Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Ἀπόψεις - Μαρτυρίες

Ἄνοιγμα ὅλων τῶν κειμένων

  • Jacqueline de Romilly, Καθηγήτρια στὴν Σορβόννη (1957), πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στὸ Collège de France (1973), Ἀκαδημαϊκός (1988), ἐπίτιμη Ἑλληνίδα ὑπήκοος (1995) καὶ πρέσβης τοῦ Ἑλληνισμοῦ (2000):
    Ἀγαπητὲ κύριε, ἐπιθυμῶ σφόδρα τὴν διατήρηση τῶν τόνων ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὰ δεδομένα τοῦ προβλήματος καὶ εἶμαι, αὐτὴ τὴν στιγμή, ὑπερβολικὰ κουρασμένη γιὰ νὰ ἐπέμβω σ᾿ ἕναν νέο ἀγώνα. Συγχωρεῖστε με σᾶς παρακαλῶ: δὲν βλέπω κἂν πιὰ τοὺς τόνους! Μὲ τὶς θερμότερες εὐχές μου. (Μτφρ ἀπὸ τὰ γαλλικά: ΓΧ)
    [Εἴμασθε εὐγνώμονες στὴν κα ντὲ Ρομιγὺ ποὺ μᾶς ἔστειλε αὐτὸ τὸ ἐνθαρρυντικὸ σημειωματάκι παρὰ τὴν κούραση τῶν 95 της χρόνων καὶ τὰ προβλήματα ὅρασής της. Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ἡ ἴδια εἶχε πεῖ πρὶν 20 χρόνια: «Ὁ θαυμασμός μου πρὸς τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμὸ εἶναι ἀπέραντος, μόνο ποὺ μᾶς μπερδεύει ἡ ἀλλαγὴ ποὺ κάνετε στὴν γλώσσα σας. Τὸ μονοτονικὸ ἀφοῦ ἀναστάτωσε τοὺς Ἕλληνες, μπερδεύει συγχρόνως καὶ τοὺς ξένους. Πηγὴ κακῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Ἑλλάδος θαυμαστῶν!»]

  • ✝Peter Fraser, Ἐπίτιμος Λέκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ὀξφόρδης:
    Χάρηκα πολὺ ὅταν ἄκουσα γιὰ τὴν Κίνηση Πολιτῶν γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Βεβαίως καὶ ὑποστηρίζω αὐτὴ τὴ κίνηση, γιατὶ θεωρῶ τὴ κατάργηση τῶν τόνων καὶ πνευμάτων ὡς ἀπόπειρα ὑπονόμευσης ἑνὸς συμφυοῦς χαρακτηριστικοῦ αὐτῆς καθεαυτῆς τῆς γλώσσας, καὶ ἀναφέρομαι στὸ λεπτὰ διακυμασμένο καὶ ἴσως μοναδικὸ σύστημα διαφοροποίησης τῆς ὁμιλίας. Οἱ διαφορὲς ποὺ ἀξιολογήθηκαν καὶ τυποποίηθηκαν πρὶν ἀπὸ αἰῶνες μέσῳ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος εἶναι ἀναπόσπαστο μέρος τῆς μακρᾶς καὶ ἀδιάκοπης ἱστορίας τόσο τοῦ γραπτοῦ ὅσο καὶ τοῦ προφορικοῦ λόγου, καὶ ἡ κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ κατέστρεψε, κατὰ τὴ γνώμη μου, ἕνα κεντρικὸ στοιχεῖο τῆς ἐξέλιξής τους, καὶ πῆγε τὸ ρολόι πίσω — καὶ ὄχι μπροστά, ὅπως ὑποθέτω ὅτι πιστεύουν οἱ πρωταγωνιστές της. Σὲ μιὰ γλώσσα ὅμως μὲ πολλὰ ἐπίπεδα ἀνάπτυξης ὅπως ἡ ἑλληνική, ἡ ὁρατὴ ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων τονισμοῦ (ὅπως καὶ οἱ μετρικοὶ κανόνες) προσφέρει ἕνα πλαίσιο μέσω τοῦ ὁποίου τὰ διάφορα αὐτὰ στρώματα ἀνάπτυξης μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς κεντρικὴ ἰδιότητα. Τὸ ὅτι ἦταν παλαιότερα ζωντανὸ τμῆμα τῆς ἀλληλεπικοινωνίας δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἰσχύουν πλέον οἱ λόγοι ὕπαρξής του σὲ μία περίοδο ὅπου ἀλλὰ φιλολογικὰ στοιχεῖα ἔχουν ἀλλάξει. Σᾶς συνιστῶ νὰ διαβάσετε (ἂν βρεῖτε ἀντίτυπο) τὶς σελίδες xxii-xxiii τοῦ Ἑλληνικοῦ Τονισμοῦ τοῦ Chandler (2η ἔκδ.), μὲ τὴν ρήση τοῦ Ἰωάννη Ἀλεξανδρινοῦ στὸ ἐξώφυλλο.

    Τὸ μόνο στοιχεῖο τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος ποὺ κατὰ τὴ γνώμη μου θὰ μποροῦσε νὰ θυσιασθεῖ χωρὶς ζημία εἶναι ἡ βαρεία ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση δὲν εἶναι παρὰ μιὰ παραλλαγὴ τῆς ὀξείας, καὶ πρόκειται γιὰ σημεῖο ἀποκλειστικὰ γραπτό (ἔτσι δὲν εἶναι;). Προκαλῶ ὁποιονδήποτε νὰ ξεχωρίσει τοὺς δύο τόνους στὴν ὁμιλία.

    Πιστεύω ὅτι τὸ μανιφέστο σας εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειάζεται. (Μτφρ ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: ΓΧ)

  • Alain Segonds, ἑρευνητὴς στὸ CNRS, γενικὸς διευθυντὴς τῶν ἐκδόσεων Les Belles Lettres:
    Ἀγαπητὲ φίλε, ἄργησα πολὺ νὰ σᾶς ἀπαντήσω πάνω στὸ λεπτὸ αὐτὸ ζήτημα [τῶν τόνων], ὄχι ἐπειδὴ εἶχα ἔστω καὶ τὴν παραμικρὴ ἀμφιβολία, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀναρωτιόμουν τί κῦρος θὰ μποροῦσα νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλη μου τὴν ζωὴ διάβαζα τὰ ἑλληνικὰ παραδοσιακὰ τονισμένα καὶ ὅτι ἡ μικρὴ αὐτὴ γνώση μὲ ἔσωσε τόσες φορὲς ἀπὸ τὰ λάθη, θυμήθηκα μία φράση ποὺ μᾶς ἔλεγε ὁ Πατὴρ Festugière ποὺ θεωρῶ πνευματικό μου πατέρα.

    Ἔλεγε λοιπόν: «Ὁ Θεὸς κρύβεται μέσα στοὺς τόνους τῶν ἑλληνικῶν», θέλοντας νὰ πεῖ ὅτι ἡ ἀγάπη αὐτῆς τῆς γλώσσας πρέπει νὰ φτάνει μέχρι καὶ τὶς παραμικρὲς λεπτομέρειές της, ἔστω καὶ ἂν ριψοκινδυνεύει κανεὶς νὰ πληγώσει τὸν Θεὸ ποὺ διάλεξε νὰ ἐγκαταστήσει ἐκεῖ τὸ κατάλυμά του.

    Γιὰ μένα εἶναι μιὰ φράση ποὺ θυμᾶμαι κάθε φορὰ ποὺ διορθώνω ἑλληνικὰ κείμενα σὲ δοκίμια. Προσέξτε τοὺς τόνους!

  • Γρηγόρης Σηφάκης, Ὁμότιμος Καθηγ. Ἀρχ. Ἑλληνικῆς Φιλολογίας Πανεπ. Θεσσαλονίκης & Πανεπ. Νέας Ὑόρκης:
    Γιατί ἐμμένω στὸ πολυτονικὸ σύστημα τονισμοῦ; Μιὰ σύντομη—ὅσο καὶ ἀκριβής—ἀπάντηση θὰ ἦταν: ἐπειδὴ τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἀποτελοῦν ὀργανικὸ μέρος τῆς ἑλληνικῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας ἐδῶ καὶ 22 αἰῶνες· καὶ ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία εἶναι, μὲ τὴ σειρά της, ἀναπόσπαστο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ στὸν βαθμὸ ποὺ ὁ γραπτὸς λόγος ἦταν ἐπὶ μακρὸν στὸ παρελθόν—καὶ εἶναι—τὸ κύριο μέσο δημόσιας ἐπικοινωνίας καὶ λογοτεχνικῆς ἔκφρασης. Διαβάστε ἐδῶ τὸ πλῆρες κείμενο τοῦ δοκιμίου ποὺ ἔγραψε γιὰ τὸν ἱστοχῶρο μας ὁ κ. Σηφάκης
  • Ζυράννα Ζατέλη, Συγγραφέας:
    Χρησιμοποιῶ τόνους καὶ πνεύματα στὴ γραφή μου γιατὶ, πρὶν ἀπ᾿ ὅλα, μοῦ ἀρέσουν καὶ τ᾿ ἀγαπῶ· γιατὶ ἔτσι ἔμαθα τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔτσι μοῦ ἔμαθε ἡ ἴδια νὰ τὴ γράφω, καὶ ἔτσι ὑπάρχει μέσα μου ὡς «εἰκόνα» καὶ βίωμα: μὲ αὐτὲς τὶς μικρὲς φτεροῦγες πάνω ἀπὸ τὶς λέξεις... Προσωπικὰ δὲν σκοπεύω νὰ τὶς ἀποχωριστῶ καὶ κανένας ὑπουργικὸς νόμος ἢ «ἐκσυγχρονισμὸς» δὲν κατάφερε νὰ μὲ πείσει ὅτι δὲν χρειάζονται, δὲν χρησιμεύουν σὲ τίποτε. Γιὰ κάποια πράγματα ἔχω νὰ ἀντιτάξω ὅτι μᾶς χρησιμεύουν γιὰ τὴν ὀμορφιά τους —γιὰ τὴ παραξενιά τους—, μᾶς ὀφελοῦν ἀκριβῶς ἐπειδὴ μᾶς παιδεύουν καὶ λίγο ἀπὸ τὴ παιδική μας ἡλικία.

    Στὶς μέρες μας, ἀφοῦ καταφέραμε νὰ κάνουμε τὸ δύσκολο δυσάρεστο —καὶ βέβαια, στὰ πρῶτα «δύσκολα» ἐντάξαμε καὶ τὸ πολυτονικό—, πηδήσαμε αἴφνης πάνω στὴν εὐκολία καὶ στὴν ἐν γένει ρηχότητα καὶ δὲ λέμε νὰ ξεκολλήσουμε ἀπὸ κεῖ. Παγίδα αὐτὴ ἡ εὐκολία καὶ βάλτος ἡ ρηχότητα.

  • Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Συγγραφέας:
    Θυμᾶμαι βρισκόμουν μέσα στὴν πισίνα, στὸ πλαίσιο τῆς ἑβδομαδιαίας ὑδροθεραπείας μου, ὅταν μὲ πλησιάζει ἕνας νεαρὸς φυσιοθεραπευτὴς γύρω στὰ εἴκοσι πέντε, εἴκοσι ἑφτά, γιὰ νὰ μοῦ πεῖ: «Μὰ καλά, γιατί βγάζεις τὰ βιβλία σου μὲ αὐτοὺς τοὺς παλιοὺς τόνους; Δὲν μπορῶ νὰ διαβάσω περισσότερο ἀπὸ μιὰ σελίδα, μπερδεύομαι.» Τοῦ ἀπάντησα ὅτι δὲν ἤμουν ἐγὼ ποὺ εἶχα ἀπαιτήσει αὐτὴ τὴν μορφὴ ὀρθογραφίας, πράγμα ποὺ εἶναι ἀλήθεια. Παρόλο ποὺ ὑπάρχουν ἀρκετοὶ συγγραφεῖς –πρόσθεσα– ποὺ ἀξιώνουν ἀπὸ τοὺς ἐκδότες τους νὰ ἐκδοθοῦν τὰ κείμενά τους στὸ πολυτονικό. Μὲ κοίταξε ἀπορημένος. Συνέχισα λέγοντας ὄτι ἐπρόκειτο γιὰ πάγια θέση τοῦ ἐκδοτικοῦ μου οἴκου (Τὸ Ροδακιὸ) νὰ βγάζει ὅλα τὰ βιβλία του μὲ αὐτὸ τὸ «παλιὸ» σύστημα τονισμοῦ τῶν λέξεων. «Ἂ τότε ἐντάξει», εἶπε, ἐννοώντας μὲ τὸ ὕφος του ὄτι διαφορετικὰ θὰ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβει πῶς ἐγώ, ἕνας σχετικὰ νέος καὶ κατὰ τὴ γνώμη του λογικὸς ἄνθρωπος, εἶχα ἐπιλέξει νὰ ἀκολουθήσω αὐτὸ τὸν ἀναχρονιστικὸ τρόπο γραφῆς.

    Δὲν τόλμησα νὰ πῶ τίποτα περὶ ὀμορφιᾶς τῶν λέξεων, ἀκρίβειας στὴν ἔκφραση, ἱστορικότητας τῆς ὀρθογραφίας κ.λπ. Δὲν ἦταν τὸ κατάλληλο μέρος ἀλλὰ καὶ ἀκόμα κατάλαβα πὼς θὰ ἀποδεικνυόταν χαμένος κόπος. Φῶς φανερό, ὅμως, ὄτι ὑπάρχει ἕνα μεγάλο πρόβλημα ἐδῶ. Ἔτσι δὲν εἶναι; Ὅταν ἕνα μεγάλο μέρος, ἴσως ἡ πλειονότητα, τῶν νέων ἀνθρώπων ἀδυνατεῖ νὰ προσεγγίσει, ἀκόμα καὶ ἁπλῶς νὰ ἀναγνώσει, ἕνα κείμενο γραμμένο στὸ πολυτονικό. Κι ὅσο περνᾶ ὁ καιρὸς μήπως τὸ πράγμα γίνεται δυσκολότερο; Ἀναρωτιέμαι...

  • Γιῶργος Μπρουνιᾶς, Συγγραφέας:
    Θὰ ἔλεγα τώρα ποὺ μοῦ ζητιέται γιατὶ πρὶν τὸ θεωροῦσα δεδομένο δίχως πολλὲς πολλὲς ἐξηγήσεις ὅτι μοῦ ἀρέσει ὁ πολυτονισμὸς γιατὶ ἡ σελίδα του εἶναι πολὺ ὡραία στὰ μάτια μου, ὅταν τὴν κοιτάζω καὶ πολὺ ἀκριβέστερη στὴ μεταφορὰ λεπτῶν νοημάτων στὸ μυαλό μου.

  • Carlos Steel, Καθηγητὴς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Leuven (Βέλγιο):
    Εἶμαι ἑρευνητὴς στὸ τομέα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ ἐπιμελητὴς ἀρχαίων κειμένων σὲ διεθνοῦς κύρους συλλογὲς (ὅπως ἡ γαλλικὴ «Budé» ἢ ἡ βρεταννικὴ «Oxford Classical Texts»). Ἕνας ἐπιμελητὴς ἑλληνικῶν κειμένων γνωρίζει πόσο σημαντικοὶ εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα (ὅπως καὶ ἡ στίξη) γιὰ τὴν πλήρη κατανόηση τοῦ κειμένου. Παρ᾿ ὅλο ποὺ οἱ γνώσεις μου στὰ νέα Ἑλληνικὰ εἶναι περιορισμένες, μπορῶ καὶ διαβάζω τὶς μελέτες καὶ τὰ σχόλια τῶν Ἑλλήνων συναδέλφων μου χωρὶς δυσκολία. Δὲν μπόρεσα ποτὲ νὰ πιστέψω πῶς κάποιοι πολιτικοί, μὲ τὸ πρόσχημα τῶν δῆθεν δημοκρατικῶν διαδικασιῶν, ἀποφάσισαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ παμπάλαιο σύστημα τοῦ πολυτονισμοῦ καὶ νὰ βάλουν στὴ θέση του τὴν ἁπλοποιημένη μορφὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται σήμερα. Τί ἔγκλημα ἔναντι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ποὺ τόσο ἀγαπᾶμε! Ἄκουσα ὅτι γίνονται προσπάθειες ἐπαναφορᾶς του στὴν Ἑλλάδα. Ὑποστηρίζω ἀπεριόριστα αὐτὲς τὶς προσπάθειες. (Μτφρ ἀπὸ τὰ γαλλικά: ΓΧ)
  • Concetta Luna, Ἑρευνήτρια στὴ Scuola Normale Superiore, Pisa (Ἰταλία):
    Ὅπως ἑκατομμύρια ἄλλοι νέοι Ἰταλοὶ ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὸ Κλασσικὸ Λύκειο, ἔμαθα ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ σὲ ἠλικία 14-19 ἐτῶν. Ὅταν ἀπεφοίτησα, συνέχισα τὶς σπουδὲς τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στὸ Πανεπιστήμιο καὶ στὴ Scuola Normale Superiore τῆς Πίζας. Σήμερα ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν ἐπιμέλεια ἑλληνικῶν κειμένων τῆς ὕστερης ἀρχαιότητας (4ος-6ος αἰώνας μ.Χ.).

    Μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ κείμενα μπόρεσα νὰ διαπιστώσω τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ ποὺ μοῦ εἶχαν μάθει στὸ Λύκειο: ὅτι ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εἶναι ἡ ρίζα, ἡ πηγὴ καὶ ἡ ἀφετηρία ὅλου τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ἕνας πολιτισμὸς ὅμως εἶναι κατ᾿ οὐσίαν ἡ γλώσσα μέσῳ τῆς ὁποίας ἐκφράζεται. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εἶναι τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικά. Μία γλώσσα εἶναι ἀναπόσπαστη ἀπὸ τὸ σύστημα γραφῆς της. Ἡ γραφὴ δὲν εἶναι ἕνα ἐξωτερικὸ περίβλημα ποὺ μποροῦμε νὰ τὸ ἀλλάξουμε ἢ νὰ τὸ ἀλλοιώσουμε αὐθαίρετα, ἀκόμα κι ἂν μπορεῖ ἀπὸ μόνη της νὰ ἐξελιχθεῖ, νὰ μεταβληθεῖ, νὰ ἐμπλουτισθεῖ μὲ νέα στοιχεῖα. Τὸ ἑλληνικὸ σύστημα γραφῆς ποὺ περιέχει τρεῖς διαφορετικοὺς τόνους καὶ δύο πνεύματα καθρεπτίζει μέσῳ αὐτῆς τῆς πολυπλοκότητάς του τὴν γλωσσολογικὴ δομή, φανερώνει τὴν ἐτυμολογία, ὑπενθυμίζει τὸν μελωδικὸ τονισμὸ ποὺ οἱ περισσότερες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες ἔχουν χάσει. Τὸ νὰ ἀπαρνεῖσαι ἕνα τέτοιο σύστημα σημαίνει νὰ ἀπαρνεῖσαι τὸν πλοῦτο, τὸ μεγαλεῖο τῆς γλώσσας. Τὸ νὰ ἀπαρνεῖσαι ἕνα τέτοιο σύστημα μέσῳ μίας μεταρρύθμισης —ποὺ εἶναι μία πράξη ἰσχύος— εἶναι βιασμὸς καὶ ἐκφυλισμὸς τῆς γλώσσας. Ἀλλὰ τὸ χειρότερο δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ χειρότερο εἶναι τὸ ὅτι κόπηκαν ἔτσι οἱ οὐσιαστικοὶ καὶ φυσικοὶ δεσμοὶ ποὺ συνδέουν τὰ νέα Ἑλληνικὰ μὲ τὰ ἀρχαῖα, μὲ ἀποτέλεσμα τὰ νέα Ἑλληνικὰ νὰ γίνουν μία γλώσσα μειόνοτητας, ἀπομονωμένη, περιθωριακή, ἕνα εἶδος διαλέκτου. Ὅπως καὶ τὰ Ἰταλικὰ δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν ἂν δὲν κρατήσουν δυναμικὰ τοὺς δεσμούς τους μὲ τὰ Λατινικά, ἔτσι καὶ τὰ νέα Ἑλληνικὰ εἶναι καταδικασμένα νὰ ἀφανισθοῦν ἂν ξεχάσουν τὶς ρίζες τους. Ὅσο ἀπομακρύνονται καὶ διαφοροποιοῦνται ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα, τόσο τὰ νέα πτωχαίνουν καὶ πέφτουν ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο γλώσσας πολιτισμοῦ καὶ κουλτούρας στὸ ἐπίπεδο γλώσσας ἐπικοινωνίας μίας περιορισμένης κοινότητας.

    Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ξεχνᾶμε ἕνα σημαντικότατο γεγονὸς στὴν ἱστορία τῆς Εὐρώπης: ἂν ἡ Δύση μπόρεσε νὰ ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, αὐτὸ ὀφείλεται κατὰ μεγάλο μέρος στοὺς ἐξόριστους Ἕλληνες διανοούμενους ποὺ μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ 1453 μετανάστευσαν στὴ δυτικὴ Εὐρώπη. Ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἐξορίστων αὐτῶν ποὺ ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐγκαταλείψουν τὴ πατρίδα τους ἦσαν διανοούμενοι καὶ καλλιγράφοι ποὺ ἔμαθαν στοὺς δυτικοὺς διανοουμένους νὰ διαβάζουν καὶ νὰ ἀντιγράφουν τὰ μεγάλα ἔργα τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας καὶ φιλοσοφίας. Εἶναι χάρη σὲ αὐτοὺς ποὺ ἡ δυτικὴ Εὐρώπη μπόρεσε νὰ ξαναβρεῖ, νὰ ἀντιγράψει, νὰ διαβάσει, νὰ τυπώσει, νὰ διανέμει ὅλη αὐτὴ τὴ πολιτιστικὴ κληρονομιὰ χωρὶς τὴν ὁποία ὁ εὐρωπαϊκὸς πολιτισμὸς πολὺ ἁπλὰ δὲν θὰ ὑπῆρχε. Αὐτὴ ἡ μετάδοση γνώσης ἦταν ἐφικτὴ γιατὶ τὸ σύστημα γραφῆς ἦταν ἑνιαῖο, γιατὶ οἱ ἀντιγραφεῖς τοῦ 15ου καὶ τοῦ 16ου αἰώνα χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἴδια γραφὴ μὲ αὐτοὺς τῆς πρώτης βυζαντινῆς Ἀναγέννησης. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀντιγράψει κανεὶς μία γραφὴ ποὺ δὲν γνωρίζει. Νὰ σπάσει κανεὶς τὴν συνέχεια αὐτῆς τῆς γραφικῆς παράδοσης σημαίνει νὰ ξεχάσει ὅτι χάρη σ᾿ αὐτὴν οἱ Ἕλληνες μπόρεσαν νὰ διαφυλάξουν καὶ νὰ μεταδώσουν τὴν πολιτιστική τους κληρονομιά.

    Καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο τὸ πρόβλημα τοῦ πολυτονικοῦ εἶναι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἕνα πρόβλημα ἑλληνικῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἀφορᾶ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ξέρουν ὅτι χωρὶς τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα στὴν κλασσικὴ μορφή της, καμία κουλτούρα, κανένας πολιτισμός, καμία πραγματοποίηση τοῦ πνεύματος δὲν εἶναι δυνατὴ στὴν Εὐρώπη. (Μτφρ ἀπὸ τὰ γαλλικά: ΓΧ)

  • Philippe Brunet, Καθηγητὴς ἀρχαίας ἑλληνικῆς φιλολογίας στὸ πανεπιστήμιο τῆς Rouen (Γαλλία):
    Ἡ ἀπόφαση τῆς μετάβασης ἀπὸ τὸ πολυτονικὸ στὸ μονοτονικὸ σύστημα ἀνήκει στοὺς Ἕλληνες καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἐπέμβω στὴν ἐπιλογή τους· μπορῶ ὅμως νὰ δώσω τὴν ἄποψή μου ὡς ἑλληνιστής, μεταφραστής, ἀναγνώστης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν. Ἐκτὸς αὐτῶν ἀσχολοῦμαι μὲ τὴν προφορικὴ ἀποκατάσταση τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν σύμφωνα μὲ ἐπιστημονικὲς μεθόδους (βάσει τῆς ἱστορικῆς καὶ συγκριτικῆς φωνητικῆς) καὶ μὲ μία καλλιτεχνικὴ πρακτικὴ καθ᾿ ὅσον διευθύνω τοὺς ἠθοποιοὺς τοῦ θιάσου Δημόδοκος.

    Ὅπως κάθε ὀρθογραφικὴ ἁπλοποίηση ἔτσι καὶ τὸ μονοτονικὸ ἀπομακρύνει αὐτοὺς ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν ἀπὸ τὸ παρελθόν τους.

    Ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὴν ἁπλοποίηση τῶν κινεζικῶν ποὺ δυσχέρηνε κατὰ πολὺ τὴν πρόσβαση στὰ παλαιότερα λογοτεχνικὰ κείμενα, ἔτσι καὶ ἡ ἁπλοποίηση τοῦ τονισμοῦ φοβᾶμαι ὅτι θὰ ἀποκόψει τοὺς Ἕλληνες ἀπὸ τὴν τόσο πλούσια γλωσσικὴ καὶ λογοτεχνικὴ ἱστορία τους. Τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο, τονισμένο ἀπὸ τὸν Ἀριστοφάνη τὸν Βυζάντιο τὸν 2ο π.Χ. αἰώνα, ἐπέτρεψε στὴν γλώσσα νὰ μεταδώσει ἕνα σύστημα ἐπιτονισμοῦ ποὺ λίγο ἀργότερα ἐξέλειπε. Χάρη στὴν μεγαλοφυῆ ἐφεύρεση τῶν τόνων (καὶ τῶν πνευμάτων) ἡ γραφὴ τῆς λογοτεχνίας μπόρεσε νὰ μεταδώσει τὸν τρόπο αὐξομείωσης τῶν μελωδικῶν ὑψῶν τῶν συλλαβῶν καὶ μπορεῖ νὰ τὸ κάνει ἀκόμα καὶ σήμερα, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἡ ἐξέλιξη τῆς γλώσσας συνέθλιψε τὸν τόνο μουσικοῦ ὕψους πρὸς χάριν τοῦ τόνου ἔντασης.

    Ἡ —γιὰ μερικοὺς ξεπερασμένη— παρουσία τῶν τόνων ποὺ ἐφηῦρε ὁ Γραμματικὸς τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἦταν μία πολύτιμη μαρτυρία τοῦ τρόπου λειτουργίας τῆς παλαιότερης κατάστασης τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

    Αὐτὴ ἡ παρουσία τῶν τόνων, ὅπως καὶ ἡ κοινὴ χρήση κάποιων γλωσσολογικῶν ἢ λεξικολογικῶν μεθόδων, ἔδινε στὴν σύγχρονη ἑλληνικὴ γλώσσα τὴν δυνατότητα τῆς συνάφειας μὲ ὅλες τὶς βαθμίδες τῆς ἱστορίας της. Καταλαβαίνω ἀπολύτως πὼς κάποιοι λυποῦνται ποὺ ὁ τόσο σημαντικὸς αὐτὸς μακραιώνιος σύνδεσμος κόπηκε σήμερα. (Μτφρ ἀπὸ τὰ γαλλικά: ΓΧ)

  • François Patte, Μαθηματικὸς - Σανσκριτολόγος, καθηγητὴς στὸ Παρίσι 5:
    Πρὶν μερικὰ χρόνια ἄνοιξα μία ἑλληνικὴ ἐφημερίδα καὶ ἔμεινα ἔκπληκτος: οἱ περισσότεροι τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ποὺ εἶχα μάθει στὶς σπουδὲς ἀρχαίων ἑλληνικῶν ποὺ ἔκανα εἶχαν ἐξαφανισθεῖ. Ἔτσι ἔμαθα τὴν ὕπαρξη τῆς κυβερνητικῆς μεταρρύθμισης τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς.

    Δὲν ἔμαθα ποτὲ νὰ μιλάω νέα ἑλληνικὰ ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ πιστέψω ὅτι οἱ τόνοι εἶναι πλέον ἄχρηστοι γιὰ τὴν ἀνάγνωση ἑνὸς νεοελληνικοῦ κειμένου!

    Ἐκτὸς αὐτοῦ ἀναρωτιέμαι ἂν ἡ ἔλλειψη τόνων ἀπὸ τὶς λέξεις δὲν προκαλεῖ προβλήματα ὁμωνυμίας. Θυμᾶμαι τοὺς φιλολόγους καθηγητές μου νὰ ἐπιμένουν στό: «προσέχτε, μὴν μπλέκετε τὸ «ἡ» (ἄρθρο) μὲ τὸ «ἥ» (προσωπικὴ ἀντωνυμία) μὲ τὸ «ἢ» (διαζευκτικὸς σύνδεσμος) μὲ τὸ «ἦ» (= ἤμουν). Μὴ μπλέκετε τὸ «εἶναι» μὲ τὸ «εἷναι» (= ἐστάλη, τοῦ ρήματος ἵημι)· «ἰέναι» (= νὰ πηγαίνεις) καὶ «ἱέναι» (= νὰ στέλνεις).» Ἡ λίστα αὐτὴ μποροῦσε νὰ εἶναι πολὺ μακρύτερη! Δὲν ὑπάρχουν πιὰ τέτοια παραδείγματα στὰ νέα ἑλληνικά; Ἀμφιβάλλω!

    Τὰ διακριτικὰ σημεῖα ἐπινοήθηκαν γιὰ νὰ βοηθήσουν στὴν ἀνάγνωση καὶ ὁ,τιδήποτε φτιάχθηκε μὲ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι πολὺ χρήσιμο. Ἡ Γαλλικὴ Ἀκαδημία δὲν παύει νὰ διακηρύσσει ὁτι ἀντίθετα μὲ τὶς φῆμες ποὺ ἐπικρατοῦν, οἱ τόνοι τῶν γαλλικῶν πρέπει νὰ μπαίνουν καὶ στὰ κεφαλαῖα γιὰ νὰ διευκολύνουν τὴν ἀνάγνωση· πρέπει νὰ γράφουμε «École» καὶ ὄχι «Ecole»!

    Ἀλλὰ τὰ διακριτικὰ σημεῖα δὲν χρησιμεύουν μόνο στὴν ἀνάγνωση, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἐπίσης τὴν μνήμη τῆς γλώσσας: πρὶν πολὺ καιρὸ κάποια γράμματα χάθηκαν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο ἀλλὰ ἄφησαν ἴχνη στὶς λέξεις· π.χ. τὸ «οἴδα» (= ἤξερα) προέρχεται ἀπὸ ἕνα παλαιότερο «ϝοίδα» ποὺ κάνει ξεκάθαρη τὴν σχέση του μὲ τὸ σανσκριτικὸ veda. Μοῦ εἶναι ἀδιανόητο κάποιοι τόνοι τῶν γαλλικῶν νὰ χαθοῦν κάποια μέρα, παρ᾿ ὅλο ποὺ φωνολογικὰ ἡ ἐπίδρασή τους εἶναι ἀμελητέα, γιατὶ πρόκειται γιὰ ἴχνη γραμμάτων ποὺ ἔφυγαν, ὅπως στὶς λέξεις hôtel ἢ hôpital ὄπου ὁ τόνος προέρχεται ἀπὸ ἕνα παλαιότερο s ποὺ ἐμφανίζεται ἀκόμα στὶς λέξεις hospitalité, hospice, κ.λπ. Καὶ πῶς νὰ ἐξηγήσουμε τὸ h στὴ λέξη rhododendron χωρὶς νὰ ἀναφερθοῦμε στὴν δασεία τοῦ ρό; Τὰ ἑλληνικὰ δὲν εἶναι μόνο ἡ γλώσσα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀλλὰ ἀποτελοῦν καὶ μεγάλο μέρος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ!

    Κατέληξα νὰ γίνω σανσκριτολόγος καὶ μελέτησα τὰ κείμενα τοῦ Ἱνδικοῦ πολιτισμοῦ. Στὴν ἀρχαία ἐποχὴ οἱ σοφοὶ ἔλεγαν ὅτι μία γραφὴ πρέπει νὰ ἀντικατοπτρίζει ὅλα τὰ φωνήματα τῆς γλώσσας γιὰ νὰ εἶναι ἄξια λόγου. Καὶ δημιούργησαν ἀλφαβητικὲς γραφὲς γιὰ τὶς ἱνδικὲς γλῶσσες—πιθανότατα νὰ δημιούργησαν καὶ ὅλα τὰ ἀλφάβητα τῆς νοτιοανατολικῆς Ἀσίας—: περίπου πενήντα γράμματα καὶ οἱ ἀπαραίτητοι κανόνες γιὰ τὴν δημιουργία συνδέσμων ἔφταναν γιὰ νὰ πετύχουν τὸν σκοπό τους. Καὶ σήμερα ἀκόμα, οἱ ἱνδικὲς γλῶσσες χρησιμοποιοῦν αὐτὲς τὶς γραφὲς καὶ μπορεῖτε νὰ δεῖτε στὶς ἐπιγραφὲς κάποιες λέξεις μεταγραμματισμένες ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: διαβάζοντάς τις ἀποκτᾶτε ἀκριβῶς τὴν προφορὰ τῶν Ἱνδῶν ὅταν μιλᾶνε ἀγγλικά! Ὁ σκοπὸς τῶν παλιῶν αὐτῶν σοφῶν ἐπέτυχε καὶ σήμερα κανεὶς δὲν παραπονιέται γιὰ τὰ πενήντα γράμματα καὶ τοὺς κανόνες τῶν συνδέσμων... (Μτφρ ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: ΓΧ)

  • Vernon E. Kooy συνταξιοῦχος Καθηγητὴς φιλοσοφίας καὶ σχεδιαστὴς γραμματοσειρῶν, Hastings, Nebraska, ΗΠΑ:
    Νομοθετῶντας τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα πολὺ ἁπλὰ «ἀποβλακώθηκε». Πρὶν ἀπὸ ἕναν αἰώνα οἱ εἰσαγωγικὲς ἐξέτασεις γιὰ τὰ μεγάλα ἀμερικανικὰ πανεπιστήμια περιελάμβαναν καὶ ἀρχαῖα ἑλληνικά. Σήμερα γιὰ νὰ ἀποφοιτήσει κανεὶς ἀπὸ πανεπιστήμιο τῆς Ἀμερικῆς δὲν χρειάζεται κἂν νὰ γνωρίζει μία ξένη γλώσσα. Ὀνομάζουμε τὸ φαινόμενο αὐτὸ «ἀποβλάκωση» καὶ ἡ ἀποβλάκωση αὐτὴ ἔχει διεισδύσει ὅλο μας τὸν πολιτισμό. Θυμᾶμαι τὴν ἐρώτηση ποὺ ἔθετε ὁ Εὐριπίδης: Ἕλληνες ὄντες βαρβάροις δουλεύσομεν; Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι τόσο ἂν οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν ξένους (βαρβάρους) παρὰ ἂν οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν τὸν ὄχλο («ἀποβλάκωση»).

    Ἤμουν πάντα ἑραστὴς κάθε τι ἑλληνικοῦ. Τὰ ἑλληνικά, πιστεύω, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἄλλαξαν μὲ τὸ διάβα τοῦ χρόνου ἔχουν μιὰ μεγάλη ἱστορικὴ γλωσσικὴ συνέχεια ἀπὸ τὸν Ὅμηρο μέχρι τοὺς σύγχρονους νεοέλληνες λογοτέχνες (στὴν δημοτική). Ὁ πατέρας ἦταν ἐπὶ πολλὰ χρόνια καθηγητὴς ἀρχαίων Ἑλληνικῶν (τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου) σὲ Προτεσταντικὴ Θεολογικὴ Σχολή. Ἐξεπλάγην ὅταν στὸ Λύκειο ἀνακάλυψα ὅτι ἡ Καινὴ Διαθήκη τοῦ καθηγητῆ μου τῶν Λατινικῶν (ἀγγλόφωνος ἀλλὰ μὲ μητρικὴ γλώσσα τὰ Ἑλληνικὰ) ἦταν ἀκριβῶς ἡ ἴδια ἔκδοση μὲ αὐτὴν ποὺ ἔβλεπα πάνω στὸ γραφεῖο τοῦ πατέρα μου (Nestle-Aland). Στὸ Πανεπιστήμιο, ὅταν μάθαινα ἀττικὰ Ἑλληνικὰ ὁ διπλανός μου στὸ ἀμφιθέατρο ἦταν ἐπίσης Ἑλληνοαμερικάνος ποὺ μελετοῦσε με ἐνθουσιασμὸ τὴν γλώσσα τοῦ Ξενοφώντα καὶ τοῦ Πλάτωνα, ἦταν δὲ ἐμφανὴς ἡ περιφάνεια του γιὰ τὴν πολιτιστική του κληρονομιά. Μετὰ τὸ Πανεπιστήμιο συνέχισα μόνος μου τὴν μελέτη τῶν Ἑλληνικῶν σὲ σημεῖο ποὺ μπόρεσα νὰ περάσω μὲ ἐπιτυχία τὶς γλωσσικὲς ἐξετάσεις τοῦ διδακτορικοῦ στὴν φιλοσοφία. Καὶ τότε ξεκίνησα, γιὰ τὶς ἀνάγκες τῆς διατριβῆς μου, τὴν μελέτη τῆς ἑλληνικῆς ἀναγεννησιακῆς γραφῆς, μαθαίνοντας τὰ πολυάριθμα συμπλέγματα ποὺ αὐτὴ περιέχει. Τὰ τελευταῖα χρόνια ἄρχισα νὰ ἐνδιαφέρομαι γιὰ τὴν Παλαιογραφία καὶ ἀνέπτυξα μία ταπεινὴ ἰκανότητα ἀνάγνωσης τῆς μεσαιωνικῆς μικρογράμματης γραφῆς.

    Ὡς φιλόσοφος πιστεύω ὅτι χονδρικὰ τὸ νόημα μίας λέξης εἶναι ἡ χρήση της. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συνεπάγεται ὅτι ἡ ἄσχημη χρήση μίας λέξης τῆς ἐπιτρέπει νὰ ἀποκτᾶ νέο νόημα. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει, τὸ νόημα μίας λέξης πρέπει νὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ χρήση της. Λάθη στὴν χρήση εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: λάθη· καὶ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν τονισμό. Δὲν πρέπει νὰ συγχέουμε τὰ λάθη τονισμοῦ μὲ τὴν «ἁπλοποίηση τῆς γλώσσας καὶ τῶν διακριτικῶν της σημείων». Μπορεῖ νὰ φαίνεται ἐλιτίστικο νὰ σκέφτεται κανεὶς ὅτι τὸ πολυτονικὸ σύστημα εἶναι τὸ σωστὸ σύστημα, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἱστορικὴ συνέχεια εἶναι αὐτὸ ἀπαραίτητο. Ὁμολογῶ ὅτι οἱ γνώσεις μου στὰ νέα Ἑλληνικὰ εἶναι περιορισμένες ἀλλὰ χαίρομαι πολὺ ποὺ ὑπάρχει μία Κίνηση ἐπαναφορᾶς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος γιατὶ στὸν γράφοντα —ποὺ διαβάζει τὰ Ἑλληνικὰ χωρὶς νὰ τὰ προφέρει ὅπως ἴσως τὸ κάνουν οἱ Νεοέλληνες— τὸ γράφημα εἶναι πιὸ σημαντικὸ ἀπο τὸ φώνημα. Εἶναι ἀπαράδεκτο οἱ πολιτικοὶ νὰ νομοθετοῦν τὴν γραφὴ μίας γλώσσας. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ τὸ κάνουν, καὶ τὸ βρίσκω ἀνήθικο νὰ καταστρέφεται μία γλωσσικὴ κληρονομιὰ ἀπὸ τὴν νομοθεσία μίας προτίμησης, στὸ ὄνομα τοῦ ἐκδημοκρατισμοῦ.

    Βασικὰ τὸ θέμα τοῦ μονοτονικοῦ/πολυτονικοῦ εἶναι πρόβλημα ἐκπαίδευσης. Οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι οἱ μόνοι παθόντες. Οἱ ἀγγλόφωνοι συναντοῦν παρόμοια προβλήματα ἴσως σὲ λιγότερο βαθμό. Ἡ μεγάλη δύναμη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἶναι ἡ συνολικὴ ἱστορική της συνέχεια. Αἰσθάνεται κανεὶς φτωχὸς μπροστὰ στὶς δύο καὶ παραπάνω χιλιετηρίδες ἱστορικῆς της συνέχειας. Ὁ οὐσιαστικὸς σκοπὸς κάθε γλώσσας εἶναι ἡ ἐπικοινωνία. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νὰ μεταφέρουμε στὸν ἄλλο αὐτὸ ποὺ λέμε ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε καὶ —εἰλικρινὰ— δὲν μποροῦμε νὰ ἐνοοῦμε αὐτὸ ποὺ λέμε ἂν δὲν λέμε αὐτὸ ποὺ ἐνοοῦμε. Τὰ διακριτικὰ σημεῖα τοῦ πολυτονικοῦ δίνουν στὴν γλώσσα μίαν λεπτότητα καὶ μίαν ἐννοιολογικὴ ἀπόχρωση ποὺ δὲν ἔχει τὸ μονοτονικό. Πρέπει ὅλοι μας νὰ ἐκπαιδεύσουμε τὸν κόσμο καὶ νὰ ἀντισταθοῦμε στὸν πειρασμὸ τῆς καθομιλουμένης. Ἡ γραφὴ καὶ ἡ ὁμιλία εἶναι, καὶ πρέπει νὰ εἶναι, διαφορετικὰ πράγματα. Τὸ γεγονὸς ὅτι κάποιος μιλάει λανθασμένα ἢ μὲ μία δόση ἰδιοτροπίας δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ γράφει καὶ ὅπως μιλάει. Τὸ «μπορεῖ» δὲν συνεπάγεται τὸ «πρέπει». Ἀλλὰ τὸ «πρέπει» συνεπάγεται τὸ «μπορεῖ». Μποροῦμε νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ γράφουμε λανθασμένα, ἀλλὰ θἄπρεπε νὰ μιλᾶμε και νὰ γράφουμε καθαρὰ καὶ σωστά. Εὔχομαι οἱ ὑποστηρικτὲς τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ πολυτονικοῦ νὰ πετύχουν σὲ αὐτὴ τὴν προσπάθειά τους.

    Ἐλπὶς ἐν ἀνθρώποις μούνη θεὸς ἐσθλὴ ἔνεστιν (Ἡ Ἐλπίδα εἶναι ἡ μόνη καλὴ θεότητα ποὺ ἔχει μέσα του ὁ ἄνθρωπος). — Θέογνις

    (Μτφρ ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: ΓΧ)

  • Φειδίας Ν. Μπουρλᾶς, Πληροφορικός:
    Εἴκοσι τρία χρόνια μετά, ξαναβρῆκα τὸ χαμένο, ἀγαπημένο πολυτονικό μου!Τὸ πολυτονικὸ τὸ εἶχα μάθει καλῶς, ὡς φιλότιμος μαθητής, τελειώνοντας καὶ τὴν 6η Δημοτικοῦ. (Ναί, ἰκανοποιητικότατα τὸ εἶχα μάθει· ὅσοι λέγουν ὅτι εἶναι ἰδιαιτέρως δύσκολο, ψεύδονται. Χωρίς, ἀπὸ τὴν ἄλλη, μία μικρὴ δυσκολία, τί ὑπάρχει ποὺ νὰ ἀξίζει;) Περνῶντας ὅμως τὸ κατώφλι τῆς 1ης Γυμνασίου, βάρβαροι πνευματοκτόνοι μὲ ὑποχρέωσαν νὰ τὸ ξεμάθω βιαίως. Τὴν πράξι τους αὐτὴ σήμερα τὴν κρίνω ὡς ἀσέλγεια ὠμὴ καὶ βάρβαρη ἐπάνω μου, καὶ δὲν τοὺς συγχωρῶ. Σιγά-σιγὰ ἔγινα καὶ ἐγὼ μονότονος μηχανικὸς γραφιάς· ἀργότερα, στοὺς ὑπολογιστές, καὶ μὲ «greeklish». Πέρασαν χρόνια, ὅμως, καὶ ὡρίμαζε ἡ σκέψις νὰ ἀναζητήσω καὶ πάλι τὸν χαμένο θησαυρό. Ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ ὅλο και στερεωνόταν, ἀλλὰ δὲν ἔκανα τὸ ἀποφασιστικὸ βῆμα νὰ ξεπεράσω καὶ τὸν (ἀστήρικτο, ὅπως ἀπεδείχθη) φόβο τῶν τεχνικῶν δυσκολιῶν τῆς πληκτρολογήσεως πολυτονικοῦ στὸν ὑπολογιστή. Ἀλλά, ὁ ἀγώνας μερικῶν ἀνθρώπων γιὰ τὴν γλώσσα μας, μὲ παρεκίνησε νὰ κάνω καὶ αὐτὸ τὸ τελικὸ βῆμα. Ἔγραφα, πρὸ μηνῶν, τὶς πρῶτες μου ἐντυπώσεις:

    «Πολυτονικὴ ἡδονή!

    Τελικῶς εἶναι εὐκολότερο ἀπὸ ὅ,τι φανταζόμουν· λίγη ἐξάσκησι χρειάζεται μόνον. Εἶναι μία ἐκλεκτὴ ἐμπειρία, τῆς ὁποίας καὶ αὐτὴ ἡ μικρὴ δυσκολία μεγαλώνει τὴν ἀπόλαυση. Μάλιστα τώρα· ὡσὰν νὰ ξαναβρίσκεις ἕναν νεανικὸν ἔρωτα, εἴκοσι τρία χρόνια χαμένον, καὶ νὰ σοῦ ἀποκαλύπτει ἀργὰ καὶ ἡδονικὰ τὶς χάρες ποὺ δὲν εἶχες προλάβει ἀκόμη καλὰ-καλὰ νὰ ὑποψιαστεῖς ὅτι εἶχε.

    ... Καὶ κοιτάζω πάλι τὸ μονοτονικὸ κείμενο... Πῶς μεταχειριστήκαμε ἔτσι τὰ ὄμορφα αὐτά γράμματα;

    Δὲν εἶναι πολὺ ὠμοὶ καὶ μυτεροὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ κατακόρυφοι τόνοι ποὺ τρυποῦν τὰ γράμματα, χωρὶς κἂν λίγο πνεῦμα, νὰ ἀπαλύνει τὸν τονισμὸ καὶ νὰ δίνει χρῶμα καὶ ομορφιά;

    Σὰν βάρβαρη ξεγύμνωσις καὶ διακόρευσις τῶν γραμμάτων, χωρὶς ἕνα ρομαντικὸ δεῖπνο, μὲ τὸ φῶς τῶν κεριῶν νὰ τρεμοπαίζει σὰν τοὺς κυματισμοὺς τῆς περισπωμένης, χωρὶς ἕνα τρυφερὸ φιλὶ στὰ χείλη, ἁπαλὸ σὰν τὸ «h» τῆς δασείας...»

    Καὶ ἐσχολίασε, τότε, στὴν συζήτησι ἐκείνη, θῆλυ πνεῦμα ἀντιλογίας (εἶχα ἀναφερθεῖ καὶ σὲ ἕναν περίεργο κανόνα τῆς ἀρχαϊζούσης, ὅτι, στὸ διπλὸ ρὸ στὸ μέσον τῆς λέξεως, τὸ πρῶτο ψιλοῦται καὶ τὸ δεύτερο δασύνεται, π.χ. «Παπαῤῥηγόπουλος»!):

    Εμμονές πασπαλισμένες με φαιδρούς (πλέον) κανόνες γραμματικής («το πρώτο ρο ψιλούται» κλπ). Αλίμονο αν κάποτε ξαναμπούν οι δασείες, οι βαρείες, οι ψιλές και τα ψιλούμενα ρο στην εκπαίδευσή μας... Τι προσφέρει ένα ψιλούμενο ρο στην κατανόηση μιας λέξης; Εσείς προφέρετε τον ηρωϊσμό hηρωϊσμό, και την ηδονή hηδονή; Άλλα είναι τα «πνεύματα» που πρέπει να εισαχθούν στο εκπαιδευτικό μας σύστημα και όχι τα καταργημένα αλεξανδρινά σημαδάκια...

    Καὶ ἀπήντησα:

    «Φίλη μου, ἑστιάσατε στὸ πιὸ ἐξεζητημένο, καὶ μᾶλλον παιγνιωδῶς τε καὶ πνευματωδῶς ὑπὸ τοῦ ἀρθρογράφου ἀναφερθέν, σημεῖο, το «ῥ» τοῦ Παπαῤῥηγοπούλου (ποὺ ἀμφιβάλλω ἐὰν καὶ οἱ γραμματικὲς τῆς ἀκραιφνοῦς καθαρευούσης ἀκόμη συμφωνοῦν μὲ αὐτό); Ἐλᾶτε τώρα! Κατὰ περίπτωσιν, βεβαίως, μπορεῖ νὰ βγάλουμε καὶ ἕνα σπανιότατο κρασὶ ἀπὸ τὸ κελάρι· ἀλλὰ μποροῦμε καὶ καθημερινῶς νὰ τρῶμε καλά· μὴν μᾶς ἐπιβάλλετε βιομηχανοποιημένο, μεταλλαγμένο φὰστ φούντ.

    Ἀνεξαρτήτως τοῦ δικοῦ σας σχολίου, ὅμως, θέλω νὰ κάνω μία γενικὴ παρατήρησι. Δὲν καταλαβαίνω (καὶ μὲ στενοχωρεῖ αὐτό· κάποιοι βεβαίως εἶναι ἐμφανῶς προκατειλημμένοι - δὲν τίθεται θέμα γιὰ αὐτοὺς) γιατί μερικοὶ ἐκλαμβάνουν τοὺς τόνους ὡς... ἀπειλητικὲς βέργες αὐστηροῦ δασκάλου ἤ ράβδον στυγνοῦ ὀργάνου αὐταρχικῆς ἐξουσίας! Καὶ ὄχι ὡς μία πρόταση καλαισθησίας, λεπτότητος καὶ ἐκλεκτικότητος· ἀλλὰ καὶ συνέπειας καὶ ἀφοσιώσεως· καὶ ἀριστοκρατικότητος καὶ ἰδεαλισμοῦ καὶ ρομαντισμοῦ, καὶ τελειομανίας, ἄν θέλετε νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια.

    Σκέπτομαι τώρα τὶς ἀπώτερες πολιτιστικὲς συνέπειες. Φαντασθεῖτε οἱ χείμαρροι φθηνῆς καὶ βορβορώδους λογο-ρυπάνσεως ποὺ μᾶς πνίγουν, νὰ ἔπρεπε, ἀπὸ συνήθεια καὶ πάγια πρακτική, νὰ εἶναι πολυτονισμένοι! Θὰ μποροῦσαν νὰ ὑπάρξουν κἄν, ἄραγε; Ἴσως, μέσα ἀπὸ ἀνεπίγνωστες πολιτιστικὲς διαδικασίες, ἄλλος θὰ ἦτο τελικῶς ὁ παραγώμενος λόγος καὶ πολιτισμός. Εἶναι καὶ τὸ πολυτονικό, λοιπόν, γιατὶ ὄχι, μία ἀντιστασιακὴ στάση ζωῆς στὸν εὐτελισμὸ καὶ τὴν ἐμπορευματοποίηση τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Χρήστος Γιανναρᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴν «πολιτιστικὴ διπλωματία». (Ποιές ἐπιπτώσεις ἔχει ἄραγε, γράφει, ἡ τεχνοτροπία τῶν τέμπλων στοὺς «ἐκσυγχρονισμένους» ἤ μὴ ναοὺς, στὴν ἐξωτερική μας πολιτικὴ τοῦ τελευταίου αἰῶνος; Ἐρωτήματα ποὺ οὔτε κἂν ὑποψιαζόματε, πλὴν ἴσως σημαντικά.)

    «Εσείς προφέρετε τον ηρωϊσμό hηρωϊσμό, και την ηδονή hηδονή;»

    Τώρα ποὺ τὸ σκέπτομαι, αὐτὴ ἡ hηδονή, μὲ τὸ ἀδιοράτως ἐκφερόμενον, ὑπαινικτικὸν καὶ περιπαθὲς h, σὰν ἐλαφρὺς ἀνομολόγητος ἀκόμη ἀναστεναγμός, σὰν ὑπαινικτικὴ καὶ κοσμία, ἀκόμη, ἀνομολόγητη ὑπόσχεσις λαγνείας... σκέπτομαι αὐτὸ τὸ h νὰ ἐκπνέεται ἐλαφρά ἀπὸ ἡδυπαθῶς συσπώμενα σὰν περισπωμένη κόκκινα γυναικεῖα χείλη... Μὲ συγχωρεῖτε. (Εἱς τὸν ἡρωισμόν, πάλι, δὲν δίδει μίαν αἴσθησιν ἰδεαλισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπισημότητος; )

    Ἐπειδὴ πάντως ὀμιλοῦμε κατ᾿ ἀρχὴν γιὰ τὴν γραφὴ καὶ ὄχι γιὰ τὴν προφορὰ, μᾶλλον στὴν παλαιὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἐκλεπτισμένη παράδοσι τῶν ἑρωτικῶν ἐπιστολῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθοῦμε, τὸ ὕφος τῶν ὁποίων εἶναι τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον τῆς συνήθους χύδην γραφῆς τοῦ συρμοῦ. Νοεῖται γενναῖος ἱππότης νὰ προσπαθεῖ νὰ συγκινήσει εὐγενὴν δεσποσύνην μέ... SMS;! Ἥμαρτον!

    Ἄχ... ἀμέτρητες περισπωμένες καὶ βαρεῖες, βαριὲς σὰν τὴν καρδιά μου, γραμμένες βασανιστικῶς μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸ αἷμα μου, θὰ ποτίζουν βαθιὰ τὴν περγαμηνή...»

    Ἔτσι ἔγραφα τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2005. Καὶ σήμερα εἶμαι εὐτυχὴς γιὰ τὴν ἀπόφασί μου νὰ ἀρχίσω νὰ ξαναγράφω (καὶ νὰ πληκτρολογῶ) πολυτονικῶς.

    Ἂς ξαναβροῦμε, λοιπόν, φίλοι μου, ὅλοι μας αὐτὸν τὸν χαμένο θησαυρό! Ἀξίζει!

    ...«Ψιλὴ καὶ ὀξεῖα πάνω ἀπὸ ἄλφα. Δὲν εἶναι σὰν ὡραῖος φιόγκος γύρω ἀπὸ κοτσιδάκι, στὸ κεφάλι ἀγαπημένης ἀναμνήσεως;» ἔγραφε παλαιὸς φίλος...

    Ἡ γραφὴ δὲν μεταφέρει μόνον πληροφορία γιὰ τὴν προφορά. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν προορίζεται τὸ μαγνητόφωνο (καί, ἐν μέρει, ὁ εἰδικὸς ἐπὶ τούτου συμβολισμὸς τῆς λεξικογραφίας). Ἡ γραφὴ χάνει ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς προφορᾶς, καὶ φέρει ἐπιπλέον ἄλλα: συντακτικά, μορφολογικά, ἐτυμολογικά, ἱστορικά, ἀκόμη καὶ αἰσθητικά. Τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά, σμιλεύθηκε ἀπὸ χιλιετίες παραδόσεως καὶ εἶναι ἀνεκτίμητο.

    Ἡ ἀρχαία προφορά, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν διατηρεῖται σήμερα ὡς προφορά, εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένη μὲ δομικὰ στοιχεῖα τῆς γλώσσας μας. Ἡ γλώσσα μας δὲν εἶναι προφορικὸς ἐργαλειακὸς κώδικας ἐκ τοῦ μηδενός. Φέρει στὸ παρόν της ὁλόκληρη τὴν ἱστορία της. Ἡ δασεῖα π.χ. εἶναι γράμμα ὑπαρκτό, τὸ ὁποῖο τὸ βλέπουμε στὴν σύνθεση τῶν λέξεών μας (ἀλλὰ καὶ στὶς ξένες, εὐρωπαϊκές, ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ εὐεργετηθεῖσες, γλῶσσες). Τὰ διαφορετικὰ ὀμόηχα φωνήεντα καὶ ὁ διαφορετικὸς τονισμός τους, ἀνεξαρτήτως τῆς σημερινῆς προφορᾶς, δηλοῦν διαφορετικὰ συντακτικὰ ἤ ἐτυμολογικὰ στοιχεῖα. Ἡ («ἱστορικὴ») ὀρθογραφία μας εἶναι ἡ ἴδια ἡ γλώσσα μας. Ἡ ἐπαρκὴς γνώσις καὶ ἀξιοποίησις τῆς («νεο-»)Ἑλληνικῆς ἀπαιτεῖ γνώσι καὶ ἐμβάθυνσι στὴν ζωντανὴ ἱστορία της.

    Ἡ γνωριμία μας μὲ τὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ καὶ τὴν λόγια παράδοσί μας, ἀπαιτεῖ, τόσο γιὰ τοὺς Ἕλληνες ὅσο καὶ γιὰ τοὺς ξένους, τὴν ἐκμάθησι τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων. Ὁ ἐξοβελισμὸς τους συνιστᾶ βίαιη ἀποκοπή μας ἀπὸ τὴν γλωσσική μας κληρονομιά. Μετατρέπει τὸ γένος μας σὲ λαὸ πρωτογόνων ἰθαγενῶν χωρὶς γραφὴ καὶ χωρὶς μνήμη, στοὺς ὁποίους προσφέρεται (ἀπὸ κάποιους... ἱεραποστόλους τοῦ βιομηχανικοῦ καπιταλισμοῦ;) ἕνα πρόχειρο μέσον ἐργαλειακῆς καταγραφῆς τῆς προφορικῆς τους ὀμιλίας. Καὶ μᾶς ἀποκόπτει ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν γλωσσική μας κληρονομιά, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν πολιτισμένη ἀνθρωπότητα, ἡ ὁποῖα ἐντρυφεῖ στὰ Ἑλληνικὰ νάματα, παγκόσμια πλέον κληρονομιά, μέσῳ αὐτῆς τῆς γραφῆς. Συνιστᾶ ἐθνικὴ λοβοτομή, συνιστᾶ πατροκτονία.

    Οἱ ἀρχαῖοι δὲν ἔγραφαν τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, ἀλλά, τουλάχιστον, τοὺς εἶχαν ζωντανοὺς στὴν προφορά (ἐν μέρει). Ἀλλά, δὲν εἶχαν, ἐν πολλοῖς, οὔτε κἄν πένα καὶ χαρτί, γιὰ νὰ ἀσκοῦν τὴν καλλιγραφία. «Οἱ ἀρχαῖοι» ὡς στεῖρο πρότυπο ἔναντι τῆς μετέπειτα «παρακμῆς» εἶναι προσέγγισις ἀνιστόρητη καὶ ξεπερασμένη, φέρουσα πολιτικὲς καὶ ἱστορικὲς προκαταλήψεις, καὶ ἐθνικῶς ἐπιζήμια. «Οἱ ἀρχαῖοι», ὅμως, ὡς κλασσικὸ πρότυπο, ὅσον ἀφορᾶ στὴν φιλολογία καὶ τὴν γραμματική, εἶναι, ἀκριβῶς, οἱ Ἀλεξανδρινοί! Αὐτοὶ εἶναι «οἱ ἀρχαῖοι» μας στὴν τέχνη τῆς γραφῆς, οἱ ὁποῖοι ἐφηῦραν τοὺς τόνους, τελειοποίησαν τὴν ἀρχαϊκὴ καὶ πρωτογενὴ ἀκόμη γραφὴ ποὺ παρέλαβαν (ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὸ μάρμαρο καὶ τὸν πηλό), γιὰ νὰ γίνει ἡ γλῶσσα μας παγκόσμια καὶ αἰώνια. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν στολιδιῶν τῆς γραφῆς μας εἶναι, συνεπῶς, ἐξέλιξις, πλουτισμὸς τῆς ἀρχαίας κληρονομιᾶς· ὁ ἐξοβελισμός τους εἶναι πτώχυνση καὶ ἀκρωτηριασμός. Ἡ ὑπεράσπισις τοῦ πολυτονικοῦ, λοιπόν, δὲν εἶναι στείρα προγονολατρία, ἀλλά, ἀντιθέτως, πραγματικὴ ἀποδοχὴ τῆς ἐξελίξεως, καὶ ἐπαφὴ μὲ τὴν διαχρονικὴ γλωσσική μας κληρονομιά. Δὲν εἶναι τὸ παρελθόν, ἀλλὰ γέφυρα πρὸς αὐτό, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξανὰ στὸ παρὸν καὶ στὸ μέλλον. Δὲν εἶναι πορεία πρὸς τὰ πίσω, ἀλλὰ ἀνακύκλωση τοῦ χρόνου, κατάργησις τῆς χρονικῆς γραμμικότητος καὶ διαρκὴς ἀναζωογόνηση τοῦ παρελθόντος στὸ παρὸν καὶ μαζὶ στὸ μέλλον.

    Ἀκόμη καὶ τὴν αἰσθητικὴ τῆς γραφῆς, τὴν ἔπλασαν οἱ αἰῶνες καὶ οἱ γενεὲς γενεῶν τῶν προγόνων μας, ὅπως οἱ αἰῶνες τῆς Ἑλληνικῆς Φύσεως τοὺς κολπίσκους τῶν ἀκτῶν μας. Στὴν λεπτότητα καὶ τὴν χάρι τῶν στολιδιῶν τῆς γραφῆς μας ἀντανακλοῦν τὰ κύματα τοῦ Αἰγαίου, τὰ κιονόκρανα τῶν ἀρχαίων ναῶν μας, οἱ ἀκτογραμμὲς τῶν νησιῶν καὶ τῶν βουνῶν μας, τὰ ξωκκλήσια μας καὶ τ᾿ ἀμπέλια μας, ὅπως μᾶς τονίζει ὁ Ἐλύτης, οἱ δίπλες τῆς φουστανέλας τῶν κλεφταρματολῶν μας καὶ τὰ μαῦρα κοντυλογραμμένα φρύδια τῶν κοριτσιῶν μας. Ἡ βάρβαρη βιομηχανικὴ ἰσοπέδωσις τῆς γραφῆς μας, τὸ φασιστικὸ κούρεμα μὲ τὴν ψιλὴ τῶν φωνηέντων, ποὺ θέλει τὰ γράμματά μας, ἄχαρα ἐργαλειακὰ ἐξαρτήματα βγαλμένα ἀπὸ τὸν βιομηχανικὸ τόρνο, συνιστᾶ πολιτιστικὸ ἔγκλημα, μὲ ἀνυπολόγιστες προεκτάσεις.

  • Χρυσόστομος Παπασπύρου, Χημικὸς - Γλωσσολόγος, ἐκπαιδευτικὸς στὸ Εἰδικὸ Ἑνιαῖο Λύκειο Κωφῶν & Βαρηκόων Ἁγίας Παρασκευῆς:
    Εἶμαι ἀνήκοος. Ὅταν ἤμουν τριῶν χρονῶν περίπου, ἔχασα ὁριστικὰ τὴν ἀκοή μου. Ἔκτοτε δὲν θυμᾶμαι πλέον τί εἶναι ἡ αἴσθησι τοῦ ἤχου, τί σημαίνει αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερο βίωμα ν᾿ ἀκοῦς, ν᾿ ἀφουγκράζεσαι, ν᾿ ἀντιλαμβάνεσαι τὸν ἦχο μὲ τὰ γνωρίσματά του. Θυμᾶμαι ὅτι μέχρι ἐκείνη τὴν περίοδο τῆς ζωῆς μου συνομιλοῦσα μὲ τοὺς γύρω μου, ἄκουγα παιδικὰ παραμύθια καὶ τραγουδάκια, ὅπως κάθε ζωηρὸ παιδὶ ποὺ ὁρμᾷ νὰ ἐξερευνήσῃ τὸν κόσμο. Ἀλλὰ δὲν θυμᾶμαι τὸ ἀκουστικὸ βίωμα. Ἡ φθογγόγλωσσα ἔπαψε πλέον νὰ ἔχῃ ἠχητικὴ ὑπόστασι γιὰ μένα.

    Ἔ, καὶ λοιπόν; Χάνοντας τὴν ἠχητική της ὑπόστασι ἡ ἑλληνικὴ φθογγόγλωσσα ἀπέκτησε γιὰ μένα μίαν ἄλλη, ἀπροσμέτρητα σημαντικὴ ὑπόστασι: τὴν ὀπτική. Θυμᾶμαι πολὺ ἔντονα, σὰν νὰ εἶναι ἀκόμα ἡ πρώτη φορά, τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν συγκίνησι ποὺ μοῦ προκαλοῦσαν οἱ γραπτὲς λέξεις, καθὼς ἔδειχναν νὰ ὑφαίνουν τὸ χαρτὶ καὶ νὰ ἀποτυπώνουν τὴν πανδαισία τῶν παραστάσεων μὲ τὶς ἀριστοτεχνικὲς πινελιὲς ποὺ ἔρριχναν πάνω τους οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα.

    Μεγάλωσα καὶ μεστώθηκα μὲ τὸ πολυτονικό. Ἡ ψιλή, ἡ δασεῖα, ἡ ὀξεῖα, ἡ βαρεῖα καὶ ἡ περισπωμένη ἔμοιαζαν στὰ μάτια μου μὲ ἕνα ἀπόλυτα συγχρονισμένο κουϊντέττο ποὺ τραγουδοῦσε τὴν μελῳδία τῆς ψυχῆς τῶν λέξεων ποὺ διάβαζα καὶ ἔγραφα. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα ἐξιστοροῦσαν μπροστὰ μου ἕνα τεράστιο μήνυμα, ἕνα μήνυμα ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκρυπτογραφηθεῖ μόνο ἀπὸ τὶς γυμνὲς λέξεις: τὸ μήνυμα τῆς μακραίωνης μελῳδικῆς προσωδίας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὸ παρελθὸν γινόταν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ παρόν, ἡ ἱστορικὴ μνήμη χιλιετηρίδων γινόταν ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ καλειδοσκοπικὸ ὀπτικὸ βίωμα στὸ παρόν.

    Δὲν μπορῶ νὰ τὸ περιγράψω καλύτερα. Καὶ δὲν προσπαθῶ νὰ κάνω γενικεύσεις. Ἀναφέρομαι μόνο σὲ μένα. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀκοῦνε, οἱ εὐήκοοι, πιθανὸν νὰ ἔχουν διαφορετικὴ ἄποψι γιὰ τὰ βιώματά τους. Τὰ σέβομαι, ἂν καὶ μοῦ εἶναι τρομερὰ δύσκολο, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἀδύνατο, νὰ ἀναπαραστήσω μέσα μου σὲ καθαρὰ διανοητικὴ μορφὴ τὰ ἠχητικὰ βιώματά τους, περνῶντας τα μέσα ἀπὸ τὸ κόσκινο τῆς φυσικῆς, ποὺ σπούδασα ἀργότερα. Γεγονὸς παραμένει, ὅτι τὸ πολυτονικὸ σύστημα ὄξυνε τὴν ὀπτική μου ἀντίληψι καὶ τὴν εὐαισθησία μου νὰ μπορῶ ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ διακρίνω ἄμεσα τὴν δόμησι καὶ τὴν ἐτυμολογικὴ προέλευσι τῶν λέξεων, νὰ μπορῶ νὰ ἐπικοινωνῶ μὲ τὴν ψυχή τους.

    Ὅταν κόντευα νὰ τελειώσω τὶς πανεπιστημιακὲς σπουδές μου στὴν χημεία, ἐπιβλήθηκε διὰ νόμου τὸ μονοτονικό. Ἦταν μεγάλο σὸκ γιὰ μένα. Ἔνοιωσα ὅτι κατὰ κάποιον τρόπο εἶχα ἀκρωτηριασθῆ. Οἱ λέξεις ἔμοιαζαν ἔκτοτε ταπεινωμένες, θλιμμένες. Δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ ἀναδίδουν στὸ χαρτὶ τὸ ἀπαράμιλλο ἄρωμα τῆς ψυχῆς τους. Φαινόταν ὅτι ἡ ἱστορικὴ γλωσσικὴ μνήμη θὰ συρρικνωνόταν. Ἀποφάσισα, λοιπόν, ἀφοῦ δὲν μοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ χρησιμοποιῶ ἐπισήμως τὸ πολυτονικό, νὰ τὸ διατηρήσω τοὐλάχιστον ζωντανὸ στὴν μνήμη μου, τοποθετῶντας το σὰν ἕνα εἶδος ἠθμοῦ ἀνάμεσα στὰ μάτια μου καὶ στὸ μονοτονικὸ ποὺ ἄρχισα νὰ χρησιμοποιῶ. Ἀποφάσισα νὰ μὴν ἐγκαταλείψω ποτὲ τὸ κουϊντέττο τῶν τριῶν τόνων καὶ τῶν δύο πνευμάτων ποὺ μὲ εἶχαν μεστώσει. Τὸ φυλάω μέσα μου σὰν θησαυρὸ μὲ τὴν ἄρρητη ὑπόσχεσι νὰ τὸ ξαναφέρω στὴν χαμένη του πατρίδα, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.

    Σήμερα εἶμαι σχεδὸν πενῆντα χρονῶν. Ἔχω πίσω μου σπουδὲς στὴν χημεία καὶ στὴν γλωσσολογία, ποὺ μοῦ ἔχουν δώσει ἀνεκτίμητες γνώσεις γιὰ νὰ μελετῶ καὶ νὰ κατανοῶ τὸν κόσμο. Ἡ κύρια ἐπαγγελματική μου δραστηριότητα στὴν δευτεροβάθμια ἐκπαίδευσι ἀνηκόων, ὅπου διδάσκω μὲ τὴν λεγόμενη δίγλωσση μέθοδο, δηλαδὴ μὲ χρῆσι τῆς ἑλληνικῆς κινηματικῆς γλώσσας (sign language, langue des signes, Gebärdensprache) καὶ τῆς γραπτῆς ἑλληνικῆς φθογγογλώσσας, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ἑρευνητικὴ καὶ διδακτική μου δραστηριότητα στὴν τριτοβάθμια ἐκπαίδευσι μοῦ ἔχουν δώσει τὴν ἀπαραίτητη πεῖρα, ὥστε νὰ μπορέσω νὰ ἀποστασιοποιηθῶ ἀπὸ τὴν παράλογη διαμάχη σχετικὰ μὲ τὸ διαβόητο «γλωσσικὸ ζήτημα» καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ δῶ τὴν ἀντιπαράθεσι μεταξὺ πολυτονικοῦ καὶ μονοτονικοῦ μέσα ἀπὸ μία κατὰ τὸ δυνατὸν ἀντικειμενικότερη προοπτική.

    Οἱ φυσικὲς γλῶσσες τοῦ ἀνθρώπου διαθέτουν πάντα δύο εἰδῶν ἀξίες, καὶ συγκεκριμένα τὴν ἐργαλειακὴ (instrumental) καὶ τὴν συμβολικὴ (symbolic) ἀξία. Ἡ ἐργαλειακὴ ἀξία μίας γλώσσας προσμετρᾶται μὲ κριτήριο τὴν ἱκανότητά της νὰ ἀνταποκρίνεται ἀποτελεσματικὰ στὶς ἐπικοινωνιακὲς ἀπαιτήσεις ποὺ ἐγείρονται στὸ κοινωνικὸ περιβάλλον τῆς ἐν λόγῳ γλώσσας. Ἡ συμβολικὴ ἀξία, ἀντίθετα, προσμετρᾶται μὲ κριτήριο τὸ πολιτισμικό της περιεχόμενο, τὸ ὁποῖο ἀναδεικνύει μία ἀπαραγνώριστη ἱστορικὴ διάστασι. Κάθε γλῶσσα, πέρα ἀπὸ κατ᾿ ἐξοχὴν μέσον ἐπικοινωνίας, ἀποτελεῖ τὸν κύριο φορέα πολιτισμοῦ τῆς ἀντίστοιχης κοινότητας ἀνθρώπων, καὶ ἀκριβῶς ἡ συμβολικὴ ἀξία κάθε γλώσσας εἶναι αὐτὸ ποὺ σμιλεύει καὶ ἀνασμιλεύει τὴν συλλογικὴ ἱστορικὴ μνήμη τῆς γλωσσικῆς κοινότητας στὸ διάβα τοῦ χρόνου. Ἡ συγχρονία καὶ ἡ διαχρονία ἀποτελοῦν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μεθοδολογικὲς ἔννοιες στὴν ὑπηρεσία τῆς γλωσσολογίας μὲ σκοπὸ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν πληρέστερη ἀνάλυσι καὶ διερεύνησι τοῦ γλωσσικοῦ φαινομένου. Στὴν ἔμπρακτη, ζωντανὴ γλωσσικὴ ἀλληλεπίδρασι συγχρονία καὶ διαχρονία συνυπάρχουν ἀδιάρρηκτα συνυφασμένες ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη. Τὸ γλωσσικὸ παρελθὸν ἀφήνει πάντα τὸ «ἀποτύπωμά» του στὸ γλωσσικὸ παρόν, περνῶντας ἐξελικτικὰ ἀπὸ στάδιο σὲ στάδιο.

    Αὐτὴ ἡ ἰδιαιτερότητα ἐνισχύεται μὲ τὴν γραπτὴ ἀναπαράστασι τῶν γλωσσῶν. Ἡ ἐγγενὴς ἰδιότητα τῆς γραφῆς νὰ παγιώνει τὰ γλωσσικἀ δείγματα προσάπτει, ἑπομένως, στὶς γραπτῶς ἀναπαραστάσιμες γλῶσσες ἕνα ἀδιαμφισβήτητο πολιτισμικὸ πλεονέκτημα ἔναντι τῶν γλωσσῶν χωρὶς γραπτὴ ἀναπαράστασι. Ὅταν μία γλῶσσα διαθέτει γραπτὴ ἀναπαράστασι, εἶναι εὐνόητο ὅτι τὸ σύστημα γραφῆς τῆς γλώσσας αὐτῆς βελτιστοποιεῖται σ᾿ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περίπτωσι, ὅπου λαμβάνεται ὑπ᾿ ὄψι ἡ ἰσοζυγισμένη καὶ ἁρμονικὴ συναρμογὴ καὶ τῶν δύο εἰδῶν ἀξιῶν, δηλαδὴ τῆς ἐργαλειακῆς καὶ τῆς συμβολικῆς ἀξίας. Ὅταν δίδεται ἄνιση προσοχὴ μόνο στὴν μία ἀπὸ τὶς ἀξίες αὐτές, τότε εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ σύστημα γραφῆς ποὺ ἐπιλέγεται δὲν βελτιστοποιεῖται.

    Ἡ θεσμοθετημένη εἰσαγωγὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος γιὰ τὴν γραπτὴ ἀναπαράστασι τῆς ἑλληνικῆς φθογγογλώσσας ἀπὸ τὸ 1982 καὶ μετὰ φαίνεται ὅτι ἔγινε μὲ ἄκρως μεροληπτικὴ στάσι ἀπέναντι στὶς ἀξίες αὐτές, ὑπερεκτιμῶντας τὴν ἐργαλειακὴ καὶ ὑποτιμῶντας τὴν συμβολικὴ ἀξία τῆς ἑλληνικῆς φθογγογλώσσας. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἁπλουστεύει καὶ διευκολύνει τὴν γραφή, διότι ἀπὸ καθαρὰ τεχνικὴ ἐπικοινωνιακὴ προοπτικὴ οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα δὲν φαίνονται, ἐκ πρώτης ὄψεως, νὰ συμβάλλουν στὴν ἐργαλειακὴ ἀξία τῆς γραφομένης ἑλληνικῆς. Ὅμως, μετὰ ἀπὸ προσεκτικότερη παρατήρησι, αὐτὸ τὸ μᾶλλον σχετικὸ ἐργαλειακὸ πλεονέκτημα ἀποκαλύπτεται ὡς δυσανάλογα μικρὸ σὲ σύγκρισι μὲ τὴν τεράστια ἀπώλεια συμβολικῆς ἀξίας ποὺ ἐπισυμβαίνει βαθμιαῖα. Ὅταν, στὴν Ἀλεξανδρινὴ ἐποχή, εἰσήχθησαν στὴν γραπτὴ ἀναπαράστασι τῆς ἑλληνικῆς οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, ὑπῆρχε ἕνας πολὺ σημαντικὸς λόγος: ἡ προσωδία εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐκλείπῃ. Γιὰ νὰ μπορέσῃ, ἑπομένως, ἡ γραφὴ νὰ ἀναπαραστήσῃ τὸ ἱστορικὸ παρελθὸν τῆς ἑλληνικῆς, διατηρῶντας καὶ προάγοντας τὴν συμβολικὴ της ἀξία, ἐπινοήθηκαν οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, στοιχεῖα ποὺ διεμόρφωσαν ἕνα εἶδος ὀπτικῆς προσῳδίας. Τὰ «περιττὰ στολίδια», ὅπως αὐτὰ χαρακτηρίζονται μερικὲς φορές, δὲν εἶναι, ὅμως, καθόλου περιττά, διότι ἀναδεικνύουν σὲ βάθος καὶ μία ἐργαλειακὴ διάστασι: ὀξύνουν τὴν ὀπτικὴ ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα καὶ διευκολύνουν τὴν γνωσιακὴ προσπέλασι στὸν τρόπο δομήσεως τῶν λέξεων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χρησιμοποιῆται ἡ ἑλληνικὴ πιὸ ἀξιόπιστα καὶ δημιουργικὰ στὴν μεταβίβασι ἐπικοινωνιακῶν μηνυμάτων.

    Ἴσως εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸ τεράστιο ἀτόπημα ποὺ ἔγινε το 1982 καὶ νὰ ἐπαναφέρουμε τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα στὴν χαμένη τους πατρίδα, νὰ ἀπαλλάξουμε τὶς λέξεις ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ τὴν θλῖψι τους, νὰ τὶς «δοῦμε» πάλι νὰ τραγουδοῦν τὴν μελῳδία τῆς ψυχῆς τους...

  • Νῖκος Δημητριάδης, Φιλόλογος:
    Σκοπὸς τοῦ Ὀργανισμοῦ γιὰ τὴν Διεθνοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας εἶναι νὰ διαδώσει τὴν Ἑλληνική Γλώσσα σὲ ὄλο τὸν κόσμο, σὲ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν Ἑλληνικὴ καταγωγὴ ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτοὺς ποὺ εἶναι ξένοι. Μὲ τὸν ὅρο «διεθνοποίηση» ἐννοοῦμε ὅτι ἐπιχειροῦμε νὰ διαδώσουμε τὴν Γλώσσα, ὄτι ὑποστηρίζουμε τὴν διδασκαλία της στοὺς ἐπιθυμοῦντες νὰ τὴν γνωρίσουν, ὅτι διαμηνύουμε τὸ περιεχόμενο καὶ τὴν ἀξία της ὥστε νὰ γίνει αὐτὴ γνωστὴ ὡς ὄργανο ἐπικοινωνίας ἀλλὰ καὶ ὡς ἀξία ἐκπολιτιστική, ὅπως ἔχει ἀποδειχθεῖ διὰ μέσου τῶν αἰώνων.

    Στὰ πλαίσια αὐτῆς τῆς εὐγενοῦς —πιστεύουμε— ἐπιδιώξεώς μας, ὑποστηρίζουμε τὴν διατήρηση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος, ὄπου αὐτὸ εἶναι ἀποδεκτὸ καὶ ὠφέλιμο, ἀναγνωρίζοντες τὶς δυσκολίες ποὺ ὐπάρχουν γιὰ τὴν πλήρη ἐπαναφορά του στὸν γραπτό μας λόγο.

    Τὸ μονοτονικὸ καθιερώθηκε ἀπὸ τὸ ΠΔ 297/1982, μὲ τροπολογία ποὺ προτάθηκε κατὰ τὴν Συνεδρίαση τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων στὶς 11-01-1982. Ὁ τρόπος ποὺ ψηφίστηκε ἐνόχλησε ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπῆρχε αἰτιολογημένη ἀπόφαση, βάσει συζητήσεων, μὲ τὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, μὲ τὰ Πανεπιστήμια, μὲ τοὺς Συλλόγους πνευματικοῦ κύρους.

    Μετὰ τὴν δημοσίευση τοῦ ΠΔ ἄρχισε ἡ ἐφαρμογὴ μὲ πολλὲς δυσκολίες, ἔγιναν πολλὲς ἀλλαγὲς στὰ ἐκπαιδευτικὰ βιβλία καὶ ἡ διδασκαλία τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν σταδιακὰ ὑποβαθμίστηκε. Καὶ παρ᾿ ὄλον ὅτι μετὰ ἀπὸ μερικὰ χρόνια διαπιστώθηκε τὸ σφάλμα τῆς μειώσεως τῶν ὡρῶν διδασκαλίας καὶ ἔγινε προσπάθεια ἐπανεντάξεως τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικών στὸ ὡρολόγιο πρόγραμμα διδασκαλίας, τὸ πλῆγμα, ποὺ τότε εἶχε δεχθεῖ ἡ γλώσσα δὲν ἐπουλώθηκε. Τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ διδάσκονται, ἀλλὰ ὄχι ἀρκετὰ καὶ ὄχι σ᾿ ὅλους τοὺς μαθητὲς μὲ τὴν ἴδια ἔνταση καὶ μέθοδο. Τὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ ὅμως δὲν εἶναι περιττὸ μάθημα ἢ μουσειακὸ εἶδος. Εἶναι ἡ μητέρα τῆς γλώσσας μας ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ νέος καὶ ἡ νέα διδάσκονται ἔννοιες, συλλογισμούς, αἰσθητική, ἀνθρωπισμό, ἐπιστῆμες καὶ πολιτισμό. Τὸ σύστημα τῶν τόνων, ἐν προκειμένῳ τὸ πολυτονικό, εἶναι μέρος τῆς γλωσσικῆς μας κληρονομιᾶς, δὲν ἀπετέλεσε τροχοπέδη γιὰ τὴν μόρφωση τῶν νέων μας, δὲν ἀνέστειλε την πρόοδο στὸν τομέα τῆς τεχνολογίας καὶ τῶν ἐπιστημῶν, δὲν στέρησε πολύτιμο χρόνο ἀπὸ τὴν προετοιμασία τῶν παιδιῶν μας γιὰ τὴν ἀνάληψη τῶν εὐθυνῶν τους στὴν Κοινωνία. Οἱ διδάσκοντες στὰ Σχολεῖα ἐδῶ καὶ ἀρκετὰ χρόνια ὁμιλούν συχνὰ γιὰ τὴν πενία τῆς γλώσσας μὲ τὴν ὁποία οἱ διδασκόμενοι διατυπώνουν τὶς σκέψεις τους στὸν γραπτὸ καὶ στὸν προφορικὸ λόγο.

    Πολλοὶ πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας, ἐξ ἄλλου, διαμαρτύρονται γιὰ τὴν ὑποβάθμιση τῆς γλώσσας στὰ τηλεοπτικὰ μέσα. Ἡ κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ δὲν ἔφερε τὴν ἀναμενόμενη πρόοδο.

    Ἴσως καὶ νὰ ἐπέδρασε στὴν παρακμή της. Ποιό εἶναι τὸ αἴτημα ποὺ διατυπώνεται; Νὰ σεβασθοῦμε τουλάχιστον αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐκφράζονται μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα, νὰ μὴν τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γράφουν μὲ τὸν τρόπο ποὺ συνήθισαν καὶ ποὺ τοὺς ἐκφράζει. Εἶναι τόσο ἁπλὸ αὐτὸ τὸ αἴτημα. Δὲν προκαλεῖ ἀναστάτωση καὶ δὲν πλήττει τὴ γλώσσα μας. Ὕστερα ὑπάρχουν καὶ νέοι ἄνθρωποι ποὺ γιὰ διαφόρους λόγους ἐπιθυμοῦν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν παραδοσιακὴ γραφή. Ἂς ἀφήσουμε τὴν γλώσσα νὰ ἐξελιχθεῖ ἀβίαστα χωρὶς νομοθετικὲς ρυθμίσεις ποὺ βιαίως μεταβάλλουν τὸν ροῦν της. Ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα «ἀπέδειξε» ὅτι ἔχει ἀντοχή, εὐελιξία καὶ σφρῖγος, στοιχεῖα ποὺ τῆς ἐπιτρέπουν νὰ ἀνανεώνεται δημιουργικά!

  • Δημήτριος Φιλίππου, Μηχανικός:
    Πρῶτα-πρῶτα θὰ πρέπει νὰ πῶ πὼς δὲν εἶμαι ἀπὸ τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ πολυτονικοῦ, ἀλλὰ — ἴσως παραδόξως — ἐξακολουθῶ νὰ τὸ χρησιμοποιῶ. Γιατί λοιπὸν δὲν ὑποστηρίζω ἀπολύτως τὸ πολυτονικό, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κατέχω καὶ τὸ χρησιμοποιῶ;

    Κατ᾿ ἀρχάς, τὸ πολυτονικὸ ἔχει συνδεθεῖ στὴν συνείδησή μου μὲ ἡμιμαθῆ στοιχεῖα ποὺ μᾶλλον κακὸ παρὰ καλὸ ἔχουν κάνει στὴν πολιτικὴ καὶ πολιτιστικὴ ζωὴ τῆς Ἑλλάδας. Ἀκόμα καὶ σήμερα μοῦ φαίνεται ὑποκριτικὸ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ πολυτονικὸ ἀφενὸς ἀπὸ ἕναν ἀποτυχημένο καὶ ἄκρως συντηρητικὸ πρώην πρόεδρο τῆς Ἑλλάδας, καὶ ἀφετέρου ἀπὸ ἕναν ὑπερφιλόδοξο καὶ δόλιο ἱεράρχη, ποὺ σὲ δύσκολους καιροὺς ἁπλῶς μελετοῦσε καὶ γι᾿ αὐτό — κατὰ τὰ λεγόμενά του — ἀγνοοῦσε τὸν γύψο στὸν ὁποῖο εἶχε μπεῖ ὅλη ἡ χώρα.

    Κατὰ δεύτερο λόγο, τὸ πολυτονικὸ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύστημα γραφῆς, τὸ ὁποῖο μάλιστα ἀπαιτεῖ καὶ τὴν μηχανικὴ ἀπομνημόνευση πολλῶν κανόνων. Ἂν ἀκόμα ἀρκετοὶ ἐκδοτικοὶ οἶκοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπιμένουν στὸ πολυτονικό, αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς οἱ ἑπόμενες γενεὲς δὲν θὰ δημιουργήσουν λογοτεχνικὰ ἀριστουργήματα γραμμένα στὸ μονοτονικό. Κι ἂν πολλοὶ τῆς γενιᾶς μας καὶ παλαιότεροι μίσησαν τὸ πολυτονικό, εἶναι ἐπειδὴ μίσησαν τοὺς πάμπολλους κανόνες ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀπομνημονεύσουν μὲ τὸ στανιό.

    Καὶ νὰ ὅμως πού, παρὰ τοὺς ἐνδοιασμούς μου, ἐξακολουθῶ νὰ γράφω στὸ πολυτονικό. Γιατί νὰ μὴν παραδοθῶ κι ἐγὼ στὸ μονοτονικό;

    Ἴσως ἐπειδή, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φασιστοειδὴ πολυτονικὴ ἡμιμάθεια, ὑπάρχει καὶ ἡ «προοδευτικιὰ» ἀμάθεια τῆς εὐκολίας. Οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι, βολεμένοι στὴν λογικὴ τῆς ἥσσονος προσπάθειας, ἀπαιτοῦν θέση στὸ πανεπιστήμιο, ἐνῶ δὲν ξέρουν νὰ γράψουν καλὰ-καλὰ τὸ ὄνομά τους ... στὸ μονοτονικό. Κι οἱ δάσκαλοί τους κόπτονται πρωτίστως γιὰ τὸν μισθό τους, καὶ κατὰ δεύτερο λόγο γιὰ τὴν διδασκαλία ὁρισμένων βασικῶν γνώσεων καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωση σωστῶν χαρακτήρων. Ἔτσι, ἡ ἀντίστασή μου στὸ μονοτονικὸ ἀποτελεῖ πλέον πράξη διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς ἄθλιας κατάστασης ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν χῶρο τῆς ἑλληνικῆς ἐκπαίδευσης.

    Ἕνας ἄλλος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἐξακολουθῶ νὰ γράφω στὸ πολυτονικό, εἶναι ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ δεχτῶ οὔτε τὸν τρόπο ἐπιβολῆς τοῦ μονοτονικοῦ (τὸ ψήφισμα μιᾶς κοιμισμένης «προοδευτικιᾶς» Βουλῆς ἐν ἔτει 1982), οὔτε τὴν μετέπειτα λογικὴ τῆς ἰσοπέδωσης τῶν πάντων. Οἱ κλασικοὶ συγγραφεῖς μοιάζουν σὰν μιλοῦν μιὰ ξένη γλώσσα ὅταν ἀποσπάσματα κειμένων τους παρατίθονται περιστασιακὰ στὸ μονοτονικὸ στὶς στῆλες σοβαρῶν ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων. Ὁ ΟΕΔΒ ξεγύμνωσε ἀπὸ τόνους καὶ πνεύματα τὰ κείμενα τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐνῶ γνωστὸς ἐκδοτικὸς οἶκος ἔκρινε πὼς τὰ ποιήματα τοῦ Καβάφη διαβάζονται καλύτερα στὸ μονοτονικό. (Δὲν μπορῶ νὰ ξέρω ἂν οἱ ἀρχαῖοι κλασικοὶ θὰ ἔπαιρναν τὸ μέρος τοῦ πολυτονικοῦ ἢ τοῦ μονοτονικοῦ. Αὐτοὶ ἄλλωστε ἔγραφαν μὲ κεφαλαῖα, χωρὶς τόνους καὶ χωρὶς σχεδὸν κανένα σημεῖο στίξης. Πάντως γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Καβάφη, μπορῶ νὰ ὑποθέσω πῶς ἂν ἤξεραν ὅτι θὰ δεινοπαθοῦσαν μιὰν ἡμέρα ἡ Φόνισσα καὶ οἱ Ποσειδωνιᾶται στὰ χέρια τῶν «μονοτονικῶν», θὰ ἔκαναν μπαλάκια τὰ χαρτιά τους, θὰ τὰ μασοῦσαν καὶ θὰ τὰ κατάπιναν, ἀντὶ νὰ τὰ δώσουν στὸν τυπογράφο.) Τὸ νὰ γράφω στὸ πολυτονικὸ εἶναι μία πράξη σεβασμοῦ πρὸς τοὺς προηγούμενους, ὅλους ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ γραπτὰ ἔφτασαν ἕως ἐμένα στὸ πολυτονικό.

    Ἕνας τρίτος λόγος ποὺ μὲ κάνει νὰ γράφω στὸ πολυτονικὸ εἶναι ἡ ἀντίσταση στὴν ἐπικράτηση τῆς προχειρότητας. Τὸ μονοτονικὸ καὶ ἡ ἁπλουστευμένη ὀρθογραφία μᾶς κάνει συχνὰ περιπατητὲς ἐν σκοτίᾳ κι ἐμεῖς νομίζουμε πὼς βρισκόμαστε στὴν ... Σκωτία. Τὰ Ἁπλά, τὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα ποὺ σχεδιάστηκαν πρὶν ἀπὸ δύο αἰῶνες σχεδὸν γιὰ τὸ πολυτονικό (προφανῶς), σήμερα χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τυπογράφους γιὰ τὸ μονοτονικό. Κι ἂν τοὺς πεῖς τίποτα, σοῦ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορά. Ἔφυγαν πιὰ οἱ περισσότεροι μάστορες τυπογράφοι, κι ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ γράφω στὸ πολυτονικὸ σὰν μιὰ πράξη μνήμης — ἕνα μνημόσυνο — στὴν χαμένη καλαισθησία.

    Ξέρω πὼς 25 χρόνια μετὰ τὴν ἅρπα-κόλλα ἐπιβολή του, τὸ μονοτονικὸ ἔχει πλέον ἐπικρατήσει. Ξέρω πὼς τὸ μονοτονικὸ δὲν φταίει γιὰ ὅσα τοῦ καταλογίζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τοῦ κρατῶ κακία. Εἰλικρινὰ δὲν ΠΟΛΥπιστεύω πὼς θὰ ἐπανέλθει τὸ πολυτονικό. Ὅμως χρησιμοποιῶ τὸ πολυτονικὸ σὰν μιὰ πράξη ἀντίστασης στὴν τεμπελιὰ καὶ τὴν ἀμάθεια τῶν καιρῶν μας, σὰν ἕνα ἐλάχιστο «Εὐχαριστῶ!» γιὰ τὰ κείμενα ποὺ κληρονομήσαμε ἀπὸ παλαιότερες γενεές, καὶ σὰν μιὰ μικρὴ προσπάθεια ἀνατροπῆς τῆς προχειρότητας καὶ τῆς κακογουστιᾶς ποὺ τείνει νὰ γίνει ὁ κανόνας τῆς ζωῆς μας.

  • Νικόλαος Βεντούρας, Πληροφορικός:
    Τὰ ἐπιχειρήματα τόσο τῶν (ἐπονομαζόμενων) προοδευτικῶν ὅσο καὶ τῆς (ἐπονομαζόμενης) δεξιᾶς ἐκκινοῦν ὅλα ἀπὸ τὴν ἴδια ὀπτικὴ ἡ ὁποία διατρέχει τὴν γραμμὴ τοῦ διαλόγου ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς δύο βουλευτὲς καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ φθάνοντας μέχρι τὸ τελευταῖο σχόλιο στὸ ὕστατο ἱστολόγιο. Φίλοι καὶ ἐχθροὶ τοῦ πολυτονικοῦ συναντῶνται στὴν ἐπικέντρωσή τους στὸ αἴτημα τῆς χρησιμότητας. Οἱ μὲν προσπαθοῦν νὰ τὸ περάσουν ὡς χρησιμότατο, ἰκανὸ ἀκόμη καὶ νὰ γιατρέψει τὴν δυσλεξία (!), οἱ δὲ ὡς ἔνα ἀπηρχαιωμένο ἀπομεινάρι τὸ ὁποῖο δὲν μᾶς προσφέρει τίποτα πλέον.

    Πράγματι, αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸ ἐπιχείρημα τῆς προοδευτικῆς κριτικῆς: ὅτι δηλαδή, τὸ ἐπικοινωνιακὸ περιεχόμενο διατηρεῖται αὐτούσιο καὶ χωρὶς τοὺς τόνους, ἑπομένως ποιά ἡ χρησιμότητά τους; Πάνω σὲ αὐτό, ἡ πολυτονικὴ πτέρυγα προσπαθεῖ νὰ ἐφεύρει διάφορες ἐκδοχὲς τῆς χρησιμότητας, ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γλωσσικῆς ἰκανότητας μέχρι τὴν καταπολέμηση τῆς δυσλεξίας. Στὸ μέλλον ἴσως προσθέσουν καὶ ὅτι κρατάει τὰ παιδιὰ μακρυὰ ἀπὸ τοὺς δρόμους.

    Μοῦ φαίνεται ἐντυπωσιακὴ ἡ τόση σύμπνοια στὸ ὅτι ἂν εἶναι νὰ ὑπερασπιστοῦμε ἢ νὰ ἐξωβελίσουμε ἕνα κομμάτι τοῦ πολιτισμοῦ μας θὰ τὸ κάνουμε μὲ βασικὸ (μόνο!) κριτήριο τὴν χρησιμότητα. Σὲ ποιό κομμάτι τῆς διαδρομῆς χάσαμε τὸν δρόμο ἀπὸ τὰ μάτια μας καὶ ἀποφασίσαμε ὅτι ὁ πολιτισμὸς εἶναι ἕνα λογιστικὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν;

    Στὸ σχολεῖο δὲν διδασκόμαστε μόνο ἀρχαῖα. Διδασκόμαστε ἐπίσης λογοτεχνία καὶ ποίηση. Σὲ τί χρησιμεύει ἡ ποίηση ἢ ἡ λογοτεχνία; Θὰ μοῦ πεῖτε πὼς χρησιμεύουν στὸν ἐκπολιτισμό, στὴν διάπλαση τοῦ ἀτόμου κ.λπ. Πῶς τὸ πράττουν ὄμως αὐτό; Μὲ τὸ περιεχόμενό τους ἢ καὶ μὲ τὴ μορφή τους; Ἂν ἐφαρμόσουμε ἐδῶ τὰ ἐπιχειρήματα ποὺ διαβάζουμε ἐναντίον τοῦ πολυτονικοῦ (δὲν μεταφέρει ἀξιοποιήσιμη πληροφορία, τὸ περιεχόμενο μεταδίδεται καὶ χωρὶς τοὺς τόνους, κ.ο.κ.), τότε εἶναι σὰν νὰ λέμε ὅτι στὴν τέχνη μετράει μόνο τὸ περιεχόμενο. Εἶναι γνωστὸ πόσο ἀφελὴς εἶναι αὐτὴ ἡ ἄποψη ὅσο ἀφορᾶ στὴν τέχνη, ὥστε ἀκόμη καὶ ἕνας προοδευτικὸς μὲ δυσκολία θὰ τὴν ξεστόμιζε. Πόσο διαφορετικὴ εἶναι ὅμως ἀπὸ τὴν ἄποψη περὶ τῆς ἀχρηστίας τῶν τόνων ὡς κενῶν περιεχομένου ἢ τὴν ἄποψη πὼς ἡ διδασκαλία τῶν ἀρχαίων εἶναι περιττή, ἀφοῦ ἀρκεῖ νὰ μεταφράσουμε τὰ ἀρχαῖα κείμενα στὴν δημοτικὴ γιὰ νὰ μεταδώσουμε τὸ περιεχόμενό τους;

    Ἡ γλώσσα ὡς τέχνη, ὀμορφιὰ καὶ τέχνημα, ἡ μορφὴ καὶ ἡ μορφολογία της, ἔχουν κάποια σημασία γιὰ ἐμᾶς ἢ μᾶς ἀρκεῖ ἡ μετάδοση πληροφορίας; Ἂν μᾶς ἀρκεῖ τότε γιατί νὰ μὴν ἀφήσουμε ἐξ᾿ ὁλοκλήρου τὰ ἑλληνικὰ γιὰ τὰ ἀγγλικά; (Γνωρίζω φυσικὰ πὼς ὀρισμένοι δὲν θὰ εἶχαν καμμία ἀντίρρηση ἐπ᾿ αὐτοῦ. Δὲν μποροῦμε νὰ ἀπαγορεύσουμε σὲ κανέναν νὰ ἐπιθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι). Ἀκόμα, φίλοι προοδευτικοί, εἶστε σίγουροι πὼς καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ νέτη σκέτη μετάδοση περιεχομένου μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν μορφή; Ὁ λόγος στὸν William Blake: «I have heard many People say, “Give me the Ideas. It is no matter what Words you put them into.” To this I reply, “Ideas cannot be Given but in their minutely Appropriate Words.”»

    Ὅ,τι ἰσχύει γιὰ τὶς λέξεις, ἰσχύει ἄραγε καὶ γιὰ τὰ στολίδια τους; Ὁ λόγος σὲ δικό μας ποιητή: «Ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ Ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια» (Ὀδ. Ἐλύτης). Μεγάλη ἡ διαφορὰ ἀπὸ τὸν προοδευτικὸ ἢ τὸν ἐθνικὸ λόγο, ὅπου οἱ τόνοι πρέπει νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀξία τους ἐργαζόμενοι, ὅπως οἱ κακομοίρηδες τοῦ Arbeit macht frei.

    Ὁ ὠφελιμισμός, ἐπὶ τοῦ θέματος, προοδευτικῶν καὶ ἐθνικῶν, σὰν νὰ λέμε (εὐρω)αριστερῶν καὶ δεξιῶν, δείχνει πὼς λίγο ἔχουν καταλάβει ἀπὸ τὰ μυστικὰ τῆς γλώσσας καὶ τὸ τί διακυβεύεται ἐδῶ. Εἶναι ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ κυριαρχία τοῦ περιεχομένου ἐπὶ τῆς μορφῆς ἦταν τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ πάλαι ποτὲ σοσιαλιστικοῦ ρεαλισμοῦ. Περιέργως ὅμως, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα τὸ κύριο χαρακτηριστικὸ τοῦ «ἀμερικάνικου ρεαλισμοῦ», δηλαδὴ τῆς κυρίαρχης σήμερα κουλτούρας, μὲ τὴν ἔμφασή της στὴ γραμμικὴ ἀφήγηση, τὰ dry facts, τὸ story-telling καὶ τὴν «οἰκονομία τῆς πληροφορίας».

    Ὅλα αὐτὰ μοῦ φέρνουν στὸ νοῦ ἐκεῖνο τὸν ἀρχαῖο μαθηματικὸ ὅπου ὅταν ὁ πλούσιος τὸν ὁποῖο ἐδίδασκε τὸν ρώτησε σὲ τί θὰ τοῦ χρησιμεύσουν ὅσα μαθαίνει, ἐκεῖνος φώναξε τὸν ὑπηρέτη του καὶ τοῦ εἶπε: «Βγάλε καὶ δώστου ἕναν ὀβολό, ἀφοῦ πρέπει πάντα νὰ ἔχει κέρδος ἀπὸ ὅ,τι μαθαίνει».

  • Γιάννης Γκέκας, Ἰδιωτικὸς ὑπάλληλος:
    Γεννήθηκα μετὰ τὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος καὶ ἔτσι διδάχτηκα τὸ πολυτονικὸ στὴ δευτεροβάθμια ἐκπαίδευση (Γυμνάσιο - Λύκειο). Σήμερα, ὅλα τὰ ἑλληνόπουλα ὑποχρεοῦνται νὰ φοιτοῦν σὲ σχολεῖα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν ἕξι μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν (δηλαδὴ τὸ Δημοτικὸ καὶ τὸ Γυμνάσιο). Αὐτὴ ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση περιλαμβάνει ὑποχρεωτικὰ τρία χρόνια διδασκαλίας τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς. Ἐπιπλέον, οἱ περισσότεροι φοιτοῦν καὶ στὸ Λύκειο γιὰ τρία χρόνια στὰ ὁποῖα τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ διδάσκονται ὑποχρεωτικὰ στὸ πρῶτο καὶ στὸ δεύτερο ἔτος, καὶ προαιρετικὰ στὸ τρίτο. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν εἶναι ὅτι μὲ τὸ τρέχον σύστημα, ὅλη ἡ ἑλληνικὴ νεολαία ἔχει διδαχθεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα γιὰ ἀπὸ τρία μέχρι ἕξι χρόνια. Ἔτσι, ὅπως εἶναι φυσικό, οἱ περισσότεροι (ἂν ὄχι ὅλοι) ξέρουν νὰ γράφουν πολυτονικά. Ἂν ἡ κυβέρνηση ἤθελε νὰ ἐπαναφέρει τὸ πολυτονικὸ σύστημα αὔριο, δὲ θὰ ἦταν τόσο δύσκολο νὰ προσαρμοστοῦν ὅλοι οἱ πολίτες.

    Ὅπως ὅλοι οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος, ἀμφισβητῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἠθικὴ «νομιμότητα» τῆς μεθόδου μὲ τὴν ὁποία καθιερώθηκε τὸ μονοτονικό. Πιστεύω ὅτι μία τέτοια ἀλλαγὴ στὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ ἔπρεπε νὰ εἶχε γίνει μόνο μὲ δημοψήφισμα. Ξέρω πολλοὺς ποὺ θὰ ἤθελαν τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πολυτονικοῦ καὶ ὁ μόνος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο διστάζουν εἶναι οἱ τεχνολογικοὶ περιορισμοί, δηλαδὴ τὸ πῶς θὰ γράφουν στὸν ὑπολογιστή. Πρέπει νὰ παραδεχτῶ ὅτι εἶναι πολὺ πιὸ δύσκολο σὲ σχέση μὲ τὸ μονοτονικό. Θεωρῶ ὅτι μόνος τρόπος νὰ ἀλλάξουν γνώμη εἶναι ἡ διανομὴ προγραμμάτων τὰ ὁποῖα θὰ καθιστοῦν πιὸ εὔκολη τὴ γραφὴ στὰ πολυτονικὰ στοὺς ὑπολογιστὲς καὶ ἕνας γρήγορος τρόπος μετατροπῆς μονοτονικοῦ κειμένου στὰ πολυτονικὰ (γιὰ τὰ κείμενα ποῦ ἤδη ὑπάρχουν). Τέτοια προγράμματα θὰ μποροῦσε νὰ τὰ διανέμει ἡ ἱστοσελίδα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων (τὸ ὁποῖο μέχρι στιγμῆς, μόνο πολυτονικὲς γραμματοσειρὲς διανέμει).

    Πιστεύω ὅτι μόνο κάποιος ποὺ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν πολιτιστική του κληρονομιὰ θὰ μποροῦσε νὰ κάνει τέτοια ζημιὰ στὴ γλῶσσα του. Παρόμοιες ἀλλαγὲς ἔκαναν οἱ κομμουνιστὲς τοῦ Μάο Τσετοὺνγκ στὴν Κίνα «ἁπλοποιώντας» τὴν κινέζικη γραφὴ ἐξαφανίζοντας ἑκατοντάδες ἀρχαῖα ἰδεογράμματα, καὶ οἱ κομμουνιστὲς στὴ Βουλγαρία, οἱ ὁποῖοι ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὶς θεωρίες τῆς Κομμουνιστικῆς Διεθνοῦς γιὰ τὴν ὕπαρξη «μακεδονικοῦ ἔθνους» στὰ Σκόπια, «μεταρρύθμισαν» τὴ γραφή τους γιὰ νὰ τονίσουν τὶς διαφορὲς μεταξύ τῶν γλωσσῶν τῶν Βουλγάρων καὶ τῶν «Μακεδόνων» ἐξαφανίζοντας καὶ παλιὰ (σλαβονικὰ) γράμματα ὅπως τὸ «γιάτ» (Ѣ/ѣ).

    Οἱ λαοὶ δὲν ξεχνοῦν τὴν κληρονομιά τους ὅμως: στὸ Χὸνγκ Κόνγκ, στὸ Μακάο καὶ στὸ Ταϊβάν, οἱ Κινέζοι ἐπιμένουν μέχρι σήμερα νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν αὐθεντικὴ κινέζικη γραφή, καὶ Βούλγαροι πολιτικοὶ ἔχουν ἐκφράσει ἐπιθυμία νὰ ἀναστρέψουν τὶς μεταρρυθμίσεις τῶν κομμουνιστῶν. Ἔτσι καὶ οἱ Ἕλληνες δὲ θὰ ξεχάσουν τὴν παμπάλαια ἑλληνικὴ γραφή. Δυσκολίες ὑπῆρχαν πράγματι στὸ παρελθὸν οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν στὴν καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ, ἀλλὰ χάρη στὴ σύγχρονη τεχνολογία, αὐτὲς οἱ δυσκολίες δὲν ὑπάρχουν πλέον. Ἂν οἱ Κινέζοι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμα καὶ μὲ τὴν ἁπλοποιημένη γραφὴ χρησιμοποιοῦν χιλιάδες χαρακτῆρες, μποροῦν νὰ γράφουν ἄνετα, τότε ἀσφαλῶς καὶ οἱ Ἕλληνες μποροῦν νὰ γράφουν ἄνετα μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα.

  • Ἀνδρέας Σταλίδης, Μαθηματικὸς - Ἀναλυτής:
    Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τοὺς λόγους ἐπαναφορᾶς τοῦ πολυτονικοῦ. Ὑπάρχουν ἐμπεριστατωμένες ἀναλύσεις ἀπὸ ἀξιόλογους ἀνθρώπους ποῦ διερευνοῦν τὸ ζωτικότατο ζήτημα τῆς γλώσσας καὶ τῶν τόνων. Θὰ μιλήσω ὅμως γιὰ ἕνα μεγάλο στοίχημα τῆς ἐπερχόμενης γενιᾶς.

    Ἔγραφε πρὶν μερικὰ χρόνια ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς τὴν ἀπογοήτευσή του γιὰ τὴ λήθη τοῦ πολυτονικοῦ καὶ ἐξέφραζε τὴν ἀπαισιοδοξία του μὲ τὴ φράση «ἡ ἔκπτωση ἀπὸ ὑψηλότερο σὲ χαμηλότερο ἐπίπεδο πολιτισμοῦ δὲν ἀντιστρέφεται». Τὸ κύρος καὶ ἡ ἀξιοπιστία ποὺ διακρίνουν τὸν καθηγητὴ εἶναι ἀναμφισβήτητα.

    Τὸ ἐνδιαφέρον, καὶ ἰδιαίτερα τῶν νέων ἀνθρώπων, γιὰ τὸ πολυτονικὸ ἀναζωπυρώνεται τὸ τελευταῖο διάστημα. Ὁ διορατικὸς ἄνθρωπος τὸ ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ πολλὲς πλευρές. Ἄνθρωποι ποὺ δὲν τὸ διδάχθηκαν καθόλου στὸ σχολεῖο (ἢ μόνο στὰ πρῶτα χρόνια τοῦ δημοτικοῦ σχολείου) ἀποκτοῦν ὁλοένα καὶ ἐντονότερη περιέργεια γιὰ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα. Ρωτᾶνε, μαθαίνουν, προσπαθοῦν νὰ γράψουν. Χαίρονται τὴ γλώσσα. Τὸ βλέπει κανεὶς σὲ τόσα ἱστολόγια στὸ διαδίκτυο, σὲ περιοδικά, στὴν αὔξηση τῶν ἐκδόσεων σὲ πολυτονικό.

    Τὸ στοίχημα τῆς ἑπόμενης γενιᾶς εἶναι ὅτι δὲν βλέπει τὴ δήλωση Γιανναρᾶ ὡς μία ἀκατανίκητη πραγματικότητα, ὡς ἕναν ἀκαταμάχητο ρεαλισμὸ ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴ σοφὴ κρίση ἑνὸς διανοούμενου. Τὸ στοίχημα γιὰ τὴν ἐπερχόμενη νέα γενιὰ εἶναι ὅτι βλέπει τὴ δήλωση ὡς ἄξια νὰ τὴν πολεμήσει κανείς, ὡς πρόκληση νὰ καταφέρει αὐτὸν τὸν μεγάλο ἆθλο ἀντιστροφῆς τῆς φυσικῆς πολιτισμικῆς ροῆς, νὰ πετύχει τὴ μετάβαση ἀπὸ χαμηλότερο σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο πράγμα. Ἀξίζει ὅμως νὰ δώσει κανεὶς τὴ μάχη!

  • Γιῶργος Βαλσάμης, Διευθυντὴς τοῦ ellopos.net:
    Ὁ πλοῦτος τῆς γλωσσικῆς μας παράδοσης δὲν σημαίνει μόνο περισσότερες λέξεις, ἀλλὰ περισσότερους τρόπους, περισσότερα αἰσθήματα, ἀπὸ ὅπου ἀντλοῦμε μεγαλύτερη ἑνότητα μὲ τὴν ἱστορία μας ἡ ὁποία θεμελιώνει τὴν συνολικὴ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ σὲ μεγάλο βαθμὸ τὴν ἱστορία τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Σημαίνει λοιπὸν ἡ καλὴ γλωσσικὴ παιδεία πνευματικὸ ὀργανισμὸ ἰσχυρότερο, ὑψηλότερο μέτρο καὶ μεγαλύτερη δυνατότητα σκέψης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καθαρὴ δυνατότητα, ἀλλὰ πραγματικότητα σκέψης ἀπὸ μόνη της. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία κράτησε τὴ γλῶσσα τῆς Λειτουργίας ἀκόμη καὶ στὴν τουρκοκρατία, καὶ γενικὰ “ἐπέτυχε στὸ θέμα τῆς γλώσσας τὴ χρυσὴ τομή: στὴ λατρεία της διετήρησε τὴν καθιερωμένη γλωσσικὴ μορφή, ἐνῶ στὸ κήρυγμα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξαιρέσεις τῶν ἀπροσγείωτων ἀρχαιοπλήκτων, δέχθηκε τὴ δημώδη (τὰ ρωμαίικα), καταφάσκοντας, ἔτσι, τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα σ’ ὅλες τὶς ἱστορικὲς μορφές της». [1]

    Μεγάλο βῆμα πρὸς τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ἀφασία ἔγινε μὲ τὴν ἐπίσημη κατάργηση πνευμάτων καὶ τόνων. Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, ὁ πολυτονισμὸς αἴφνης χαρακτηρίζεται «τροχοπέδη στὶς προσπάθειες τῶν μαθητῶν γιὰ κατάκτηση τῆς γλώσσας καὶ γιὰ οὐσιαστικὴ μόρφωση»! [2] Πιστεύω πὼς ἤδη ἔχει ἀποδειχτεῖ πόσο πιὸ οὐσιαστικὴ ἔγινε ἡ μόρφωση καὶ πόσο κατακτήθηκε ἡ γλῶσσα. Μὲ δεδομένη τὴ σημασία ποὺ ἔχει ἡ ἀπόφαση τοῦ παραπολιτικοῦ τυχοδιωκτισμοῦ, ἡ ἐπέμβαση στὸ τονικὸ σύστημα ὡς ἐὰν αὐτὸ δὲν εἶχε παρὰ μιᾶς δεκαετίας ἱστορία, μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες καὶ μὲ τὴν χυδαία συνδρομὴ τῆς ἀκαδημικῆς ματαιογνωσίας, τῶν κτηνῶν τῶν τετράποδων, ποὺ δὲν ξέρουν τί εἶναι γλῶσσα, ὅπως σχολίασε ὁ Καστοριάδης, εἶναι φανερὸ ὅτι νέος διχασμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ διενεργεῖται. Μερικοὶ λένε ὅτι ὀφείλουμε νὰ «σώσουμε» τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά! Τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ δὲν εἶναι (πρὸς τὸ παρὸν) μουσειακὸ εἶδος καὶ ἄρα δὲν χρειάζονται καμμιά σωτηρία, ἐμεῖς τὰ χρειαζόμαστε, ὅπως δὲν χρειάζονται οἱ τόνοι σωτηρία, ἀλλὰ ἐμεῖς τοὺς χρειαζόμαστε. Θὰ καταντήσουμε τυχάρπαστος νεοπλουτίστικος συρφετός, καὶ ὅμως θὰ ἔχουμε πολιτισμό;

    Τὸ δευτερογενὲς δὲν εἶναι ὁπωσδήποτε καὶ ἐπουσιῶδες. Ἂν ὁ προφορικὸς λόγος προηγεῖται, ὁ ἴδιος αὐτὸς λόγος καὶ ἡ κοινωνία τὴν ὁποία σήμαινε, ἔδωσε τὸ γραπτὸ σῶμα τους στὰ ὁμηρικὰ ἔπεα, ὅπου ἀργότερα ἐντάχθηκαν, ὄχι χωρὶς λόγο καὶ πάλι, τονικὰ σημεῖα. Ἡ αὔξηση αὐτὴ δὲν ἦταν ἐπουσιώδης καὶ περιστασιακὴ (ἂν ὄχι παραμορφωτικὴ) τοῦ ἀρχικώτερου σώματος.

    Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ἕνα στοιχεῖο ποὺ καθένας μπορεῖ νὰ καταλάβει ἀμέσως, ὅτι στὴν ἀπουσία τῶν τόνων ἀντιστοιχοῦσε συνεχὴς γραφὴ καὶ μεγαλογράμματη. Ἂν θέλαμε οὐτοπικῶς ἔστω ἐπιστροφὴ στὸ πιὸ πρωταρχικό, θὰ χρειαζόταν νὰ γράφουμε καὶ μεῖς χωρὶς κενὰ ἀνάμεσα στὶς λέξεις, καὶ μὲ μεγάλα γράμματα. Μία ἀπὸ τὶς θεμέλιες λειτουργίες τοῦ πολυτονισμοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἡ τήρηση τῆς συνοχῆς, τὴν ὁποία διασποῦν οἱ ἀποστάσεις ἀνάμεσα στὶς λέξεις. (Καὶ) γι᾿ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητη ἐπίσης ἡ χρήση τῆς βαρείας, τὴν ὁποία μερικοὶ ὑποτιμοῦν.

    Ἡ σημερινὴ ἀπόπειρα κατάργησης τοῦ πολυτονισμοῦ, στὸν βαθμὸ ποὺ θὰ κυριαρχεῖ, θὰ σημαίνει ὁπωσδήποτε ἀφανισμὸ τοῦ λόγου τὸν ὁποῖο ἐκλήθη νὰ διενεργεῖ ὁ πολυτονισμός. Ἀλλὰ ὡς οὐσιώδης λόγος, ἀφανιζόμενος προετοιμάζει μετάλλαξη τοῦ ὅλου γλωσσικοῦ σώματος.

    Ἐδῶ ποὺ ἔχουμε καταντήσει, ἀσφαλῶς δὲν ἀποκλείεται ἀκόμη καὶ ὁ ἐκλατινισμὸς τοῦ ἀλφαβήτου, κατὰ τὰ ὑψηλὰ πρότυπα τῆς Τουρκίας, τὶς δὲ ἐπιπτώσεις στὸν προφορικὸ λόγο θὰ τὶς δοῦμε κυρίως στὸ ἀπώτερο μέλλον, ἂν ἡ μεταρρύθμιση ἰσχύσει, διότι στὴν σημερινή μας προφορὰ καὶ τὴν ὅλη συνείδηση ἐξακολουθεῖ νὰ συμμετέχει ἡ μακραίωνη χρήση τοῦ πολυτονικοῦ. Ἐπειδὴ μιὰ γενιὰ μεγάλωσε ἄτονη καὶ ἀπνευμάτιστη, δὲν σημαίνει ὅτι εἴδαμε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔρθουν σιγὰ-σιγά, ὥστε κάποια στιγμὴ θὰ βρεθοῦμε ἴσως ἀνίκανοι νὰ θυμηθοῦμε ἀκόμη καὶ τὶς αἰτίες τῆς πτώσης, μία μόνο ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μονοτονικὴ σκέψη.

    Εἶναι δυνατὸ νὰ προσδιοριστεῖ κάθε παράμετρος τῆς μετάλλαξης; Ὁρισμένες διαστάσεις εἶναι βέβαιες καὶ ἀπὸ μόνες τους ἱκανές, ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν γνωρίζαμε. Τέτοιες διαστάσεις καταγράφει ἡ «Κίνηση τῶν πολιτῶν γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος», στὴν πιὸ πλήρη σχετικὰ μὲ τὸ κρίσιμο αὐτὸ θέμα ἱστοσελίδα (www.polytoniko.gr). Ἀπὸ ἐδῶ παραθέτω ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ Ἐλύτη:

    «Θέλω νὰ πιστεύω —καὶ ἡ πίστη μου αὐτὴ βγαίνει πάντοτε πρώτη στὸν ἀγώνα της μὲ τὴ γνώση— ὅτι, ὅπως καὶ νὰ τὸ ἐξετάσουμε, ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια.»

    Πολλὰ μπορεῖ νὰ σημαίνει ἡ παράγραφος αὐτή, τὴν ὁποία οἱ λάτρεις τῆς μονοτονίσεως θὰ διάβαζαν ἴσως σὰν μιὰ «ὡραιολογία» ἀνεύθυνη καὶ ἀσήμαντη. Ὅποια φιλολογικὴ χρησιμότητα καὶ ἂν ἔχουν οἱ τόνοι, σημαίνουν ἐπίσης ἕνα καθῆκον τὸ ὁποῖο μᾶς κληροδότησαν οἱ πολύτονες γενιές, τὸ καθῆκον νὰ μήν ἔχουμε γλῶσσα-κώδικα, ἀλλὰ εἰκονιστική, εἰκαστική, ζωντανή, ἀναλογική, πέραν τῆς ἁπλῆς χρησιμοθηρίας ἢ σημειώσεως. Ὁ μοντέρνος ἐκσυγχρονισμός, θαμπωμένος ἀπὸ τὴν τεχνοεπιστήμη τοῦ δυτικοῦ ἀτόμου, περιφρονεῖ μιὰ κοινωνία ἡ ὁποία ζητεῖ μύηση στὴν πραγματικότητα καὶ ὄχι διαχείριση καὶ ὑποταγή της.

    Καθένας μπορεῖ νὰ μαθαίνει τοὺς τόνους καὶ νὰ διδάσκει τὰ παιδιά του. Δὲν εἶναι δύσκολο! Τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται γιὰ νὰ μή χρησιμοποιοῦμε τόνους, δὲν εἶναι οὔτε χαμηλὴ εὐφυΐα, οὔτε ἔλλειψη πειθαρχίας, ἀλλὰ ἡ ἀποφασισμένη περιφρόνηση γιὰ τὴ γλῶσσα, τὴ  σκέψη καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἑλλάδας. Ἂς ἀφεθεῖ τὸ προνόμιο αὐτὸ στὴ Βουλὴ καὶ τὴν Ἀκαδημία, ἐφόσον τὸ θέλησαν καὶ τὸ διεκδίκησαν, κι ἐμεῖς νὰ μαθαίνουμε τοὺς τόνους, ἔχοντας ἔτσι διπλὸ κέρδος, γιατὶ θὰ ὠφελεῖται ἡ σκέψη μας ἐν γένει, ἀλλὰ καὶ θὰ δυναμώνει ἡ ἐπίγνωση μιᾶς συγκεκριμένης ἐλευθερίας, τῆς δυνατότητας ποὺ ἔχουμε στὰ πιὸ οὐσιαστικὰ ζητήματα νὰ μὴν ἐξαρτώμαστε ἀπὸ τὸν πιθανὸ τυχοδιωκτισμὸ τῶν ἡγετῶν μας.

    (Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://www.ellopos.net/gr/polytonic.asp)

    [1] Μεταλληνός, «Ἡ συνέχεια τοῦ Γένους μετὰ τὴν Ἅλωση», Ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης, ἐπιμ. Εὐ. Χρυσός, Ἀθήνα 1994, σ. 327.

    [2] Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, 11 Ἰαν. 1982.

  • Κατερίνα Σωκρατίδου, Ὑπάλληλος σὲ ναυτιλιακὴ ἑταιρεία:
    Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ μέ βρῆκε μαθήτρια Γυμνασίου ποὺ σημαίνει ὅτι εἶχα ἤδη διδαχθεῖ τὸ πολυτονικὸ σύστημα γιὰ 7 χρόνια. Στὴν ἀρχὴ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ συγκρατῶ τὸ χέρι νὰ μὴν βάζει πνεύματα καὶ τόνους. Ὅμως προσαρμόστηκα καὶ ἐγὼ ὅπως καὶ οἱ περισσότεροι Ἕλληνες. Δὲν κάθησα νὰ ἀναλύσω ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ ἦταν σωστὴ ἢ λάθος. Ἄλλωστε δὲν ἄκουσα κανέναν νὰ ἐκφράζει τὴν ἀντίθεσή του. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὄτι δὲν ὑπῆρχαν ἀντίθετες ἀπόψεις. Ἁπλῶς δὲν ἔφθασαν σὲ μένα.

    Κι ἔτσι πορεύθηκα μέχρι τὸ τρίτο ἔτος στὸ πανεπιστήμιο ὅταν κάποιοι φίλοι μεγαλύτεροι σὲ ἡλικία μοῦ ἐξήγησαν τὴν χρησιμότητα τοῦ πολυτονικοῦ. Ἐπέστρεψα λοιπὸν στὴν πολυτονικὴ γραφὴ στὰ προσωπικά μου γραπτά, καθὼς δημόσια δὲν ἦταν ἐπιτρεπτό. Συνέχισα νὰ γράφω γιὰ πολλὰ χρόνια, περισσότερο ἀπὸ συνήθεια, χωρὶς νὰ κατανοῶ πλήρως τὰ πλεονεκτήματά του. Μέχρι ποὺ τὰ μειονεκτήματα τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος καὶ τῆς τεχνοκρατικῆς παιδείας ἔγιναν πλέον φανερά. Ἄρχισα νὰ συνειδητοποιῶ πόσο φτωχότερη παιδεία ἔχουν λάβει οἱ νεώτερες ἀπὸ μένα γενιές. Συγχρόνως κατάλαβα κατὰ ἀντιστοιχία πόσο λιγότερη καλλιέργεια ἔχει ἡ δική μου γενιὰ σὲ σχέση μὲ τὴν γενιὰ τῶν γονιῶν μου ἤ τῶν παππούδων μου. Θυμᾶμαι πὼς ἡ γιαγιά μου, ἐνῶ εἶχε φοιτήσει μόνο στὸ σχολαρχεῖο, μιλοῦσε καὶ ἔγραφε σωστά, μὲ πλούσιο τοπικὸ ἰδίωμα, μὲ ἐκφραστικότητα καὶ τονισμό. Γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθῶ στοὺς ἀνθρώπους ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ποὺ φοίτησαν στὸ πανεπιστήμιο.

    Ποιά εἶναι ἡ σχέση ἐκείνης τῆς ἐκπαίδευσης μὲ τὴν τωρινή; Καὶ ποιά εἶναι πλέον ἡ δική μας εὐθύνη; Ὅλο καὶ πληθαίνουν οἱ φωνὲς γιὰ τὴν ἰσοπέδωση τῆς ἐκπαίδευσης, τὴν ἁπλοποίηση τῆς γλώσσας, τὸν ἀφελληνισμὸ τῶν Ἑλλήνων. Γιατί λοιπὸν νὰ μὴν ἔχουμε τὴν γενναιότητα καὶ τὴν ἑτοιμότητα νὰ κάνουμε μιὰν ἄλλη ἐπανάσταση; Νὰ ἀγωνιστοῦμε κατὰ τῆς εὐκολίας, τῆς τεμπελιᾶς, τῆς ἡδονοθηρίας, τοῦ καταναλωτισμοῦ. Νὰ ἀντισταθοῦμε σὲ κάθε τί ποὺ μᾶς προβάλλει τὸ σύστημα ὡς ἀπαραίτητο ὑλικὸ ἀγαθό. Νὰ ξεπεράσουμε τὸ στενὸ ἀτομικιστικὸ συμφέρον ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἄγονη καὶ μίζερη ζωὴ καὶ νὰ ξαναβροῦμε τὰ πνευματικὰ ἰδεώδη. Νὰ πάρουμε ὁ καθένας στὰ χέρια του τὴν καλλιέργεια καὶ τὴν μόρφωση τοῦ ἑαυτοῦ του, τῶν παιδιῶν του, τῶν ἐγγονῶν του. Τί περιμένουμε ἀπὸ τὸ κράτος; Γιατὶ τώρα μπορεῖ νὰ μὴν ὑπάρχει τουρκικὸς ζυγός ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ δαμόκλειος σπάθη τῆς παγκοσμιοποίησης. Κάτι πολὺ πιὸ ὕπουλο ποὺ ἐξαγοράζει συνειδήσεις μὲ ὑποσχέσεις ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ὁ νεοέλληνας μένει παραλυμένος καὶ ὑπνωτισμένος μπροστὰ στὴν προοπτικὴ ἀπόκτησης καινούριου μοντέλου κινητοῦ τηλεφώνου, μεγαλύτερης ὀθόνης πλάσματος τηλεόρασης καὶ πιὸ σύγχρονου πολυμορφικοῦ αὐτοκινήτου. Καὶ ἔτσι ξεχνᾶ ἤ μᾶλλον δὲν ἔχει καταλάβει ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο χάνει τὴν ταυτότητά του, χάνει τὸν ἑαυτό του. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς μέσα του, δὲν ὐπάρχει ἕνα πρόσωπο ποὺ θὰ εὐτυχίσει μὲ τὰ ὑλικὰ ἀποκτήματα. Διότι τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ μᾶς γεμίζουν χαρὰ καὶ εὐτυχία μόνο ὅταν εἶναι τὸ μέσον γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνὸς πνευματικοῦ σκοποῦ.

    Οἱ Ἕλληνες τὸ 1821 ἐπαναστάτησαν γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ἐλευθερία, ὄχι ὑλικὰ ἀγαθά. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ στὸ ἔπος τοῦ ᾿40. Ὁ πόθος γιὰ τὴν ἐλευθερία κράτησε τὴν ἀντίσταση ἀπέναντι στοὺς Γερμανούς. Ἀπὸ πάντα στὸν Ἕλληνα ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας εἶναι αὐτὸς ποὺ τὸν ὁλοκληρώνει, τοῦ δίνει νόημα καὶ σκοπό. Ἀφαιρώντας του τὴν πνευματικότητα, τὴν καλλιέργεια, τοῦ ἀφαιρεῖς τὸν ρόλο του στὴν ἱστορία, τὸν σκοπό του στὴν ζωή.

    Τὸ ἐρώτημα εἶναι, ἂν ἐπιλέγει ὁ καθένας μέσα του νὰ προδώσει τὸν ρόλο του καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ μόνιμα στὴν χώρα τῶν Λωτοφάγων. Χώρα δίχως μνήμη μὲ κατοίκους βυθισμένους στὴν ἀποχαύνωση τῶν ἀπολαύσεων.

    Ἐπειδὴ θεωρῶ ὅτι δὲν ἀξίζει τέτοια κατάντια στὴν Ἑλλάδα καὶ τέτοιοι ἀνάξιοι πολίτες νὰ τὴν κατοικοῦν, καλῶ ὅλους τοὺς Ἕλληνες νὰ ἀντισταθοῦν καὶ νὰ πολεμίσουν γιὰ νὰ μὴν χάσουν τὴν ταυτότητά τους καὶ τὸν ρόλο τους. Γιατὶ θέλει ἀρετὴ καὶ τόλμη ἡ ἐλευθερία καὶ εἰδικὰ ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία.

  • Νῖκος Θεοδώρου, Μαθηματικός:
    Μὲ τὸ πολυτονικὸ σύστημα ἦρθα σὲ ἐπαφὴ ἀρκετὰ μικρός, στὰ χρόνια τοῦ Δημοτικοῦ, ὅταν ἡ μητέρα μου, ἐράστρια τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ἐπέμενε νὰ διαβάζω παιδικὰ βιβλία γραμμένα σὲ διάφορες (πολυτονικὲς) ἀπόψεις περὶ νέας ἑλληνικῆς. Τότε (στὸ δεύτερο ἥμισυ τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿80) τὸ ὅλο θέμα μὲ ξένιζε, καθὼς στὸ σχολεῖο διδασκόμασταν τὴ βαριὰ δημοτικὴ καὶ τὴν ἀντίστοιχη προπαγάνδα ἐπὶ τοῦ θέματος.

    Ὅταν στὴν Α΄ Λυκείου (1994) διδάχθηκα γιὰ πρώτη φορὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, εἶδα ὅτι τὰ μακρὰ καὶ τὰ βραχέα φωνήεντα, οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα, ἡ δοτικὴ πτώση καὶ τὰ ἀρχαιόκλιτα οὐσιαστικὰ καὶ ἐπίθετα ἀποτελοῦσαν ἕνα ἐνιαῖο σύστημα, ποὺ συγκροτοῦσε τὴ γραμματικὴ ὄχι μόνο τῶν ἀρχαιοτέρων μορφῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς σύγχρονης μορφῆς τῆς γλώσσας. Ὁ γραπτός μας λόγος, «κλειδωμένος» μέσα στὸ σύστημα τῆς ἐπίσημης γραμματικῆς τῆς «δημοτικῆς» τοῦ Ο.Ε.Δ.Β., χρησιμοποιοῦσε συχνὰ σχήματα καὶ τύπους τῆς «καθαρεύουσας», ὥστε τελικὰ νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἐνιαῖο σύνολο, μιὰ κοινὴ σύγχρονη μορφὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

    Κατέληξα στὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ σωστότερος τρόπος νὰ γράψει κάποιος/α σωστὰ νέα ἑλληνικὰ εἶναι νὰ ἐρευνήσει ὅλους τοὺς τύπους καὶ τὰ κατὰ καιροὺς προταθέντα συστήματα, καὶ νὰ κατασκευάσει τὸ δικό του/της, αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο θὰ νιώθει ὄμορφα καὶ ὁλοκληρωμένα.

    Τὸ δικό μου τέτοιο σύστημα περιλαμβάνει τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, σὲ μορφὴ λίγο πιὸ συνεπῆ πρὸς τὴν ἱστορικότητα τῆς γλώσσας ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο τοῦ Τριανταφυλλίδη (πού, παρ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι πολὺ καλὸ γιὰ ὅσους/ες ἀσχολοῦνται γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τὸ πολυτονικό).

    Γιὰ ἐμένα, ἡ χρήση ἑνὸς προσωπικοῦ γλωσσικοῦ συστήματος, θεσπισμένου ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν πραγματικότητα ἀλλὰ μὴ περιορισμένο ἀπὸ τὴν κρατικὴ γραμματική, ἀποτελεῖ ἄσκηση τοῦ πρωτογενοῦς δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας ἐκφράσεως ποὺ (πρέπει νὰ) ἔχει κάθε πολίτης καὶ κάθε πολίτιδα μιᾶς ἐλεύθερης καὶ δημοκρατικῆς κοινωνίας. Ὁ νόμος δὲν μπορεῖ νὰ περιορίζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γράφουμε σὲ συγκεκριμένα ὀρθογραφικὰ καὶ γραμματικὰ σχήματα, γιὰ κανένα λόγο· καὶ σίγουρα ὄχι γιὰ τοὺς γελοίους λόγους ποὺ χρησιμοποιοῦνται συνήθως. Δυστυχῶς, τόσο ὁ νόμος ἐπιβολῆς τοῦ μονοτονικοῦ (1228/1982) ὅσο καὶ οἱ προγενέστεροι (περὶ δημοτικῆς) καὶ οἱ μεταγενέστεροι (περὶ ἁπλοποιήσεως τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας) παραβιάζουν ἀκριβῶς τὴν παραπάνω ἀρχή, καὶ γι᾿ αὐτὸ εἶναι κατ᾿ ἐμὲ κατακριτέοι.

    Βέβαια, γιὰ νὰ ποῦμε καὶ τοῦ στραβοῦ (καὶ τῆς στραβῆς) τὸ δίκαιο, αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν ἀναφέρονται στὸ πῶς γράφουμε στὰ προσωπικά μας κείμενα· ἀναφέρονται στὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο ἐπικοινωνοῦν μὲ τοὺς/τὶς πολῖτες/ίτισσες καὶ μεταξύ τους οἱ δημόσιες ὑπηρεσίες (διοίκηση) καὶ στὸ σύστημα ποὺ διδάσκεται στὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα (ἐκπαίδευση). Πέραν ὅμως τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ ἐκπαίδευση γίνεται ἔτσι μονομερὴς καὶ στρατευμένη, στὴν πράξη οἱ νόμοι θεμελιώνουν ἕνα «ἐπίσημο» γλωσσικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο, ὅσοι καὶ ὅσες δὲν πολυασχολοῦνται μὲ τὸ θέμα ὀνομάζουν «καθιερωμένο» καὶ «σωστό» (!) καὶ ὄχι μόνο τὸ ἀκολουθοῦν ἄκριτα, ἀλλὰ κατακρίνουν ὅσους καὶ ὅσες προτιμοῦν κάτι διαφορετικό. Ἔτσι, στὴν πράξη, ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων μεταφέρεται καὶ στὴν καθημερινὴ ζωή.

    Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον νὰ μὴν χρησιμοποιεῖται τὸ πολυτονικὸ σύστημα, ἀπὸ ὅποιους/ες θέλουν. Οἱ ὑπολογιστὲς τὸ ὑποστηρίζουν ἐγγενῶς (τὰ λειτουργικὰ συστήματα, τὰ διάφορα προγράμματα καὶ οἱ διαδικτυακὲς ὑπηρεσίες χρησιμοποιοῦν, κατὰ το μᾶλλον ἢ ἦτον, Unicode) καὶ γραμματοσειρὲς ὑπάρχουν διαθέσιμες πολλές, τόσο ἐλεύθερες ὅσο καὶ ἐμπορικές. Ὅσο γιὰ τὴν ἐκμάθησή του, δὲν εἶναι καθόλου δύσκολη· ὅποιος/α θέλει νὰ τὸ μάθει, κάθεται καὶ τὸ μαθαίνει· ὅποιος/α δὲν θέλει, γράφει μονοτονικῶς. Ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβάλλει τὶς ἐπιλογές του/της στοὺς/στὶς ἄλλους/ες.

  • Ἰακὼβ Δ. Ἀδάμης (Jacob J. Adams), Μαθητὴς λυκείου στὶς Η.Π.Α.:
    Ὁ κόσμος μας εἶναι κόσμος πολλαπλῶν ἐπιλογῶν. Ἐπιλέγουμε τί θὰ φᾶμε καὶ τί θὰ φορέσουμε. Ἐπιλέγουμε τὰ ἐπαγγέλματά μας καὶ τὰ χόμπυ μας. Ἐπιλέγουμε σὲ ποιά ἐκκλησία θὰ ἀνήκουμε, ἢ σὲ καμία. Ἑπομένως θὰ ἔπρεπε νὰ μποροῦμε νὰ ἐπιλέξουμε καὶ ἀνάμεσα στὴν γραφὴ τῆς ἑλληνικῆς σὲ μονοτονικὴ ἢ σὲ πολυτονικὴ ὀρθογραφία. Παρόλο ποὺ δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἐπαναστάτη πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση ἔκανε ἕνα μεγάλο λάθος ὅταν μεταρρύθμισε τὸν τονισμὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὸ μονοτονικὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλούστερο, ἀλλὰ τὸ πολυτονικὸ εἶναι ἀναμφισβήτητα πιὸ ὄμορφο γιὰ τὸ μάτι τοῦ ἀναγνώστη καὶ δὲν θἄπρεπε ἡ χρήση του νὰ περιορίζεται στοὺς φίλους τῆς παράδοσης καὶ στοὺς πανεπιστημιακοὺς σὰν καὶ ἐμᾶς. Παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν νοιώθω τὴν ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλλω τὴν χρήση του σὲ αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἀρέσει. Ἁπλῶς, ὅπως ὅλοι μας ἔχουμε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς τοῦ φαγητοῦ, τῆς ἔνδυσης, τῆς ἐπαγγελματικῆς σταδιοδρομίας καὶ τῆς θρησκείας, ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσης τοῦ μονοτονικοῦ ἢ τοῦ πολυτονικοῦ, ἀκόμα καὶ σὲ ἐπίσημα ἔγγραφα. Ὁρμώμενος ἀπὸ αὐτὴ τὴν πεποίθησή μου συμπεριλαμβάνω σὲ αὐτὴ τὴν μαρτυρία καὶ τὴν παρακάτω εἰκόνα ποὺ περιέχει, γραμμένο ἀπὸ τὸ χέρι μου, τὸ «Πάτερ ἡμῶν»: ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ συχνὰ μεταφρασμένα κείμενα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ γραφικός μου χαρακτήρας μπορεῖ νὰ ξενίσει πολλοὺς ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς εἶναι ἀναγνώσιμος, ὁ τρόπος ποὺ γράφω εἶναι ἀποκλειστικὰ προσωπική μου ἀπόφαση! Εὔχομαι τὸ κειμενάκι μου αὐτὸ καὶ ἡ συνημμένη εἰκόνα νὰ καθοδηγήσουν τὴν Κίνηση γιὰ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ πολυτονικοῦ ὥστε νὰ εἶναι εἰρηνικὴ καὶ νὰ ἐνημερώσει ὅσους ἐνδιαφέρονται ἔτσι ὥστε οἱ φίλοι τῆς παράδοσης, οἱ φιλόλογοι καὶ οἱ λογοτέχνες νὰ ἀκουσθοῦν ἐπιτέλους, καὶ ἴσως μιὰ μέρα ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνηση νὰ ἀναγνωρίσει τὸ πολυτονικὸ σὰν νόμιμο ἐναλλακτικὸ τρόπο γραφῆς, ἰσάξιο τοῦ μονοτονικοῦ. (Μτφρ ἀπὸ τὰ ἀγγλικά: ΓΧ)

  • Χατζηνικολάου Δημήτριος, Καθηγητὴς ἀγγλικῆς:
    Γιατί δὲν ἐγκρίνω τὴν μονότονο καὶ ἀπνευμάτιστο γραφή. Ὀνομάζομαι Χατζηνικολάου Δημήτριος, γεννήθηκα τὸ 1975 στὴν Βέρροια Ἠμαθίας καὶ εἶμαι καθηγητὴς ἀγγλικῆς. Ὅποτε μεταχειρίζομαι τὸν γραπτὸ λόγο στὴν μητρική μου γλῶσσα καὶ μοῦ δίδεται ἡ δυνατότης ἐξ ἐπόψεως τεχνολογίας, γράφω σχεδὸν πάντοτε στὸ πολυτονικό. Πράττω τοῦτο συνειδητὰ γιὰ τοὺς παρακάτω λόγους:

    1. Εἶμαι ὑπερήφανος γιὰ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν γραμματεία τῶν Ἑλλήνων, ὄχι μόνον τῶν ἀρχαίων ἀλλὰ καὶ τὴν «κοινὴ» τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς (δηλ. τὴν γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου), ἀλλὰ καὶ τὴν γλῶσσα τοῦ Μεσαίωνα, εἴτε πρόκειται γιὰ τοὺς ἀρχαΐζοντες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὰ ποιητικώτατα τροπάρια εἴτε πρόκειται γιὰ τὰ ἀκριτικὰ τραγούδια. Θαυμάζω ἐπίσης τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Παλαμᾶ, τὸν Παπαδιαμάντη, τὸν Κόντογλου καὶ τὸν Μπαστιᾶ, οἱ ὁποῖοι, μεταξὺ ἄλλων, ἔγραφαν ἐξ ἴσου συνειδητὰ χρησιμοποιῶντας τὴν ἱστορική μας ὀρθογραφία. Τί καὶ ἂν εἶναι τὸ πολυτονικὸ μεταγενέστερο καὶ ἀπαιτεῖ λίγο περισσότερα —ἀμελητέα, ἀσφαλῶς— τυπογραφικὰ ἔξοδα; Δὲν θὰ γκρέμιζα μήτε τὸν Παρθενῶνα μήτε τὴν Ἁγία Σοφία. Εἶναι ἀρχιτεκτονικὰ ἀριστουργήματα — ἂς εἶναι χτισμένα κατόπιν πολλῶν αἰώνων ἀφ᾿ ὅτου ἄρχισαν νὰ γίνωνται ναοὶ τοῦ εἴδους των καὶ ἂς στοιχίζῃ ἡ συντήρησί τους.
    2. Εἶναι θέμα αἰσθητικῆς· τὸ μονοτονικὸ συγκρινόμενο μὲ τὸ πολυτονικὸ μοιάζῃ μὲ τὶς ἄχαρες πολυκατοικίες-κουτιὰ σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ τὰ νεο-κλασσικὰ οἰκοδομήματα.
    3. Εἶναι ζήτημα γοήτρου: εἶναι ντροπὴ νὰ ἔχουμε διατηρήσει τὸ πολυτονικὸ ὑπὸ συνθῆκες δουλείας, ἐλλιποῦς παιδεύσεως μέχρι καὶ ἀναλφαβητισμοῦ καὶ ἀνυπάρκτων τεχνολογικῶν μέσων καὶ νά το καταργοῦμε στὸν 20ὸ καὶ 21ο αἰῶνα.
    4. Ἡ διὰ νόμου ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι μνημεῖο συνταγματικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς προχειρότητος καὶ μισαλλοδόξου ἀντιδράσεως. Καὶ ἐξηγοῦμαι: βάσει τοῦ νῦν ἰσχύοντος συντάγματος, θὰ ἦταν ἄκυρος ὅποιος δήποτε νόμος περιέχων ἄσχετο πρὸς τὴν ἐπικεφαλίδα του («περὶ τεχνικῶν σχολείων») ἄρθρο. Ἀφ᾿ ἑτέρου, εἶναι ἀφελὲς νὰ ὑποστηρίζεται ὅτι ὅποιος προτιμᾷ τὸ πολυτονικὸ τάσσεται ὑπὲρ τῆς 21ης Ἀπριλίου 1967, π.χ. Ἡ χούντα δὲν ἔπλασε τὴν ὑπερτρισχιλιετῆ ἑλληνικὴ γλῶσσα — γιατί λοιπὸν ὡρισμένοι πολέμιοι τῆς δικτατορίας μάχονται καὶ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα;
    5. Ἀφίνω γιὰ τὸ τέλος τὸ ζήτημα τῆς συνεχείας τῆς πολιτιστικῆς ταὐτότητος διότι το θεωρῶ τὸ πλέον σημαντικό. Δὲν ἀναφέρομαι μόνον στὰ πρακτικὰ ὀφέλη ποὺ ἔχει τὸ πολυτονικὸ γιὰ τὴν ἐκμάθησι τῆς γλώσσης μας: μπορεῖ νὰ ἐξέλιπαν οἱ ἀρχικοὶ λόγοι ἐπινοήσεώς του ἀλλὰ ἐξυπηρετοῦνται καὶ ἄλλοι, οὗχ ἧττον ἀξιόλογοι στόχοι. Πέραν τούτου ὅμως, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψι, προέχει ἡ διατήρησι τοῦ συνδέσμου καὶ ἡ οἰκείωσι μὲ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ γραμματεία, ἡ ὁποία εἶναι ἀπείρως εὐκοπώτερη καὶ ἀβίαστη χάρις εἰς τὸ πολυτονικό.

    Τί λέτε λοιπόν; μόνον ὁ Πάπας διεκδικεῖ τὸ ἀλάθητο καὶ αὐτὸς σφάλλει, πιστεύω. Ἂς παραδεχθοῦμε τὸ λάθος μας καὶ ἂς πᾶμε σἂν ἄλλοτε μὲ ὀμορφιά, χάρι, σαφήνεια, συνέπεια καὶ συνέχεια. Ἂν στὴν ἀρχὴ τὰ πράγματα φαίνωνται δύσκολα, θυμηθῆτε τὸν Γεώργιο Δροσίνη: «Εὔκολο λάφυρο δέν το ζυγώνω· τὸ δυσκολόπαρτο μ᾿ εὐφραίνει μόνο». Τὸ www.polytoniko.gr τοῦ Δρ Χαραλάμπους μᾶς δείχνει τὸν δρόμο, ὅπως ὁ φαεσφόρος τοῦ Πλάτωνος πρὸς τοὺς δεσμώτας τοῦ σπηλαίου. Ἂς ἀνταποκριθοῦμε στὸ κάλεσμά του!

  • Αὐγουστῖνος Τσιριμῶκος, Δημοσιογράφος:
    Ἀνήκω στὴ γενιὰ ποὺ διδάχτηκε τὸ πολυτονικό σὲ ὅλες τὶς βαθμῖδες τῆς ἐκπαίδευσης, ἀφοῦ καὶ τὰ φοιτητικά μου χρόνια ἦταν τότε ποὺ «τά ᾿σκιαζε ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκωνε ἡ σκλαβιά», μεσούσης τῆς χούντας. Ἀπὸ ἀντίδραση στὸ ὄντως καταπιεστικὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τοῦ μετεμφυλιακοῦ κράτους καὶ στοὺς «καθαρευουσιάνικους» βερμπαλιστικοὺς μαργαρῖτες τῶν Ἀπριλιανῶν, στράφηκα πρὸς τὸ μονοτονικὸ ἀπὸ τὸ πρῶτο κι᾿ ὅλας ἔτος τῶν σπουδῶν μου (1971).

    Ἕντεκα χρόνια ἀργότερα, ἔχοντας ἤδη βάλει ἀρκετὸ νερὸ στὸ κρασί μου ἀναβαπτιζόμενος στὰ κείμενα ὄχι μόνον τῶν ἀρχαίων κλασσικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων λογοτεχνῶν τῆς νεώτερης Ἑλλάδας (Ροΐδης, Παπαδιαμάντης, ἀλλὰ καὶ Ἐλύτης, Ρίτσος, Βρεττάκος, Τερζάκης, Ταχτσής, Τσίρκας καὶ ἄλλοι, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός), καθὼς καὶ διανοητῶν ὅπως ὁ πάντοτε σπαρταριστός, ἀκόμα καὶ ὅταν διαφωνεῖς μαζί του, Ζουράρις, πόνεσα βαθύτατα ἀπὸ τὴν ἐν μίᾳ νυκτὶ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων μὲ διαδικασίες κοινοβουλευτικῆς δικτατορίας.

    Ἀλήθεια, σὲ τί διαφέρει ἡ διὰ νόμου ἐπιβολὴ τῆς συγκεκριμένης γλωσσικῆς μορφῆς ἀπὸ τὴ διὰ νόμου ἐπιβολὴ τῆς «ἁπλῆς καθαρευούσης, ἥτοι τῆς γλώσσης τῶν ἐφημερίδων» στὴν πρὸ χούντας τυραννίδα ποὺ ἐξέθρεψε Παπαδόπουλους καὶ Θεοφιλογιαννάκους;

    Ὡστόσο τὸ ἔγκλημα συνετελέσθη. Καί, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν κατὰ τὴ δικαστικὴ ἀπόφαση «στιγμιαῖο» χαρακτῆρα τοῦ πραξικοπήματος, αὐτὸ ἦταν καὶ παραμένει διαρκές. Ἡ ἀποκοπὴ τῶν «παιδιῶν τοῦ μονοτονικοῦ» ἀπὸ τὴν μέχρι καὶ τὸ 1982 μορφὴ τῆς γλώσσας καί, ἄρα, ἀπὸ τὴ λογοτεχνία μας (καταντήσαμε νὰ κυκλοφορεῖ ὁ Παπαδιαμάντης σέ... μετάφραση!!!), τὴν ἱστορία μας, τὴ διανόησή μας (ποιός φοιτητὴς μπορεῖ νὰ διαβάσει σήμερα ἄνετα τὰ βιβλία τοῦ Κάππου, τοῦ Δοξιάδη, τοῦ Θεοδωρακόπουλου, τοῦ Μαρινάτου κ.λπ.;) καὶ ἡ στελέχωση τῶν σχολείων μας μὲ δασκάλους καὶ καθηγητὲς ποὺ οὔτε τὸ μονοτονικὸ δὲν ξέρουν νὰ χειριστοῦν εἶναι ἡ χαριστικὴ βολὴ ἐπὶ ἑνὸς ἐκτελεσθέντος ἤδη θανατοποινίτου.

    Πῶς νὰ ἐπανέλθει τὸ πολυτονικό; Μὲ ποιούς δακτυλογράφους-στοιχειοθέτες (θέσεις πού, στὴν πλειονότητα τῶν ἐκδοτικῶν οἴκων, στελεχώνονται ἀπὸ νέους συνήθως ἀποτυχόντες στὶς εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις καὶ ἀποφοιτήσαντες ἀπὸ κάποια ἰδιωτικὴ σχολή), ποὺ νὰ μποροῦν καὶ νὰ ξέρουν νὰ γράφουν χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ «ὀρθογραφικοῦ ἐλέγχου» τοῦ Word; Μὲ ποιούς δασκάλους νὰ διδάξουν κάτι ποὺ ἀγνοοῦν πρῶτοι αὐτοί; Καὶ σὲ ποιούς μαθητές; Αὐτοὺς ποὺ δὲν διδάσκονται σήμερα οὔτε τὴ μονοτονικὴ γραμματικὴ συστηματικά, ἀκολουθῶντας τὸ τάχα μου «ὁλιστικὸ» σύστημα ἐκμάθησης τῆς γλώσσας, καὶ φθάνουν νὰ γράφουν ρηματικὲς καταλήξεις μὲ ὄμικρον καὶ νὰ μπερδεύουν καθ᾿ ἕξιν τὸ -μαι τοῦ παθητικοῦ ἐνεστῶτος μὲ το –με τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς;

    Δυστυχῶς ἀναγκάζομαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἀπαισιόδοξη θέση τοῦ κ. Γιανναρᾶ καὶ νὰ συνεχίσω ἁπλῶς νὰ ἀντιστέκομαι δονκιχωτικῶς μαζὶ μὲ μία δράκα συμπασχόντων στὴ λαίλαπα τῆς χρησιθηρίας ποὺ σαρώνει τὴν ὑφήλιο, συμπαρασύροντας καὶ τὴ σύνολη χώρα μου, τὴν ἱστορία της, τὴ μνήμη της καὶ τὸν «ἄχρηστο» πλέον πολιτισμό της.

    Μὲ μάταιη ἀγωνία

    Αὐγουστῖνος Τσιριμῶκος
    Δημοσιογράφος
    Γραφεῖο Τύπου Δήμου Ροδίων

  • Νικόλαος Παπαδόπουλος, Καθηγητὴς Φυσικῆς Ἀγωγῆς:
    Ὁδεύω αἰσίως πρὸς τὴν πέμπτη δεκαετία τῆς ζωῆς μου. Εἶμαι καθηγητὴς φυσικῆς ἀγωγῆς.

    Ἤμουν 14 ἐτῶν ὅταν καταργήθηκε τὸ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς. Συνεπῶς, εἶχα ἤδη διδαχθεῖ τὸ πολυτονικὸ καὶ ἀπ᾿ ὅσο θυμᾶμαι τὸ ἐφάρμοζα πολὺ καλά.

    Στὴν συνέχεια τὸ ἐγκατέλειψα καί, ὅπως ὅλοι σχεδόν, ἔγραφα στὸ μονοτονικό.

    Μέχρι πρὶν ἑνάμισυ περίπου χρόνο ποὺ συνέβη τὸ ἑξῆς: Ἔμαθα ἐντελῶς τυχαῖα ὅτι ἕνας μεγάλος ἐκπαιδευτικὸς ὀργανισμὸς ζητοῦσε ἐθελοντὲς γιὰ τὴν πληκτρολόγηση τοῦ ἱστορικοῦ λεξικοῦ Liddel-Scott-Jones, μὲ στὸχο τὴν ψηφιοποίησή του.

    Τὸ βρῆκα προκλητικὸ καὶ ἑλκυστικὸ καὶ ἀμέσως δήλωσα συμμετοχή. Στὴν ἀρχὴ ἀντιμετώπισα δυσκολίες. Ἡ δουλειά μας ἦταν νὰ αντιγράφουμε (πληκτρολογοῦμε) τὰ λήμματα καὶ τὶς ἑρμηνεῖες τους ἀπὸ φωτογραφικὰ ἀρχεῖα ποὺ μᾶς ἔστελναν. Ἔπρεπε νὰ μάθω λοιπὸν νὰ πληκτρολογῶ στὸ πολυτονικό. Μὲ ἀρκετὴ προσπάθεια τὰ κατάφερα τελικὰ καὶ εἶμαι περήφανος γιὰ τὴν συμμετοχή μου σ᾿ αὐτὴ τὴν προσπάθεια.

    Αὐτὴ ἡ ἐργασία μὲ ξαναέφερε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ πολυτονικὸ καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ ἔναυσμα νὰ «ξαναμάθω» τοὺς κανόνες του, νὰ ξαναθυμηθῶ τὴν γοητεία του, νὰ ξαναδῶ τὴν ὀμορφιά του.

    Ἔχοντας ὑπόψιν ὅτι ἡ γνώση τῆς ἑλληνικῆς γλῶσσας εἶναι ἕνας συνεχὴς ἀγώνας καὶ ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι τὴν κατέχει ἄριστα, διαπιστώνω συνεχῶς τὸ ὀφθαλμοφανὲς καὶ αὐτονόητο: οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι στολίδια τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ αὐτοὶ ποὺ τὰ κατήργησαν εἶχαν, ἂν μὴ τί ἄλλο, ἔλλειμμα αἰσθητικῆς.

    Ἔχω ἐπίσης ἀποφασίσει νὰ χρησιμοποιῶ τὸ πολυτονικὸ σὲ κάθε ἐπίσημο ἔγγραφο ποὺ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκπαιδευτική μου ἰδιότητα (αἰτήσεις ἀδειῶν, ὁδοιπορικά, κ.λπ.), καὶ καλῶ ὅλους νὰ πράξουν τὸ ἴδιο.

    Ἂς τὸ ξαναθυμήσουμε στοὺς παλιοὺς καὶ ἂς τὸ δείξουμε καὶ στοὺς νεότερους.

    Κλείνω στηλιτεύοντας ἕνα, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἔγκλημα τῶν λεγόμενων καὶ «προοδευτικῶν» ἐφημερίδων: Προσφέρουν πολλὲς φορὲς ἀθάνατα ἔργα τῆς ἑλληνικῆς λογοτεχνίας (Παπαδιαμάντη, Σολωμό, κ.ἄ.) «ἀκρωτηριασμένα». Δηλαδὴ τὸ πρωτότυπο κείμενο χωρὶς τόνους καὶ πνεύματα! Μέχρι ἐκεῖ τοὺς ὁδήγησε ὁ γλωσσικός φανατισμός!

    Νικόλαος Παπαδόπουλος

    Καθηγητὴς Φυσικῆς Ἀγωγῆς καὶ ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας

  • Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου, Ἰατρὸς-εἰδικευόμενος Μικροβιολόγος:
    Ἐμένα τὸ μονοτονικὸ μὲ βρῆκε στὴν τρίτη γυμνασίου ἀλλὰ ποτὲ δὲν τὸ συμπάθησα. Νὰ πῶ τὴν ἁμαρτία μου, μικρὸς ἤμουν πολὺ ἀνορθόγραφος. Ὅταν, ὅμως, ἀνακοινώθηκε ὅτι ἀπὸ τὸν ἐπόμενο χρόνο ἡ γλώσσα θὰ ἁπλοποιεῖτο ἐγὼ θίχτηκα. Ἂν καὶ ἀνορθόγραφος, πιὸ πολὺ λόγῳ τεμπελιᾶς, δὲν μποροῦσα νὰ διανοηθῶ πὼς γιὰ χάρη κάποιων σὰν καὶ μένα θὰ ἄλλαζε μιὰ γραφή, ποὺ ἐπιβίωσε τόσες χιλιετηρίδες καὶ μὲ τὴν ὁποία ἤμουν συναισθηματικὰ δεμένος. Σὲ λιγότερο ἀπὸ μιὰ ἑβδομάδα εἶχα γίνει ὀρθογράφος ἀλλὰ δὲν ὠφέλησε. Θυμᾶμαι πὼς μετροῦσα τὶς μέρες μία-μία καὶ παρακαλοῦσα νὰ μὴν ἐρχόταν ποτὲ ἡ ἑπόμενη σχολικὴ χρονιά. Ἀντιστάθηκα ἀρκετά. Ἄν καὶ ἀπέφευγα νὰ γράφω πολυτονικὰ στὰ φιλολογικὰ μαθήματα, γιατὶ οἱ προοδευτικοὶ φιλόλογοί μας δὲν χαρίζονταν, ἔγραφα πολυτονικὰ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἐνέδωσα στὰ μέσα τῆς Αʹ Λυκείου γιὰ ψυχολογικοὺς λόγους. Δὲν ἄντεχε νὰ βλέπει ἡ ἐφηβικὴ ψυχή μου τὸ πολυτονικὸ νὰ πεθαίνει καὶ πίστεψα ὅτι θάβοντάς το κι ἐγὼ καὶ ξεχνώντας το θὰ ἔνοιωθα καλύτερα. Δὲν ἦταν ἔτσι. Ὅταν ξενιτεύτηκα λόγῳ σπουδῶν στὴν Ἰταλία, τότε ἀκόμη δὲν εἶχε διαδοθεῖ τὸ ἴντερνετ, ἀλληλογραφοῦσα μὲ δύο φίλους μου καὶ δυὸ ξαδέλφες μου. Καὶ μιὰν ὡραία πρωία ἔγραψα ἕνα γράμμα σὲ πολυτονικό. Ἦταν σὰ νὰ μὴν πέρασε μιὰ μέρα. Ἔκτοτε (1989) δὲν ἔχω ξαναγράψει μονοτονικὰ χειρόγραφα. Στὸν ὑπολογιστὴ ναί.

    Δὲ θέλω νὰ μακρηγορήσω μὲ θεωρητικὰ ἐπιχειρήματα γιατὶ νομίζω ὅτι ὁ ἱστοχῶρος τῆς Κινήσεως θέτει τὸ θέμα στὴν σωστή του βάση. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι δύο βασικὰ πράγματα πρέπει νὰ τὰ πῶ. Καμιὰ ἀρχή, κανένας νομοθέτης, καμιὰ ἀκαδημία, κανένας φιλόλογος, κανένας πολίτης δὲν ἔχει το δικαίωμα νὰ μοῦ πεῖ ποιὰ εἶναι ἡ γραφὴ τῆς δικῆς μου γλώσσας. Ἂν ἐμένα ἡ γλώσσα μου ἔχει γιὰ γραφή της τὸ πολυτονικὸ ἢ τὸ μονοτονικὸ σύστημα, μόνο ἐγὼ μπορῶ νὰ τὸ πῶ καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Κάθε ἀνθρωπος ἔχει δικαίωμα νὰ προσδιορίσει τὴν δική του γλώσσα. Θεωρῶ ὅτι τὸ μονοτονικὸ μοῦ εἶναι ταυτοχρόνως οἰκεῖο καὶ ξένο. Ὅπως τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο στὸ Σέρβο καὶ τὸ Κυριλλικὸ στὸν Κροάτη.

    Ἀλλὰ ὁ κύριος λόγος ποὺ γράφω σὲ πολυτονικὸ εἶναι αἰσθητικός. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, ἢ γιὰ νὰ εἶμαι πιὸ ἀκριβὴς γενικὰ ἡ γλώσσα, εἶναι γένους θηλυκοῦ, τουλάχιστον στὴν γλώσσα μας ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες. Καὶ μπορεῖ μὲν ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα νὰ εἶναι ὄμορφη καὶ χωρὶς τοὺς τόνους της, μὲ τὰ ἀκριβά της κοσμήματα εἶναι καλλονή. Σὰν Ἄνδρας δὲν μπορῶ νὰ τῆς τὸ στερήσω :-)

    Θέλω, ἐπίσης, νὰ ἀναφέρω μιὰ μαρτυρία ἀπὸ τὴν Αʹ Λυκείου. Εἶχα ἔναν συμμαθητὴ ποὺ τὸν ἔλεγαν Μανοῦσο Ἀναστασάκη καὶ καθόμασταν στὸ ἴδιο θρανίο. Ἔγραφε ὅπως καὶ τὰ ἄλλα παιδιὰ σὲ μονοτονικό. Ὅμως ὅταν ἔγραφε τὸ ὄνομά του, καὶ αὐτὸ μοῦ εἶχε κάνει μεγάλη ἐντύπωση, ἔβαζε πάντα τὴν περισπωμένη! Ψιλὴ δὲν ἔβαζε στὸ ἐπώνυμό του. Ἐπειδὴ καθήσαμε μαζὶ ὅλη τὴν χρονιὰ διαπίστωσα ὅτι τὸ παιδὶ αὐτὸ δὲν εἶχε κάποια ἰδιαίτερη ἀγάπη γιὰ τὴν γλώσσα. Ἀγαποῦσε, ὅμως, πολὺ τὸ ὄνομά του καὶ τὸ ἤθελε γραμμένο σωστά. Ἀλήθεια πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Μανοῦσος καὶ ὁ ὁποιοσδήποτε Μανοῦσος νὰ γράφει τὸ ὄνομά του διαφορετικὰ ἀπὸ ὅτι ὁ ὁμώνυμος παππούς του; Ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους λαοὺς αὐτὸ (Ἄγγλους-Γάλλους-Πορτογάλους κ.ο.κ.); Τὸ αἷμα νερὸ δὲ γίνεται!

    Νὰ μὴ σᾶς τὰ πολυλογῶ μὲ ρωτήσατε γιατὶ ἄλλαξα τὴν σελίδα μου καὶ τὴν ἔκανα ἀποκλειστικὰ πολυτονική. Πάντα τὸ ἤθελα. Ὅταν τὴν πρωτόφτιαξα ὅμως τὸ πολυτονικὸ εἶχε πολλὰ προβλήματα. Ἐδῶ εἶχε τὸ μονοτονικό! Ἔδωσα βάση στὸ περιεχόμενο. Κάποια στιγμή ἔκανα μιὰ πρώτη προσπάθεια νὰ δημοσιεύσω σὲ πολυτονικὸ ἀλλὰ δὲ διαβαζόταν ἀπὸ τρίτους. Τότε γνώρισα στὸ διαδίκτυο ἕναν Βέλγο φιλόλογο καὶ προγραμματιστὴ ποὺ γνωρίζει πολὺ καλὰ ἑλληνικὰ καὶ ξημεροβραδυάστηκε ὁ ἄνθρωπος, οὔτε ποὺ θυμᾶμαι πόσες μέρες καὶ μὲ ἔμαθε νὰ κάνω ἱστοσελίδες σὲ πολυτονικό. Ἔτσι δημοσίευσα τὴ σελίδα σὲ διπλὴ ἔκδοση καὶ μὲ μεγάλη χαρὰ διαπίστωσα, ὅτι δὲν ἦταν λίγοι αὐτοὶ, ποὺ ἔκαναν τὶς ἀπαραίτητες ρυθμίσεις, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὴ διαβάσουν σὲ πολυτονικό. Οἱ ὁδηγίες, δέ, ποὺ παρεῖχα, ἦταν γιὰ ἕνα μεγάλο διάστημα σημεῖο ἀναφορᾶς στὶς μηχανὲς ἀναζήτησης. Τελευταία, ὅμως, εἶχα παραμελήσει τὸν ἱστοχῶρο μου, ἀλλὰ καὶ γενικῶς δὲν πολυέμπαινα στὸ διαδίκτυο. Ὅταν διαπίστωσα χάρη στὴν ἱστοσελίδα τῆς Κινήσεως ὅτι ἀπὸ τὰ νεώτερα λειτουργικὰ τὸ πολυτονικὸ διαβάζεται χωρὶς πρόβλημα, δὲ χρειάστηκε νὰ τὸ σκεφτῶ δυὸ φορές.

    Μετὰ τιμῆς, Ἀρχιμήδης Ἀναγνώστου (ἰατρὸς-εἰδικευόμενος μικροβιολόγος).

  • Ἰωάννης Βαμβακᾶς, Φυσικὸς στὸ Ἑλληνικὸ Κέντρο Θαλασσίων Ἑρευνῶν:
    Μεταξὺ 1975 καὶ 1977 ὁ καθηγητὴς Χρῆστος Γιανναρᾶς ἐπιφυλλογραφοῦσε στὴν Ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ». Σ᾿ ἕνα του ἄρθρο, ποὺ ἔχει τίτλο «Ἡ νεοελληνικὴ γλῶσσα καὶ τὰ ἀρχαῖα κείμενα», ἔγραφε τὸ ἑξῆς προφητικό: «... Καὶ ἴσως μεθαύριο πεισθοῦμε ὅλοι ὅτι ἡ οἰκονομία τῆς χώρας ἐπιβαρύνεται ὑπερβολικὰ ἀπὸ τὴ χρήση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων στὴ γλώσσα μας καὶ σπεύσουμε νὰ τὰ καταργήσουμε, ἀφοῦ τὰ κριτήριά μας γιὰ τὴ γλώσσα εἶναι μόνο χρησιμοθηρικὰ...» Λίγα χρόνια ἀργότερα, καὶ συγκεκριμένα τὸ 1981, ἡ πρόβλεψη αὐτὴ βγῆκε ἀληθινή. Ὁ πανταχοῦ Ἑλληνισμὸς ὑπέστη ἕνα εἶδος πολιτιστικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ «σόκ» πού, κατὰ τὴν γνώμη μου, μπορεῖ νὰ ὀνομαστῇ «μιὰ μικρὴ Μικρασιατικὴ Καταστροφή». Γιὰ ὅσους θεωροῦν ὑπερβολικὴ τὴν παρομοίωσή μου, νὰ ὑπενθυμίσω πὼς ἡ μικρογράμματη πολυτονικὴ γραφὴ πρωτοεμφανίζεται κατὰ τὴν Ἑλληνιστικὴ περίοδο, ὅταν ὁλόκληρος ὁ τότε γνωστὸς κόσμος ἐπικοινωνοῦσε στὰ ἑλληνικά. Ἡ ἑλλαδικὴ κυβέρνηση τοῦ 1981 τόλμησε νὰ ἀπεμπολίσῃ δύο χιλιετίες πολυτονικῆς γραφῆς καί, κυριολεκτικά, ἐν μιᾷ νυκτὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ μονοτονικὸ σύστημα γραφῆς.

    Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἥμουν μαθητὴς λυκείου καὶ ὄχι ἀρκετὰ συνειδητοποιημένος περὶ τὰ πολιτικά. Ἐν τούτοις θυμᾶμαι ὅτι μὲ ἐνόχλησε πολὺ ποὺ πέρασε αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός. Πιὸ πολὺ μὲ πείραξε καὶ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο γιατὶ εἶχα ταλαιπωρηθεῖ ἱδιαίτερα στὸ δημοτικὸ γιὰ νὰ μάθω νὰ τονίζω σωστά καὶ τώρα ὅλη αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία θὰ πήγαινε χαμένη. Στὴν ἀρχή, ἐντελῶς αὐθόρμητα, δὲν ἀκολούθησα τὸ νέο σύστημα. Ἡ πρώτη ἐνσυνείδητα «ἀντιστασιακή» μου πράξη συνέβη κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πανελληνίων ἐξετάσεων, ὅταν ἀποφάσισα νὰ γράψω ἔκθεση στὸ πολυτονικό, ἂν καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων δὲν εἶχε ἀκολουθήσει αὐστηρὴ γραμμή. Ἡ δεύτερη «ἀντιστασιακή» μου πράξη ἔλαβε χώρα μετά τὰ φοιτητικὰ χρόνια, στὸ στρατό, ὅταν ἔπεσε στὰ χέρια μου ἡ «Αιολικὴ Γῆ» τοῦ Ἠλία Βενέζη. Γιὰ πρώτη φορὰ παρατήρησα τὴν ὕπαρξη καὶ χρήση τῆς βαρείας στὸ κείμενο· ὡς τότε τὴν ἔβλεπα στὰ κείμενα ἀλλὰ δὲν τὴν «ἔβλεπα». Ἀπὸ τότε ἡ βαρεία ἔγινε ὁ ἀγαπημένος μου τόνος τὸν ὁποῖο κατανόησα πολὺ ἀργότερα ὅταν ἄρχισα νὰ μαθαίνω βυζαντινὴ μουσική. Στὴν συνέχεια ἔφυγα γιὰ τὶς ΗΠΑ γιὰ μεταπτυχιακὲς σπουδὲς ἀπ᾿ ὅπου καὶ ἐπέστρεψα τὸ 2001. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια γιὰ μένα δὲν ὑπῆρξε ἄλλο σύστημα γραφῆς ἀπὸ τὸ πολυτονικό. Ἐπιστρέφοντας μετέφρασα τὸ βιογραφικό μου στὰ ἑλληνικά, καὶ βέβαια δὲν τίθετο θέμα σὲ τί σύστημα θὰ ἐγράφετο. Ἡ πρώτη μου ἔκπληξη ἦλθε τὴν στιγμὴ ποὺ μοῦ τὸ ἐπέστρεψαν ἀπὸ κάποιο ἰνστιτοῦτο ὅπου τὸ εἶχα καταθέσει μὲ τὴν παράκληση νὰ ξαναγραφῇ στὸ μονοτονικό. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὑπέκυπτα καὶ ἔκανα κάτι ἐνάντια στὰ πιστεύω μου. Τελικὰ ἔχω καταλήξει νὰ ἀκολουθῶ ἕναν κανόνα ὅσο πιὸ πιστὰ γίνεται: «Ὅποιο ἔγγραφο περιέχει τὴν ὑπογραφή μου θὰ εἶναι γραμμένο στὸ πολυτονικὸ σύστημα».

    Τελειώνοντας, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς εὐχαριστήσω γιὰ τὴν προσπάθεια ποὺ καταβάλλετε γιὰ νὰ γνωστοποιήσετε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους τὸ πολυτονικὸ εἶναι τὸ σωστὸ σύστημα γραφῆς.

    Μὲ πολὺ ἐκτίμηση,

    Ἰωάννης Ἀθανασίου Βαμβακᾶς

  • Δημήτρης Σ. Ταμπάογλου, Ἠλεκτρονικὸς Μηχανικός:
    Τὸ μονοτονικὸ ὅπως εἶναι γνωστὸ πέρασε στὴν Ἱστορία τῆς Γραφῆς τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας μὲ ἐμβόλιμο νομοσχέδιο, νύχτα γιατὶ προφανῶς δὲν ἄντεχε στὸν διάλογο στὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἔκτοτε ἡ προσπάθεια ἐπαναφορᾶς τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος κρίνεται ἀναγκαία καὶ ἀξιέπαινη ἀλλα δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἀγώνα ζωῆς . Μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος, ὁ Ἀκαδημαϊκὸς κ. Ἐμμανουὴλ Κριαρᾶς σὲ συνέντευξή του στὴν «Καθημερινὴ» εἶχε ἀποφανθεῖ, ἀπευθυνόμενος προφανῶς σὲ νοσταλγούς, ὅτι «τὸ μονοτονικὸ τὸ ἔχει πλέον χωνέψει ὁ ἑλληνικός λαὸς» - λὲς καὶ διαισθανόταν ὄτι θὰ τοῦ ἔπεφτε βαρὺ ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ τὸ φάει. Οἱ γενιὲς τῶν «νοσταλγῶν» κάποτε θὰ σβήσουν ἀλλὰ τὸ πρόβλημα ὄχι .

    Πλέον τῶν γνωστῶν σημασιολογικῶν δυσκολιῶν ποὺ ἀντιμετωπίζουν οἱ νέοι μας (βλέπε συμπεράσματα ἀπὸ Πανελλαδικὲς) μὲ λόγια κείμενα εἶναι ποὺ ἕνα πολυτονικὸ κείμενο ἀκόμη καὶ νεοελληνικῆς κοινῆς ἐμφανισιακὰ φαντάζει ξένο, ἀρχαῖο καὶ ἀπωθεῖ – ἴσως καὶ νὰ δαιμονοποιεῖται τὸ πολυτονικὸ ποὺ ἕνα τέτοιο κείμενο δὲν γίνεται καταληπτό! Ἔτσι ἡ ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ ἐπροξένησε ρῆγμα στηὴ συνέχεια τῆς γλώσσας, τῆς γραφῆς της, ποὺ ἐδημιουργήθηκε τεχνητὰ καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀναρμόδιους, ὅπως ἦταν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀντὶ ἔστω τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Κυρίαρχο ρόλο εἶχε ἐπ᾿ αὐτοῦ ἡ ἰδια γλώσσα, ἡ χωρὶς ἔξωθεν ἐπεμβάσεις ἐξελικτικὴ πορεία τῆς γραφῆς της.

    Ἡ χρήση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος στὴν γραφὴ δὲν εἶναι δεῖγμα γλωσσικῆς ἐλὶτ ὅπως νομίζουν μερικοί. Εἶναι προϋπόθεση Συνέχειας ἱστορικῆς τῆς γλώσσας, τῆς γραφῆς της, μιᾶς ἱστορίας 2200 ἐτῶν. Πέραν τῆς αἰσθητικῆς ὡς καὶ ἄλλης ἀξίας στὸ πολυτονικό, εἰδικὰ ἡ δασεία ἀποτελεῖ ἐργαλεῖο ποὺ μαζὶ καὶ μὲ ἄλλα μέσω τῆς ἐτυμολογικῆς διαφάνειας ὁδηγοῦν σὲ δρόμους πρὸς τὰ «ἱερὰ ἄδυτα» τῆς γλώσσας. Τὴν ἀξία τῆς δασείας καὶ τὸ λάθος τοῦ ἀποκλεισμοῦ της ἀπὸ τὸ νέο σύστημα γραφῆς εἶχε παραδεχθεῖ ὁ καθηγητὴς κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης συζητώντας μὲ τὸν Ἀκαδημαϊκὸ κ. Δεσποτόπουλο στὸ περιθώριο Συνεδρίου γιὰ τὴν Γλώσσα ποὺ εἶχε διοργανωθεῖ στὴν Πανεπιστημιούπολη τῶν Ἀθηνῶν γιὰ τὰ 20 χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση τοῦ 1976.

  • Μαρία Κονταρίνη, Συνταξιοῦχος Ἰδιωτικὴ Ὑπάλληλος:
    Ὁ ἱστοχῶρος σας μὲ εὐχαρίστησε ἰδιαίτερα. Βέβαια ὑπάρχουν κάποιοι καθηγητὲς, συγγραφεῖς ποὺ ὑποστηρίζουν σθεναρὰ τὸ πολυτονικό. Εἶναι ἐνθαρρυντικὸ ἀλλὰ νομίζω ὄχι τόσο ὥστε νὰ ἀναστρέψει τὴν ὑπάρχουσα κατάσταση.

    Ὡς πρὸς τὸ τί ἔχω βιώσει σχετικὰ μὲ τὴν πολυτονικὴ γραφὴ δὲν ἔχω πολλὰ νὰ σᾶς πῶ. Ἁπλὰ ἔμαθα ἀπὸ μικρὴ νὰ ἀγαπῶ τὴ γλῶσσα μας σὲ ἀντίθεση μὲ κάποιους ποὺ τὴν πρόδωσαν καὶ μετὰ δῆθεν ζήταγαν καὶ συγνώμη.

    Αἰσθάνομαι καὶ λίγο τυχερὴ γιατὶ μεγάλωσα μέσα σὲ ἀνθρώπους ποὺ μοῦ μετέδωσαν αὐτὴ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ καὶ λίγο ἔνοχη γιατὶ κάποιοι ἄλλοι δὲν εἶχαν αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα.

    Τὸ μεγάλο κακὸ ξεκίνησε, νομίζω, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιβλήθηκε ἡ δημοτικὴ καὶ δὲν ἀφέθηκε ἡ γλῶσσα νὰ ἐξελιχθεῖ μόνη της, νὰ διατηρηθοῦν μερικὰ εὔηχα κομμάτια της ὅπως π.χ. ἡ τρίτη κλίση, ( γιατί ντέ καὶ καλὰ τῆς πόλης καὶ ὄχι τῆς πόλεως); Ἔχασε ἡ γλῶσσα τὴ γλύκα της. Γιατί νὰ καταργηθεῖ μὲ τὸ ἔτσι θέλω αὐτὸ ποὺ ἔλεγε τὸ τραγούδι «ἡ προπαραλήγουσα ποτὲ δὲν περισπᾶται ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά». Καὶ ἀκοῦς μερικὲς φορὲς, βάρβαρα στὸ αὐτὶ «τοὺς ἄνθρωπους» καὶ τόσα ἄλλα.

    Στὸ βιβλίο τῆς γραμματικῆς ὅταν κλίνουν π.χ. ὁ βαθὺς ἡ βαθιὰ τὸ βαθὺ στὴ γενικὴ τοῦ ἀρσενικοῦ καὶ τοῦ οὐδετέρου λένε τοῦ βαθιοῦ ἢ βάζουν μία παῦλα. Γιατί σώνει καὶ καλὰ νὰ βιάσουμε τὴ γλῶσσα μας. Εἶναι πιό ὡραῖο τοῦ βαθιοῦ ἀπὸ τοῦ βαθέως; Καὶ πόσα καὶ πόσα ἄλλα. Εἶναι ἀνεξήγητα; Εἶναι μᾶλλον ἐπιβαλλόμενα.

    Ὁ πατέρας μου καὶ ἡ μητέρα μου ποὺ εἶχαν βγάλει τὸ τότε «Σχολαρχεῖο» χειρίζοντο τὴ γλῶσσα μας ἐκπληκτικά.

    Ἐμεῖς μπορούσαμε νὰ βροῦμε μερικὲς φορὲς τί σημαίνει μιὰ λέξη ποὺ δὲν τὴν ξέραμε γιατὶ κάναμε μέσα στὸ μυαλό μας μιὰ πρόχειρη ἐτυμολογία. Τώρα τὰ παιδιά μας δὲν ξέρουν τίποτα ἀπό ἐτυμολογία. Τὸν ἄντρα μου, στὸ γραφεῖο, τὸν ρώτησε ἕνα κοριτσάκι τί σημαίνει «ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι». Τῆς ἀπάντησε λοιπόν τί σημαίνει καὶ τῆς ἐξήγησε ὅτι τὸ ἐξίσταμαι ἐτυμολογικὰ σημαίνει ἵσταμαι ἐκτός, ἐξ οὗ καὶ ἡ ἔκστασις καὶ εἶδες ἀμέσως ὅτι ἡ κοπελίτσα εὐχαριστήθηκε καὶ ἱκανοποιήθηκε. Διψάει ὁ κόσμος μερικὲς φορὲς καὶ δὲν ὑπάρχει ἀγάπη, ἀπὸ κάποιους νὰ δώσουν τὸν ἑαυτό τους ἢ ἴσως εἶναι καὶ ἀνεπαρκεῖς.

    Μιὰ ἄλλη φορὰ, πάλι ὁ ἄντρας μου, πέρναγε μὲ τὸ λεωφορεῖο ἔξω ἀπὸ τὸ κατάστημα τοῦ Βαράγκη καὶ ἦταν γραμμένο, ὅπως ὅλοι ξέρουμε, τὸ «διὰ χειρὸς Βαράγκη». Δύο κορίτσια λοιπὸν στὸ πίσω κάθισμα, ρωτάει τὸ ἕνα στὸ ἄλλο: Τί εἶναι αὐτὸ τὸ διὰ χειρός; Γύρισε καὶ πάλι τότε καὶ τοὺς ἐξήγησε καὶ ἀμέσως εἶδες τὴν ἱκανοποίησή τους.

    Φτάσαμε κάποτε σὲ τέτοια καταπίεση (εὐτυχῶς τώρα δὲν συμβαίνει) ποὺ ἀνάγκαζαν τοὺς ὑπαλλήλους στὰ ἔγγραφα νὰ γράφουν ἀντὶ γιὰ τὴ λέξη «συνημμένα» νὰ γράφουν τὴ λέξη «πισωκολλητά». Τότε ὁ θεῖος μου, ἀγανακτισμένος, μοῦ εἶχε πεῖ τὸ ἑξῆς ἀμίμητο: Μὰ τί πράγματα εἶναι αὐτά, δηλαδὴ τὸ «Χαῖρε Κεχαριτωμένη» πῶς θὰ τὸ ποῦμε, «Γειά σου Ὀμορφούλα»;

    Ἐπίσης θὰ μποροῦσα νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἡ κόρη μας συνάντησε τὴ δοτικὴ πτώση καὶ τὴ χρήση της γιὰ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ἐκμάθηση τῆς γερμανικῆς γλώσσας.

    Καὶ κλείνοντας, θὰ προσθέσω τὴν ἀπορία μιᾶς ξαδέρφης μου, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν τρίτη ἡλικία, τελειόφοιτος τοῦ Δημοτικοῦ. Ὅταν λοιπὸν τῆς εἶπα ὅτι «Ἑλένη τώρα δὲν γράφουν πιὰ μὲ τόνους», ἡ ἀπάντησή της ἦταν ἡ ἑξῆς: Μὰ γιατί; Αὐτὰ ἦταν τὰ στολίδια τῶν γραμμάτων μας. Πολὺ ἁπλὴ ἀλλὰ πολὺ σοφὴ ἀπάντηση μιᾶς ἀσόφου κατ’ ἄλλους τεχνολόγους γυναίκας.

    Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ γιὰ τὴ φιλοξενία

  • Δημήτρης Ἀρμάος, Καθηγητὴς φιλόλογος, ἐπιμελητής, ποιητής, δοκιμιογράφος:
    Δὲν ἔχω κάτι νὰ προσθέσω σὲ ὅσα ἔχουν γραφτεῖ ὑπὲρ τοῦ πολυτονικοῦ καὶ ἔχετε συγκεντρώσει στὸν ἱστοχῶρο σας. Ὅσο γιὰ τὶς ἐμπειρίες μου, δὲν ὑπῆρξαν τραυματικές: ἔχω συνεργαστεῖ μὲ διάφορους ἐκδότες ὡς ἐπιμελητής, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν μοῦ δημιούργησαν προβλήματα. Φυσικά, ὡς χρήστη ἐντύπων (ὡς ἀναγνώστη), μὲ καταθλίβει ἡ αἴσθηση πὼς ἀναπόφευκτα γεμίζουμε τὶς βιβλιοθῆκες μας μὲ σκουπίδια, μὲ ὅλο καὶ περισσότερα σκουπίδια ὅσο περνάει ὁ καιρός. Ἐντούτοις εἶμαι πολὺ ἀπαισιόδοξος γιὰ τὴν τύχη αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, κ. Χαραλάμπους. Θὰ ξέρετε καλύτερα ἀπὸ μένα ὅτι σὲ ζητήματα τεχνολογίας ἡ κοινωνικὴ καὶ πολιτισμικὴ λειτουργία ὑπόκειται στοὺς νόμους τῆς ἀγορᾶς μὲ μιὰ λογικὴ ποὺ ὑπερβαίνει κάθε ἀνθρώπινη οἰκονομία (θυμηθεῖτε πῶς ἐπελέγη λ.χ. τὸ σύστημα ἐκπομπῆς τῶν τηλεοράσεων: προτιμήθηκε τὸ χειρότερο, καὶ πέρασαν χρόνια διαρκῶν βελτιώσεών του, μὲ κόπο καὶ χρῆμα — ἐπειδὴ εἶχαν πρυτανεύσει συγκεκριμένα συμφέροντα...). Ἔπειτα, καὶ ἡ κουλτούρα μας σήμερα εἶναι στερημένη λαϊκοῦ ἐρείσματος. Αἰθεροβάμονες ἴσως ὄχι, δὲν εἴμαστε (δεδομένου ὅτι δὲν ὑποστηρίζουμε κάποια ἀναπόδεικτη ἢ ψευδὴ ἀξία), ἀλλὰ νοσταλγοὶ «χαμένοι ἀπὸ χέρι» μᾶλλον ναί. Φαντάζεστε μὲ τί θλίψη βλέπω νὰ κυκλοφοροῦνται ἀράδα ἀπὸ τὸ συγκρότημα Λαμπράκη μονοτονισμένα ὁρισμένα ἀπὸ τὰ καλύτερα ἔργα τῆς λογοτεχνίας μας, παραβιάζοντας ἀκόμη καὶ τὴ σχετικὴ βούληση τῶν συγγραφέων τους... Ἢ νὰ δημοσιεύεται ἐπ᾿ ἐσχάτων μονοτονικὰ ἡ Ἑλληνικὴ Ἰδιαιτερότητα τοῦ Κ. Καστοριάδη — λὲς καὶ ἀπευθύνονται στὸ πνεῦμα τοῦ φλογεροῦ πολυτονιστῆ οἱ συντελεστὲς τῆς ἔκδοσης ὡς νέοι Ἀχιλλεῖς (παραφράζω τὴν ἰλιαδικὴ ρήση): «Ἔ, πέθανε λοιπὸν κι ἐσύ, καημένε μου! Πεθάνανε κι ἄλλοι καλύτεροί σου.» (Μένω σὲ λίγα ἀπὸ τὰ πολλά...) Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι σὲ ἐπίπεδο πολιτισμοῦ δυὸ κυρίως ἐπιστημονικὲς κοινότητες ἀποτελέσανε τοὺς ὀλετῆρες μας (καὶ οἱ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις στὸ ἐσωτερικό τους προσεπικυρώνουν κι αὐτὸν τὸν κανόνα): οἱ ἀσεβεῖς ἀρχιτέκτονες καὶ οἱ αὐτιστικοὶ γλωσσολόγοι (διόλου τυχαῖα, δυὸ κοινότητες μὲ πολὺ περιορισμένες διαμάχες στοὺς κόλπους τους). Τὸ πολυτονικὸ ἔπεσε θύμα τῶν δεύτερων (οἱ ὁποῖοι, ἀντὶ νὰ παρακολουθοῦν καὶ τοὺς προβληματισμοὺς γλωσσῶν ὁμότιμων, ἀρχαίων, σὰν τὶς ἰνδουιστικὲς ἢ τὶς κινεζικές, ἀλληθωρίζουν σταθερὰ κατὰ τὶς πιὸ ὕποπτες κι ἐπιπόλαιες θεωρίες τῆς Δύσης, τὶς ἀπολύτως προπετεῖς ἀκόμη καὶ ἔναντι τῆς καταδίκης τοῦ γραπτοῦ λόγου, οἱονεὶ ἀναφορικοῦ, ἀπὸ τὶς προόδους τῆς ψηφιακῆς τεχνολογίας)· ἀλλὰ καὶ τῆς μνησικακίας ἐπίσης, ποὺ γεννοβόλησε ἡ καταδίκη τοῦ Ι.Θ. Κακριδῆ ἀπὸ ἕνα ἐπηρμένο ἀθηναϊκὸ πανεπιστήμιο μέσα στὴν ἀντάρα τοῦ πολέμου (δὲν τοὺς ἔφτανε ὁ Συκουτρῆς! θέλανε κι ἄλλο «ἀκριβὸ κρέας» στὴ μηχανή τους...). Ξέρω πὼς οἱ νηφάλιες κρίσεις δὲν ἔλειψαν (ὁ ἱστοχῶρος σας, εὐτυχῶς, εἶναι κι ἐπ' αὐτοῦ διαφωτιστικός), ἀλλὰ σημασία ἔχει ἡ ἀπόφαση, καὶ τὸ τραῦμα ποὺ προκάλεσε. Ἡ Θεσσαλονίκη δὲν συγχώρεσε ποτὲ τὴν Ἀθήνα. Καὶ στὶς ἀθρόες δικαιώσεις τῶν φιλολογικῶν της ἐπιλογῶν ἦρθε νὰ προστεθεῖ ἐκ δυσμῶν καὶ τὸ πρωτεῖο τῆς «χρήσης» καὶ τῆς «οἰκονομίας» στὶς γλωσσικές μας πεποιθήσεις. Μπροστὰ σὲ αὐτὴ τὴν κακοδαιμονία, ἡ σὺν τοῖς ἄλλοις καταγγελλόμενη ἔλλειψη πειθαρχίας τῶν ὀπαδῶν τοῦ πολυτονικοῦ σὲ ἕνα πρότυπο εὐρείας ἀποδοχῆς εἶναι ἀσήμαντο πταῖσμα· ἄλλωστε, δὲν λείπουν καὶ συνετὲς ἐφαρμογές (ἐξέχοντες ἐκδοτικοὶ οἶκοι, ἡ Ἄγρα, τὸ ΜΙΕΤ κ.ἄ., δίνουν τὸ καλὸ παράδειγμα). Τὸ πρόβλημα εἶναι ἀλλοῦ: στὴν πλατιὰ λαϊκιστικὴ συναίνεση, ποὺ συνδαυλίζει καὶ τυφλώνει ἡ ἄγρια καὶ παρατεινόμενη, πέραν πάσης ἐναλλακτικῆς προοπτικῆς, συνθήκη τῆς παγκοσμιοποιημένης δυστυχίας. Δὲν τρέφω λοιπὸν ψευδαισθήσεις: ἡ δυνατότητα νὰ ὀξυνθεῖ κάποτε ἡ εὐαισθησία τοῦ λαοῦ μας, νὰ ἐξαφθεῖ τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ ποιότητες τοῦ παρελθόντος, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσες ἀπὸ τὶς σωζόμενες κινδυνεύουν νὰ σβήσουν —ἡ δυνατότητα αὐτή, ἡ πιθανότητα αὐτή, τὸ ἐνδεχόμενο αὐτò— ἔχει χαθεῖ. Μολονότι, ὅμως, μᾶς ἔχει λείψει ὁ κυριότερος ἀρωγός, ἡ πολιτικὴ βούληση (καμιὰ βασικὴ παράταξη δὲν στηρίζει τὸ αἴτημα ἐπιστροφῆς στὸ πολυτονικό, μηδὲ οἱ ἀριστερές —ὅσες τουλάχιστον διακηρύσσουν τὴν ἀντίθεσή τους στὸν λαϊκισμό—, ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ θεωροῦν «ὑπόθεση τιμῆς» τους, καὶ ὄχι νὰ τὸ παραθεωροῦν εἴτε στὸ ὄνομα παράλληλων, ἀπολύτως σεβαστῶν, ἐννοεῖται, προτεραιοτήτων τῆς ἐπιβίωσης εἴτε ἐν σιγῇ), ἡ ἀντίσταση βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σταματήσει. Κρατάει σὲ ἐγρήγορση κάποιες συνειδήσεις καί, ἀλίμονο, διαφυλάσσει τὴ θλιβερὴ εἱμαρμένη νὰ μὴν πεθάνουμε κι ἐμεῖς, οἱ τελευταῖοι τῶν τελευταίων, μέσα σὲ ἕνα βαλτοτόπι ποὺ θὰ ἔχει μὲ ἀδιανόητη ταχύτητα ἐξαπλωθεῖ παντοῦ. Πολὺ πιθανὸν ὁ πολιτισμὸς ποὺ γνωρίσαμε νὰ ἔχει ὡς πεπρωμένο του ἔτσι ν᾿ ἀπαλειφθεῖ. Καὶ οἱ ἀνίδεοι ἐπιστήμονες ποὺ ἀνέφερα ἴσως νὰ εἶναι ἁπλῶς ἄβουλα ὄργανα τῆς μοίρας. Εἴδατε πόσο ἐπέμεινα στὴν ἔννοια τῆς «μοίρας»; Πρέπει κανεὶς νὰ δίνει προσοχὴ στὴ ροὴ τῶν συγκυριῶν, ἰδίως ὅταν εἶναι ἀπευκταῖες. Καί, λοιπόν: ὅσο ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ξαναγίνει ἡ Ἀθήνα μιὰ ὄμορφη πόλη, ἄλλο τόσο ὑπάρχει καὶ νὰ ξαναγράψουμε μαζικὰ τὴ γλώσσα μας μὲ ἀξιώσεις (δὲ λέω ὀρθά, γιατὶ ἡ ἔκφραση καὶ ἡ ὀρθογραφία ξεφεύγουν ἀρκετὰ ἀπὸ τὸ ζητούμενο). Μερικὰ ἀπὸ τὰ μέλλοντα δὲν τὰ γνωρίζουν μονάχα οἱ θεοί.
  • Γιάννης Φλυτζάνης, Φοιτητὴς Νομικῆς:
    Ὅταν πῆγα σχολεῖο ἕνα μέρος τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας τῆς ἐλλληνικῆς γλώσσας (ἤγουν τὸ πολυτονικὸ) εἶχε πλέον παύσει νὰ διδάσκεται. Ἡ ἀγάπη μου ὅμως γιὰ τὰ ἀρχαία ἑλληνικὰ μὲ ἔβαλε σὲ σκέψεις γιὰ τὴ  βίαιη ἀποκοπή μας ἀπὸ μία παράδοση γραφῆς ποὺ ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ περίοδο καὶ φτάνει μέχρι καὶ τὶς ἡμέρες μας στὸν Ἐλύτη, τὸν Καστοριάδη καὶ τὸν Γιῶργο Χειμωνᾶ. Μέσω αὐτῆς τῆς γραφῆς ὅπως ὀρθὰ τονίζεται «παρίστανται καὶ τὰ παλαιότερα στρώματα τοῦ ἱστορικοῦ βίου τῆς γλώσσας μας». Ἑπομένως δίνονται πληροφορίες πολύτιμες γιὰ τὶς κατάφορτες ἀπὸ ἱστορία λέξεις μας. Οἱ  παραπάνω διαπιστώσεις μὲ ὤθησαν νὰ γράφω στὸ πολυτονικὸ καὶ ἐνισχύθηκαν μεταγενέστερα τόσο ἀπὸ ἀναγνώσεις δοκιμίων ἀναφορικὰ μὲ τὸ γλωσσικό μας ζήτημα (ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὸν ποιητὴ Νίκο Φωκᾶ καὶ τὸν Γιάννη Καλλιόρη) ὅσο καὶ ἀπὸ συνομιλίες μὲ καθηγητές μου . Πολλοὶ μιλᾶνε γιὰ μία χαμένη ὑπόθεση.Πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ δώσουμε ἕναν ἀγώνα (ὅπως αὐτὸν ποὺ δίνει  ὁ ἰστότοπός σας) διότι ὑπάρχει ἀκόμη ἡ κυριότερη προϋποθέση: οἱ ἄνθρωποι μὲ ἀγάπη γιὰ τὴ γλῶσσα μας. Πρέπει βέβαια νὰ ἀντιπαλέψουμε μία τάση ποὺ τείνει νὰ καταστεῖ κυρίαρχη παγκοσμίως, πὼς ὁτιδήποτε σχετίζεται μὲ τὶς ἀνθρωπιστικὲς σπουδὲς  εἶναι ἄχθος περιττὸ καὶ κατὰ συνέπεια πρέπει νὰ περιοριστοῦμε σὲ μία καθαρὰ ἐργαλειακὴ ὀπτικὴ στὰ τῆς ἐπικοινωνίας. Κλείνοντας θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα περιστατικὸ ποὺ μοῦ εἶχε ἐκμυστηρευθεῖ μία πολὺ καλὴ φίλη καὶ παλιά μου καθηγήτρια. Μόλις εἶχε καθιερωθεῖ τὸ μονοτονικὸ καὶ εἶχε συναντήσει ἕναν Γερμανὸ ὁ ὁποῖος ἔγραφε νεοελληνικὰ στὸ πολυτονικό. Τοῦ ἐξήγησε ὅτι τόνοι καὶ πνεύματα εἶχαν καταργηθεῖ μέσω μίας νομοθετικῆς ρύθμισης καὶ τότε ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ κλαίει. Μακάρι ὅλοι ὅσοι μιλᾶμε τὴν ἑλληνικὴ νὰ ἀποκτήσουμε κάποτε τὶς εὐαισθησίες αὐτοῦ τοῦ Γερμανοῦ...
  • Ἀθηνᾶ Ἀντωνιάδου, Πτυχιοῦχος στὴν Συντήρηση Ἀρχαιοτήτων:
    Πρὶν ἀπὸ δώδεκα χρόνια, καὶ ἐνῷ ὁ μεγάλος μου υἱὸς ξεκινοῦσε τὸ νηπιαγωγεῖο, μὲ τρόμο ἀνακάλυψα πὼς παρουσιάζει μαθησιακὲς δυσκολίες, δυσλεξία. Ἀρχίζει ὁ ἀγώνας μὲ καθηγητές, εἰδικὰ κέντρα, ἀτελείωτες ὧρες ψὰχνοντας στὰ βιβλία…

    Λίγα χρόνια αργότερα ἀνακαλύπτω πὼς καὶ ὁ μικρός μου εἶναι δυσλεκτικός.

    Ἀσχολήθηκα πολὺ μὲ τὰ παιδιὰ μου καὶ πιστεύω πὼς τὰ βοήθησα μὲ τὸν καλύτερο δυνατό τρόπο.   Ἐξ ἄλλου, τὰ παιδιὰ αὐτὰ εἶναι πανέξυπνα, μὲ προβλήματα στὴν γραφὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση μόνο.

    Τὰ παιδιὰ μεγαλώνουν γρήγορα καὶ κάποια στιγμὴ ἔφτασαν καὶ στὸ Γυμνάσιο.

    Ἐδῶ ἀκριβῶς ξεκινᾶ ἡ ἀναζήτησή μου.

    Μὲ ἔκπληξη ἀνακάλυψα πὼς, παραδόξως, τὰ παιδιά μου ἄρχισαν νὰ συμμετάσχουν στὸ μάθημα τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, καὶ μάλιστα νὰ ἔχουν βαθμοὺς κατὰ πολὺ μεγαλύτερους ἀπ᾿ ὅ,τι στὰ Νέα Ἑλληνικὰ.

    Ἀρχίζει ξανὰ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ ψάξιμο στὰ βιβλία. Τίποτα!

    Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐπιτρέπει στὰ παιδιὰ αυτὰ νὰ κατανοοῦν καλύτερα τὴν Ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὴ Νέα;  Γιατί διαβάζουν ἀρχαῖο κείμενο και τὸ ἐμπεδώνουν, ἑνῷ τὸ νεοελληνικὸ ἁπλὰ τὸ διαβάζουν ἀλλὰ δὲν τὸ κατανοοῦν;

    Ἀγόρασα βιβλία, περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες μὲ πολυτονικὸ σύστημα γραφῆς καὶ προέτρεψα τὰ παιδιά μου νὰ τὰ διαβάσουν.  Τὸ ἐνδιαφέρον τους ἦταν ἐξαιρετικό.

    Ἀγωνίζομαι νὰ ἀποδείξω τῶν λόγων τὰ ἀληθῆ, ἀλλὰ μὸνο πόρτες κλειστὲς καὶ καλοβολεμμένους δημοσίους ὑπαλλήλους (βλέπε δασκάλους καὶ καθηγητὲς) συναντῶ.  Δὲν τὸ βάζω ὄμως εὐκολα κάτω, ὄχι.

    Ξεκίνησα πρὶν ἀρκετὸ καιρὸ νὰ γράφω ξανὰ πολυτονικά.  Στὸν ὑπολογιστὴ ὅμως ἀντιμετώπισα μεγάλες δυσκολίες.  Δὲν εἶχα καμμία ἐξοικείωση μὲ τὸ πληκτρολόγιο καὶ ἕνας πολὺ νέος φοιτητὴς στὸ facebook, ὁ ὁποῖος εἶναι κι ἐκεῖνος πολυτονιστής, μοῦ πρότεινε τὴν ἰστοσελίδα  www.polytoniko.gr «Κίνηση Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος».

    Δύο μέρες τώρα δὲν ἔχω ξεκολλήσει ἀπὸ τὴν σελίδα αὐτή.  Πηγὴ πλούτου οἱ πληροφορίες ἐδῶ.  Μὲ τὴν ἄμεση ἐπικοινωνία τῶν ὑπευθύνων καὶ τὴν καθοδήγησή τους, ὄχι μόνο ξέθαψα ἀπὸ τὸ μυαλό μου κανόνες τονισμοῦ, ἀλλὰ βρῆκα καὶ λύσεις σὲ προβλήματα πληκτρολόγησης ποὺ εἶχα.

    Θὰ μποροῦσα νὰ πῶ μὲ βεβαιότητα, πὼς ἐδῶ βρῆκα τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔψαχνα.  Ἡ Ἑλληνικὴ Γλώσσα, ἡ πραγματική καὶ ὄχι ἡ ακρωτηριασμένη, εἶναι γλώσσα μὲ νόημα.  Ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ εἰσχωρεῖ στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ νὰ βοηθᾶ στὴν ἐξέλιξη τῆς σκέψης μας.

    Κρεμάστηκα στὴν κυριολεξία ἀπὸ τὴν σελίδα «Ἀποφθέγματα».  Ἐπὶ τέλους, ἔχω λύση στὸν γρίφο.  Κατάλαβα τὸ λόγο ποὺ παρουσιάστηκαν τόσα προβλήματα στοὺς μαθητὲς τῆς χώρας μας.  Πουθενὰ δεν βρῆκα γραμμένο πώς το μονοτονικὸ τυφλώνει.

    Διάβασα κάποτε, πὼς ἄν θέλεις νὰ ἀφήσεις κάποιον τυφλό κι άγράμματο, ἤ τοῦ στερεῖς τελείως τὴ γνώση ἤ τὸν βομβαρδίζεις μὲ ἄπειρες πληροφορίες, ὤστε νὰ μὴν ἀφομοιώσει τίποτα.

    Οἱ ξενολάγνοι μιμητὲς ἐπέλεξαν τὸν εὐκολότερο τρόπο νὰ τυφλώσουν τὸν Ἑλληνα, μὲ τὴν ἀφαιρετικὴ ὁδό.

    Εὐχαριστῶ ὁλοψύχως ἐσᾶς καὶ την ἰστοσελίδα σας γιὰ αὐτὰ ποὺ μοῦ προσφέρατε τις λίγες μέρες ποὺ ἀκολούθησαν τὴν γνωριμία μαζί σας.

    Μὲ ἐκτίμηση

    Ἀθηνᾶ Ἀντωνιάδου

Στεῖλτε μας καὶ ἐσεῖς τὶς ἀπόψεις καὶ τὰ βιώματά σας: γιατί χρησιμοποιεῖτε πολυτονικό; θεωρεῖτε ὅτι ἡ ἐπαναφορά του εἶναι ἀπαραίτητη; τί ἀπαντᾶτε στοὺς ὀπαδοὺς τοῦ μονοτονικοῦ;
KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση