικότητας ποὺ ἴσχυε ἐδῶ καὶ πενήντα —γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐδῶ καὶ ἑκατὸν πενήντα— χρόνια, ἐνῶ ἡ ἀπόφαση γιὰ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ἐλήφθη ἄνωθεν καὶ ἐν μιᾷ νυκτί.

Τὸ δυστύχημα εἶναι (καὶ σ᾿ αὐτὸ συνίσταται ἡ παρατήρησή μου) ὅτι ἡ ἀντίδραση στὴν αὐθαίρετη ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ ὑπῆρξε χλιαρὴ καὶ ἄτονη, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἴδιους τοὺς συγγραφεῖς, ποὺ ὑποτίθεται πὼς ἔχουν μὲ τὴ γλώσσα, φύσει καὶ θέσει, μιὰ σχέση στενὰ προσωπική. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ἐλάχιστοι ἦταν οἱ συγγραφεῖς ἢ οἱ ποιητὲς ποὺ ἔγραφαν καὶ τύπωναν τὰ βιβλία τους σὲ μονοτινικό· ἀκόμα λιγότεροι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸ μονοτονικὸ στὴν ἀλληλογραφία τους ἢ σὲ ὁποιοδήποτε γραφτὸ κείμενό τους. Αὐτὸ ποὺ μὲ κάνει τώρα νὰ ἐκπλήττομαι εἶναι τὸ ὅτι, πέρα ἀπὸ τὴν ὑποχρεωτικὴ χρήση τοῦ μονότονου μονοτονικοῦ στὴ δημόσια διοίκηση (δὲ μιλῶ λογουχάρη γιὰ τὶς δακτυλογράφους τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ποὺ εἶναι ἀκόμα καὶ τεχνικὰ ἀδύνατο νὰ γράψουν σὲ πολυτονικό, γιατὶ ἀφαιρέθηκαν οἱ περισπωμένες καὶ τὰ πνεύματα ἀπὸ τὶς γραφομηχανές τους!), βλέπω ἀμέτρητους ἀνθρώπους νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ μονοτονικό, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε νόμος τοῦ κράτους, ἀκόμα καὶ στὴν ἰδιωτική τους ἀλληλογραφία, ἀκόμα καὶ στὰ πιὸ προσωπικά τους σημειώματα. Μ᾿ ἄλλα λόγια, ἡ πειθαναγκαστικὴ ἰσχὺς τῆς κρατικῆς ἐξουσίας βλέπουμε νὰ ἐπαληθεύεται, μὲ τὸν πιὸ θεαματικὸ τρόπο, ὄχι μόνο ὡς ἐξαναγκασμὸς σὲ δημόσιο ἐπίπεδο ἀλλὰ καὶ ὡς πειθὼ σὲ ἐπίπεδο διαπροσωπικὸ ἢ καὶ ἀπόλυτα προσωπικό. Τὸ κράτος δὲν ἀρκεῖται στὸ νὰ ἐπιβάλει τὴν ἄποψή του· ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ μᾶς πείσει πὼς ἡ ἄποψή του εἶναι ἡ σωστή, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὴν υἱοθετοῦμε, ἀκόμα κι ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα τόσο λεπτά, ὅπως εἶναι τὰ θέματα τῆς γλώσσας καὶ τῆς γραφῆς. Αὐτὴ τὴ στιγμὴ δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας —ἂν ὡς οὐσία νοεῖται ἡ ὑπεροχὴ ἢ ἡ μειονεξία τοῦ μονοτονικοῦ ἔναντι τοῦ πολυτονικοῦ. Τὸ φαινόμενο τῆς ἐπιβολῆς του ἐπισημαίνω καί, κυρίως, τὸ φαινόμενο τῆς ἀποδοχῆς του —ποὺ κι αὐτὰ πιστεύω πὼς ἐπίσης ἀποτελοῦν οὐσία τοῦ ζητήματος. Γιατί, ἂν ἴσως δεχτοῦμε ὅτι τὸ μονοτονικὸ εἶναι ὄντως τὸ σωστότερο σύστημα γραφῆς, πῶς ἐξηγεῖται ἄραγε τὸ ὅτι, τουλάχιστον οἱ συγγραφεῖς ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ ἔχουν μιὰ ἴδιαίτερη εὐαισθησία ἀπέναντι στὴ γλώσσα, δὲν τὸ ὀσφρίστηκαν νωρίτερα, ἀλλὰ περίμεναν ν᾿ ἀστράψει τὸ φῶς τοῦ νόμου γιὰ νὰ τοὺς δείξει τὸ σωστὸ τρόπο χρήσης τοῦ δικοῦ τους ὀργάνου, τοῦ δικοῦ τους ὑλικοῦ; Αὐτὸ καὶ μόνο τὸ φαινόμενο, νομίζω πὼς ἀρκεῖ νὰ καταδείξει τὴ σχέση τῆς γλώσσας μὲ τὴν πολιτική, ποὺ εἶναι μιὰ σχέση ὑποτέλειας, σχέση ἐξάρτησης καὶ ἀλλοίωσης, ὅταν, ὡς λαὸς καὶ ὡς ἄτομα, μὲ δουλικὴ προθυμία ἢ ἔστω δουλικὴ ἀνοχή, ἐπιτρέπουμε στὸ νόμο, στὴν ἐξουσία καὶ στὸ κρἀτος νὰ εἰσδύσουν ὥς καὶ στὴν πιὸ κρυφὴ πτυχὴ τῆς ἀτομικότητάς μας, ὥς τὴ γραφή μας κι ὥς τὸν τρόπο γραφῆς μας.

Γρηγόρης Κ. Μασαλάς

Επειδή χρόνια ασχολούμαι με τη σωστή μεταφορά του γραπτού λόγου σε προφορικό και τη μετατροπή του σε λογικό και συναισθηματικό ήχο και με απασχολεί καθημερινά το πρόβλημα, τόσο στη Δραματική Σχολή, όσο και στο θέατρο, θα κάνω κάποιες ερωτήσεις στον κ. Σαββόπουλο, για να αποδείξω το αντίθετο απ᾿ αυτά που ισχυρίστηκε και θα χρησιμοποιήσω ίδιες λέξεις, με διαφορετική τονική φόρτιση.

Θα δανειστώ ένα στίχο του Σολωμού: «Τώρα που η Ξάστερη / νύχτα μονάχους / μας ήβρε απάντεχα...» Σ᾿ αυτό το κομμάτι από το ποίημα έχουμε μια λογική ενότητα. Ο πρώτος στίχος είναι μια τονική ενότητα, που αποτελείται από τις φωνητικές λέξεις: τώρα, και, πού η ξάστερη (μια φωνητική λέξη μπορεί να αποτελείται από μια ή και περισσότερες γραμματικές λέξεις). Η πρώτη φωνητική λέξη το «τώρα» έχει κάποια βαρύτητα στο στίχο προσδιοριστική μετά από το απόσπασμα «Τα δυο αδέρφια» και θα πρέπει να τονιστεί σημασιολογικά, αισθαντικά: Τώρα(!). Στη δεύτερη φωνητική λέξη που αποτελείται από τρεις γραμματικές λέξεις το: πού που οξύνεται, το: η, που δασύνεται και το: ξάστερη, που προπαροξύνεται, έχει δε, πέντε συλλαβές που-η-ξασ-τε-ρη, απ᾿ τις οποίες η μία ξάσ- έχει την εντονή και ακούγεται δυναμικότερα, εντονότερα, από τις άλλες τέσσερες, που ακούγονται το ίδιο, είτε είναι λέξεις με τόνο «πού» ή λέξεις με πνεύμα «ή» είτε συλλαβές άτονες -τε-ρη.

Ας πάρουμε τώρα μια άλλη φράση, καθημερινή, που νάχει τις λέξεις τώρα και πού (που χρησιμοποίησε κι ο κ. Σαββόπουλος); «πού θα πας τώρα». Οι φωνητικές λέξεις εδώ είναι τρεις το: πού, περισπώμενο, το: θα πας, με δυο λέξεις; η μία με οξεία και η άλλη με περισπωμένη και με την εντονή στην περισπωμένη, και το; τώρα, παροξύτονο.

Το τώρα στο στίχο του Σολωμού έγραψε κάποια ντεσιμπέλ(ια) και κάποιους χιλιόκυκλους· η ίδια λέξη με τον ίδιο γραμματικό τόνο στη δεύτερη φράση, που έχει τελείως διαφοροποιημένη, χρονική πάλι, σημασία θα γράψει οπωσδήποτε άλλο αριθμό ντεσιμπέλ(ια) και χιλιόκυκλους. Το ίδιο και με το: πού και ποῦ. Κατά την «ανακάλυψη» του κ. Σαββόπουλου το οξυνόμενο θάπρεπε να γράψει περισσότερα ντεσιμπελ(ια) από το περισπώμενο, κι όμως στην πράξη το οξυνόμενο θα γράψει όσα και μια άτονη συλλαβή ενώ το περισπώμενο θα γράψει πολύ περισσότερα.

Μια άλλη λέξη επαναλαμβανόμενη, με την ίδια σημασία και την ίδια τονική αξία (φωνητική και γραμματική) όχι όμως και συναισθηματικής φόρτισης, η λέξη κόρη, στο δημοτικό στίχο «κόρη σκύλα, κόρη άνομη, κόρη γεβεντισμένη», έχει μια επίταση στην επανάληψη και οπωσδήποτε αν και είναι η ίδια λέξη με τον ίδιο τόνο και την ίδια θέση (συνταχτική) θα σημειώσει στο μηχάνημα διαφορετικό αριθμό από ντεσιμπέλ(ια). Η συναισθηματική φόρτιση, η ψυχούλα δηλαδή, το διέλυσε το μηχάνημα με την τελειότητά του. Αν δε συγκριθεί με την κοινή έκφραση: «εσύ είσαι κόρη μου», θα βρούμε τεράστια διαφορά.

Μ᾿ αυτά τα παραδείγματα, νομίζω ότι και με το αυτί μονάχα, φάνηκε ότι η αξία η τονική στη Νεοελληνική γλώσσα, δεν εξαρτάται από το γραμματικό τόνο αλλά από τη σημασιολογική και συναισθηματική φόρτιση της λέξης, το νοηματικό και το συναισθηματικό κέντημα του λόγου, που είναι η στίξη και το συνταχτικό, κι εδώ θα πρέπει να σταθούμε κι όχι στο μονοτονικό και το πολυτονικό. Θα πρέπει να μάθουμε να μιλάμε τη γλώσσα μας με βάση το Ελληνικό συνταχτικό και να σκεφτόμαστε απ᾿ ευθείας σ᾿ αυτή.

Το μονοτονικό μπορεί να μπερδέψει κάποιον, που έμαθε γράμματα με το πολυτονικό στο γράψιμο και όχι στον προφορικό λόγο ή στο διάβασμα των μονοσύλλαβων λέξεων και τούτο γιατί καταργήσαμε τον τόνο από τα άρθρα, το τοπικό που και το τροπικό πως. Ειδικά με τις μονοσύλλαβες (του, της, το, τον, την, τους, τις) δεν τις αναγνωρίζεις με την πρώτη ματιά αν είναι άρθρο ή προσωπική αντωνυμία οπότε πρέπει να τονιστεί, ή κτητική αντωνυμία, που δεν πρέπει, το ίδιο γίνεται και με το αιτιολογικοαναφορικό που, που είναι άτονο και το τοπικό-ερωτηματικό, που θα πρέπει να τονιστεί, καθώς και με το πως το αιτιολογικό και το πως το τροπικό, που πρέπει να τονιστεί. Οι μονοσύλλαβες λέξεις που ανέφερα πριν, που έπαιρναν περισπωμένη θα πρέπει να τονιστούν για να ξεχωρίζουν από τις άτονες. Έβλεπα μια μέρα μια ταινία. Στους ὑπότιτλους βλέπω τη φράση «η μάνα του βρήκε δουλειά». Πώς να διαβάσω: «η μάνα του, βρήκε δουλειά», ή «η μάνα, του βρήκε δουλειά». Αν το του, το διαβάσω σαν κτητική αντωνυμία διαφοροποιείται ο χαρακτήρας του γιου και μετατίθεται η θέση ολόκληρου του έργου. Σ᾿ αυτό μόνο το σημείο θέλει προσοχή το μονοτονικό και λύνεται είτε τονίζοντας τα περισπώμενα, ή βάζοντας ενωτικό ανάμεσα στο όνομα και την κτητική αντωνυμία, ή κόμμα μετά τη αντωνυμία.

Το ζήτημα λοιπόν θα πρέπει να τοποθετηθεί στη σωστή εκφορά του λόγου κι όχι στην ορθογραφία. Όπως είπα και στην προηγούμενη παρέμβαση μου: ανάγκη να εισαχτεί το μάθημα της «Αγωγής του Λόγου» στα Σχολειά, όχι σαν ιδιαίτερο μάθημα αλλά σαν ὑποδειγματική ομιλία του δάσκαλου-καθηγητή. Για να επιτευχθεί όμως αυτό, θα πρέπει ο δάσκαλος πρώτα απ᾿ όλους να μάθει να μιλάει σωστά και να παιδευτεί στην Παιδαγωγική Ακαδημία ανάλογα, να μπει με άλλα λόγια το μάθημα της «Αγωγής του Λόγου» στις Ακαδημίες και να εκπαιδευτούν οι Δάσκαλοι στην εφαρμογή της γραμματικής και του συνταχτικού στον προφορικό λόγο, την ορθοφωνία, την απαγγελία και να μάθουν και μερικά στοιχεία γύρω από την ὑποκριτική τἐχνη.

Η «πρώτη ανάγνωση», στην πρώτη επαφή που θάρθει ο «νέος άνθρωπος» με το σχολειό, είναι καθοριστική για τη γλώσσα του παιδιού αλλά και για τη γλώσσα μελλοντικά. Εδώ λοιπόν δίνεται η μάχη και πρέπει να κερδιθεί, με τον παραδειγματισμό. Αν ο δάσκαλος έχει μάθει να μιλάει σωστά, αρθρωτικά, συναισθηματικά, ὑποβλητικά, μπορεί να κερδιθεί το παιχνίδι της γλώσσας κατά 80%.

Προέρχομαι από το δασκαλίκι και κρατιἐμαι, όπως όλοι οι δάσκαλοι, από επαρχία (με σφάλματα δηλαδή στη γλώσσα όχι μόνο ιδιωματικά αλλά και ορθοφωνικά). Σαν άρχισα να αντρώνουμαι, ντρεπόμουν να μιλήσω, γιατί ένιωθα π