Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων αʹ

[Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ ἀντιδικία τῶν τόνων, ἐκ τῶν συνεδριῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν», ἐκδόσεις Τζάκα-Δελαγραμμάτικα 1944: Ὁμιλίες τῶν κκ. καθηγητῶν Χατζῆ, Μαρινάτου, Πεζοπούλου, Ζώρα, Λογοθέτου καὶ Φάβη.]

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἀντ. Χατζῆ, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 35-36.

Περὶ τοῦ ζητήματος τῶν τόνων ἐνταῦθα θὰ εἴπω μόνον τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ τεύχει Περὶ τῆς δίκης τῶν τόνων, σ. 286, γίνεται λόγος εἰδικὸς περὶ τοῦ τόνου τῆς λέξεως καρκίνος ἐκ τοῦ τονισμοῦ τῆς λέξεως ταύτης λαμβάνων ἀφορμὴν πρῴην Γεν. ᾽Επιθεωρητὴς τῆς ἐκπαιδεύσεως προτείνει τὴν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἐν τοῖς γυμνασίοις.᾽Αλλ᾿ ἐρωτῶ τὸν ἀφελῆ ἐκπαιδευτικόν: ὁ μαθητὴς τοῦ γυμνασίου δὲν ὀφείλει νὰ γινώσκῃ τὴν προσῳδίαν καὶ εἰδικῶς νὰ γινώσκῃ ἂν τὸ «ι» τῆς παραληγούσης τῆς εἰρημένης λέξεως εἶναι μακρὸν ἢ βραχύ; ᾽Εὰν συναντήσῃ τὴν λέξιν ταύτην παρά τινι ποιητῇ, ὁ τόνος δὲν θὰ ἐβοήθει αὐτὸν νὰ ἀναγνώσῃ ὀρθῶς τὸ μέτρον; Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι οἱ μαθηταὶ τῆς τελευταίας γυμνασιακῆς τάξεως ἐν σχολείοις τῆς ῾Εσπερίας ὀφείλουσι νὰ συντάξωσι ποίημα ἐν Λατινικῇ γλώσσῃ ἂν ἐν τῷ ποιήματι ὁ μαθητὴς τὴν λέξιν Carcinos (ἀστερισμὸς) ἐκλάβῃ ὡς ἔχουσαν τὸ i μακρόν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ ἀπολυτήριον τοῦ γυμνασίου.

Ὥστε οἱ μαθηταὶ πάντων τῶν γυμνασίων τῆς οἰκουμένης θὰ γινώσκωσιν, ὅτι ἡ λέξις Πιλᾶτος ἔχει τὴν παραλήγουσαν μακρὰν καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ λέξις Πιλᾶτος προπερισπᾶται, μόνον δὲ ὁ ῞Ελλην μαθητὴς τοῦ γυμνασίου κατὰ τὸν πρῴην Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ ἀγνοῇ τοῦτο, θὰ θέτῃ δὲ ὀξεῖαν ἐπὶ τῆς παραληγούσης.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Σπύρου Μαρινάτου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαιολογίας, σελ. 101-102.

Ἡ ἔναρξις τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας προβλήματος ἀπὸ τοὺς τόνους ἐξεφράσθη ἀπὸ μὲν ἀκαδημαϊκοὺς κύκλους ὡς ἰδέα, ἀπὸ ἄλλους δὲ ἐλευθέρους κύκλους καὶ ἐφηρμόσθη. Ἀκόμη καὶ εἰς διδακτικὰ βιβλία, ὄχι βεβαίως ἐπίσημα, ἔγινε τὸ πείραμα, ὅπως τὰ γραφέντα ὑπὸ τοῦ Ἐλ. Γιαννίδη.

Ὁ συνάδελφος κ. Κακριδῆς καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς μάρτυράς του μᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Βιλαμόβιτς καὶ ἄλλοι ἐγνωμάτευσαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων ἢ τοὺς κατήργησαν1.

Θὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ Λάμερ, ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος διδάσκαλος μὲ τὴν βαρύνουσαν γνώμην, διότι ἐπὶ μίαν γενεὰν καὶ πλέον ἀνέθρεψε τοὺς φλογερωτέρους λατρευτὰς τῆς ᾽Αρχαιότητος, ἔχει μαζὶ μὲ πλείστους ἄλλους τὴν ἐναντίαν γνώμην καὶ τὴν αἰτιολογεῖ δεόντως. Πράγματι οἱ τόνοι διὰ τοὺς ξενογλώσσους εἶναι πολὺ ἀναγκαιότεροι παρὰ δι᾿ ἡμᾶς. Οἱ Γερμανοὶ μάλιστα, τονίζοντες λόγῳ παραδόσεως καὶ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ τοὺς τονικοὺς κανόνας τῆς Λατινικῆς, ὑποπίπτουν εἰς ἀπειρίαν σφαλμάτων, ὅταν ἀπὸ μνήμης γράφουν ῾Ελληνικὰς φράσεις, ἀκόμη καὶ αὐτὸς ὁ γίγας ὁ Βιλαμόβιτς (Αἴσχυλος, νεκυία, Τελεσίλλα). ᾽Εντεῦθεν ἑρμηνεύεται καὶ ἡ προσπάθειά του ἁπλοποιήσεως τῶν τονικῶν κανόνων εἰς τὰ σχολεῖα. Ὁ Λάμερ ἀναφέρει καὶ τὰς σχετικὰς συζητήκεις περὶ καταργήσεως τῶν τόνων εἰς τὴν ῾Ελλάδα, ἀλλὰ τονίζει ὅτι εἰς οὐδὲν ἀπέληξαν.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Ἐμμανουὴλ Πεζοπούλου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 163-166.

Ἡ γνώμη τοῦ κ. Ν. Α. Βέη (Bees) περὶ τῶν τόνων

Ὁ κ. Ν. Α. Βέης (Bees) εἶπε κατὰ τὴν δίκην τοῦ κ. Κακριδῆ ὅτι «οἱ δὲ τόνοι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐχρησιμοποιήθησαν τὸ πρῶτον κατὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς χρόνους χάριν τῶν βαρβάρων. Παράβαλε ὅσα περὶ τῶν τόνων ἔγραψεν ἐπ᾿ ἐσχάτων ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Δ. Μπαλᾶνος ἐν Νέᾳ ῾Εστίᾳ 1942, 10 (1), τὰ ὁποῖα καὶ συνυπογράφω βεβαιῶν ὡς παλαιογράφος, ὅτι τὰ παλαιότερα καὶ ἀρχαιότερα χειρόγραφα ῾Ελλήνων συγγραφέων εἶνε ἄτονα καὶ ἀπνευμάτιστα».

Τί γράφει ὁ κ. Δ. Μπαλᾶνος εἶνε ἀδιάφορον, ἐπειδὴ οὗτος δἐν εἶνε φιλόλογος, ἀλλὰ θεολόγος, κακῶς δὲ ποιῶν ἀναμειγνύεται εἰς φιλολογικὰ ζητήματα, ἅτινα ἀγνοεῖ.

῾Ο κ. Δ. Μπαλᾶνος εἶνε καθηγητὴς τῆς Πατρολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν. ῎Εργον δὲ τοῦ περὶ τὴν πατρολογίαν διατρίβοντος δὲν εἶνε μόνον ἡ ἐπανάληψις τῶν γεγραμμένων ὑπ᾿ ἄλλων, ἀλλὰ καὶ ἰδία μελέτη τῶν συγγραμμάτων τῶν πατέρων τῆς ῎Εκκλησίας, ὧν πολλὰ πρὸς τῆ θεολόγικῇ ἔχουσι καὶ φιλολογικὴν ἀξίαν.

῾Ο κ. Δ. Μπαλᾶνος πλὴν τῆς ἐργασίας αὑτοῦ περὶ ᾽Ισιδώρου τοῦ Πηλουσιώτου, ἣν ἐν κρίσει δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ «Νέᾳ Φόρμιγγι» ἐπῄνεσα καὶ ἐγὼ (ἴδε τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Δ. Μπαλάνου πρὸς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν ἐπὶ τῇ ὑποψηφιότητι εἰς ἕδραν τῆς Πατρολογίας καὶ τὸ σύγγραμμα αὐτοῦ «Πατρολογία» σ. 387) οὐδεμίαν ἄλλην, καθ᾿ ὅσον γινώσκω, συνέγραψε.

Φιλολογικὴν ἀξίαν ἔχει καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦ Μεγ. Βασιλείου «Πρὸς τοὺς νέους παραίνεσις, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Τοῦτο δέ, δὲν ἐμελέτησεν ὁ κ. Δ. Μπαλᾶνος, ὡς δεικνύουσι τὰ σφάλματα ἐν τῇ «Πατρολογίᾳ» αὐτοῦ:

«᾽Εν τῇ πραγματείᾳ ταύτῃ...», γράφει ὁ κ. Μπαλᾶνος σ. 297-298, «ὁ μ. Βασίλειος θέλει νὰ δείξῃ πρὸς τοὺς ἀνεψιούς του, οἵτινες ἠκολούθουν παραδόσεις ἐθνικῶν ῥητόρων καὶ γραμματικῶν, καὶ χάριν ὧν ἔγραψε ταύτην, ὅτι τὰ ἐθνικὰ γράμματα δὲν ἔχουσι καθ᾿ ἑαυτὰ ἀξίαν, ἀλλὰ μόνον σχετικὴν καὶ προπαιδευτικήν, ἐφόσον συντελοῦσιν εἰς πληρεστέραν κατανόησιν τῆς Γραφῆς... ᾽Εκ των ἐθνικῶν συγγραμμάτων δέον νὰ ἀναγινώσκωμεν μόνον τὰ διδάσκοντα ἀρετὴν καὶ «καθάπερ τῆς ῥοδονιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι, τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ τῶν τοιούτων λόγων, ὅσον χρήσιμον καρπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν φυλαξώμεθα» (κεφ. 3), μιμούμενοι τὸν ᾽Οδυσσέα, ὅστις ἔφρασσε τὰ ὦτα, ἵνα μὴ σαγηνευθῇ ὑπὸ τοῦ ᾄσματος τῶν Σειρήνων καὶ τὰς μελίσσας, αἵτινες δὲν ἐκμυζοῦσι τὸ δηλητήριον τῶν ἀνθέων...».

Ἀλλ᾿ εἶνε γνωστὸν ἐκ τῆς ᾽Οδυσσείας, ὅτι ὁ ᾽Οδυσσεὺς ἔφραξε τὰ ὧτα τῶν ἑαυτοῦ ἑταίρων διὰ κηροῦ, αὐτὸς δ᾿ ἐδέθη ὑπὸ τούτων «ὀρθὸς ἐν ἱστοπέδῃ» καὶ ἤκουσε τὰ μέλη τῶν Σειρήνων. Δὲν εἶνε ἄρα ὀρθὸν τὸ γεγραμμένον ὑπὸ τοῦ κ. Μπαλάνου «μιμούμενοι τὸν Ὀδυσσέα... ἵνα μὴ σαγηνευθῇ ὑπὸ τοῦ ᾄσματος τῶν Σειρήνων». ῾Ο Βασίλειος ἔτι δὲν λέγει ὅτι αἱ μέλισσαι δὲν λαμβάνουσι τὸ δηλητήριον ἐκ τῶν ἀνθέων. Τὸ χωρίον αὐτοῦ ἔχει οὕτω: «ἐκεῖναί τε γὰρ (αἱ μέλιτται) οὔτε ἅπασι τοῖς ἄνθεσι παραπλησίως ἐπέρχονται, οὔτε μήν, οἷς ἂν ἐπιπτῶσιν, ὅλα φέρειν ἐπιχειροῦσιν, ἀλλ᾽ ὅσον αὐτῶν ἐπιτήδειον πρὸς τὴν ἐργασὶαν λαβοῦσαι, τὸ λοιπὸν χαίρειν ἀφῆκαν». ῾Ο Ξενοφῶν ἐν τῇ Ἀναβάσει (Δʹ, 8, 20 κἑξ.) λέγει, ὅτι εὗρόν που σμήνη πολλὰ «καὶ τῶν κηρίων ὅσοι ἔφαγον τῶν στρατιωτῶν πάντες ἄφρονές τε ἐγίγνοντο καὶ ἤμουν καὶ κάτω διεχώρει αὐτοῖς καὶ ὀρθὸς οὐδεὶς ἠδύνατο ἵστασθαι, ... οἱ δὲ καὶ ἀποθνῄσκουσιν, τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀπέθανε μὲν οὐδείς, ἀμφὶ δὲ τὴν αὐτήν πως ὥραν ἀνεφρόνουν· τρίτη δὲ καὶ τετάρτη ἀνίσταντο ὥσπερ ἐκ φαρμακοποσίας.».

Τὰ δὲ ἄλλα σφάλματα τοῦ κ. Μπαλάνου ἐν τῷ μέρει τούτῳ (ἀδιόρθωτα ἐν τοῖς «Παροράμασι», σ. 14-15) εἶνε «ῥοδονιᾶς» ἀντὶ τοῦ «ῥοδωνιᾶς» (πρβ. καὶ ἰωνιά, κρινωνιά), «ἐκμυζοῦσι» ἀντὶ τοῦ «ἐκμυζῶσι».

᾽Εν σ. 112, σημ. 3, ἡ γνωστοτάτη ῾Ελληνικὴ πόλις Κύμη ἐν ᾽Ιταλίᾳ μετεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Μπαλάνου εἰς Κοῦμαι («μία τῶν Σιβυλλῶν, μεταναστεύσασα ἐκ Κύμης τῆς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ εἰς Κούμας ἐν ᾽Ιταλίᾳ...»). Ταῦτα δὲ γράφω μόνον γεύματος χάριν. Περὶ δὲ τῶν ἄλλων σφαλμάτων τοῦ κ. Μπαλάνου καὶ τῶν ἐν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ πρὸς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Μπόνη θὰ εἶνε ὁ λόγος ἐν καιρῷ.

Ἀλλ᾿ ὁ αὐτοχειροτονούμενος παλαιογράφος κ. Ν. Α. Βέης (Bees) φαίνεται ἀγνοῶν, ὅτι ὑπάρχουσι πάπυροι ἔχοντες τόνους (καὶ πνεύματα), ὡς ὁ πάπυρος τοῦ Βακχυλίδου (ἴδ. τὰ προλεγόμενα τῆς Λειψιανῆς ἐκδόσεως τοῦ ποιητοῦ τούτου), τοῦ Μενάνδρου, περὶ ὧν διαλαμβάνει ὁ C. Jensen ἐν τῇ ἐκδόσει τῶν Λειψάνων τοῦ Μενάνδρου («Menandri reliquiae» Auctarium Weidmannianum, Berol. MCMXXIX), τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Ἀλκμᾶνος. ῎Ιδ. Kühner-Blass Ausf. Gramm. Αʹ, σ. 317, F. Blass Paläographie, Handb. d. Kl. Altertumswiss. I2, σ. 308.

Ἀναφέρεται δέ, εἶ καὶ ἀμφισβητεῖται, ὅτι πρῶτος εἰσήγαγε τὰ σημεῖα ταῦτα τῆς προσῳδίας, ὡς καὶ τὰ ἄλλα σημεῖα αὐτῆς ὁ γραμματικὸς Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος χάριν διευκολύνσεως τῶν μαθητῶν περὶ τὴν ἀνάγνωσιν κειμένων ἀρχαίων συγγραφέων, μάλιστα δὲ διαλεκτικῶν. Οὕτως οἱ Αἰολεῖς ἐτόνουν χείμων, ὄρανος, Φίττακος (τὸ σύνηθες ὄνομα τοῦ αἰσυμνήτου τούτου τῶν Μυτιληναίων ἦτο Πιττακός), κλπ. Οἱ Ἀττικοὶ ἔλεγον ἐρῆμος, ἑτοῖμος, μῶρος, κλπ., οὐχὶ δὲ ἔρημος, ἕτοιμος, μωρός, κλπ.

Θεμελιώδης ἐργασία περὶ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶνε τοῦ B. Laum Das alexandrinische Akzentuationssystem 1928. ῎Ιδ. καὶ E. Schwyzer Griech. Gramm. σ. 374 καὶ A. Gudeman Aristoteles Περὶ ποιητικῆς σ. 342 καὶ 343.

῾Ο ἡμέτερος A. Σιγάλας ῾Ιστ. τῆς ῾Ελλ. γραφῆς, 1934, σ. 307 γράφει:

«Τόνοι καὶ πνεύματα. Τὸ συνηθέστερον μέσον διακρίσεως τῶν λέξεων εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα. Οἱ παλαιότεροι πάπυροι δὲν φέρουν ἴχνη χρησιμοποιήσεως τῶν σημείων τούτων. Τὸ πρῶτον παρουσιάζονται ταῦτα κατὰ τὸν 1ον π. Χ. αἰῶνα, ἀλλ᾿ ἡ χρῆσίς των εἶναι ἤδη τόσον γενική, ἡ δὲ τοποθέτησίς των τόσον καθωρισμένη, ὥστε πρέπει νὰ ἀναγάγωμεν τὴν εἰσαγωγήν των εἰς πολὺ παλαιοτέρους χρόνους... ᾽Εξαίρεσιν κάμνει ἡ δασεῖα, τὴν ὁποίαν συνηντήσαμεν ἀνωτέρω σελ. 134 εἰς ἐπιγραφὰς καὶ νομίσματα ἤδη τοῦ 4ου π. Χ. αἰῶνος... Κατ᾿ ἀρχὰς τὰ σημεῖα ταῦτα χρησιμοποιοῦνται εἰς ἔργα ποιητῶν καὶ ῥητόρων, ἀλλὰ καὶ εἰς σχολικὰ κείμενα ἢ ὅπου ἡ σαφήνεια τοῦ κειμένου ἀπῄτει τοῦτο. ῾Η συνήθεια, καθ᾿ ἣν ἑκάστη συλλαβὴ ἐδέχετο τὸν προσήκοντα τόνον ἐπεκράτησεν εἰς τὰ λογοτεχνικὰ ἔργα, εἰ καὶ δι᾿ ὀλίγον μόνον χρόνον. Οὕτως ἡ βαρεῖα ἐτίθετο ἐπὶ τῶν ἐλαφρῶς τονιζομένων συλλαβῶν, ἡ δὲ ὀξεῖα καὶ ἡ περισπωμένη ἐπὶ τῶν ἰσχυρότερον. ᾽Ολίγον κατ᾿ ὀλίγον οἱ γραφεῖς περιορίζονται εἰς τὴν τοποθέτησιν τόνου μόνον ἐπὶ τῆς ἴσχυρῶς τονιζομένης συλλαβῆς».

Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 2 τῆς αὐτῆς σελίδος γράφει «Τόνους συναντῶμεν σποραδικῶς μόνον εἰς νεωτέρας ἐπιγραφάς». Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 3 «Τὸν δεύτερον μ. Χ. αἰῶνα παρατηρεῖται ἀκόμη συνηθεστέρα χρησιμοποίησις αὐτῶν (τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων), τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ πλῆθος τῶν σῳζομένων παπύρων ἐκ τῆς ἐποχῆς ταύτης». Καὶ ἐν ὑποσημειώσει 4 «Σύντομα πραγματεύεται τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἀλεξ. γραμματικῶν περὶ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ὁ ᾽Επιφάνιος (4ον αἰ.) εἰς τὸ σύγγραμμά του «Περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν ἐκδ. Dindorf (Lipsiae 1862), κεφ. «Περὶ τῶν προσῳδιῶν».

Κατὰ ταῦτα οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Ν. Α. Βέη (Bees), εἶπεν ὅτι οἱ τόνοι εὑρέθησαν χάριν τῶν βαρβάρων.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Γεωργίου Ζώρα, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 278-294.

Καὶ τώρα ἂς ἴδωμεν κάπως εἰδικώτερον τί εἶναι τὸ πολυθρύλητον ζήτημα τῶν τόνων καὶ πῶς ἐνεφανίσθη. Δὲν πρόκειται, ὡς γνωστόν, περὶ νέας θεωρίας οὔτε περὶ νέας γλωσσικῆς ἐφευρέσεως, δεδομένου ὅτι τὸ θέμα ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ πολλῶν τώρα πλέον δεκαετηρίδων ἀπασχολεῖ κατὰ καιροὺς τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων μας.

Εἰς τίνος τὴν κεφαλὴν ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ἡ ἰδέα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ τονικοῦ μας συστήματος, καὶ ποῖαι αἰτίαι τὸν ὤθησαν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν εἶναι δύσκολον νὰ καθορισθῆ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τῶν πρώτων ὑποστηρικτῶν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις συνοδεύεται ἀπὸ τὴν τάσιν μιᾶς γενικωτέρας μεταρρυθμίσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου2. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πλείστους τῶν μεταγενεστέρων ὀπαδῶν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις ἀκολουθεῖται γενικῶς ἀπὸ παραλλήλους προσπαθείας ἀνακαινίσεῳς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας.

Χωρὶς νὰ σταματήσωμεν εἰς τὰς κάπως ἀβεβαίας προσπαθείας, τοῦ Χριστοπούλου καὶ τοῦ Ψαλίδα, οἵτινες ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ μιᾶς ἁπλουστεύσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ πρῶτος συνέταξε καὶ μίαν περίεργον αἰολοδωρικὴν γραμματικὴν τῆς νέας ἑλληνικῆς, ἀναφέρομεν ἐν πρῶτοις μεταξὺ τῶν μεταρρυθμιστῶν τοῦ τονικοῦ συστήματος τὸν Ἰωάννην Βηλαρᾶν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ὑπεστήριξε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς ἱστορικῆς διὰ τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας, καὶ ἐφήρμοσεν ἐν μέρει τὸ σύστημα τοῦτο. Γράφει, σὺν ἄλλοις, ὁ Βηλαρᾶς; «Κε εμης ληπον, για να γραψομε τη φησηκη μας γλοσα πρεπη να ρηξομε το ω και το υ· κε στον τοπο του υ να βαλομε την παλια δηφθονγκο, κε να γενη τ᾿ αλφαβητο μας με 23 ψηφια τα οπηα ηνε αρκετα να παραστησουν ολες της απλες φονες της γλοσας μας κε καμποσες σηνθετες για το γληγορο γραψημο, καθος ηπα· να ρηξομε κε τες παλιες δηφθονγκες κε τρηφθονγκες κε να μεταχηρηστουμε τες ηδηκες μας τεσσερες κηριες αι, ει, οι, ουι· επηδης ακουοντε σ᾿ αφτες διο φονες διαφορετηκες σε μια σηλαβη, η προτη περισοτερο κε η δεφτερη οληγοτερο καθος στες λεξης: αιτος, χαιδεβο, πεται, λειμονι, λει, ελεημοσηνη, ροιδο, ακουι· κε τες πεντε καταχρηστηκες ια, ιε, ιη, ιο, ιου γηατη σε τουτες το ι δεν ακουετε, μονε χρησημεβη για να καμη μαλακοτερο το φονηεντο οπου ακολουθαι, καθος στες λεξες: πεδια, πιε, αξιη, σκολιο, ψομιου· κε ετση το ι στ᾿ αλφαβητο μας δε χρησημεβη σ᾿ αλο παρα στες δηφθονγκες μοναχα· μας χρηαζοντε ακομα κε τρηα σημαδια, η αποστροφο, η υποδηαστολη κε ο τονος· κε ο τονος οχη παντου, αλα μοναχα στα αμφηβολα, καθος άλα κε αλά, πόλη κε πολή, πεδία κε πεδιά· κε η επηληπη τονογραφια μας ηνε περησια, κι᾿ ουδε στην παλια εληνικη γλοσα χρησημεβε, οντα ζουσε· μας χρηαζετε κ' η στιγμογραφια».

Ὁ Βηλαρᾶς θέλει νὰ καταργήσῃ ὡρισμένα γράμματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, τὰς διφθόγγους, τὰ διπλᾶ σύμφωνα κλ., ἐπίσης δὲ καὶ ὅλα τὰ πνεύματα καὶ τοὺς τόνους μὲ μία μόνην ἐξαίρεσιν διὰ τἀς ὁμοίας γραφῆς λέξεις, ὅπου ὁ τόνος θὰ χρησιμεύῃ ὡς διακριτικὸν σημεῖον, ὅπως πόλη (πόλις) καὶ πολὴ (πολύ).

Τὸ κήρυγμα τοῦ Βηλαρᾶ δὲν εὗρε — ὡς ἦτο ἑπόμενον — ὀπαδούς, οὔτε εἶχε μεγάλην ἀπήχησιν εἰς τὸ ἔθνος, ἀντιθέτως μάλιστα ἐκρίθη ὅτι «τεκμηριοῖ παράδοξόν τι νόσημα τῆς κριτικῆς τοῦ ἀνδρὸς δυνάμεως» (Ν. Δραγούμης).

᾽Επὶ πολλὰ ἔτη δὲν γίνεται πλέον σοβαρὸς λόγος περὶ μεταβολῆς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, οὔτε ἀπὸ τοὺς ῾Επτανησίους δημοτικιστάς, οὔτε — φυσικὰ — ἀπὸ τοὺς καθαρεύοντας ὀπαδοὺς τῆς ἀθηναϊκῆς σχολῆς, προσκεκολλημένους εἰς τὴν κλασσικὴν ῾Ελλάδα, καὶ τὴν παράδοσιν. Δὲν παραμελοῦνται ὅμως τὰ μνημεῖα τῆς δημοτικῆς γλώσσης καὶ ἡ φιλολογικὴ αὐτῆς μελέτη. Αἱ ἐκδόσεις μεσαιωνικῶν δημοτικῶν κειμένων, αἱ ἔρευναι περὶ τὸ πλούσιον λαογραφικὸν μας ὑλικὸν κλ., μαρτυροῦν ὅτι οὐδέποτε ἐξέλιπε τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τὴν ζωντανὴν γλῶσσαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημοτικῆς μας ποιήσεως. Οὐδεὶς ὅμως ἐνόμισεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παραγκωνισθῇ ἡ παράδοσις ἢ νὰ μεταρρυθμισθῇ ἄρδην τὸ ὀρθογραφικόν μας σύστημα.

Αἱ νέαι προσπάθειαι ὀρθογραφικῶν ἀνακαινίσεων συμπίπτουν μὲ τὴν, ἀνακίνησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ τὴν διεξαγωγἠν ἀτερμόνων γλωσσικῶν ἀγώνων. Χαρακτηριστικὸν γεγονὸς, εἶναι ὅτι περισσότεραι φωναὶ ἐγείρονται οὐχὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ῾Ελλάδος, ἀλλὰ ἀπὸ ὁμογενεῖς, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἔζησαν ἔξω τῶν συνόρων, τῆς χώρας, ἐν τῆ ξένῃ καὶ δὴ ἐν τῇ Δύσει. Οἱ νέοι μεταρρυθμισταὶ τάσσονται γενικῶς ὑπὲρ τῆς ἰδέας μιᾶς γενικῆς ἀνατροπῆς τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, προτείνοντες ἕκαστος ἰδίαν λύσιν.

Οὕτως ὁ Τιμόθεος Κούστας ἐδημοσίευσε βιβλίον ὑπὸ τὸν τίτλον: «Πάντες ι Έλινες εγγράματι, τυτέστι πος ι καθομιλυμένι ελινικί δύνατε, διά καταλίλυ διδασκαλίας κε απλοπιίσεος επυσιόδους τυ ορθογραφικύ αφτίς μέρυς, κε ζοίν πλίονα ιθικήν τε κινονικίν ν αποκτίσι, κε εφκολομάθιτος να καταστί προς πάντας ομογενίς κε αλογενίς. ιπό Τιμοθέυ Κύστα» (1879). ῾Ο Κούστας, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ τίτλου τοῦ βιβλίου, ζητεῖ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας καὶ τὴν διατήρησιν ἑνὸς μόνον τόνου, τῆς ὀξείας, τιθεμένου ἐπὶ τῆς τονιζομένης συλλαβῆς, πλὴν τῶν μονοσυλλάβων λέξεων, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖ τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ τονισμοῦ.

Ἀργότερον ὁ Νικόλαος Φαρδὺς ἐκηρύχθη ἐπίσης κατὰ τοῦ κρατοῦντος τονικοῦ συστήματος εἰς δύο μικρὰς μελέτας του, ὑπὸ τὸν τίτλον « Περι ατονου και απνευματιστου γραφης της νεωτερας ελληνικης γλωσσης διατριβη» (1884) καὶ «Περι ατονου και απνευματισιου γραφης της νεωτερας ελληνικης γλωσσης μαρτυριαι και αποδειξεις» (1889), ὅπου, καίτοι τάσσεται ὑτὲρ τῆς κατὰ τὰ λοιπὰ διατηρήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, ζητεῖ τὴν τελείαν κατάργησιν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων: Ὡς οἱ ἀνάλογοι νεωτερισμοὶ τῶν προηγουμένων μεταρρυθμιστῶν τῆς γλώσσης μας, οὕτω καὶ ἡ καινοτομία τοῦ Φαρδῦ προυκάλεσε αὐστηρότατα σχόλια καὶ κριτικάς, τινὰς τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἴδιος ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὀρθάς, ἕνεκεν δὲ τούτου βραδύτερον μετέβαλε τὸ ἀρχικόν του σχέδιον τῆς πλήοους καταργήσεως τῶν τόνων, ταχθεὶς πλέον ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως ἑνὸς τόνου, τῆς ὀξείας, εἰς τὰς ὑπερσυλλάβους μόνον λέξεις, ἀκολουθῶν οὕτω πως τὸ τονικὸν σύστημα τοῦ Κούστα: «Επρότεινα —γράφει— και υπεστήριξα, εφ᾿ όσον μου ήτο δυνατόν, την αφαίρεσιν των τόνων και των πνευμάτων εκ της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης, και απέδειξα ότι η ρίζα των λέξεων, εκ της αφαιρέσεως ταύτης ουδέν πάσχει. Επειδή όμως τινές νομίζουν ότι αφαιρουμένων των σημείων, του τονισμού, θα επέλθη δυσκολία εις την ανάγνωσιν, διά τούτο προς εξομάλυνσιν παντός προσκόμματος, δύναται να γίνῃ χρήσις ενός και μόνου σημείου, μιάς οξείας, λόγου χάριν, διά την τονιζομένην συλλαβήν των δισυλλάβων και υπερδισυλλάβων λέξεων».

Καὶ ὁ Ι. Σκυλίτσης ὡμίλησεν ἐπίσης διὰ τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ τονικοῦ μας συστήματος εἰς διάλεξίν του εἰς τὸν Παρνασσὸν «Περὶ ἄρσεως ματαιοπονίας» (1886), καὶ γραπτῶς ὑπεστήριξε τὰς γνώμας του. Εἰς τὸν «Αἰῶνα» τῆς 6 Νοεμβρίου 1886 ἀναπτύσσει εἰς ἄρθρον του ὑπὸ τὸν τίτλον «Αἱ γραφικαὶ προτάσεις» τὴν θεωρίαν του, ἥτις ἔγκειται εἰς τὴν κατάργησιν μόνον ἑνὸς πνεύματος (τῆς ψιλῆς), καὶ ἑνὸς τόνου (τῆς βαρείας), ἡ παράλειψις τῶν ὁποίων θὰ ὑπονοῆται διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν λοιπῶν τόνων καὶ τῆς δασείας. Γράφει, σὺν τοῖς ἄλλοις: «Απέδειξα ὅτι ἡ ψιλη και ἡ βαρεῖα, ἐπειδή, και αν λείψωσι, μαρτυροῦνται ὑπο τῶν άλλων τόνων τῶν διατηρουμένων δύνανται, να μη σημειῶνται... Δεν προτείνω κατάργησιν, αλλ᾿ ἁπλῆν άρσιν δύο σημείων τῆς γραφῆς εκ περισσοῦ τιθεμένων εν αυτῇ, αφοῦ ὅ,τι θέλουν να σημάνωσι τα σημεῖα ταῦτα σημαίνεται διά τε τῆς απουσίας των καὶ τῆς παρουσίας τῶν άλλων σημείων, τούτων δατηρουμένων εν τῇ θέσει των... Καθως εν τοῖς πνεύμασι, τηροῦντες την δασεῖαν μόνην, δεν χάνομεν τον τόπον τῆς ψιλῆς, αλλα μάλιστα χαρακτηρίζομεν αυτην εκ τῆς απουσίας τῆς δασείας, οὕτω και εν τοῖς τόνοις, τηροῦντες την οξεῖαν και την περισπωμένην δεν χάνομεν τον τόπον τῆς βαρείας».

Αὐτοὶ εἶναι οἱ κυριώτεροι πρωτοπόροι τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως καὶ αἱ παρ᾿ αὐτῶν προταθεῖσαι καινοτομίαι. Οἱ μεταγενέστεροι ἀκολουθοῦν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς τὰς θεωρίας τῶν ἀνωτέρω μεταρρυθμιστῶν καὶ ἐπαναλαμβάνουν ἐν πολλοῖς τὰ αὐτὰ μὲ ἐκείνους ἐπιχειρήματα. Οὕτως ἡ κατὰ καιροὺς ἀνακίνησις τοῦ ζητήματος συνεχίζεται. Μετὰ τοὺς Βηλαρᾶν, Κούσταν, Φαρδύν, Σκυλίτσην κ.λπ., ἀκολουθοῦν οἱ Βλαστός, Πάλλης, Γιαννίδης, Χατζιδάκις 3, Τριανταφυλλίδης, κ.ἄ., ἀκόμη δὲ καὶ ἐλάχιστοι ξένοι.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὀπαδῶν τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως οἱ περισσότεροι περιωρίσθησαν εἰς τὴν θεωρητικὴν μόνον συζήτησιν τοῦ θέματος, ἄλλοι ἐφήρμοσαν τὰς θεωρίας των καὶ ἐν τῇ πράξει. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ζητοῦν μόνον τὴν τονικὴν μεταρούθμισιν, ἄλλοι προχωροῦν ἀκόμη καὶ μὲ τὴν τονικὴν μεταρρύθμισιν συνδέουν την γενικωτεραν μεταβολὴν τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῶν διπλῶν συμφώνων καὶ τῶν διφθόγγωην μέχρι τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀλφαβήτου, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι μερικοὶ δὲν ἐδίστασαν καὶ νὰ ἐφαρμόσουν τὰς καινοτομίας αὐτάς φθάσαντες μέχρι τοῦ σημείου νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου.

Ὡς γνωστόν, ἡ τονικὴ μεταρρύθμισις δὲν ἐγένετο δεκτὴ οὔτε ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου Κράτους, οὔτε παρ᾿ ἄλλου τινὸς ἀνωτέρου δημοσίου πνευματικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας μας. Μόνον εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα τῆς σοβιετικῆς Ρωσσίας ἐθεσπίσθη, ὁμοῦ μετὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος.

Τὸ ζήτημα τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως, ὅπως καὶ τοῦ τυπικοῦ ἐν γένει καὶ τῆς γραμματικῆς τῆς δημοτικῆς, ἔχει φθάσει τώρα πλέον εἰς πραγματικὸν χάος, ἑκάστου μετάρρυθμιστοῦ προτείνοντος καὶ ἀκολουθοῦντος ἴδιον τονικὸν σύστημα. Οὕτω μέχρι τῆς στιγμῆς, ἔχουν προταθῆ αἱ ἑξῆς λύσεις:

  1. Διὰ τὰ πνεύματα:
    1. κατάργησις καὶ τῶν δύο πνευμάτων
    2. κατάργησις μόνον τῆς ψιλῆς
  2. Διὰ τοὺς τόνους:
    1. κατάργησις ὅλων τῶν τόνων
    2. κατάργησις μόνον τῆς βαρείας καὶ διατήρησις τῆς ὀξείας καὶ περισπωμένης
    3. κατάργησις τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης καὶ διατήρησις μόνον τῆς ὀξείας
    4. κατάργησις καὶ τῶν τριῶν γνωστῶν τόνων καὶ ἀντικατάστασις δι᾿ ἄλλου τινὸς σημείου
    5. νὰ τονίζωνται μόνον αἱ δισύλλαβοι καὶ ὑπερδισύλλαβοι λέξεις
    6. νὰ τονίζωνται ὅλαι αἱ λέξεις καὶ αἱ μονοσύλλαβοι (διὰ τοῦ αὐτοῦ σημείου τονισμοῦ)
    7. νὰ τονίζωνται αἱ ὑπερμονοσύλλαβοι λέξεις, ἐφ᾿ ὅσον ὁ τόνος δὲν πίπτει ἐπὶ τῆς ληγούσης κ.λπ.
  3. Διὰ τὰ σημεῖα τοῦ τονισμοῦ:
    1. μερικοὶ προτείνουν τὴν ὀξεῖαν
    2. ἄλλοι ἕνα σταυρὸν
    3. ἄλλοι μικρὸν ἀστερίσκον
    4. ἄλλοι τριγωνικὴν κοκκίδα
    5. ἄλλοι στρογγύλην κοκκίδα
  4. Διὰ τὰς ἐγκλινομένας λέξεις:
    1. νὰ ἑνώνωνται μὲ τὰς προηγουμένας λέξεις, ὥστε νὰ ἀποτελοῦν μίαν μόνην λέξιν
    2. νὰ συνδέωνται μὲ τὰς προηγουμένας λέξεις διὰ συνδετικῆς γραμμῆς (παύλας)
    3. νὰ γράφωνται χωριστὰ ἄτονοι, τῶν λοιπῶν μονοσυλλάβων λέξεων τονουμένων.

Ἄν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς θεωρίας τῶν «πιθανοτήτων» θελήσωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς περιπτώσεις τῶν δυνατῶν συνδυασμῶν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταπληκτικοῦ ἀριθμοῦ, ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἂν ἐπικρατήσῃ—ὅπως ἤδη εἰς τὸ τυπικὸν—ἡ πλήρης ἐλευθερία καὶ αὐθαιρεσία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τονικοῦ συστήματος.

Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω ἑκάστην τῶν προτεινομένων λύσεων καὶ τὰ τυχὸν πλεονεκτήματα ἢ μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα ἑκάστη ἐξ αὐτῶν παρουσιάζει. Θὰ ἀρκεσθῶ εἴς ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος, τῆς ἀνάγκης δηλ. μιᾶς ἀμέσου μεταρρυθμίσεως τοῦ ἱστορικοῦ μας τονικοῦ συστήματος.

Ἴδωμεν ἐν βραχεῖ τοὺς πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς μεταρρυθμίσεως προβαλλομένους λόγους : α) ῞Οτι οἱ τόνοι ἀποτελοῦν παρ᾿ ἀρχαίοις εὕρημα πρὸς χρῆσιν τῶν βαρβάρων, ἄλλοι συνάδελφοι, ἐμοῦ ἁρμοδιώτεροι, ἠμφεσβήτησαν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα ἐμπνέει τοὺς πλείστους τῶν μεταρρυθμιστῶν τοῦ τονικοῦ μας συστήματος καὶ τῆς ὀρθογραφίας, ὥστε νὰ θέλουν νὰ ἐπαναφέρουν καὶ πάλιν τὴν ἀρχαϊκὴν γραφήν. ᾽Εξ ἄλλου θὰ ἔπρεπε τότε νὰ παραιτηθῶμεν καὶ τῆς μικρογραμμάτου γραφῆς ἥτις ἀριθμεῖ παράδοσιν πολλῶν αἰώνων—καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς ἓν εἶδος μεγαλογραμμάτου γραφῆς, ὡς ἐπεχείρησεν ἄλλοτε ὁ Πάλλης!

β) ῞Οτι λόγοι αἰσθητικῆς ὑπαγορεύουν τὴν κατάργησιν τῶ πνευμάτων καὶ τῶν τόνων, δὲν νομίζω νὰ ἀποτελῇ σοβαρὸν ἐπίχείρημα, ἀφοῦ μάλιστα, ἀντιθέτως, μερικοὶ—ὡς ἀναφέρει ὁ Φαρδὺς—εἶναι ὅλως ἀντιθέτου γνώμης, καὶ κατεπολέμησαν τὴν παρ᾿ αὐτοῦ προτεινομένην κατάργησιν τῶν τόνων, ἀκριβῶς διότι «ἔλεγον ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφή, ἄνευ τόνων καὶ ἄνευ πνειμάτων, ὁμοιάζει μὲ ἄνθρωπον ἄνευ κεφαλῆς καὶ ἄνευ ποδῶν· ἄλλοι δὲ ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, ἐκτὸς τῶν ἄλλων εὐεργετημάτων, ἅτινα παρέχουσιν εἰς τὴν γλῶσσαν, ἑπέχουν ἐκ περισσοῦ καὶ τόπον κοσμήματος ἐν τῇ γραφῇ, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ γραφὴ τῆς γλώσσης μας καθίσταται εἰδεχθεστάτη». Ἄλλοι πάλιν ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ χρῆσις ἑνὸς μόνου τόνου, τῆς ὀξείας ἀποτελεῖ ἀφόρητον καὶ ἀνυπόφορον «μονοτονίαν». Ἂς μὴ λησμονῶμεν, τέλος, ὅτι ἡ ὕπαρξις τριῶν τόνων δὲν παρατηρεῖται, μόνον εἰς τὴν ἑλληνικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας, γλώσσας, ὡς τὴν γαλλικήν, χωρὶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον οἱ Γάλλοι, νὰ καταγίνουν εἰς εἰδικὰς περὶ τὴν καλαισθησίαν τοῦ τονικοῦ των συστήματος μελέτας. ` γ) Ὅτι ἀπὸ πρακτικῆς τυπωτικῆς ἀπόψεως ἡ κατάργησις τῶν τόνων θὰ ἐπέφερε μεγάλα ὀφέλη καὶ θὰ διηυκόλυνε πολὺ τὴν τυπογραφίαν, ἀποτελεῖ βεβαίως σοβαρὸν ἐπιχείρημα, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάργησι, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ὀρθογραφία μιᾶς γλώσσης δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τυπογραφικῶν εὐκολιῶν (ὅπως δὲν καθορίζεται καὶ εἰς καμμίαν ἄλλην εὐρωπαϊκὴν ἢ ἐξωευρωπαϊκὴν γλῶσσαν), εἰδικῶς δι᾿ ἡμᾶς ἡ διατήρησις πνευμάτων καὶ τόνων εἰς τὰ ἑλληνικὰ τυπογραφεῖα θὰ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐκτύπωσιν ὅλων τῶν ἀρχαίων, βυζαντινῶν καὶ μεταβυζαντινῶν κειμένων, δηλ. ὅλου τοῦ πλουσιωτάτου φιλολογικοῦ θησαυροῦ τῆς Χώρας μας.

δ) Ὅτι τὸ κρατοῦν τονικὸν σύστημα ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν δυσκολίαν τῆς ὀρθογραφίας μας, καὶ ἑπομένως ὅτι καταργουμένων τῶν τόνων οἱ μαθηταὶ θέλουν ἀπαλλαγῆ μεγάλου φόρτου, ἀποτελεῖ τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων, ἀπὸ προπαγανδιστικῆς τουλάχιστον ἀπόψεως, ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἐπιστημονικῶς ἰσχυρότερόν. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς καθαρῶς παιδαγωγικὰ ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα τόσον διεξοδικῶς ὡμίλησεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφος κ. ᾽Εξαρχόπουλος, ἐπικαλεσθεὶς τὴν μαρτυρίαν καὶ πολλῶν ξένων διακεκριμένων ἐπιστημόνων, θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι ὁ πυρετὸς τῆς ἁπλουστεύσεως τῆς γλώσσης—τόσον τοῦ τυπικοῦ ὅσον καὶ τοῦ συντακτικοῦ—δὲν εἶναι πάντοτε εἰς ὄφελος αὐτῆς. Μόνον τὰ ἰδιώματα τῶν πρωτογόνων καὶ βαρβάρων λαῶν εἶναι ἁπλᾶ, ἐνῷ ἀντιθέτως ὅσον μία γλῶσσα ἀναπτύσσεται τόσον καθίσταται πολυπλοκωτέρα καὶ πολυσύνθετος, ἵνα ἀκριβέστερον καὶ καλύτερον δύναται νὰ ἐκφράζῃ καὶ τὰ πλέον λεπτὰ διανοήματα καὶ ἀποβαίνῃ εἴς τὴν ἀκοὴν μουσικωτέρα καὶ γλυκυτέρα. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ὅταν προφασίζωνται μερικοὶ ὅτι ἡ χρῆσις τῶν τόνων, εἰναι αἰτία πλείστων ὀρθογραφικῶν σφαλμάτων, νομίζω ὅτι ὑποστηρίζουν πρᾶγμα ἀνακριβὲς καὶ ὅτι μετατίθεται ἡ πραγματικὴ βάσις τοῦ προβλήματος, διότι οὐχὶ ὁ τονισμός, ἀλλ᾿ ἡ γνῶσις τῶν βασικῶν γραμματικῶν κανόνων τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται καὶ ὁ τονισμὸς παρουσιάζει δυσκολίας διὰ τὰς ὁποίας τὴν εὐθύνην δὲν φέρουν, βεβαίως, τὰ ἄκακα αὐτὰ σημεῖα. Τὸ νὰ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν τοὺς τόνους διὰ νὰ ἀποκρύψωμεν τὴν ἄγνοιαν τῶν βασικῶν γραμματικῶν κανόνων καὶ τὴν ἡμιμάθεια τῶν νεωτέρων γενεῶν, εἶναι ὡς νὰ ἀποφεύγωμεν νὰ βάλωμεν τὸ θερμόμετρον εἰς ἕνα ἀσθενῆ, διὰ νὰ ἀποκρύψωμεν τὸν πυρετόν του.

Ἡ χρῆσις τῶν τόνων δὲν παρουσιάζει αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν δυσχερείας. Οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ εἶναι σαφεῖς καὶ ἁπλούστατοι. Δυσκολίαν παρουσιάζει ἡ γνῶσις τῶν κανόνων περὶ διακρίσεως τῶν μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ κανόνες τοῦ τονισμοῦ. Ἀλλὰ τὴν γνῶσιν ταύτην πρέπει νὰ ἔχουν οἱ μαθηταὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τονικοῦ συστήματος, διότί τὸ θέμα τῆς διακρίσεως τοῦ χρόνου τῶν συλλαβῶν ἀποτελεῖ σημαντικώτατον τμῆμα τῆς γραμματικῆς, τὸ ὁποῖον δὲν εἰναι δυνατὸν νὰ παραμεληθῇ, καὶ διαγραφῇ—ἔστω καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὴ κατάργησιν τῶν τόνων—δεδομένου, ὅτι ἐπὶ τῆς διακρίσεως ταύτης ἔχουν τὴν βάσιν των καὶ ἄλλα σπουδαιότατα κεφάλαια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ὡς ὁ σχηματισμὸς τῶν παραθετικῶν (τῆς ὀρθογραφικῆς δηλ. γραφῆς τῶν καταλήξεων -οτερος καὶ -οτατος), καὶ ὁλόκληρος ἡ ἀρχαία μετρική. Ἢ πρέπει νὰ παραμελήσωμεν καὶ διαγράψωμεν καὶ τὴν μετρικὴν ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας;

Ἂν οἱ μαθηταὶ γνωρίζουν καλῶς τὴν γραμματικήν, ὀλίγαι, ὀλίγισται θὰ εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν ἀμφιβολίας περὶ τοῦ τονισμοῦ. Ἀπὸ τοὺς τρεῖς βασικοὺς κανόνας τοῦ τονισμοῦ α) ἂν μία λέξις τονίζεται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν δέχεται πάντοτε ὀξεῖαν, β) ἡ τονιζομένη συλλαβὴ εἶναι βραχεῖα ἢ θέσει μακρὰ δέχεται πάντοτε ὀξεῖαν, γ) ἂν ἡ λέξις τονίζεται εἰς τὴν παραλήγουσαν καὶ ἡ παραλήγουσα εἶναι μακρά, τότε ἡ λέξις δέχεται ὀξεῖαν μέν, ἂν ἡ λήγουσα τῆς λέξεως εἶναι μακρά, περισπωμένην δέ, ἂν ἡ λήγουσα εἰναι βραχεῖα, εἶναι φανερόν, ὅτι μόνον ὁ τρίτος δύναται νὰ παρουσιάσῃ δυσχερείας, ἀκόμη δὲ καὶ ἡ περίπτωσις καθ᾿ ἣν ἡ λέξις τονίζεται ἐπὶ τῆς ληγούσης. Ἀλλὰ διὰ τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις ἡ γραμματικὴ ὁρίζει πότε ἡ παραλήγουσα καὶ ἡ λήγουσα εἶναι μακραὶ ἢ βραχεῖαι (π.χ. ὅταν προέρχονται ἐκ συναιρέσεως, ἢ ὅταν ἡ λέξις οὖσα σύνθετος λήγει εἰς -τιμος, -νικος, -ψυχος, -θυμος, -λυπος, -κινδυνος, ἢ ἀντιθέτως εἰς -ικος, -ιμος, -ινος, -ανος, -αρος, -δικος κ.λπ.). Ἑπομένως ὑπολείπεται, σχετικῶς μικρὸς ἀριθμὸς περιπτώσεων εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος τῆς συλλαβῆς. Ἀλλὰ διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας—διὰ τὰς ὁποίας ἐνίοτε καὶ ὁ εἰδικὸς φιλόλογος δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίας—ἡ ἀνακρίβεια τοῦ τονισμοῦ δὲν ἀποτελεῖ σοβαρὸν παράπτωμα, δὲν ἀποκλείεται δὲ διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας νὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον πρὸς διευκόλυνσιν. Διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν γραμματικὴν τὸ ζήτημα τοῦ τονισμοῦ δὲν παρουσιάζει μεγάλην δυσκολίαν. Δυσκολίαν παρουσιάζει διὰ τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν γραμματικήν, ἀλλὰ δι᾿ αὐτοὺς τὸ τονικὸν πρόβλημα ἀποτελεῖ ἐπιουσιώδη λεπτομέρειαν. Διαπράττουν τόσα ἄλλα βαρύτερα καὶ χονδροειδῆ σφάλματα (ὑποψήφιος εἰς τὰς εἰσιτηρίυς ἐξετάσεις ἔγραψεν οἱ ῞Ελινες), ὥστε ἡ ἀνακρίβεια τοῦ τονισμοῦ νὰ περνᾷ εἰς ὅλως δευτερεύουσαν μοῖραν. Ἀντὶ νὰ βοηθῶμεν καὶ ὑποθάλπωμεν τὴν ἀγραμματωσύνην τῶν νεαρῶν σπουδαστῶν καὶ νὰ προτρέπωμεν αὐτοὺς νὰ καλύπτουν τὴν ἀμάθειάν των διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς γλώσσης μας, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ συμβουλεύσωμεν αὐτοὺς νὰ καταγίνουν περισσότερον εἰς τὴν μελέτην τῆς γραμματικῆς, ὁπότε τὸ ζήτημα τοῦ τονισμοῦ δὲν θὰ πάρουσίαζε μεγάλας δυσχερείας ὅπως δὲν παρουσίαζε διὰ τὰς παρελθούσας γενεάς, ὅτε ὁ κόσμος ἔκαμνε ὀλιγώτερον θόρυβον καὶ εἰργάζετο μετὰ μεγαλυτέρας ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς.

Τὸ ζήτημα τῶν πνευμάτων εἶναι, φρονῶ, ἀκόμη ἁπλούστερον. Ὀλίγαι εἶναι αἱ δασυνὁμεναι λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ μικρὸς μαθητὴς ἀπομνημονεύει μετ᾿ εὐχερείας καὶ αἱ ὁποῖαι ἐντυποῦνται ἀσφαλῶς εἰς τὴν μνήμην του μετὰ βραχεῖαν ἄσκησιν. Ἡ ὕπαρξις τοῦ πνεύματος ἐξηγεῖ καὶ πολλὰ φαινόμενα τῆς γλώσσης μας καὶ τὴν μετατροπὴν διαφόρων συμφώνων (π.χ. ἔφεδρος, καθημερινῶς, κλπ.), τὰ ὁποῖα θὰ καθίσταντο ἀκατάληπτα καὶ ἀνεξήγητα ἐν περιπτώσει καταργήσεως τῶν πνευμάτων.

Καταργοῦντες τὰ πνεύματα θὰ ἐφθάνομεν εἰς τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι ἡμεῖς μόνον οἱ ῞Ελληνες, θὰ ἠγνοοῦμεν ποῖαι ἑλληνικαὶ λέξεις δασύνονται, ἐνῷ ὅλοι οἱ ξένοι θὰ ἐγνώριζον ταύτας, δεδομένου ὅτι αἱ πλεῖσται δασυνόμεναι ἑλληνικαὶ λέξεις ἔχουν εἰσέλθει εἰς τὸν γλωσσικὸν θησαυρὸν τῶν ξένων γλωσσῶν, διατηροῦσαι τὸ δασὺ πνεῦμα ὑπὸ τύπον τοῦ γράμματος h, ὡς π.χ. hydrogène, hydrographie, hydrologie, hebdomadairement, hectomètre, hélice, hellénique, hémisphère, hémorragie κ.λπ. κ.λπ.

Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι μὲ τὸν προτεινόμενον νεωτερισμόν, ἀντὶ νἀ διευκολύνωμεν τοὺς μαθητάς μας μᾶλλον σύγχυσιν θὰ φέρωμεν εἰς τὰς διανοίας των. ᾽Ενῷ τώρα οὗτοι ἀρχίζουν νὰ μανθάνουν ἀπὸ τὰς πρώτας τάξεις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τὸ τονικόν μας σύστημα χωρὶς νὰ ἀπαντοῦν ἐξαιρετικὰς δυσχερείας, ἂν εἰσαχθῇ διὰ τὴν νέαν ἑλληνικὴν τὸ μονοτονικὸν ἢ ἄλλο σύστημα καὶ συνηθίσουν κατ᾿ ἀρχὰς εἰς τὴν χρῆσιν ἑνὸς μόνου τόνου, θὰ εἶναι, ἠναγκασμένοι βραδύτερον νὰ καταβάλουν τεραστίους κόπους πρὸς ἐκμάθησιν τοῦ ἱστορικοῦ τονικοῦ συστήματος διὰ κείμενα τῆς ἀρχαίας καὶ μεσαιωνικῆς ἑλληνικῆς. Οὕτω ἀφ᾿ ἑνὸς θὰ πρέπῃ νὰ γνωρίζουν δύο τονικὰ συστήματα καὶ νὰ ἀποτυπώνουν εἰς τὴν μνήμην των διπλᾶς ὀπτικὰς εἰκόνας διὰ τὴν αὐτὴν λέξιν 4.

῍Ας μὴ νομισθῇ δὲ ὅτι τὸ προτεινόμενον τονικὸν σύστημα εἶναι ἁπλούστερον τοῦ νῦν κρατοῦντος. Ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ ἡ συχνὴ χρῆσις τῆς συνδετικῆς παύλας—ἀκαλαισθήτου εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, δυσχεροῦς εἰς τὴν χρῆσιν καὶ δυναμένης νὰ γεννήσῃ σύγχυσιν μὲ ἄλλα ἀνάλογα σημεῖα, ὡς τὸ ἑνωτικὸν κ.λπ.—εἶναι πολύπλοκος, ἀναμφισβήτως δὲ πολυπλοκωτέρα τοῦ ἱστορικοῦ συστήματος 5.

Περισσότερον ὅμως ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα ἐπιστημονικὸν ἢ πρακτικόν, νομίζω ὄτι προέχει ἡ ἐθνικο-ιστορικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος. Ἐλέχθη ὅτι ἡ κατάργησις τῶν τόνων δὲν μεταβάλλει τὴν ἱστορικήν μας γραφήν, διότι οἱ τόνοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ σῶμα τῶν λέξεων, τοῦτο ὅμως δὲν νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν.Τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι, ἀπὸ πολλῶν ἤδη αἰώνων ἀποτελοῦσι διακριτικὸν ἀναπόσπαστον τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ὅλος ὁ γραπτός μας φιλολογικὸς θησαυρὸς συνδέεται μὲ τὰ σημεῖα αὐτά, τὰ ὁποῖα συμπληροῦν καὶ ὁλοκληρώνουν τὸ ὀρθογραφικόν μας σύστημα, φοβοῦμᾳι δὲ μήπως ἡ κατάργησις τῶν τόνων σημάνῃ τὴν ἀπαρχὴν μιᾶς βαθμιαίας ἐγκαταλείψεως τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας γενικώτερον.

Εἴδομεν ὅτι οἱ πρῶτοι κηρυχθέντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῶν τόνων ζητοῦν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ ὅλου ὀρθογραφικοῦ μας συστήματος καὶ τὴν μεταρρύθμισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀλφαβήτου μας. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν ἀκολουθοῦν καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν μεταγενεστέρῳν εἰσηγητῶν τῆς τονικῆς ἁπλοποιήσεως, γράφοντες ἀπροκαλύπτως ὅτι τὸ ζήτημα τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι δευτερεῦον καὶ ὅτι συνδέεται μὲ τὴν ριζικωτέραν μεταρρύθμισιν τῆς πατροπαραδότου ὀρθογραφίας. ῾Η κατάργησις τῶν τόνων θὰ ἀπετέλει οὕτω τὸ πρῶϊον βῆμα διὰ μίαν περαιτέρω γενικὴν ἀναστάτωσιν τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ἀλλ᾿ αὐτὸ θὰ ἐσήμαινε τὴν τελείαν ἀποξένωσίν μας ἀπὸ τὴν ἀρχαίαν ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ ἀπὸ τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν.

Εἶναι ὅμως ποτὲ δυνατὸν τοιαῦτα ἐθνικὰ προβλήματα, στενότατα συνυφασμένα μὲ αὐτὴν τὴν ἐθνικήν μας ὕπαρξιν νὰ λύωνται ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ διὰ φωνασκιῶν, ἐντυπωσιακῶν θορύβων καὶ πραξικοπημάτων; Ἡ παράδοσις ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐθνῶν. Ἔθνη χωρὶς παράδοσιν ἢ διασπάσαντα τὴν παράδοσιν εὐκόλως ἐγένοντο βορὰ ἄλλων λαῶν. ῍Αν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος κατώρθωσε παρὰ τὰς τοσαύτα ἀντιξόους συνθήκας καὶ παρὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους θυέλλας, τὰς ὁποίας ἐγνώρισεν εἰς τὴν μακρὰν ἱστορίαν του, νὰ σώσῃ τὴν ὕπαρξίν του καὶ νὰ διατηρήσῃ πάντοτε ἀκμαῖον, καὶ ζωηρὸν τὸ ἐθνικόν του φρόνημα, τοῦτο ὀφείλει εἰς τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του εἴς τὰ ἐθνικὰ ἰδανικὰ καὶ τὴν παράδοσιν. Τρεῖς χιλιετηρίδες ἐνδόξου ζωῆς, τριάκοντα ὅλοι αἰῶνες λαμπρᾶς ἱστορίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθοῦν. Ἄλλα κράτη μὲ ἱστορίαν, ἥτις δὲν δύναται νὰ συγκριθῇ μὲ τὴν ἰδικήν μας, μὲ συστήματὰ καὶ γλωσσικὰ ἰδιώματα πολυπλοκώτερα τῶν ἰδικῶν μας, δὲν διενοήθησαν ποτὲ νὰ ἀρνηθοῦν τὸ παρελθὸν καὶ τὴν γλωσσικήν των παράδοσιν. Κράτη ὡς ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, τῶν ὁποίων αἱ γλῶσσαι παρουσιάζουν ἀνυπερβλήτους δυσχερείας εἰς τὴν προφορὰν καὶ τὴν ὀρθογραφίαν, οὐδέποτε ἐσκέφθησαν νὰ μεταρρυθμίσουν ἢ ὁπωσδήποτε νὰ ἁπλουστεύστουν ταύτας, ἡ δὲ Γερμανία ἐπανῆλθε καὶ πάλιν εἰς τὴν τόσον κουραστικὴν καὶ ἀπηρχαιωμένην «γοτθικὴν» γραφήν της. Διατί λοιπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ μεταρρυθμιστικὸς ὀργασμὸς εἰς τὴν ῾Ελλάδα; Εἴμεθα ἆρά γε τόσον πολὺ προηγμένοι ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν τῆς Εὐρώπης, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς μόνοι ἀντιληφθῆ τἀς ἀπαιτήσεις τῆς ἐξελίξεως;

Ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς πρωτοτυπίας καὶ τοὺς γλωσσικοὺς ἀνακαινισμούς. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἐθνικῆς δημοτικῆς μας γλώσσης, τὴν ὁποίαν ὅλοι σεβόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν καὶ τῶν διαφόρων ἀχαλιναγωγήτων διαστροφέων καὶ καταλυτῶν κάθε ὑγιοῦς γλωσσικῆς παραδόσεως. Πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἀχαλίνωτον καὶ ἐπιζήμιον τάσιν τῶν νεωτεοισμῶν 6. ῾Η γλῶσσα εἶναι κάτι τὸ ἱερόν, ὅπως ἡ Πίστις καὶ ὅλα τὰ μεγάλα ἰδανικὰ τῆς φυλῆς μας. Ἂς τὴν σεβασθῶμεν, ἂς τὴν ἀγαπήσωμεν, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ τὴν γνωρίσωμεν καλύτερον καὶ νὰ τὴν διαφυλάξωμεν.

Ἔχω πάντοτε πεποίθησιν εἰς τὴν ἰσορροπίαν καὶ ἐχεφροσύνην τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα περίπου ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι ἀπόπειραι παντοίων μεταρρυθμίσεων τῆς ἱστορικῆς μας ὀρθογραφίας, ἀλλ᾽ ὅλαι ἐναυάγησαν. Μία γλῶσσα ἔχουσα ἱστορίαν μακρῶν αἰώνων, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐπιπολαίων καὶ ἀβασανίστων πειραματισμῶν. Δὲν εἶμαι, βεβαίως, προφήτης, οὔτε δύναμαι νὰ προΐδω τί θὰ γίνῃ μίαν ἡμέραν, ἐλπίζω ὅμως ὅτι ἡ ῾Ελλὰς ἀκόμη μίαν φορὰν θὰ δείξῃ τὴν εὐλάβειάν της εἰς τὰς παραδόσεις της, εὐλάβειαν, ἥτις δὲν πρέπει νὰ συγχέεται πρὸς κάθε παρεξηγημένην ἢ διεστρεβλωμένην προγονοπληξίαν ἢ ἀρχαιομανίαν.

Πρὸς τὸ παρὸν πάντως, ἀντὶ νέων γλωσσικῶν πειραματισμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην συντονισμοῦ ὅλων τῶν πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν τόσων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα βλέπομεν νὰ ὑψῶνται γύρω μας, ὡς τραγικὸς θρῆνος διὰ τὰς θλιβερὰς τοῦ παρελθόντος ἀπωλείας, ὡς προσκλητήριον εἰς μίαν ἐντατικὴν ἐργασίαν διὰ τὸ μέλλον. Ἂς καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς περισυλλογὴν καὶ διάσωσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ διασωθῇ, καὶ ἂς ἀφησωμεν τοὺς ἀκράτους νεωτερισμούς.

᾽Αντὶ νὰ ἐξάπτωμεν μὲ ἐπιζημίους πολεμικὰς τὰ πνεύματα τῆς νεολαίας μας, τῆς ὁποίας τὰ αἰώνια ἰδανικὰ ἔχουν τόσον κλονισθῆ ἀπὸ τὸ δρᾶμα τὸ ὁποῖον βλέπει ἐκτυλισσόμενον, κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, ἀντὶ νὰ προσφέρωμεν εἰς αὐτὴν παράδειγμα ἀταξίας καὶ ἀπειθαρχίας, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ τὴν συγκρατήσωμεν καὶ τὴν καθοδηγήσωμεν, ἔχοντες ὡς πρῶτον στήριγμα τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν, καὶ νὰ ἀποτρέψωμεν ἀπ᾿ αὐτῆς δεινότερα κακά, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσουν τὰ διάφορα μεταρρυθμιστικὰ καὶ καινοφανῆ κηρύγματα.

***

Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν περὶ της μεταρρυθμίσεως τοῦ τονικοῦ μας συστήματος γνώμην μερικῶν ξένων ἐπιστημόνων, δὲν νομίζω ὅτι δύναται αὕτη νὰ ληφθῇ σοβαρῶς ὑπ᾿ ὄψιν. Ἐν πρώτοις πρόκειται περὶ μικρᾶς, ἐλαχίστης μειοψηφίας, ἔναντι τῆς πληθύος τῶν λοιπῶν ξένων ἑλληνιστῶν, οἵτινες εἶναι ἀντιθέτου γνώμης. Δεύτερον, θὰ ἦτο τῷ ὄντι λυπηρὸν καὶ παράδοξον—ἵνα μὴ εἴπω ὅτι θὰ ἀπετέλει δι᾿ ἡμᾶς ἐντροπὴν καὶ ἐξευτελισμὸν—νὰ καταφεύγωμεν εἰς τοὺς ξένους καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν γνώμην τούτων πρὸς λύσιν τῶν σημερινῶν γλωσσικῶν μας προβλημάτων. Ὁ ξένος, ὅσον καὶ ἂν γνωρίζῃ καλῶς τὴν νεωτέραν ἑλληνικήν, ἐκ τῶν ἀναφερομένων δέ τινες—καίτοι κολοσσοὶ εἰς ἄλλους κλάδους τῆς ἐπιστήμης—μόνον ἀμυδρὰν γνῶσιν εἶχον αὐτῆς, δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα τοῦ ὀρθοῦ: Ἡ γλῶσσα εἶναι στοιχεῖον καθαρῶς ἐθνικόν, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ σοφώτερος τῶν ξένων δὲν ἔχει περισσότερον κῦρος ἀπὸ τὸν τελευταῖον ῞Ελληνα, διότι ἡ γλωσσικὴ καὶ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ διαίσθησις τοῦ τελευταίου ῞Ελληνος θὰ εἶναι πάντοτε ἀνωτέρα ἀπὸ οἱανδήποτε ἐπιστημονικὴν δεινότητα καὶ τοῦ διασημοτέρου ξένου ἐπιστήμονος. Θὰ ἦτο φρονιμώτερον οἱ ξένοι νὰ μᾶς ἀφήσουν ἡσύχους νὰ κανονίζωμεν τὰ τοῦ οἴκου ἡμῶν. Εἶναι πλέον καιρὸς τὰ ἐθνικὰ πνευματικά μας προβλήματα νὰ τὰ λύωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, μόνοι μας, καὶ νὰ μὴ ἐπιζητῶμεν τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων, διότι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι.

᾽Εξ ἄλλου διατί δὲν προσπαθοῦν οἱ κύριοι αὐτοὶ νὰ λύσουν τὰ οὐχὶ ὀλιγώτερον περίπλοκα ζητήματα τῆς γλώσσης των; Ποῖος ξένος—Γερμανός, ᾽Ιταλὸς ἢ Γάλλος—θὰ ἐπεκαλεῖτο ποτὲ τὴν γνώμην τῶν διαπρεπεστέρων ἐπιστημόνων τῆς ῾Ελλάδος πρὸς ρύθμισιν τοῦ γλωσσικοῦ, ἢ ὀρθογραφικοῦ συστηματος τῆς χώρας του; Δὲν νομίζετε ὄτι εἶναι ὀλίγον ἀφελὲς νὰ ὑποστηρίζηται μετὰ σοβαρότητος, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὸ τονικόν μας σύστημα διότι ἔχουν τοιαύτην γνώμην οἱ Hesseling, Pernot καὶ Roussel; ` Εἶναι ἀπορίας ἄξιον μέχρι ποίου σημείου φθάνει ὁ φανατισμὸς ξένων τινῶν ἑλληνιστῶν! Περιορίζομαι εἰς ἓν μόνον—τὸ χαρακτηριστικώτερον—παράδειγμα. ῾Ο κ. Louis Roussel γράφει: «Ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς κάθε ἁπλοποίησης. Ἡ ἐγκληματικὴ γαλλικὴ ὀρθογραφία καταδικάζει στὴν ἀμάθεια ὅλα τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ μας... ῞Ωστε καλὰ νἁπλοποιήσετε σεῖς οἱ ῞Ελληνες τὸ πολύπλοκο σύστημα τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων. Καλίτερα όμως ν απλοπιίσετε κε το γενικὸ σίστιμα τις ορθογραφίας! Καὶ καλύτερο ἀκόμα νὰ καταργηθοῦν ἐντελῶς τὰ ἑλληνικὰ στοιχεῖα. Αὐτὰ διαφέρνουνε πιὰ τόσο πολὺ ἀπὸ τὰ γράμματα τὰ ἐπιγραφικὰ καὶ τὰ παπυρικά, ὥστε ἡ ἱστορικὴ παράδοση εἶναι ἔργῳ διακομμένη. Αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν σκεδὸ παρὰ στὰ ἑλληνικὰ τυπογραφεῖα· ἀποτελοῦνε ἀνείπωτο βάσανο σ᾿ ὅποιο ξένο θέλει ν᾿ ἀναφέρει ἔστω καὶ μιὰ ἑλληνικὴ λέξη. ῾Η μεταγραφὴ σὲ λατινικὰ στοιχεῖα εἶναι εὔκολη... ῍Ας ψοφήσει λοιπὸν τὸ ὠγύγιο σύστημα».

Αὐτὰ καὶ ἄλλα ἀνάλογα γράφει ὁ κύριος αὐτός. ᾽Αλλὰ διατί ὁ πρωτοπόρος καὶ σοφὸς καθηγητὴς τοῦ ἐν Μομπελλιὲ Πανεπιστημίου δὲν ἀπεπειράθη νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν γαλλικὴν ὀρθογραφίαν τὴν ὁποίαν θεωρεῖ «ἐγκληματικήν»; Διατί ἀντὶ νὰ δίδῃ ἀφ᾿ ὑψηλοῦ μαθήματα εἰς ἡμᾶς τοὺς ῞Ελληνας «να απλοπιίσουμε τη γλόσα» μας δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκδώσῃ ἐν Γαλλίᾳ πραγματείαν του εἰς ἁπλοποιημένον ὀρθογραφικὸν σύστημα; Δὲν νομίζει ὁ πολύπονος μελετητὴς τοῦ Καραγκιόζη ὅτι ὑπερβαίνει τὰ ἐσκαμμένα συμβουλεύων ἡμᾶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀλφάβητόν μας ἢ ὅπως ὁ ἴδιος προτιμᾷ «το αρφαβητικό μας σίστιμα» καὶ νὰ υἱοθετήσωμεν τὸ λατινικὸν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τὸν διευκολύνωμεν ν᾿ ἀναφέρῃ ἑλληνικάς τινας λέξεις εἰς τὰ σοφὰ συγγράμματά του; Προσθέτει ὁ κ. Ρουσσὲλ ὅτι πολλάκις ἡμεῖς οἱ ῞Ελληνες εὑρισκόμεθα πρὸ μεγάλων δυσχερειῶν ὅταν θέλωμεν νὰ γράψωμεν ἑλληνιστὶ ξένας λέξεις. ῍Ας μὴ λησμονῇ ὅμως ὅτι ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν δυσκολίαν ταύτην σπανίως, μόνον προκειμένου νὰ μεταγράψωμεν κύρια ὀνόματα, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην εἰς τὴν γλῶσσαν μας νὰ κάμνωμεν χρῆσιν ξένων λέξεων, ἐνῷ οἱ ξένοι ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὰς ἐπιστήμας, τὰς τέχνας καὶ τὴν καθημερινὴν ζωὴν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ χρησιμοποιοῦν ἑλληνικοὺς ὅρους, καὶ εἶναι γνωστὸν ποίους ἑλιγμοὺς πρέπει νὰ κάμνουν διὰ νὰ μεταγράφουν μὲ τὰ λατινικά των στοιχεῖα λέξεις, ὡς ἀρχαιολογία, ψυχολογία, θεολογία κλ. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐσκέφθη ἕνεκα τούτου νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ἀλφάβητον τῆς γλώσσης του καὶ νὰ υἱοθετήσῃ τὸ ἑλληνικόν, καίτοι τοῦτο θὰ ἦτο λογικώτερον καὶ φυσικώτερον, ἀφοῦ τὸ ἑλληνικὸν ἀλφάβητον εἶναι καὶ παλαιότερον καὶ ἀρτιώτερον, εἰς αὐτὸ δὲ εἶδον τὸ φῶς τὰ τελειότερα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας ἔργα καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἐχαράχθησαν τὰ θεῖα διδάγματα τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Κωνσταντίνου Ἰω. Λογοθέτου, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, σελ. 341-346.

[...] πρὸς τί νὰ διατηρῶμεν εὐλαβούμενοι τὰ παραδεδομένα καὶ νὰ μὴ ὀβελίζωμεν αὐτὰ κατὰ μικρὸν ὡς περιττά; Εἰς τὰ περιττὰ δὲ καὶ ἀνωφελῆ πρέπει νὰ καταλεχθῶσι τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι7· ἐρρέτωσαν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι. Καὶ τὸ ἐλεεινὸν τοῦτο παραδίδαγμα εὐκόλως ἠλέγχθη καὶ δριμέως ἐκαυτηριάσθη ἐν τῇ συνεδρίᾳ ἐκείνῃ ὑπὸ πάντων (καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν μὴ διακρινομένων διὰ τὰ συντηρητικὰ φρονήματα) καθηγητῶν καὶ δὴ καὶ ὑπὸ τῶν τῆς ἀρχαίας φιλολογίας, ἰδίᾳ δὲ καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς παιδαγωγικῆς κ. Ἐξαρχοπούλου, ὅστις διεξοδικῶς ἐξετάσας τὴν προτεινομένην καὶ εἰσαγομένην καινοτομίαν ἀπὸ ψυχολογικῆς καὶ παιδαγωγικῆς ἀπόψεως ἔδειξε σαφῶς, τὴν πολλαπλῆν αὐτῆς ἀτοπίαν· διότι διὰ τῆς εἰσαγομένης ὀρθογραφίας αὐξάνονται μὲν αἱ δυσχέρειαι τῶν μαθητῶν περὶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς μητρικῆς γλώσσης, ἐπαυξάνονται δὲ μεγάλως αἱ δυσκολίαι περὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς, ἀποκόπτεται δὲ εἷς ἔτι δεσμὸς ἐκ τῶν συνδεόντων τὸν ἀρχαῖον πρὸς τὸν νεώτερον ἑλληνικὸν κόσμον. Πρὸς τὰ σπουδαῖα ταῦτα καὶ ἀδιάσειστα ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα οὐδὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Κακριδῆς ἐν τῆ ᾽Απολογίᾳ νὰ ἀντιτάξῃ· ἠρκέσθη δὲ μόνον νὰ εἴπη ὅτι θεωρεῖ «τὴν τονικὴν ἁπλοποίησιν ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην (sic), διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μανθάνῃ νὰ γράφῃ σχετικῶς εὐκολώτερον μίαν οὕτως ἢ ἄλλως δύσκολον γλῶσσαν». Παρατρέχων καὶ θέλων νὰ ἀγνοῇ τὰ ἀποδειχθέντα (ὅτι δηλαδὴ ἡ εἰσαγομένη ὀρθογραφία ποιεῖ οὐχὶ εὐκολωτέραν ἀλλὰ τοὐναντίον δυσκολωτέραν τὴν ἐκμάθησιν τῆς τε νεωτέρας καὶ τῆς ἀρχαιοτέρας γλώσσης) δὲν εἶπεν ἡμῖν τὸ πῶς ἡ «δύσκολος γλῶσσα» θὰ καταστῇ διὰ τῆς εἰσαγομένης «τονικῆς ἁπλοποιήσεως» εὐκολωτέρα· πάντως φαίνεται πιστεύων ὅτι γλῶσσα πάντων ἡμῶν τῶν νεωτέρων ῾Ελλήνων εἶναι ἡ γλῶσσα, ἣν αὐτὸς γράφει καὶ ὅτι ἡ τελευταία αὕτη οὐδὲν κοινὸν θὰ ἔχῃ πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καὶ παλαιότερον γραφομένην8. Μὴ ἔχων δὲ νὰ προσαγάγῃ ἐπιστημονικόν τι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀνορθογράφου ὀρθογραφικῆς καινοτροπίας καταφεύγει εἰς τὴν ἐξ ἐνδόξων λεγομένην ἀπόδειξιν· ἐπικαλεῖται τὰς γνώμας πολλῶν καὶ παντοίων ῾Ελλήνων, οἵτινες ὅμως πάντες πλὴν τοῦ Γεω. Χατζιδάκι ἠσαν ἥκιστα ἁρμόδιοι γνώμονες καὶ κριταί, ἐλάχιστα ἄρα κατάλληλοι νὰ ἐκφέρωσι περὶ τοιούτων ζητημάτων ἔγκυρον γνώμην9. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας περιωρίσθη εἰς διατύπωσιν ἁπλῆς παρατηρήσεως χωρὶς νὰ τολμήσῃ τὸ παράπαν νὰ προέλθῃ εἰς πρακτικὴν ἐφαρμογήν. Δὲν γινώσκω οὔτε, τί εἶπεν ἐν τῇ Ἀκαδημείᾳ εἰσηγούμενος τὴν ἄστοχον ἐκείνην πρότασιν οὔτε ὑπό τινων λόγων παραχθεὶς ἐξετράπη περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου εἰς τοιαύτην δοξασίαν. Ἀλλ᾿ ἐκπλήττομαι, ὁμολογῶ, δεινὴν ἔκπληξιν πῶς ὁ ἄλλως σοφὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τῶν ὀρθῶν καὶ σαφῶν αὑτοῦ θεωριῶν, ὅσας εἰχε πρότερον κάλλιστα διδάξει. Διότι γράφων ἄλλοτε περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ μεταφράζων πρὸς τοῦτο τὴν περὶ «Κοινῆς γλώσσης» ἐκπρεπῆ μελέτην τοῦ μεγάλου γλωσσολόγου Hermann Paul παρετήρει ἐν διασαφητικῇ τῶν ὑπ᾿ ἐκείνου λεγομένων σημειώσει τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἡ προφανὴς αὕτη ἀλήθεια παραγνωρίζεται παρ᾿ ἡμῖν πολλάκις, διὸ συχνάκις ἀκούομεν διαφόρων εἰσηγουμένων καινὰ περὶ τὴν ὀρθογραφίαν δαιμόνια, οἷον τὴν κατάργησιν τῆς δασείας, τῆς περισπωμένης, τῆς βαρείας κτλ. Ἀγνοοῦσι δ᾽ ὡς φαίνεται, οὗτοι ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἀρχαῖα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μνημεῖα δὲν δύνανται νὰ τυπῶνται καὶ ἀναγινώσκονται ἄλλως ἢ ὅπως νῦν γίνεται, εἶναι ἄντικρυς ἐθνοφθόρος πᾶσα πρότασις περὶ διαφόρου ὀρθογραφίας τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης περὶ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα, τὰς διφθόγγους κτλ. Διότι διαφόρου οὕτω γενομένου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης, ἀπὸ τῆς ἀρχαίας, οἱ νέοι θ᾿ ἀναγκάζωνται νὰ μανθάνωσιν ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ τὴν τῆς ἀρχαίας γλώσσης ὀρθογραφίαν· οὕτω δὲ οὐ μόνον μεγάλως θὰ κοπιῶσιν ἀλλὰ καὶ εἰς πλημμελήματα περὶ ταύτην θὰ περιπίπτωσι, καὶ τὸ μέγιστον τῆς νέας γλώσσης καταστάσης οὕτω διαφόρου τῆς ἀρχαίας, θέλει μεγάλως παρακωλύεσθαι ἡ διὰ τῶν ἀρχαίων βιβλίων ποικίλη μόρφωσις τῶν ἐπερχομένων γενεῶν»10. Γνωστὸν δ᾿ εἶναι ὅτι καὶ ἡ Ἀκαδήμεια ἀδιστάκτως, ὡς ἦτο εὔλογον, ἀπέρριψε τὴν γνώμην τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις διὰ τῶν ἐφημερίδων ἀπεδοκίμασε. Καὶ ἡμεῖς δὲ τότε ἐνομίσαμεν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως τοῦ ἄλλως σοφοῦ καὶ σεβαστοῦ ἡμῶν διδασκάλου καὶ ἀπηντήσαμεν ἐν εἰδικῷ ἄρθρῳ ἐν ᾧ ἐδεικνύομεν τοὺς κινδύνους τῆς τοιαύτης καινοτομίας. (Κ. Ι. Λογοθέτου, Ἀνάλεκτα φιλοσοφικὰ καὶ φιλολογικά, σελ. 170 ἑξ.). Παρετηροῦμεν λοιπὸν πλὴν ἄλλων ὅτι ἡ κατάργησις (ἔστω καὶ μερικὴ) τόνων καὶ πνευμάτων θὰ ἐγέννα σύγχυσιν καὶ ταραχὴν ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς νέας ταύτης γραφῆς πρὸς τὴν παραδεδομένην καὶ ἐπὶ αἰῶνας ἤδη καθιερωμένην. Ἡ διαφορὰ δηλαδὴ τῆς νεωτέρας μορφῆς τῶν λέξεων ἀπὸ τῆς ὑπαρχούσης ἐν ἀναριθμήτοις βιβλίοις θὰ προκαλέσῃ κατὰ ψυχολογικὴν ἀνάγκην σάλον καὶ ταραχὴν τοῦ γλωσσικοῦ συναισθήματος. Ἂς προστεθῇ ὅτι θὰ ἔπρεπε καὶ οἱ ξένοι νὰ πεισθῶσιν ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς ἐκδίδωσι τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ βυζαντιακὰ καὶ τὰ νεώτερα ἔτι κείμενα κατὰ τὸν νεώτερον τρόπον. Ἔπειτα δέ, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ γίνωμεν πρακτικοὶ (ἀφοῦ ζῶμεν ἐν αἰῶνι πρακτικῷ καὶ δυστυχῶς ὑλιστικῷ) καὶ κατ᾿ ἀκολουθίαν ἂν θελήσωμεν ἀδιαφοροῦντες πρὸς τὴν παράδοσιν καὶ φειδόμενοι τοῦ χρόνου νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, τότε διατί νὰ διακρίνωμεν τὸ ο καὶ ω, τὸ ε καὶ αι, τὸ η καὶ ι καὶ οι καὶ υ καὶ υι, διατί νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ἁπλοποίησιν καὶ αὐτῶν; Ἀλλ᾿ ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἔγκειται ὁ κίνδυνος ὁ ἀπὸ τῶν καινοτομιῶν. Ἡ μία καινοτομία θὰ φέρῃ εὐχερῶς εἰς τὴν ἄλλην αὐξανομένης ὁλονὲν τῆς ὀρέξεως τῶν μεταρρυθμιστῶν (κατὰ τὴν γαλλικὴν παροιμίαν l’appétit vient en mangeant). Ὅταν δὲ ἀπὸ καλοῦ καὶ εὐπαγοῦς οἰκοδομήματος ἀρχίσωμεν νὰ ἀφαιρῶμεν λίθους ὑποτιθεμένους ὡς περιττούς, δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὁλοσχερὴς κατάρριψις καὶ τελεία κατεδάφισις αὐτοῦ. Τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα τῆς προτεινομένης καινοτομίας, ἐὰν παραφρονοῦν τὸ ἔθνος ἐδέχετο αὐτήν, δὲν θὰ ἐβράδυνον νὰ ἀναφανῶσιν. Οἱ προτείνοντες σήμερον τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ ὀρθογραφικοῦ συστήματος θὰ εἴπωσιν αὔριον ἄνευ ἀμφιβολίας· διατί νὰ γράφωμεν «κλασσικός», «καλλιτεχνικές», «άλλη», «ελληνικός», «Ελλάδας» κ. ἄ. (αἱ λέξεις ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ φυλλαδίου), διατί νὰ μὴ ἁπλοποιήσωμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ γράφωμεν ἓν μόνον σύμφωνον ἀντὶ δύο, ἀφοῦ ἐν τῇ προφορᾷ δὲν διακρίνονται; καὶ ἔπειτα διατί νὰ γράφωμεν «νεώτερου», «πρώτες», «δικαίωση», «όλο το δίκιο», «πιό», (λέξεις τοῦ φυλλαδίου) διακρίνοντες τὸ ο καὶ ω, μὴ διαφέροντα ἐν τῇ προφορᾷ; ᾽Εν συνεχείᾳ δὲ θὰ εἴπωσι· τί θέλετε τὰ η - ι - οι - υ - υι καὶ διατί δὲν γράφετε ἁπλοῦν ἓν λατινικὸν i; Καὶ διατί γράφετε μπ, ντ, γκ, γγ μὴ ἀποδίδοντα καλῶς τὴν προφορὰν καὶ δὲν γράφετε ἁπλούστερον (ἁπλοποίησιν γὰρ ζητοῦμεν!) τὰ λατινικὰ b, d, g; Οὕτω δὲ εἰσάγεται κατὰ μικρὸν ἀντὶ τοῦ ἑλληνικοῦ τὸ λατινικὸν ἀλφάβητον, εἰς ὃ καὶ ἀποβλέπουσι κατ᾿ οὐσίαν (πβλ. ᾽Απολογίαν ἐν τῇ δίκῃ τῶν τόνων, σ. 247) παρὰ τὴν δῆθεν διαμαρτυρίαν, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς γλωσσικῆς καὶ πάσης ἄλλης ἀναρχίας. Ὁ σκοπός, ὡς εἶναι φανερόν, κατὰ μικρὸν καὶ βραδέως ἀλλ᾿ ἀσφαλῶς ἐπιτυγχάνεται καὶ ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα «οἴχεται ἀπιοῦσα», ἤτοι «pai peripato». Μετὰ τῆς γλώσσης ἡμῶν θὰ ἐκλίπῃ ὁ «ἱστορισμός», θὰ ἀρθῶσιν αἱ «ὀρθογραφικαὶ δυσκολίαι» καὶ δὲν θὰ ἀκούωνται «τὰ παράπονα διὰ τὴν ἀνορθογραφίαν τῶν νέων ῾Ελλήνων, ποὺ χρονολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κόντου ἀκόμη (μόνον ἀπὸ τότε;) καὶ ἔγιναν ὁλονὲν ἐντονώτερα εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικούς, λογοτεχνικοὺς καὶ κοινωνικοὺς κύκλους». Τότε θὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἀπόλυτον εὐκολίαν, ἰσοπέδωσιν τῶν πάντων καὶ ἄρσιν τῆς διακρίσεως πεπαιδευμένων καὶ ἀπαιδεύτων· ἕκαστος θὰ κινῆται ἐλευθέρως ἐν τῇ γλωσσικῇ Κερκύρᾳ διότι πράγματι γλῶσσα δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Ταῦτα πάντα καλῶς γινώσκοντες οἱ ξένοι εἶναι συντηρητικοὶ περὶ τὴν γλῶσσαν, ἣν εὐλαβοῦνται καὶ φυλάττουσιν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Ὅθεν οὔτε οἱ Γάλλοι ἐτόλμησαν νὰ ἀποβάλωσι τὸ ἄφωνον e τὸ ἐν τέλει πολλῶν λέξεων οὔτε οἱ ῎Αγγλοι νὰ μεταρρυθμίσωσι καὶ ἁπλοποιήσωσι τὴν ὀρθογραφίαν τῶν λέξεων, αἵτινες ὡς γνωστόν, ἄλλως γράφονται καὶ ἄλλως προφέρονται. Ἂν δὲ οἱ ξένοι σέβωνται τὴν παράδοσιν αὑτῶν, τί πρέπει νὰ πράττωμεν ἡμεῖς προκειμένου περὶ τῆς ἡμετέρας, τῆς ἑλληνικῆς παραδόσεως; Τὴν ἀπάντησιν παρέχει παράδοξον διὰ τῶν πραγμάτων ὁ κ. Κακριδῆς, ὅστις δὲν διστάζει ἐν τῇ Ἀπολογίᾳ (Ἡ δίκη τῶν τόνων, σ. 248) νὰ εἴπῃ ἄνευ ἐρυθήματος αἰδοῦς ὅτι ὡς καθηγητὴς Πανεπιστημίου (ἀλλ᾿ εἶναι ἀληθῶς καθηγητὴς διορισθεὶς καθ᾿ ὃν τρόπον διωρίσθη;) ἔχει «ὄχι μόνον δικαίωμα ἀναφαίρετον ἀλλὰ καὶ χρέος μεγάλο νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ προβλήματα τοῦ ἔθνους καὶ μάλιστα ὄχι μόνον ἀπὸ θεωρητικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως». Διὰ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο καὶ μάλιστα τὸ «ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως» τὸ ἔθνος εὐγνωμονοῦν θὰ ἀνεγείρῃ εἰς τὸν διαπρεπῆ ἄνδρα μέγαν καὶ χρυσοῦν ἀνδριάντα, θὰ πυργώσῃ αὐτῷ σεμνὸν καὶ ἀθάνατον τῆς γλωσσικῆς σοφίας μνημεῖον.

***

Ἐπειδὴ ἐπ᾿ ἐσχάτων πολλοὶ ὑπὸ τῆς οἰκείας συζητήσεως (τῆς δίκης τῶν τόνων) παρακινούμενοι ἀπευθύνουσιν ἐρωτήσεις ζητοῦντες πληροφορίας περὶ τῶν τόνων, νομίζω ἐπίκαιρον καὶ πρέπον νὰ εἴπω τινὰ ἐνταῦθα περὶ τούτων βραχύτατα. Οἱ τόνοι δηλαδὴ εἶναι, κατὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ γραμματικοῦ Διονυσίου τοῦ Θρᾳκός, αἱ διάφοροι (κατ᾿ ἀνάτασιν, κατὰ περίπτωσιν ἢ καθ᾿ ὁμαλισμὸν) ὡς πρὸς τὸ ὕψος ἤ τὴν ἰσχὺν διαβαθμίσεις, εἰς ἃς ἡ φωνὴ κατὰ τὴν ὁμιλίαν μεταπίπτει ἐξαίρουσα ὁπωσδήποτε συλλαβήν τινα ὑπὲρ τὰς ἄλλας (Γ. Χατζιδάκι, ᾽Ακαδ. ἀναγνώσμ. 1, 486 ἑξ.). Εἶναι δὲ οὗτοι, εἴτε μουσικοί, εἴτε δυναμικοὶ τόνοι, συμφυεῖς πρὸς τὴν γλῶσσαν καὶ ἀχώριστοι ἀπ᾿ αὐτῆς11. Καὶ τὰ ὁμηρικὰ ἄρα ἔπη ἐτονίζοντο, τὴν δὲ περὶ τούτου παράδοσιν γινώσκουσι καὶ διδάσκουσι πολλαχῶς οἱ ἀρχαῖοι γραμματικοί12. ῞Οτι οἱ τόνοι συναπετέλουν τὴν προσῳδίαν καὶ εἶχον κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τῶν λέξεων μεγάλην σπουδαιότητα, εἶναι εὐνόητον. Κάλλιστον δὲ καὶ λαμπρότατον μαρτύριον εἶναι τὸ φερόμενον ἀνέκδοτον περὶ παθήματος τοῦ ὑποκριτοῦ ῾Ηγελόχου, ὅστις ἀπαγγέλλων ἐν τῷ θεάτρῳ τὸν στίχον 279 τοῦ Εὐριπιδείου ᾽Ορέστου «ἐκ κυμάτων αὖθις αὖ γαλήν᾿ ὁρῶ» ἐτόνισε κακῶς καὶ εἶπε «γαλν ὁρῶ» (βλέπω γαλῆν) ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ «γαλήν᾿ ὁρῶ» (= «γαληνὰ ὁρῶ», βλέπω γαλήνην), ἤτοι τονίσας διὰ περισπωμένης ἀντὶ ὀξείας εἶπεν ἄλλα ἀντ᾿ ἄλλων, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν τρικυμίαν βλέπει γαλῆν, γάταν, (ἀντὶ τοῦ βλέπει γαλήνην)· διὸ καὶ προεκάλεσεν ἀκράτητον τὸν γέλωτα τῶν ἀκροατῶν13. Φαίνεται δὲ ὅτι περὶ τὸν πέμπτον αἰῶνα, οἱ περὶ τοὺς ῥυθμοὺς ἐπιμελῶς διατρίβοντες μουσικοὶ καθώρισαν τοὺς τόνους καὶ ὠνόμασαν αὐτοὺς διὰ τῶν μουσικῶν ὅρων τῆς ἁρμονίας, τῆς προσῳδίας, τῆς ὀξείας καὶ βαρείας καὶ τῶν τοιούτων14. Τὰς διακρίσεις ταύτας ἐγκρίναντες παρέλαβον οἱ περὶ τὴν γλῶσσαν ἀσχολούμενοι καὶ οἱ μετέπειτα γραμματικοί, οἵτινες παρέδοσαν καὶ εἰς ἡμᾶς. Οὐχ ἧττον πρωΐμως ἐξεῦρον καὶ τῶν διαφόρων τόνων, ὅπως καὶ τοῦ δασέος πνεύματος, σύμβολα γραπτά, τουτέστι σημεῖα διακριτικὰ τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης, δι᾿ ὧν νὰ διαστέλληται ἐν τῇ γραφῇ ὁ ἐν τῇ προφορᾷ τῆς λέξεως. Πρῶτος δὲ μνημονεύει τὰ τονικὰ σημεῖα ὁ ᾽Αριστοτέλης, ὅστις λέγει περὶ αὐτῶν ὡς περὶ κοινῶν καὶ εὐχρήστων πραγμάτων15. Ὅτε ὕστερον ἐξέλιπεν ἡ διάκρισις τῶν μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν, ἦτο φυσικὸν νὰ συνεκλίπῃ καὶ ἡ διάκρισις τῶν διαφόρων τόνων, οἵτινες κατήντησαν ἁπλῶς σύμβολα ὁρατὰ ἀντὶ ἀκουστῶν ἤ, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, σύμβολα οὐχὶ διαφόρων μουσικῶν τόνων ἀλλ᾿ ἑνὸς μόνον δυναμικοῦ τόνου. Ἐντεῦθεν φανερὸν ὅτι οἱ τόνοι, τὰ διάφορα τονικὰ σημεῖα, εἶχον παρ᾿ ἀρχαῖοις σημασίαν φωνητικήν, παρὰ δὲ τοῖς μεταγενεστέροις καὶ παρ᾿ ἡμῖν σήμερον ἁπλῶς ὀρθογραφικήν. ᾽Αλλ᾿ ὅμως καὶ ὡς ὀρθογραφικὰ σημεῖα εἶναι ἐπάναγκες νὰ διατηρηθῶσι· τοῦτο δὲ οὐχὶ μόνον ἕνεκα εὐλαβείας πρὸς τὴν παράδοσιν ἀλλ᾿ ἰδίᾳ καὶ μάλιστα διὰ λόγους, ὡς καὶ πρόσθεν εἴπομεν, πρακτικῆς ἀνάγκης, διότι τὰ ἀρχαῖα κείμενα καὶ τὰ μετέπειτα συνταχθέντα μυρία καὶ παντοῖα τῆς γλώσσης μνημεῖα εἶναι ἐκδεδομένα κατὰ τὸν παλαιὸν τρόπον τῆς διακρίσεως τόνων καὶ πνευμάτων.

Ἀπόσπασμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Βασιλείου Φάβη, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Γλωσσολογίας, σελ. 430-438.

Οἱ ἐπικροτοῦντες τὴν ὀρθογραφικὴν καινοτομίαν τοῦ κ. Κακριδῆ λέγουν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς καινοτομίας ταύτης ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους. Οὕτως, ὁ κ. Τριανταφυλλίδης λέγει (σελ. 131) «καθὼς εἶναι γνωστό, δὲν τοὺς μεταχειρίστηκαν (τοὺς τόνους) ποτὲ οἱ ἀρχαῖοι σὲ ὅλη τὴν κλασσικὴ ἐποχή...» Καὶ ὁ κ. Κακριδῆς (Ἑρμην. Σχόλια σελ. ηʹ): «οὔτε οἱ ἀρχαῖοι ἔγραφαν τόνους καὶ πνεύματα» καὶ ἄλλοι ὁμοίως ἐπαναλαμβάνουν τὴν μεγάλην αὐτὴν ἀνακάλυψιν.

Ἀλλ᾿ ἆρά γε πάντες οὗτοι, ὅσοι ἀνέλαβον νὰ πληροφορήσουν ἐκείνους ποὺ «δε θέλουν να βοηθήσουν τον Ελληνικό λαό να μαθαίνει εύκολα να γράφει τη γλώσσα-του» ὅτι οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους ἐσκέφθησαν, ἂν ἐχρειάζοντο εἰς αὐτοὺς τόνοι; Καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὁμοίως καὶ παρ᾿ ἀρχαίοις καὶ παρ᾿ ἡμῖν, διατὶ δὲν καταργοῦν καὶ τὸν μοναδικὸν τόνον, τὸν ὁποῖον διατηροῦν; ᾽Εσκέφθησαν οἱ κύριοι οὗτοι καὶ ἰδία ὁ εἰσηγητὴς τοῦ συστήματος καὶ ὁ γλωσσολόγος Μέντωρ αὐτοῦ πῶς ἀνέκυψαν οἱ τόνοι ἐκ τοῦ μὴ ὄντος καὶ διατί διετηρήθησαν ἐπὶ τοσούτους αἰῶνας; ᾽Εσκέφθησαν ἆρά γε πῶς συνέβη ὥστε κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὅτε ἔζησαν καὶ ἤκμασαν μεγάλοι ῞Ελληνες ἐπιστήμονες ἀξιολογώτατοι μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων ὅλου τοῦ κόσμου εἰς πάντας τοὺς κλάδους τοῦ ἐπιστητοῦ, πῶς συνέβη, λέγω, ὥστε ὄχι μόνον δὲν εἰσηγήθησαν οὗτοι τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ τονικοῦ συστήματος, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐδυσανασχέτησάν ποτε διὰ τὴν ἄχρηστον δῆθεν καὶ ἐνοχλητικὴν αὐτὴν ποικιλίαν, μολονότι ἔγραψαν βιβλία πολλὰ καὶ θαυμαστὰ καὶ ἐδημιούργησαν τὴν παράδοσιν τῶν ἐπιστημῶν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἡμεῖς χειραγωγούμεθα, πῶς συνέβη τοῦτο; Ταῦτα πάντα ἂν ἐσκέπτοντο οἱ σημερινοὶ καινοτόμοι, θὰ ἔφθαναν ἴσως εἰς συμπεράσματα ὑγιέστερα καὶ ὀρθότερα.

Οἱ ἀρχαῖοι δὲν εἶχον τόνους, διότι δὲν τοὺς ἐχρειάζοντο. ῾Η διάφορος προσῳδία τῶν φωνηέντων, δηλ. ἡ διάκρισις τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων κατὰ τὴν ὁμιλίαν, συνεκράτει τὸν τόνον ὡς μουσικὸν καὶ οὐχὶ δυναμικόν. ῾Η διάφορος προσῳδία τῶν συλλαβῶν ἔδιδε τὸ χρῶμα εἰς τὴν λέξιν καὶ οὐχὶ ὁ τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος τόνος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον βάσις τοῦ ρυθμικοῦ ποδὸς τοῦ μέτρου ἦτο ἡ μακρὰ συλλαβὴ καὶ οὐχὶ ἡ τονουμένη. Ὅταν δὲ κατόπιν σὺν τῷ χρόνῳ ἐπήρχετο ἐξίσωσις τῆς προσῳδίας καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ μακρῶν καὶ βραχειῶν συλλαβῶν ἐξηφανίζετο, βάσις τοῦ ρυθμικοῦ ποδὸς ἀπέβη ἡ τονουμένη συλλαβή. Κατὰ ταῦτα ὁ τόνος τῆς λέξεως δὲν εἶχε παρ᾿ ἀρχαίοις τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἄχρηστος. Οἱ ἀρχαῖοι ἐτόνιζον καὶ δὲν ἔκαμναν λάθη περισσότερο ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τονικὰ σημεῖα.

Διὰ τὴν διάφορον προσῳδίαν τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων δὲν εἶχον ἀνάγκην τονικοῦ σημείου οἵ ἀρχαῖοι ἀναγινώσκοντες τὰ εἰς -ιον τρισύλλαβα ὑποκοριστικά. Ταῦτα, καθὰ ἤδη ὁ Ἡρωδιανὸς παρετήρησεν εἶναι παροξύτονα, ἂν εἶναι δακτυλικοῦ ρυθμοῦ, οἷον κλειδίον, παιδίον, δᾳδίον, χωρίον, προπαροξύτονα δέ, ἂν εἶναι τριβράχυος ρυθμοῦ, οἷον κτένιον, πόδιον, θύριον, βρόχιον κτλ. Πάντα δὲ τὰ ὑπερτρισύλλαβα εἰς -ιον ἀδιακρίτως ρυθμοῦ τονίζονται εἰς τὴν προπαραλήγουσαν, οἷον ὀφρύδιον, ὀμμάτιον, κεφάλιον, ἁλάτιον, καμάκιον κτλ. Τοιουτοτρόπως μία τάξις ὀνομάτων πλουσιωτάτη ἠδύνατο νὰ ἀναγινώσκεται ὑπὸ τῶν ἀρχαίων ἄνευ τονικοῦ λάθους.

Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλὰ συστήματα λέξεων, τῶν ὁποίων ὁ τόνος εἶναι ἀνέκαθεν σταθερὸς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη δηλώσεως δι᾿ ἰδιαιτέρου σημείου, οἷον

  1. Τὰ εἰς -ιος ἐπίθετα τονίζονται πάντοτε ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης οἷον ἅγιος, τίμιος, ἄξιος. Καὶ τὰ νεώτερα κούφιος, σάπιος, θράκιος κτλ. τονίζονται οὕτω κατ᾿ ἀρχαίαν παράδοσιν.
  2. Τὰ εἰς -μα οὐδέτερα τονίζονται ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης, οἷον φράγμα, τραῦμα, ποίημα, τίμημα, ἀνάστημα, σκότωμα, φάγωμα, μοίρασμα κτλ.
  3. Τὰ εἰς -σις θηλυκὰ ὁμοίως, οἷον αἴτησις, δήλωσις, ὕφανσις, δούλεψι, ξύφασι κτλ.
  4. Τὰ εἰς -ος γεν. -ους οὐδέτερα ὁμοίως, οἷον στῆθος, γένος, ἔθνος, δάσος, ἔδαφος, τέμενος, μέγεθος κτλ.
  5. Τὰ εἰς -μος ἀρσενικὰ εἶναι πάντα ὀξύτονα καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελλην. γλώσσης, οἷον δεσμός, χρησμός, κορεσμός, συναγερμός, ἐμπρησμός, σκοτωμός, φαγωμός, πηγαιμὸς κτλ.
  6. Τὰ εἰς -εὺς οὐσιαστικὰ εἴτε ἐξ ὀνομάτων παράγονται εἴτε ἐκ ρημάτων ἁπλᾶ ἢ σύνθετα εἶναι πάντα ὀξύτονα, οἷον γραφεὺς-συγγραφεύς, φορεύς, ἀποστολεύς, ἱππεύς, δονακεύς, ἀνθρακεὺς κτλ.

᾽Εν γένει ἂν ἐξετάσῃ τις τὰς τάξεις τῶν ὀνομάτων, θὰ ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει τονικὴ ἀκολουθία, ἡ ὁποία ἐντυποῦται εἰς τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας καὶ οὐδέποτε παραβαίνεταὶ καθ᾿ ὅλας τὰς περιόδους τῆς ῾Ελλην. γλώσσης.

Διὰ τὴν προσῳδίαν ἐν γένει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τονισθῇ ἡ προπαραλήγουσα, ὅταν ἦτο ἡ λήγουσα μακρά, διότι ὁ ὀξὺς τόνος δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὸ μῆκος πλέον τῶν δύο ἐφεξῆς βραχέων χρόνων. Δι᾽ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τονίσῃ κακῶς ὁ ἀρχαῖος ῞Ελλην ὁσάκις ὁ τόνος τῆς λέξεως πίπτῃ κατωτέρω διὰ τὴν μακρότητα τῆς ληγούσης, οἷον τὰ σώματα, ἀλλὰ τῶν σωμάτων, διότι ἡ μακρὰ συλλαβὴ ἰσοδυναμεῖ πρὸς δύο βραχεῖς χρόνους.

Διὰ τὴν προσῳδίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λάθος ὡς πρὸς τὴν περισπωμένην τῆς παραληγούσης, αὐτομάτως γεννωμένην διὰ τὸν προκύπτοντα ρυθμὸν τονουμένης μακρᾶς συλλαβῆς πρὸ βραχείας ληγούσης. Διὰ τὴν σταθερότητα τοῦ ρυθμοῦ τούτου τῆς προπερισπωμένης ἦτο ἀδύνατον νὰ προκύψῃ λάθος περισπωμένης ἐπὶ τῆς προπαραληγούσης, διότι ὁ περισπώμενος τόνος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τὸ μῆκος δύο ἐφεξῆς βραχέων χρόνων.

Ὑπάρχουν κανόνες τονισμοῦ συμφυεῖς πρὸς τὸ.γλωσσικὸν αἴσθημα, προδιαλεκτικοὶ ἢ προελληνικοί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἁμαρτήματα περὶ τοὺς τόνους ἀποκλείονται. Οὕτως, ἡ ἐγκλιτικὴ φύσις τοῦ ρήματος, ἤτοι ἡ ἰδιότης αὐτοῦ, καθ᾿ ἣν ὁ τόνος ἀναβιβάζεται ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνωτέρω τῆς ληγούσης ἐν τοῖς παρεμφατικοῖς τύποις, οὐδέποτε σχεδὸν παραβαίνεται μέχρι τῆς σήμερον λαλουμένης, οἷον γράφω—ἔγραφον—γέγραφα κτλ. μοῦ ᾽πε, τά εἰπαμε κτλ. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι εἰς τοὺς συνηρημένους τύπους τοῦ ρήματος, εἰς τοὺς ὁποίους λανθάνει ἡ ἔγκλισις (ἕνεκα τῆς συναιρέσεως), θὰ ἦσαν δυνατὰ λάθη. Θὰ ἦσαν βεβαίως δυνατὰ λάθη καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς ἄλλας πολλὰς λέξεις, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς μικροὺς παῖδας τοὺς ἀσκουμένους εἰς τὴν ἀνάγνωσιν· ἐθιζόμενοι ὅμως οὗτοι σὺν τῷ χρόνῳ ἠδύναντο νὰ ἀποκτήσουν σταθερότητα, ὅπως καὶ ἡμεῖς σήμερον, μολονότι δὲν ἔχομεν τὸ ἴνδαλμα τῶν ἀσυναιρέτων τύπων, ὅμως οὐδέπτοτε κάμνομεν σφάλμα. Πλὴν δὲ τούτου εἰς τοὺς τύπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προπερισπῶνται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λάθος, οἷον εἰς τοὺς τύπους καλοῦμεν, καλεῖτε, καλοῦσι κττ. οὔτε νὰ μετατεθῇ ὁ τόνος ἀνωτέρω ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ περισπωμένου εἰς ὀξύν, ἐκ τούτων δὲ ἀνεκαλοῦντο καὶ οἱ περισπώμενοι τύποι καλῶ, καλεῖς, καλεῖ, ἤτοι ὅπου ὑπῆρχε σύστημα τονισμοῦ, πιθανότης λαθῶν δὲν ὑπῆρχεν. Ἐπίσης κατὰ γενικὸν κανόνα ὁ τόνος τοῦ ὀνόματος, οὐσιαστικοῦ ἢ ἐπιθέτου, παραμένει εἰς τὴν αὐτὴν συλλαβὴν ἐφ᾿ ὅσον ἐπιτρέπει ὁ χρόνος τῆς ληγούσης.

Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ λέξεις αἱ ὁποῖαι ἢ δὲν ὑπάγονται εἰς κανόνα ἢ παραβαίνουν τὸν κανόνα· π.χ. γνώμη, φήμη, μνήμη, ἀλλὰ τιμή, φωνή. Ἀλλ᾿ ὁσοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀριθμὸς τούτων, ἀποβαίνει ἀσήμαντος συγκρινόμενος πρὸς τὰς εἰς κανόνας ὑπαγομένας τάξεις.

Θὰ ἀνέμενέ τις σύγχυσιν τονισμοῦ εἰς τὰ οὐσιαστικὰ τὰ λήγοντα εἰς -της, οἷον ἀθλητής, ποιητής, ἀλλὰ ἐπαινέτης, πολίτης, Αἰγινήτης. Ἀλλὰ καὶ τούτων ὁ τονισμὸς διεστέλλετο σαφῶς ὑπὸ τῶν ἀρχαίων, ἄλλων μὲν ἕνεκα ρυθμικοῦ κανόνος, ἄλλων δὲ ἕνεκα ἐτυμολογικῆς διαφανείας. Οὕτω διεστέλλοντο γενικῶς τὰ παραγόμενα ἐξ ὀνομάτων, τὰ παρώνυμα, ἀπὸ τῶν παραγομένων ἐκ ρημάτων, τῶν ρηματικῶν. Καὶ τὰ μὲν παρώνυμα πάντα παρωξύνοντο ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς παραληγούσης, οἷον δῆμος—δημότης, ἀγρὸς—ἀγρότης, φυλὴ—φυλέτης, οἶκος—οἰκέτης, ἀλλὰ καὶ θίασος—θιασώτης, δεσμὸς—δεσμώτης, κόμη—κομήτης, Αἴγινα-Αἰγινήτης, πόλις-πολίτης, στήλη-στηλίτης κτλ. Τὰ δὲ ρηματικὰ διεστέλλοντο, πρῶτον κατὰ δισύλλαβα καὶ πολυσύλλαβα, καὶ τὰ μὲν δισύλλαβα ἐτονίζοντο εἰς τὴν παραλήγουσαν εἴτε ἁπλᾶ ἦσαν εἴτε σύνθετα καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ χρόνου τῆς παραληγούσης, οἷον δότης—προδότης—καταδότης, στάτης—παραστάτης, παραλήπτης, προφήτης τὰ δὲ πολυσύλλαβα ἐτονίζοντο εἰς τὴν λήγουσαν, ἂν ἡ παραλήγουσα ἦτο μακρὰ φύσει ἢ θέσει, οἷον ἀθλητής, ποιητής, διαλλακτής, εἰς τὴν παραλήγουσαν δέ, ἂν αὕτη ἦτο βραχεῖα, οἷον ἐπαινέτης, διαιρέτης, ὀφειλέτης. Διὰ τὸν χρόνον ἐπίσης τῆς παραληγούσης λέγεται ὀπτίλος (= ὀφθαλμὸς) παρὰ τὸ ὄπτιλλος, Μυρτίλος· ἀλλὰ Σόφιλλος, Αἰσχύλος ἀλλὰ Θράσυλλος, Κρατύλος ἀλλὰ Ἀρίστυλλος.῾Ο τονισμὸς οὗτος ὀφείλεται ἀναμφιβόλως τὸ εἰς ρυθμικὸν σχῆμα δακτυλικοῦ ποδός, καθὰ ἀνωτέρω παρετηρήθη περὶ τῶν εἰς -ιον τρισυλλάβων ὑποκοριστικῶν.

Αὐτονόητον εἶναι ὅτι ἡ τήρησις τοῦ τονισμοῦ καὶ κατὰ τὴν ἐτυμολογικὴν διαφάνειαν καὶ κατὰ τὴν προσῳδίαν δύναται ἐνίοτε νὰ παραβαίνεται, οἶον λέγεται κυβερνήτης, πλανήτης, ἀλήτης παροξυτόνως ἀντὶ ὀξυτόνως διὰ τὴν ἐπισκότησιν τῆς ρηματικῆς ἐννοίας καὶ τὴν σύνδεσιν αὐτῶν πρὸς τὰ παρώνυμα. ᾽Επίσης λέγεται κριτὴς ὀξυτόνως ἀντὶ παροξυτόνως κατ᾿ ἀναλογίαν πρὸς τὸ δικαστής.

Ἐκ τῶν ἀνωτέρω συνάγεται, ὅτι μέγα μέρος τοῦ λεξιλογικοῦ θησαυροῦ καὶ τοῦ τυπικοῦ τῆς ἀρχαίας γλώσσης δύναται νὰ ἔχη τὸν τόνον ἐκ τῆς προσῳδίας, καὶ ἄλλο, ἐπίσης μέγα, ἐκ τῆς ἐτυμολογικῆς διαφανείας καὶ τῆς σταθερᾶς γραμματικῆς παραδόσεως. ῾Υπολείπεται βεβαίως σημαντικὸν μέρος, πάντως πολὺ μικρότερον, τοῦ ὁποίου ὁ τόνος ἐτίθετο ἐκ τῆς συνηθείας καὶ τῆς ἀλόγου παραδόσεως. Δὲν ἦτο δὲ τοῦτο δύσκολον, διότι ὅπως ἠδύναντο οἱ παλαιοὶ νὰ ἀναγινώσκουν ὑπὸ τὸ Ο καὶ ο μικρὸν καὶ ω μέγα καὶ τὴν νόθην δίφθογγον ου, ἢ ὑπὸ τὸ γράμμα Ε καὶ τὸν ἒ ψιλὸν καὶ τὸ ἦτα καὶ τὴν νόθην δίφθογγον ει, ἐπίσης ὅπως ἠδύναντο νὰ ἀναγινώσκουν καὶ ι βραχὺ καὶ ι μακρόν, ὑπὸ τὸ αὐτὸ γράμμα, ἐπίσης υ βραχὺ καὶ υ μακρόν, α βραχὺ καὶ α μακρόν, μολονότι διάκρισις εἰς τὴν γραφὴν δὲν ἐγίνετο, οὕτως ἠδύναντο νὰ τονίσουν πολλὰς λέξεις ὀρθῶς κατὰ προφορικὴν ἄλογον παράδοσιν. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν μαθητῶν ἐνδέχεται οἱ γραμματισταὶ νὰ μετεχειρίζοντο σύμβολά τινα εἴτε διὰ τὸν ὀρθὸν τονισμὸν εἴτε διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς ποσότητος τῶν φωνηέντων.

Ἀλλ᾿ ἐκ ποίας ἀνάγκης προέκυψαν τὰ τονικὰ σημεῖα; Οἱ ὅροι ὀξεῖα, βαρεῖα, περισπωμένη εἶναι ἐπίθετα καταστάντα διὰ τῆς χρήσεως οὐσιαστικὰ κατὰ παράλειψιν τοῦ προσδιοριζομένου οὐσιαστικοῦ προσῳδίαφωνή, ἐλέχθησαν δὲ τὸ πρῶτον ὑπὸ μουσικῶν πρὸς δήλωσιν καὶ καθορισμὸν διαφόρων μουσικῶν τόνων, παρεστάθησαν δὲ οὗτοι, ὡς εἰκός, καὶ δι᾿ ὡρισμένων συμβόλων. Τὰ μουσικὰ ταῦτα σύμβολα ἀπέβησαν κοινὰ ἐνωρίς, διότι ἤδη ὁ Ἀριστοτέλης ὀνομάζει αὐτὰ παράσημα καὶ ὁμιλεῖ περὶ αὐτῶν ὡς περὶ γνωστῶν πραγμάτων. Παρατηρεῖ δὲ ὁ Χατζιδάκις (Γραμματ., 1, 143) τὰ ἑξῆς: «Φαίνεται ὅτι χάριν τῆς εὐκόλου καὶ ἀκριβοῦς ἀναγνώσεως τῶν παλαιοτέρων ποιημάτων εἶχον, ὅπως τοῦ δασέος πνεύματος τὸ σημεῖον οὕτω καὶ τῶν τόνων ἐξεύρει σημεῖά τινα τῆς ὀξείας, τῆς βαρείας καὶ τῆς περισπωμένης, δι᾿ ὧν διέστελλον ἐν τῇ γραφῇ τὸν ἐν τῇ προφορᾷ τόνον τῆς συλλαβῆς, τῆς λέξεως καὶ τῆς προτάσεως. Ταῦτα δὲ μετ᾿ ἄλλων πολλῶν κριτικῶν σημείων μετεχειρίσατο Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ἐν τοῖς ἐπιστημονικοῖς αὐτοῦ πονήμασι καὶ οὕτω κατέστησε κοινῆς χρήσεως.»

Γνωρίζοντες ἤδη ὅτι ὁ Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος ἤκμασε τὸν 2ον π.Χ. αἰῶνα, ὅτε ἤρχισε νὰ παρατηρῆται ἐπὶ τῶν ἐπιγραφῶν καὶ τῶν παπύρων ἡ σύγχυσις τῆς προσῳδίας, συνάγομεν ὅτι ἡ σύμπτωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι τυχαία, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς ἐξισώσεως τῆς προσῳδίας κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν χρησιμοποίησιν τονικῶν σημείων ὅπου ἡ ἐκ τῆς ἐξισώσεως ταύτης προκύπτουσα μετεωρία τοῦ ἀναγινώσκοντος ἠμπόδιζε τὴν εὔκολον καὶ ὀρθὴν ἀνάγνωσιν. Εἶναι δὲ αὐτονόητον ὅτι ἡ χρῆσις τῶν τονικῶν σημείων ηὔξανε παραλλήλως πρὸς τὴν αὐξάνουσαν ἐξίσωσιν τῆς προσῳδίας. Ἀπὸ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ., ὅτε ἡ προσῳδία εἶχεν ἐξισωθῆ, ἡ χρῆσις τῶν τονικῶν σημείων πιθανώτατα θὰ καθίστατο ἀναγκαιοτάτη καὶ ὁσημέραι θὰ ἐξετείνετο μέχρι τοῦ 7ου αἰῶνος, ὅτε ἡ παράλειψις τῶν σημείων τούτων ἐθεωρεῖτο ὀρθογραφικὸν σφάλμα.

Συνοψίζοντες τὰ ἀνωτέρω λέγομεν πρῶτον ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν τονικῶν σημείων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακύψῃ πρὸ τῆς ἐξισώσεως τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων, δεύτερον ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἴσχυεν ἡ διάκρισις τῆς ποσότητος τῶν συλλαβῶν, ὁ τόνος ἦτο μουσικὸς καὶ διὰ τὴν ὀρθὴν ἀπαγγελίαν τῶν λέξεων δευτερεῦον στοιχεῖον. Αὐτὸς δὲ ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον βάσις τοῦ ἀρχαίου μετρικοῦ ποδὸς ἦτο ὁ χρόνος τῶν συλλαβῶν, τοῦ δὲ νεωτέρου ὁ τόνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ μουσικοῦ μετεβλήθη εἰς δυναμικόν. Ἡ μεταβολὴ δὲ τῆς τοιαύτης βάσεως ἐγίνετο ἤρεμα σὺν τῷ χρόνῳ καὶ ἡ ἀνάγκη ἄρα τῶν τόνων, ἀπὸ μουσικῶν σημείων τὸ πρῶτον, ἀνέκυπτε παραλλήλως, λησμονηθείσης δὲ τῆς ἀρχικῆς αὐτῶν χρήσεως, κατέστησαν τὰ σημεῖα αὐτῶν δηλωτικὰ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ τόνου καὶ τέλος τῆς θέσεως αὐτοῦ μόνον. ᾽Αλλ᾿ ἡ διαφορὰ τῶν σημείων διετηρήθη ἀδιαλείπτως, ὡς διετηρήθη ὡς πρὸς τὸν ἰωτακισμὸν καὶ τοὺς ἄλλους φθόγγους ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Ὅθεν ἡ κατάργησις τῆς διαφορᾶς τῶν τόνων ἀποτελεῖ ἔναρξιν καταργήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τῆς ὁποίας καὶ μέρη τινὰ καταργοῦνται ἤδη διὰ τοῦ συστήματος Τριανταφυλλίδη—Κακριδῆ μὲ κατεύθυνσιν πρὸς τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν αὐτῆς.

Σπουδαῖον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Τριανταφυλλίδη πρὸς κατάργησιν τῆς περισπωμένης εἶναι τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ τονίσωμεν τὰς λέξεις χελωνα, καμηλα, τρυπα, προβατινα, σκαλα, πατατα, ντοματα; Τὰς λέξεις ταύτας ἀφίνει ἀτόνους ἐπίτηδες, διότι εἶναι μεγάλο ζήτημα καὶ δύσκολον, ἂν πρέπῃ νὰ τονισθοῦν μὲ ὀξεῖαν ἢ μὲ περισπωμένην. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὀφείλομεν νὰ τηροῦμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἱστορικὴν ὀρθογραφίαν, ὡς πρὸς μὲν τὴν λ.τρῦπα εἶναι αὕτη παραδεδομένη καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει ἡ παράδοσις αὐτῆς νὰ κινηθῇ. ῾Ως πρὸς δὲ τὰς λέξεις χελώνα, καμήλα, σκάλα, πατάτα, ντομάτα πρέπει νὰ τονισθοῦν μὲ τὸν ἁπλούστερον τρόπον, ἤτοι μὲ ὀξεῖαν, διότι καὶ οὕτω δὲν παραβαίνεται ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία. Ἐπίσης καὶ τὰ εἰς -ίνα, τὰ ὁποῖα παρατίθενται ἄτονα, δύνανται νὰ τονισθοῦν ὡς νέα μὲ ὀξεῖαν. Θὰ ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ συνδέσῃ αὐτὰ πρὸς τὰ παραδεδομένα εἰς -ῖνα, οἷον Μαρῖνα γεν. Μαρίνης, Αἰκατερῖνα γεν. Αἰκατερίνης, καὶ νὰ θέσῃ περισπωμένην, οἷον ἀραπῖνα, Μπουμπουλῖνα. Καθ᾿ ἡμᾶς θὰ ἦτο λάθος, ἀλλὰ λάθος ἐπιτρεπόμενον, ἀφοῦ ἄλλως τε τὸ κάμνει καὶ ἡ ᾽Ακαδημία, ὅπως πληροφοροῦμαι ὑπὸ τοῦ κ. Τριανταφυλλίδη (σελ. 130 κ.ἑ.). ᾽Αλλὰ πάντως αἱ δυσκολίαι περὶ τὸν τονισμὸν δὲν θὰ μᾶς λύσουν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, δὲν ἀποτελοῦν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει καλὰ καὶ σώνει νὰ ἀλλάξωμεν τὴν γλῶσσάν μας. ᾽Εν τούτοις τὰ μικρὰ αὐτὰ ζητήματα ἀποτελοῦν διὰ τὸν κ. Τριανταφυλλίδην σπουδαῖον ἐπιχείρημα.

Θὰ κατηγορηθῶ ἴσως ὅτι παρὰ τὴν παράδοσιν συνιστῶ τὸν δι᾽ ὀξείας τονισμὸν τῶν εἰς -ινα νεωτέρων ὀνομάτων, οἷον ἀραπίνα, Μπουμπουλίνα κττ., ἀφοῦ τὰ παραδεδομένα Ρωμαϊκῆς ἀρχῆς Μαρῖνα, Αἰκατερῖνα προπερισπῶνται, καθὰ τὸ Ἀγριππῖνα, Μεσσαλῖνα κττ. Ἀλλ᾿ ὅμως ὑπάρχει καὶ Ἑλληνικῆς ἀρχῆς κατάληξις -ίνα, οἷον ἀξίνα, μυρσίνα, γιατρίνα. Ταῦτα δὲ προελθόντα ἐκ τῶν ἀρχαίων ῾Ελληνικῶν ἀξίνη, μυρσίνη, ἰατρίνη θεωροῦνται ὡς ἔχοντα τὸ α μακρόν· ἀδιαφόρως ἄρα πρὸς τὸν χρόνον τῆς παραληγούσης δέχονται ὀξεῖαν, καθὰ τὰ ἐπίσης νεώτερα Ἀθήνα, Θήβα. ᾽Επειδὴ δὲ παρὰ ταῦτα παραδίδονται ὑπὸ τῶν ἀρχαίων καὶ ἡρωίνη = ἥρως, γυνή, καθὰ ἰατρίνη = ἰατρὸς γυνή, ἔτι δὲ τὰ πατρωνυμικὰ Ἀδρηστίνη = θυγάτηρ τοῦ Ἀδρήστου—Ἀδράστου, Αἰητίνη = θυγάτηρ τοῦ Αἰήτου, ἡ Μήδεια, Εὐηνίνη = θυγάτηρ τοῦ Εὐήνου, ᾽Ωκεανίνη = θυγάτηρ τοῦ Ὠκεανοῦ, πάντα δὲ ταῦτα ἠδύναντο νὰ μεταπλασθοῦν εἰς -ίνα, δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐπῆλθε διασταύρωσις ἐν τῇ λαλουμένῃ τῶν δύο τούτων καταλήξεων τῆς Λατινικῆς -ῖνα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς -ίνα· ἀλλὰ περὶ τούτου πλατύτερον ἄλλοτε.

Διαμαρτύρεται διὰ τὴν περισπωμένην τοῦ πεῖνα κτλ. διότι, λέγει, «σχηματίζουν σήμερα τὴ γενικὴ σὲ -ας καὶ ὄχι σὲ -ης, ὥστε δὲ μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε αὐτὸ γιὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ περισπωμένη». Βεβαίως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν τύπον τῆς γενικῆς διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν περισπωμένην τῆς ὀνομαστικῆς, ἀλλὰ ἠμποροῦμεν καὶ ὀφείλομεν ἀναγκαίως νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν δεσμὸν «ποὺ διατηροῦμε μὲ τὴν ἀρχαιότερη παράδοση» ἡ ὁποία «ἐπιβάλλει καθὼς καὶ σὲ ἄλλους μὲ ἱστορία, μερικὲς ὑποχρεώσεις καὶ στὴν ὀρθογραφία» (σελ. 131). Λοιπὸν παρὰ τὴν δημοτικὴν ὑπάρχει καὶ ἡ καθαρεύουσα καὶ ἡ ἀρχαία, τὰς ὁποίας καὶ νὰ θέλωμεν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν εἰς τὸν νέον ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ μάθῃ ἡ πείνα, ἡ γλώσσα, · ἡ μούσα καὶ ἄλλα τοιαῦτα πάμπολλα, ὅταν εἰς τὰ βιβλία τῆς καθαρευούσης, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ μορφωθῇ, διαβάζῃ πεῖνα, γλῶσσα, μοῦσα;

Ἂν ὁ κ. Τριανταφυλλίδης νομίζῃ ὅτι ἡ γενικὴ εἰς -ας τῆς πείνας κτλ. διαμαρτύρεται διὰ τὴν περισπωμένην τῆς ὀνομαστικῆς δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν αἰτιατικήν, πρὸς τὴν ὁποίαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς ῾Ελληνικῆς γλώσσης συμφωνεῖ ἡ ὀνομαστικὴ τῶν πρωτοκλίτων.

Διαμαρτύρεται ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ἡ γυναῖκα, ἡ προῖκα, ἡ χῆνα, κτλ. Τὰ θέλει καὶ αὐτὰ μὲ ὀξεῖαν, διότι, λέγει «ἔπαυσαν να ειναι τριτόκλιτα περιττοσύλλαβα, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἔτσι ὁ τονισμός τους ἀπὸ τὸ α βραχὺ τῆς παλιᾶς αἰτιατικῆς». Εἰς τὴν δημοτικὴν βέβαια δἐν εἶναι περιττοσύλλαβα, ἀλλὰ ἡ ὀνομαστικὴ εἶναι καὶ αἰτιατικὴ τὴ γυναῖκα, τὴν προῖκα, τὴ χῆνα, καὶ ἡ αἰτιατικὴ αὐτὴ εἶναι καὶ τῆς καθαρευούσης καὶ τῆς ἀρχαίας, δηλ. καὶ τῶν τριῶν μορφῶν τῆς γλώσσης. Λοιπὸν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ διαταράξωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἁρμονίαν ἀφοῦ ἔχομεν «μερικὲς ὑποχρεώσεις» εἰς τὴν ἱστορίαν; ᾽Επειδὴ λοιπὸν ἡ αἰτιατικὴ αὐτὴ εἶναι καὶ ὀνομαστική, ὅπως εἰς ὅλα τὰ πρωτόκλιτα θηλυκά, θὰ διατηρηθῇ ἡ περισπωμένη καὶ εἰς τὴν ὀνομαστικήν.

Διαμαρτύρεται πρὸς τούτοις διὰ τὴν περισπωμένην τοῦ εὐθῦνες, ὗλες, νῖκες, ζῦμες, λῦπες κτλ. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἡ ἀντίστοιχος μορφὴ τῆς καθαρευούσης καὶ τῆς ἀρχαίας εἶναι εὐθῦναι, ὗλαι, νῖκαι, ζῦμαι, λῦπαι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ περισπωμένη καὶ εἰς ἐκεῖνα διὰ νὰ «διατηροῦμε τὸ δεσμὸ μὲ τὴν ἀρχαιότερη παράδοση». Καὶ τὸν δεσμὸν τοῦτον ὁ κ. Τριανταφυλλίδης εὐλαβεῖται ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Διατηρητέος λοιπὸν ὁ δεσμὸς καὶ ἐνταῦθα.

Εὑρίσκει δυσκολίας εἰς τὴν ὀρθογραφίαν τῶν εἰς -ι(ον) οὐδετέρων «ὅταν λογαριάζωμε τὸ ι βραχύ». Καὶ εἶναι ὄντως τὸ ι τοῦτο βραχύ, ἀλλ᾿ ὁπωσδήποτε τοῦτο δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὸν τονισμόν, διότι, καθὰ ἐδίδαξεν ὁ Χατζιδάκις, τὰ οὐδέτερα ταῦτα τονίζονται μὲ ὀξεῖαν ὡς προπαροξύτονα, ὅπως καὶ εἶναι εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν: ἀλεύρια, παραμύθια, ὅθεν ἀλεύρι, παραμύθι. Ἡμεῖς κατὰ τὸν διδασκαλικόν μας βίον οὐδέποτε παρετηρήσαμεν εἰς τὰ μαθητικὰ δοκίμια τοιοῦτον λάθος, ἀφοῦ ἐννοεῖται προηγουμένως ἐδιδάξαμεν ὅτι πάντα ταῦτα δέχονται ὀξεῖαν ὡς προπαροξύτονα, ὅπως εἰς τὸν πληθυντικὸν ἀριθμόν. Τὸ ὅτι ἓν ὀρθογραφικὸν διάγραμμα τῆς Ἀκαδημίας, ἀκυρωθὲν κατόπιν, συνίστα περισπωμένην, ἂν ἡ τονιζομένη συλλαβὴ εἶναι μακρά, εἶναι λάθος αὐτῆς· διότι ἐπὶ τέλους ἡ Ἀκαδημία δὲν εἰναι Πυθία.

Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Τριανταφυλλίδης τὴν γνώμην του περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς Ελληνικῆς ὀρθογραφίας ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τοὺς δοκίμους χρόνους, καὶ διδάσκει τί εἶναι φωνητικὴ ὀρθογραφία καὶ τί ἱστορική. Τοιουτοτρόπως ἱστορικῶς ἡ γνώμη ἐξεταζομένη ἐμφανίζεται οὐχὶ ὡς ἀπὸ τρίποδος εἰρημένη, ἀλλ᾿ ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἐκ τῆς ἱστορίας, συναγομένη. Οὕτω λοιπὸν γράφει (σελ. 130) ὁ κ. Τριανταφυλλίδης: «Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἐνῶ ἡ ὀρθογραφία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν διαλέκτων, καθὼς καὶ τῆς ἀττικῆς, ἦταν στοὺς πρώτους αἰῶνες φωνητική, μὲ τὴν ἔννοια πὼς κάθε διαφορετικὸς φθόγγος ἀποδινόταν μὲ διαφορετικό, πάντοτε τὸ ἴδιο γράμμα, ὕστερα ἀπὸ τὸ 403 π. Χ., ἀφοῦ καθιέρωσαν οἱ ᾽Αθηναῖοι τὸ ἰωνικὸ ἀλφάβητο, ἄρχισε νὰ γίνεται ἱστορική».

῾Ο κ. Τριανταφυλλίδής ἂς ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ καλύτερον τὴν ἱστορίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἀλφαβήτων ἤ, ἂν προτιμᾷ, ἂς διεξέλθῃ ὅσα λέγουν ἄλλοι συνεργάται τοῦ παρόντος τόμου, ἐπὶ παραδείγματι ὁ κ. Σ. Μαρινᾶτος. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλῶς ἀντίθετα ἢ ὅπως θέλει νὰ τὰ παραστήσῃ.

Ἂν πράγματι «κάι9ε δίαφορετικὸς φθόγγος ἀποδiνόταν μὲ διαφορετικό, πάντοτε τὸ ἰδιο γράμμα», πῶς συμβαίνει ὥστε διὰ τοῦ Ε δηλοῦται πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν ῎Αττικὴν διάλεκτον τοῦ ᾽Ιωνικοῦ ἀλφαβήτου καὶ τὸ ε καὶ τὸ η καὶ τὸ ει (νόθη δίφθογγος), διὰ δὲ Ο καὶ τὸ ο καὶ τὸ ω καὶ τὸ ου (νόθη δίφθογγος); Ἐπειδὴ ἀκριβῶς οἱ φθόγγοι οὗτοι ε, η, ει καὶ ο, ω, ου δὲν ἐξεφωνοῦντο ὁμοίως, δηλαδὴ τρεῖς διαφορετικοὶ φθόγγοι εἶχον τὸ αὐτὸ γράμμα, κατέστη ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ᾽Ιωνικοῦ ἀλφαβήτου, ἵνα οὕτω ἡ ἀνάγνωσις ἀποβῇ εὐκολωτέρα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἀλφαβήτου τούτου, οὐχὶ δὲ ἡ ἀρξαμένη ἱστορικὴ ὀρθογραφία, ὡς διδάσκει ὁ κ. Τριανταφυλλίδης.

Θὰ θελήσῃ πιθανώτατα ὁ ἀναγνώστης νὰ μάθη ποῖος εἶναι καθ᾽ ἡμᾶς ὁ ὀρθὸς ὁρισμὸς τῆς φωνητικῆς ὀρθογραφίας. ᾽Ιδοὺ αὐτός : «Κατὰ τὴν φωνητικὴν ὀρθογραφίαν ἕκαστον σύμβολον (γράμμα) δηλοῖ ἰδιαίτερον φθόγγον, συνήθως μὲν ἕνα, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρους τοῦ ἑνός· οἷον τὸ γράμμα ι δηλοῖ ἕνα τινὰ φθόγγον, τὸ η ἄλλο φθόγγον, τὸ υ ἄλλον φθόγγον, τὸ ει ἄλλον φθόγγον, τὸ υι ἄλλον, τὸ οι ἄλλον, τὸ η ἄλλον». Ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου εὐκόλως συνάγεται ὁ ὁρισμὸς τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας. ᾽Ιδοὺ καὶ αὐτός: «Κατὰ τὴν ἱστορικὴν ὀρθογραφίαν περισσοτερα τοῦ ἑνὸς σύμβολα (γράμματα) δύνανται νὰ δηλοῦν τὸν αὐτὸν φθόγγον· οἷον τὰ σύμβολα ι, η, υ, ει, υι, οι, ῃ, τὸ ὅλον ἑπτὰ σύμβολα δηλοῦν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φθόγγον ι (ἰωτακισμὸς) κτλ.». (Ταῦτα λέγονται, ὡς εἰκός, ἁδραμερῶς).

Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς προφορᾶς διὰ τῶν ἀντιστοίχων συμβόλων, ἀλλ᾿ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐτυμολογικὴν γένεσιν ἑκάστου φθόγγου, οὕτως ὥστε νὰ φαίνεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἱστορία τῆς λέξεως.

Ἀπόσπασμα τῆς βʹ ὁμιλίας τοῦ Ἀντ. Χατζῆ, τακτικοῦ καθηγητοῦ τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, σελ. 454-456.

Λαμβάνων ἐντεῦθεν ἀφορμὴν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, ἵνα προσθέσω ὀλίγα τινά. Οἱ ἀρχαῖοι βεβαίως θὰ ἠσθάνοντο τὴν ἔλλειψιν τῶν τόνων καὶ τῶν σημείων τῆς στίξεως διότι ἐνωρὶς καὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα καὶ τὰ σημεῖα τῆς στίξεως καὶ ἀποστρόφους κτλ. ἐχρησιμοποίησαν, βεβαίως πρὸ τοῦ ᾽Αριστοτέλους (Δʹ αἰ. π.Χ.) καὶ τοῦ γραμματικοῦ Ἀριστοφάνους τοῦ Βυζαντίου (Γʹ αἰ. π.Χ.)· πβ. προχείρως Cohn, Pauly-Wissowa λ. Aristophanes σ. 997, 30. Περὶ τῆς ἀρχῆς τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων πβ. B. Laum, Das Alexandrinische Akzentuationssystem, Paderborn 1928, καὶ ἐσχάτῶς A. Ferrua, Alle origini degli accenti: La civiltà cattolica 91 (1949) vol. IV σ. 42-53. ᾽Εν τῇ τελευταίᾳ διατριβῇ δημοσιεύονται καὶ δύο ἑλληνικαὶ ἐπιγραφαὶ (3ος αἰ. μ.Χ.) ἐκ τῆς κατακόμβης Ἁγ. Παμφίλου (῾Ρώμη), αἵτινες εἶναι λίαν ἀξιοσημείωτοι· ἐν αὐταῖς ἔχομεν δήλωσιν τῆς ὀξείας, τῆς περισπωμένης, τῆς δασείας, τῆς ἀποστρόφου, τῶν διαλυτικῶν: βαρυπενθέα, κρυερῆς, λώϊον (μόνον μία στιγμὴ ὑπὲρ τὸ ι φαίνεται νῦν ἐν τῷ λίθῳ), ὡς, δ᾽, ἑιλ᾿ (sic!) = εἷλ᾽ = εἷλε, μέλεος κ.τ.λ. Ἅπαξ ἐν τῇ ἐπιγρ. Β δηλοῦται χωρισμὸς λέξεων δι᾽ ἁπλῆς στιγμῆς.

Περὶ τῶν τόνων παρὰ τοῖς ἀρχαίοις πβ. καὶ E. Schwyzer, Griechische Grammatik, München 1939, σ. 393 κ. ἑ. (μετὰ πλουσίας βιβλιογραφίας) καὶ A. Gudeman, Aristoteles Περὶ ποιητικῆς σ. 842 κ. ἑ. Περὶ τῶν σημεἴων τῆς στίξεως πβ. Larfeld, Griech. Epigr., σ. 302 καὶ Handb. griech. Epigr. II σ. 564 κ. ἑ. (ἰδίᾳ σ. 574 κ. ἑ.) καὶ Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. Ἐφημ. 1925-1926 σ. 9616.

῞Οτι δὲ ἐσφάλλοντὀ οἱ ἀρχαῖοι ἀναγινώσκοντες κείμενα παλαιότερα, θὰ δείξω δι᾿ ἑνὸς καὶ μόνον παραδείγματος : Παρ᾿ Ἡροδότῳ Αʹ 125 κεῖται: «ἔστι δὲ τάδε, ἐξ ὧν ὧλλοι πάντες ἀρτέαται Πέρσαι· Πασαργάδαι, Παράφιοι, Μάσπιοι». Ὁ Στέφανος ὁ Βυζάντιος ἀντὶ τοῦ ῥήματος ἀρτέαται διὰ τὴν ἀπουσίαν τόνου ἔπλασε γένος Περσικὸν (οἱ) Ἀρτιᾶται (πβ. ἔκδ. Meineke σ. 128, ὑποσημείωσιν καὶ Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. ἐφημ. 1927-1928 σ. 182).

Ἀλλὰ καὶ ἄλλας δυσχερείας ἐδοκίμαζον οἱ ἀρχαῖοι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν· τὰ κύρια ὀνόματα δὲν διεκρίνοντο κατὰ τὴν γραφήν· εἶναι ἄρα προφανές, ὅτι πολλὰ σφάλματα θὰ προεκαλοῦντο· ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ ἀνάγκη νὰ γίνωνται ταῦτα ἐμφανῆ: π.χ. ὁ Θουκυδίδης ἐν Γʹ 101 λέγων «καὶ ῾Υαῖοι (ἀντ᾿ αὐτοῦ γράφω ἐν Ἀρχαιολ. ἐφημ. 1927-8 σ. 182: ῞Υλιοι)17 οὐκ ἔδοσαν ὁμήρους πρὶν αὐτῶν εἷλον (ἐνν. οἱ πολέμιοι) κώμην, Πόλιν ὄνομα ἔχουσαν» θέλει νὰ δηλώσῃ σαφῶς, ὅτι ἡ κώμη ἐκαλεῖτο Πόλις· ἄλλως ὁ ἀναγνώστης θὰ παρενόει τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι ὁ Θουκυδίδης λέγει περὶ ἀνωνύμου τινὸς πόλεως· κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν ὁ ἐκδότης τῆς γνωστῆς λοκρικῆς ἐπιγραφῆς Ν. Παππαδάκις ἐν Ἀρχαιολ. Ἐφημ. 1924 σ. 119 ἀντὶ ἐν Πόλι (= ἐν Πόλει) ἀνέγνω κακῶς, ὡς ἀπέδειξα, ἐν πόλι (πβ. Α. Χατζῆν, Ἀρχαιολ. ᾽Εφημ. 1927-1928 σ. 184β): καὶ ἐνταῦθα Πόλις εἶναι ἡ παρὰ τῷ Θουκυδίδῃ κώμη.

Ὁμοίως κεῖται παρὰ Πλουτάρχῳ ἐν βίῳ Δημητρ. 25, 1 (900) «προσηγάγετο τήν τε καλουμένην Ἀκτὴν καὶ ᾽Αρκαδίαν»· ἐὰν ὁ Πλούταρχος ἔγραφεν ἁπλῶς «προσηγάγετο Ἀκτὴν καὶ Ἀρκαδίαν», ἐπειδὴ τὰ κύρια ὀνόματα δὲν διεκρίνοντο, θὰ ἐγίνετο ὁ λόγος αὐτοῦ ἀναντιρρήτως ἀσαφής.

᾽Εν διαθήκῃ τινὸς ἔκειτο: «ἐχέτω τἀμὰ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ»· οἱ υἱοί, οἱ ἀδελφοὶ Πανταλέων καὶ Λέων, ἐρίσαντες κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήριον· ὁ μὲν Πανταλέων ἀνεγίνωσκε «ἐχέτω τἀμὰ Πανταλέων», ὁ δὲ Λέων ἀνεγίνωσκε «ἐχέτω τἀμὰ πάντα Λέων».

Διὰ πάντα ταῦτα ἐνωρίς, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, οἱ ἀρχαῖοι ῞Ελληνες καὶ τόνους καὶ πνεύματα καὶ σημεῖα στίξεως18 ἐφεῦρον καὶ ἐχρησιμοποίησαν· ταῦτα ἡμεῖς ὡς ἀρχαίαν κληρονομίαν, ἥτις διευκολύνει τὴν κατανόησιν τῶν ἀρχαίων κειμένων καὶ συνάπτει ἀρρήκτως πρὸς τὸν ἀρχαῖον κόσμον, οὐδέποτε θὰ ἀποβάλωμεν.


1. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν εἶπε καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ ἔγραψε ταῦτα ὁ Βιλαμόβιτς. ῾Η τελευταία φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν θίγει τὸ ζήτημα εἶναι, ἐφόσον γνωρίζω, κατὰ τὸ 1928. ᾽Επ᾿ εὐκαιρίᾳ παλαιοτέρας ἀποπείρας, ὅπως ἡ Πρωσσικὴ Ἀκαδημία εἰσαγάγῃ νέον τυπογραφικὸν ἀλφάβητον μὲ Ἑλληνοπρεπέστερα γράμματα (κεφαλαῖα ἢ κεφαλαιοειδῆ) ἀντὶ τῆς συνήθους μικρογραμμάτου γραφῆς τῶν Βυζαντινῶν, παρατηρεῖται ὅτι οἱ τόνοι προσέπιπτον ἄσχημα ἐπὶ τῶν γραμμάτων ἐκείνων. Ρίπτεται ἀκολούθως ἡ ἰδέα, μήπως τὰ σημεῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθοῦν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ τοὺς μαθητὰς θὰ διηυκόλυνε καὶ τὰ τυπογραφικὰ ἔξοδα θὰ ἐμείωνε. (Τὸ τελευταῖν τοῦτο ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν παρ᾿ ἡμῖν καὶ ὁ κ. Δημητρᾶκος). ῾Ως ἐπιβλαβὲς ὅμως ἀναφέρεται ρητῶς μόνον τὸ σημεῖον τῆς ψιλῆς τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς μόνον προκειμένου περὶ ὁμοίων λέξεων ἐχρησιμοποιεῖτο (ὄρος καὶ ὅρος κλπ.) ῾Ομολογεῖται περαιτέρω, ὅτι κατὰ τὴν ἔκδοσιν διαλεκτικῶν ἐπιγράφῶν, αἱ ὁποῖαι ἀγνοοῦμεν πῶς ἐτονίζοντο, προσπίπτει σήμερον δυσαρέστως εἰς τὸν ἐκδότην νὰ θέτῃ τοὺς τόνους κατὰ τοὺς κοινοὺς σχολικοὺς κανόνας. Βλέπει τις, ὅτι πρόκειται περὶ στενῶς φιλολογικῶν ζητημάτων καὶ περὶ τῶν ἐκδόσεων τῆς Πρωσσικῆς Ἀκαδημίας, ἧς ἄλλως ἡ ἀπόπειρα μεταβολῆς τῶν γραμμάτων δὲν ἐτελεσφόρησεν. Δὲν ἀναφέρεται ὅμως ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ καταργηθοῦν ἀπὸ πάσης χρήσεως τὰ τονικὰ σημεῖα, Τοὐναντίον ἀλλαχοῦ, ὅπου ὁ Βιλαμόβιτς ὁμιλεῖ περὶ ἀποτυχούσης ἀποπείρας του νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς μαθητὰς ἀπὸ τῶν τονικῶν κανόνων διαμαρτύρεται διότι τοῦ ἀπεδόθη ἡ πρόθεσις νὰ ἀφαιρέσῃ τοὺς τόνους ἀπὸ τὰ κείμενα: «Τοιαύτη σκέψις ἦτο μακρὰν ἀπ᾿ ἐμοῦ, διότι ἀφοῦ οἱ τόνοι εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τοὺς ὡρίμους, οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς καταργήσῃ ἀπὸ τοὺς μαθητάς. ᾽Αναφέρων πάλιν ὁ Βιλαμόβιτς, ὅτι κἄποτε ὁ Diels, ἐκνευρισμένος ἀπὸ τὸ βάσανον τῶν τυπογραφικῶν διορθώσεων ἐπέταξε τὴν ἰδέαν νὰ καταργηθοῦν ὁλοσχερῶς τὰ πράγματα αὐτὰ (τὰ τονικὰ σημεῖα), ἐπάγεται διὰ λογαριασμόν του: «Τόσον μακρὰν ἐν τούτοις ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φθάσω. Ἀναφέρει τέλος, ὅτι πιθανόν, δοθείσης εὐκαιρίας, νὰ ἐπανήρχετο ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἂν τὸ ἔπραξε κατὰ τὰ τρία ἀκόμη ἔτη ποὺ ἐπέζησεν, ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω.

2. Τὴν χρῆσιν τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου ἀντὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἐγνώρισε δυστυχῶς ἡ Πατρίς μας κατὰ τὰς θλιβερὰς ἡμέρας τῆς τουρκοκρατίας, ὅταν ἡ μελέτη τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων κατέστη δυσχερής, ἡ δὲ ξένη προπαγάνδα ἐπωφελήθη τῆς εὐκαιρίας, ἐπιδιώκουσα νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διάσπασίν τῆς θρησκευτικῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς μας παραδόσεως. Παραλείποντες τὰ παρ᾿ ἄλλων γραφέντα, περιοριζόμεθα εἰς τὰ ἑξῆς ὀλίγα, ἅτινα ἐπὶ τοῦ θέματος ἔγραψε προσφάτως ὁ Γ. Μέγας: «Οὐχὶ ὀρθῶς ἡ συνήθεια αὕτη ἀπεδόθη ὑπό τινων εἴς τὴν ἐπίδρασιν τοῦ ἰταλικοῦ πολιτισμοῦ ἐπὶ τὴν Κρήτην, θεωρηθεῖσα ὡς δεῖγμα τοῦ πόσον στενὰ συνεμείχθησαν ἐν Κρήτῃ ὁ ἰθαγενὴς ἑλληνικὸς καὶ ὁ ἐπείσακτος ἰταλικὸς πολιτισμός. Τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς γραφῆς ἐκτὸς τῆς Κρήτης, ἐπεκράτησεν ἰδίᾳ εἰς τὴν ᾽Ιταλίαν, καὶ μάλιστα παρὰ τοῖς ἑλληνοφώνοις πληθυσμοῖς τῆς Καλαβρίας καὶ Απουλίας καὶ παρὰ τοῖς μοναχοῖς τῆς Grotta-Ferrata, ὡς καὶ εἰς τὰς νήσους καὶ πόλεις τῆς Ἀνατολῆς, κατοικουμένας ὑπὸ Ἑλλήνων καθολικῶν, εἶναι ἀπόδειξις ὅτι εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς, συνηθείας ταύτης δὲν εἶναι ἀμέτοχος ἡ Καθολικὴ ᾽Εκκλησία. — Ὣς γνωστόν, τὰ θρησκευτικὰ βιβλία, τὰ προωρισμένα διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἑλληνογλώσσων ὀπαδῶν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἐγράφοντο μὲν ἐν ἑλληνικῇ γλώσσῃ ἀλλὰ μὲ γράμματα λατινικά. Ἄλλως τε καὶ ἡ ὅλη μόρφωσις τῶν ἑλληνογλώσσων καθολικῶν ἐβασίζετο μέχρις ἐσχάτων ὄχι ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀλλἀ ἐπὶ τῆς φραγκικῆς παραδόσεως. ῾Ο Legrand παρέχει τὴν ἐπιγραφὴν τοιούτου βιβλίου, ἐκδοθέντος «μὲ ὁρισμὸν τοῦ Δεσπότη μας Κλεμέντη ὄγδοου». Ἓν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς συνηθείας ταύτης εἶναι ὅτι οἱ ῞Ελληνες τῆς Καλαβρίας, ὡς ὁ Comparetti λέγει, δὲν ἠξεύρουν ν᾿ ἀναγινώσκουν καὶ γράφουν «μὲ τὰ γράμματα γρικά», οὕτω δ᾿ ἀπεξενώθησαν τελείως τῆς ἑλληνικῆς γραπτῆς παραδόσεως. Ὅθεν καὶ ἐν Κρήτῃ ὅπου ἡ θρησκευτικὴ πίεσις ἦτο μεγάλη, ὁ δὲ ὀρθόδοξος λαὸς διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων ἐστερεῖτο ἀπὸ πολλοῦ «τῆς μᾶλλον ἐνεργοῦ καὶ πνευματώδους δυνάμεως, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος τούτου ἀπέβλεπεν ὁμοίως εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ δυσχερῆ τὴν ἀνάγνωσιν ἑλληνικῶν βιβλίων καὶ ν᾿ ἀπομακρύνῃ ὀλίγον κατ' ὀλίγον τοὺς κατοίκους αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ τῆς ὀρθοδοξίας» (῾Η Θυσία τοῦ ᾽Αβραάμ, κριτικὴ ἔκδοσις Γ. Μέγα, ᾽Αθῆναι, 1943, σελ. 24-25).

3. Ὁ Χατζιδάκις μόνον περὶ τὴν δύσιν τοῦ βίου του, ὅτε εἶχε πλέον ἀποσυρθῆ τῆς παινεπιστημιακῆς διδασκαλίας, καταληφθεὶς ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, ἐτάχθη θεωρητικῶς ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἱστορικοῦ τονικοῦ συστήματος, ἐν τῇ ἀκμῇ ὅμως τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτοῦ δράσεως κατέκρινε καὶ σφόδρα κατεδίκασε τὴν τονικὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην ὀρθογραφικὴν καινοτομίαν, ὡς ἐπιζήμιον καὶ αὐτόχρημα «ἐθνοφθόρον» (πρβ. κατωτέρω).

4. Τοῦτο ὑπεστήριξεν ἄλλοτε ὁ σοφὸς καὶ βαθὺς ἐπιστήμων γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις, γράφων τὰ ἑξῆς: «Καὶ ἡ προφανὴς αὕτη ἀλήθεια παραγνωρίζεται παρ᾿ ἡμῖν πολλάκις, διὸ συχνάκις ἀκούομεν διαφόρων εἰσηγουμένων καινὰ περὶ τὴν ὀρθογραφίαν δαιμόνια, οἷον τὴν κατάργησιν τῆς δασείας, τῆς περισπωμένης, τῆς βαρείας κτλ. Ἀγνοοῦσι δ᾿ ὡς φαίνεται, οὗτοι ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἀρχαῖα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης μνημεῖα δὲν δύνανται νὰ τυπῶνται καὶ ἀναγινώσκωνται ἄλλως ἢ ὅπως νῦν γίνεται, εἶναι ἄντικρυς ἐθνοφθόρος πᾶσα πρότασις περὶ διαφόρου ὀῥθογραφίας τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης περὶ τοὺς τόνους, τὰ πνεύματα, τὰς διφθόγγους κτλ. Διότι διαφόρου οὕτω γενομένου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ τύπου τῆς νέας ἡμῶν γλώσσης, ἀπὸ τῆς ἀρχαίας, οἱ νέοι θ᾿ ἀναγκάζωνται νὰ μανθάνωσιν ἐν τοῖς ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ τὴν τῆς ἀρχαίας γλώσσης ὀρθογραφίαν· οὕτω δὲ οὐ μόνον μεγάλως θὰ κοπιῶσιν ἀλλὰ καὶ εἰς πλημμελήματα περὶ ταύτην θὰ περιπίπτωσι, καὶ τὸ μέγιστον τῆς νέας γλῴσσης καταστάσης οὕτω διαφόρου τῆς ἀρχαίας, θέλει μεγάλως παρακωλύεσθαι ἡ διὰ τῶν ἀρχαίων βιβλίων ποικίλη μόρφωσις τῶν ἐπερχομένων γενεῶν» (Πρβ. Γλωσσολογικαὶ μελέται, σελ. 525).

5. [Σημείωσις τυπογρ. δοκιμίων] Εἰς ἀπόδειξιν τῆς μεταξὺ τῶν ὀπαδῶν τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως ὑπαρχούσης ἀσυμφωνίας καὶ διαστάσεως, θεωρῶ σκόπιμον νὰ προσθέσω ἐνταῦθα περικοπάς τινας ἀπὸ τὸ ἄρθρον «Ὁ μονοτονισμὸς τῆς ὀξείας» τοῦ κ. Μ. Καραγάτση, κηρυχθέντος ἐπίσης ὑπὲρ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ τονικοῦ μας συστήματος καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν τόνων διὰ κοκκίδος. Ὁ συγγραφεὺς κατακρίνει αὐστηρότατα τὸ ὑπὸ τοῦ Γιαννίδη καθιερωθὲν μονοτονικὸν σύστημα τῆς ὀξείας, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ καὶ ὁ κ. Κακριδῆς, καὶ παρατηρεῖ ὅτι τὸ νέον σύστημα δεικνύει ἔλλειψιν πρακτικοῦ πνεύματος καὶ διδασκαλικὴν νοοτροπίαν. Γράφει ὁ κ. Καραγάτσης ὅτι ὁ Γιαννίδης (καὶ ὁ ὀπαδός του κ. Κακριδῆς) προτείνει τὴν κατάργηση τῆς βαρείας καὶ περισπωμένης καὶ τὴν διατήρηση μόνο τῆς ὀξείας. Μὴ νομίσετε ὅμως πὼς τὸ σύστημα τοῦ μακαρίτη Γιαννίδη ἦταν καὶ τόσο ἁπλό, δηλ. νὰ βάζουμε πάντοτε ὀξεῖα ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἔμπαινε ἢ ὀξεῖα, ἢ βαρεῖα ἢ περισπωμένη. Μιὰ τέτοια φυσιολογικὴ καὶ λογικὴ ἁπλοποίηση ἀντιστρατευόταν στὴν πολύπλοκη φιλολογοδασκαλικὴν ἰδιοσυγκρασία τοῦ ἱδρυτῆ καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς τῆς θεωρίας. Θὰ ἦταν πολὺ εὔκολο ν᾿ ἀντικαταστήσῃς ἕνα πολύπλοκο τονικὸ σύστημα μ᾿ ἕνα ἄλλο ἁπλό ἔστω καὶ ἂν τὸ ἁπλὁ ἔκανε θαυμάσια τὴ δουλειά του; ῎Οχι! Τὸ πολύπλοκο θ᾿ ἀντικατασταθῇ μὲ πολύπλοκο! Κ᾿ ἔπεσαν σ᾿ αὐτὸ τὸ σφάλμα λογικῶς, γιατὶ τὸ κριτικό τους πνεῦμα δὲν ξεκινάει ἀπὸ ρασιοναλιστικὰ ἀλλὰ ἀπὸ μεταφυσικὰ δεδομένα, ξεχνώντας ὅτι τὰ ζωτικὰ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν ἕνα ὁλόκληρο λαό, δὲν λύνονται μὲ ἀφηρημένους ἐγκεφαλισμοὺς ἀλλὰ μὲ θετικὴ καὶ πρακτικὴ ἀντίληψη τῶν δεδομένων»... Περαιτέρω ὁ ἀρθρογράφος ὑπογραμμίζει τὰ διάφορα μειονεκτήματα τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος τῆς ὀξείας καὶ ἰδιαιτέρως τῆς καταργήσεως τοῦ τόνου τῶν μονοσυλλάβων. ᾽Επειδὴ—γράφει—ἡ κατάργηση αὐτὴ εἶναι ἀδύνατη πρακτικά, ὁ Γιαννίδης ἀντικατάστησε τὸ ἁπλὸ σύστημα τῶν Ἀλεξανδρινῶν μὲ ἄλλο σύστημα δικό του, ποὺ φυσικὰ ἦταν πολυπλοκώτερο καὶ δύσχρηστο. Καθιέρωσε τὴν «παῦλα» γιὰ τὸ χωρισμὸ τῶν προσωπικῶν ἀπὸ τὶς κτητικὲς ἀντωνυμίες. ῾Η κτητικὴ δηλαδὴ ἀντωνυμία συνδέεται μὲ τὴν προηγούμενή της λέξη μὲ μιὰ παῦλα, ἐνῷ ἡ προσωπικὴ μένει ἀσύνδετη... Ἀρκεῖ μιὰ ματιὰ γιὰ νὰ γίνουν φανερώτατα τὰ μειονεκτήματα τοῦ συστήματος Γιαννίδη». Καὶ καταλήγει: «Ἀπὸ ὅσα ἐξηγήσαμε παραπάνω βγαίνει τὸ συμπέρασμα πὼς ὁ Γιαννίδης καὶ οἱ ὀπαδοί του ξεκινώντας γιὰ τὴν τονικὴ ἁπλοποίηση τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς, κατάφεραν στὴν πραγματικότητα νὰ δημιιουργήσουν ἕνα καινούργιο τονικὸ σύστημα, ποὺ ὄχι μόνον δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτούμενη καὶ ἀπολύτως κατορθωτὴν ἁπλότητα, ἀλλὰ ἀντιθέτως παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες καὶ περιπλοκές. Καὶ τοῦτο γιατὶ τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἐβγῆκε σὰν μιὰ λογικὴ καὶ συνεπὴς ἁπλοποιητικὴ ἐξέλιξη τοῦ καθιερωμένου συστήματος, ἀλλὰ σὰν μιὰ τονικὴ ἐπανάσταση, ὅπου τὸ αὐθαίρετο ὑποκειμενικὸ καὶ ἐγκεφαλικὸ στοιχεῖο κατάπνιξε κάθε ξεκάθαρη, πρακτικὴ κι᾿ ἀντικειμενικὴ ἀντίληψη τοῦ ζητήματος.».
Δηλαδή, μὲ ἄλλα λόγια, τὸ τονικὸ σύστημα τοῦ κ. συναδέλφου, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διασπᾶ τὴν παράδοσιν, δὲν ἔχει κἂν τὸ πλεονέκτημα τῆς ἁπλουστεύσεως. Ὀπαδὸς τῆς τονικῆς μεταρρυθμίσεως ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νέον σύστημα παρουσιάζει μεγάλας δυσκολίας καὶ περιπλοκάς. Ἀλλὰ τότε ποία ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς του; Ἁπλούστατα διὰ νὰ δημιουργηθῇ θόρυβος καὶ παρασυρΘοῦν μερικοὶ ἀνίδεοι.

6. Ὀλίγα τινὰ χαρακτηριστικὰ σχόλια διὰ τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ἡ γλωσσικὴ ἀτασθαλία δύναταί τις νὰ εὕρῃ διεξερχόμενος ὅσα πρό τινων μηνῶν ἐγράφησαν εἰς τὸν ἡμερήσιον καὶ περιοδικὸν τύπον, ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ τῆς τότε ἐγερθείσης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς σαφηνείας καὶ τῆς ἀσαφείας εἰς τὴν Τέχνην (βλ. περίληψιν εἰς Νέαν ῾Εστίαν, τῆς 1 Νοεμβρίου 1942, σελ. 1311 ἑπ.). Οἱ περισσότεροι—ἂς τονισθῇ δὲ ὅτι ὅλοι εἶναι δημοτικισταὶ—ὑπογραμμίζουν ὅτι ἡ γλωσσικὴ ἀσυδοσία εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς ἀσαφείας τοῦ ὕφους καὶ τῆς συγχύσεως ἰδεῶν, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τοὺς πλείστους τῶν νεωτέρων συγγραφέων καὶ καταδικάζουν αὐστηρότατα τὴν γλωσσικὴν ἀναρχίαν: Ὁ εἷς λέγει ὅτι ὑπάρχουν «δέκα εἰδῶν γλῶσσες, δέκα εἰδῶν διαφορετικοὶ τύποι, ὀρθογραφίες καὶ συντάξεις», ἄλλος ὅτι ἡ «γλῶσσα εἶναι βέβαια κάτι γενικώτερο, ἀντικειμενικώτερο, κοινωνικώτερο, κι᾿ ἐκεῖνοι ποὺ διαμαρτυρήθηκαν τόσο ζωηρὰ γιὰ τ᾿ ἀκατάληπτα ἰδιωματικά, τὶς ἀκαλαισθησίες καὶ τοὺς γλωσσικοὺς ἐξωφρενισμοὺς μερικῶν νεωτέρων—ποὺ ὡστόσο ἀπὸ παλιοὺς πῆραν τὸ κακὸ παράδειγμα—ἔχουν κάμποσο δίκιο», ἄλλος ὅτι ταλαιπωρούμεθα ἀπὸ ἓν εἶδος ὑπερδημοτικιστικοῦ σνομπισμοῦ, ἄλλος ὅτι ἀπὸ τὴν «λεξιμαγεία τῆς καθαρεύουσας ἐπέσαμε στοὺς νεφελώδεις ὀμφαλοσκοπικοὺς ἀκροβατισμοὺς τῆς δημοτικῆς, ἄλλος ὅτι τὸ γεγονὸς πὼς μέσα σὲ μισὸ αἰῶνα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσους ἀγῶνες καὶ τόσα κινήματα καὶ τόση μελάνη, ἡ γλῶσσα μας παρουσιάζει τόσην ἀκαταστασία καὶ ἀσυδοσία, παρουσιάζει τόσες ἰδιομορφίες καὶ τύπους, κυμαίνεται ἀνάμεσα σὲ τόσες μορφὲς λαλουμένης καὶ γραφομένης γλώσσας, εἶναι, νομίζω, ἱκανὸ νὰ μᾶς πείσῃ πὼς ἡ ὁριστικὴ διαμιόρφωση τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας δὲν πρόκειται νὰ εἶναι καρπὸς τῶν χρόνων τῶν δικῶν μας».

7. Ἐν τῇ ἐκδόσει ἑρμηνευτικῶν σχολίων «στὸν ἐπιτάφιο τοῦ Θουκυδίδη» (σελ. ξʹ) κηρύσσονται τὰ ἑξῆς· «Οτι αργά ή γρήγορα η γραφτή μας γλώσσα πρέπει να λυτρωθεί από έναν όλως διόλου περιττό φόρτο, είναι κάτι που το πιστεύουν όλοι όσοι βρίσκονται κατατοπισμένοι πάνω στο ζήτημα και θέλουν να βοηθήσουν τον ελληνικό λαό να μαθαίνει σχετικά εύκολα να γράφει τη γλώσσα του».

8. Ὁ εἰσηγητὴς ἢ μᾶλλον ἁπλῶς συνήγορος (διότι παρατηρεῖ ὀρθῶς ὅτι ἄλλοι προηγήθησαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ) τοῦ νέου ὀρθογραφικοῦ συστήματος φαντάζεται βεβαίως ὅτι ἀπ᾿ αὐτοῦ ἄρχεται νέα χρονολογικὴ περίοδος ἢ κάλλιον εἰπεῖν νέα κοσμογονία καὶ ὅτι τὰ παλαιότερα πάντα ὡς ὑπὸ κατακλυσμοῦ ἐξηφανίσθησαν. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἐσκέπτετο πλὴν ἄλλων ὅτι ὁ παῖς ἀναγινώσκων τὰς λέξεις «ψυχής», «ψυχών», «λαών», «αγώνα», «λαού», «κλασσικού», «ζωής», «σημερινής», «κλασσικής», «στοιχεία», «ψυχικού», «δουλικής», «είναι» κτλ. (λαμβάνω ὀλίγας προχείρους λέξεις ἐκ τοῦ περιφήμου φυλλαδίου), θὰ περιήρχετο εἰς σύγχυσιν ἀναγινώσκων ἐν παλαιοτέροις βιβλίοις τὰς αὐτὰς λέξεις μετὰ τόνου περισπωμένου.

9. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐπικαλεῖται τὴν γνώμην τοῦ μακαρίτου Γεω. Χατζιδάκι, διατί δὲν ἀσπάζεται καὶ τὰς ἄλλας περὶ γλώσσης διδασκαλίας ἐκείνου, ὅστις δι᾽ ὅλου τοῦ βίου κατεπολέμησεν ἀμειλίκτως καὶ ἀπέδειξε παραπαίοντας καὶ ἀνοηταίνοντας τοὺς γλωσσικοὺς αἱρεσιάρχας; ῞Ινα δ᾿ εὐκολύνω τὸ ἔργον τοῦ κ. Κακριδῆ δεικνύων ἅμα πόσον ὀλίγον αὐτός τε καὶ οἱ συνήγοροι δικαιοῦνται νὰ ἐπικαλῶνται τὸν ἐκλιπόντα ἐπιφανῆ γλωσσολόγον, θὰ παραθέσω ἐν παραρτήματι τὰς περὶ γλώσσης θεμελιώδεις τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρὸς γνώμας.

10. Γλωσσολ. μελέτ. σ. 525. Ἐνταῦθα ἐλέχθησαν περὶ τοῦ πράγματος κάλλιστα καὶ ὀρθότατα. Ἀλλὰ πῶς ὕστερον ἐλησμονήθησαν; Πάντως πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ταῦτα μὲν εἶπεν ὁ ἀνὴρ ἄλλοτε ἀκμάζων, τὰ δὲ ἄλλα ὕστερον, ὅτε εἶχεν ἀρχίσει τὸ «λυγρὸν» γῆρας.

11. Τὰ κατὰ τοὺς τόνους ἐν τῇ ἑλληνικῇ γλώσσῃ διεκρίβωσαν δι᾿ ἐκτενῶν μελετῶν οἱ ἀρχαῖοι γραμματικοί, ῾Ηρῳδιανός, Ζηνόδοτος, Ἀριστοφάνης ὁ Βυζάντιος καὶ ἄλλοι πολλοί, ὧν προέχει μάλιστα ὁ Ἀρίσταρχος.

12. Πλεῖστοι ἀρχαῖοι γραμματικοὶ διέλαβον περὶ τοῦ τονισμοῦ παρ᾿ Ὁμήρῳ.

13. Διακωμῴδησιν ἐποιήσατο ὁ ᾽Αριστοφάνης ἐν τοῖς Βατράχοις, στίχ. 308.

14. Τοιαύτας διακρίσεις εὑρίσκομεν παρὰ Πλάτωνι, ὅστις ἐν τῷ Κρατύλῳ (399 Α.) λέγει «πολλάκις ἐπεμβάλλομεν γράμματα, τὰ δ᾿ ἐξαιροῦμεν ... καὶ τὰς ὀξύτητας μεταβάλλομεν. Οἷον Διῒ φίλος τοῦτο ἵνα ἀντὶ ῥήματος ὄνομα ἡμῖν γένηται, τό τε ἕτερον ἰῶτα ἐξαλείφομεν καὶ ἀντὶ ὀξείας τῆς μέσης συλλαβῆς βαρεῖαν ἐφθεγξάμεθα...» Αὐτ. 416 Β «Τοῦτο (τὸ καλὸν) χαλεπώτερον κατανοῆσαι καίτοι λέγουσί γε αὐτὸ ἁρμονίᾳ μόνον καὶ μήκει τοῦ ου παρῆκται... Οὐκοῦν τὸ καλέσαν τὰ πράγματα καὶ τὸ καλὸν ταὐτόν ἐστι τοῦτο, διάνοια». Ὅθεν μανθάνομεν ὅτι τὸ «καλὸν» διέφερε τοῦ «καλοῦν» (ὅπερ ἐγράφετο ὁμοίως ΚΑΛΟΝ) μόνον ἁρμονίᾳ καὶ μήκει, ἤτοι κατὰ τὸν τόνον καὶ τὴν ἔκτασιν τοῦ Ο.

15. Σοφιστ. ἐλεγχ. 177 β 2 ἑξ. «οὐ γὰρ ὁ αὐτὸς λόγος γίνεται διαιρούμενος, εἴπερ μὴ καὶ τὸ ὄρος καὶ ὅρος (κατ᾿ ἄλλην ἐκδοχὴν ὄρος καὶ ὀρὸς) τῇ προσῳδίᾳ λεχθὲν σημαίνει ἕτερον. Ἀλλ᾿ ἐν μὲν τοῖς γεγραμμένοις ταὐτὸν ὄνομα, ὅταν ἐκ τῶν αὐτῶν στοιχείων γεγραμμένον ᾖ καὶ ὡσαύτως, κἀκεῖ δ᾿ ἤδη παράσημα ποιοῦνται, τὰ δὲ φθεγγόιιενα οὐ ταὐτά».

16. [Σημείωσις τυπογρ. δοκιμιων]: Περὶ τοῦ τονικοῦ συστήματος τῶν ἀρχαίων καὶ περὶ τῶν εἰρημένων ἑλληνικῶν ἐπιγραφῶν τῆς ῾Ρώμης θὰ διαλάβω προσεχῶς ἐν τῷ περιοδικῷ Πνεῦμα.

17. Ἀντὶ τῆς λέξεως ἅμα, ἐν πολλοῖς χειρογράφοις φέρεται ὁ σύνδεσμος ἀλλὰ (ΑΜΑ-ΑΛΛΑ). Τοῦτο δὲν θὰ συνέβαινεν—καὶ ἂν τὸ Μ εἶχε πάθει φθορὰν ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ ΛΛ — ἐὰν ἡ λέξις ἅμα εἶχε πνεῦμα καὶ τόνον (ἍΜΑ).

18. Ὁ Ὅμηρος, ὡς πιστεύεται κοινῶς, δὲν ἐχρησιμοποίει τὰ σημεῖα τῆς στίξεως· πρέπει καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦτο νὰ καταργήσωμεν αὐτά;

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση