Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Τὸ μονοτονικὸ μετὰ 20 χρόνια

[Ἀφιέρωμα τοῦ περιοδικοῦ Εὐθύνη, τεῦχος 365, Μάϊος 2002, σελ. 243-248]

Γιάννης Β. Κωβαῖος: Οἱ 26χρονοι καὶ οἱ ἄλλοι.

Ὅσα Ἑλληνόπουλα πρωτοπῆγαν στὸ σχολεῖο τὸ 1982 εἶναι σήμερα 26 χρόνων. Οἱ νεαροὶ αὐτοὶ καὶ ὅλοι οἱ νεότεροί τους διδάχτηκαν ἀποκλειστικὰ τὸ μονοτονικό. Ἀποτελοῦν, λοιπόν, τὴν «τυχερὴ» γενιὰ Ἑλλήνων, ποὺ κατὰ τοὺς ὑπέρμαχους τοῦ ἑνὸς τόνου θὰ ἀποκτοῦσε οὐσιαστικότερη παιδεία χωρὶς τὸν «βραχνά» τῆς περισπωμένης, τῆς ψιλῆς καὶ τῆς δασείας, τοῦ «μακρὸν πρὸ μακροῦ» καὶ τὰ τοιαῦτα.

Τα παιδιὰ τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ἤδη ἐπαγγελματίες· δημοσιογράφοι πολλοὶ ἀπὸ αὐτά, ἐκπαιδευτικοί, δικηγόροι. Μεταχειρίζονται γραπτὸ λόγο στὰ «κοινά», πληκτρολογοῦν κείμενα στὸν ὑπολογιστή τους, κρατοῦν —ἔτσι κι ἀλλιῶς— κάποιες πρόχειρες σημειώσεις γιὰ τὴ δουλειά τους ἢ γιὰ τὰ ψώνια. Κι ὅμως· τὰ γραπτά τους αὐτὰ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι παρουσιάζουν καλύτερη εἰκόνα ὡς πρὸς τὸν τονισμό τους ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν προηγούμενων, «ἄτυχων» καὶ «τυραννισμένων» γενεῶν τοῦ πολυτονικοῦ!

Εἶναι ἐμπειρικὴ ἡ διαπίστωσή μου, ὡς φιλολόγου ἐπὶ μία εἰκοσαετία ἀλλὰ καὶ ὡς ἀναγνώστη —ἐπὶ σχεδὸν σαράντα χρόνια— ἐφημερίδων, ἀφισῶν ἀκόμη καὶ σχολικῶν βιβλίων! Μὲ πλήρη ὅμως ἐπίγνωση καταθέτω ὅτι (στατιστικὰ) τὰ σφάλματα τονισμοῦ στοὺς κάτω τῶν 26 εἶναι συχνότερα ἀπὸ αὐτὰ τῶν μεγαλυτέρων, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ σύστημα τονισμοῦ ποὺ ἀκολουθοῦν οἱ δεύτεροι! Καί, ἐπιτέλους, ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ ἀναλάβει κάποιος ἁρμόδιος φορέας (Ἀκαδημία, Πανεπιστήμιο, Παιδαγωγικὸ Ἰνστιτοῦτο, Κέντρο Ἑλληνικῆς Γλώσσας;) νὰ διεξαγάγει μιὰ συστηματικὴ ἔρευνα, ποὺ θὰ τὸ ἐπιβεβαίωνε αὐτὸ καὶ θὰ μᾶς προσανατόλιζε ὑπεύθυνα καὶ ἐπιστημονικά. Παίρνοντας δεῖγμα γραφῆς ἀπὸ τὸν Τύπο, τὶς διαφημίσεις, τὰ σχολικὰ βιβλία καὶ μαθητικὲς ἐκθέσεις τοῦ 1980, φερ᾽ εἰπεῖν, καθὼς καὶ ἀντίστοιχο τοῦ 2000, εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ καταγράψει μιὰ τέτοια ἔρευνα μεγαλύτερο ἀριθμὸ λαθῶν στοὺς τόνους σήμερα ἀπὸ ὅ,τι πρὸ εἰκοσαετίας. Θὰ τὸ τολμήσει κανείς;

Τίτλοι ἐφημερίδων καὶ περιοδικῶν «βγάζουν μάτι» μὲ λάθη τοῦ μονοτονικοῦ, τὸ ὁποῖο οὐσιαστικὰ ἔχει ἕναν κανόνα ὅλο κι ὅλο, μὲ τρεῖς-τέσσερις ἐξαιρέσεις, σὲ σχέση μὲ τοὺς δέκα καὶ πλέον κανόνες τοῦ πολυτονικοῦ! Σχολικὰ ἐγχειρίδια ποὺ ἐκδίδονται τὰ τελευταῖα χρόνια ἐμφανίζουν πλῆθος τέτοιων σφαλμάτων ἀναγκάζοντας τουλάχιστον τοὺς φιλολόγους καὶ τοὺς δασκάλους νὰ διεξάγουν... διμέτωπο ἀγώνα, γιὰ νὰ διδάξουν πειστικὰ τὸν τονισμὸ στὴν τάξην. Καί, προτοῦ ὁρισμένοι σπεύσουν νὰ ἐπιρρίψουν, παρ᾿ ὅλα αὐτά, τὶς εὐθύνες ὡς συνήθως στοὺς ἐκπαιδευτικοὺς γιὰ τὰ λάθη τῶν μαθητῶν, χωρὶς κι ἐμεῖς νὰ τὶς ἀποσιωπήσουμε, ἀξίζει νὰ σημειώσουμε καὶ κάτι ἀκόμη. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐπανόδου τῶν Ἀρχαίων στὸ Γυμνάσιο, οἱ γενιὲς αὐτὲς μαθητῶν δείχνουν πιὸ προσεκτικὲς στὸ πολυτονικὸ τῆς Ἀρχαίας ἀπὸ ὅ,τι στὸ μονοτονικὸ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, ἐφ᾽ ὅσον κατὰ τὴν ἔκφρασή τους «πιάνονται καὶ οἱ τόνοι», δηλαδὴ βαθμολογοῦνται.. (ἐνῶ, φυσικά, ἡ ὀρθογραφία δὲν πιάνεται οὔτε στὰ Μαθηματικά, οὔτε στὰ Θρησκευτικά, οὔτε στὰ Οἰκονομικὰ κ.λπ.). Οἱ ἴδιοι φιλόλογοι δὲν διδάσκουν καὶ τοὺς πολλοὺς τόνους καὶ τὸν ἕναν;

Μήπως, λοιπόν, δικαιώνεται ἡ ἀγωνία τοῦ Νικηφόρου Βρεττάκου, ὁ ὁποῖος δήλωνε πὼς «ὑπερτιμήθηκε ἡ ἄποψη ὅτι τὸ μονοτονικὸ διευκολύνει τοὺς μαθητές, κάτι πού, ἴσως, εἶναι ἀντιπαιδαγωγικό» καθὼς «τὸ παιδὶ πρέπει νὰ κοπιάζει γιὰ νὰ γίνει ἄνθρωπος ἱκανός, ὥστε στὴ ζωή του ν᾿ ἀντιμετωπίσει ὅλες τὶς ἀντιξοότητες»; Μήπως, μὲ ἄλλα λόγια, δὲν μᾶς ἔφταιγαν οἱ «κακοὶ» οἱ τόνοι καὶ τὰ «κακὰ» τά... πνεύματα ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἡ ψυχολογία τῆς εὐκολίας, τοῦ «ὢχ ἀδερφέ» καὶ τὰ ποικιλώνυμα συμφέροντα; Ὅσα ὁδηγοῦσαν τὸν Vladimir Volkoff νὰ ὑποδείξει: Ὅταν οἱ ἐχθροί σου θὰ ἔχουν ξεμάθει τὴν ὀρθογραφία τους, νὰ ξέρεις ὅτι ἡ νίκη πλησιάζει». Ἄρα, ὁ «κακός» μας ἑαυτὸς μᾶς ἔφταιγε. Καὶ αὐτὸν πῶς τὸν ἐξορκίζουμε;

Σαράντος Ἰ. Καργάκος: Περὶ μονοτονικοῦ.

Πέρασαν κιόλας 20 χρόνια ἀπὸ τὴ ζοφώδη —πνευματικὰ ἐννοῶ— νύχτα τῆς ἁμαρτίας, ὅπου μιὰ νυσταλέα Βουλή, χωρὶς τὴ νόμιμη ἀπαρτία, ἐπέβαλε πραξικοπηματικὰ τὸ μονοτονικό. Ἀπὸ τὴ νύχτα ἐκείνη τῆς 11ης ᾽Ιανουαρίου 1982, ὅπου διὰ τῆς μεθόδου τῆς «προσκολλήσεως» σὲ ἄσχετο νομοσχέδιο, ἐνσωματώθηκε ὑπὸ μορφὴ τροπολογίας (ἢ μήπως ντροπολογίας;) ἡ διάταξη ποὺ καθιέρωσε τὸ μονοτονικό, μιὰ ἀπόλυτη μονοτονία ἐκάλυψε τὸ πνευματικό μας τοπίο, εἰδικὰ τὸ τοπίο τοῦ γραπτοῦ λόγου, ποὺ χωρὶς τὴν περισπωμένη, τὴ βαρεῖα, τὴν ὑπογεγραμμένη, τὴν ἄνω τελεία καὶ κυρίως τὰ πνεύματα μοιάζει μὲ φαλακρὸ βουνό, γιὰ νὰ μοιάζει μὲ τὸ φαλακρὸ μυαλὸ αὐτῶν ποὺ τὸ ἐμπνεύστηκαν, τὸ εἰσηγήθηκαν καὶ τὸ ἀποδέχτηκαν.

Σήμερα τὸ πρῶτο ἐκεῖνο «νενικήκαμεν» ἔχει διαδεχθεῖ πολὺς σκεπτικισμός, ἕνας βαθὺς προβληματισμός: τί ἐπράξαμε; Ἁπλῶς, ὅπως πάντα, μία τρύπα στὸ νερό. Σωρεύσαμε ξανὰ μηδενικὰ ἐπὶ μηδενικῶν. Δὲν εἶναι ὅτι ἐσβήσαμε μὲ μία μονοκονδυλιὰ μιὰ δισχιλιετῆ παράδοση γραφῆς, δὲν εἶναι ὅτι ἀπογυμνώσαμε τὶς λέξεις ἀπὸ τὴν ἱστορικότητά τους, συχνὰ τὶς ἀποφορτίσαμε καὶ ἀπὸ τὸ νόημα τους: πῶς ξεχωρίζει τώρα ἡ ὥρα ὰπὸ τὴν ὤρα; Ὤρα (μὲ ψιλή) σημαίνει φροντίδα, μέριμνα, φύλαξη. Θὰ μοῦ πεῖτε ὅτι δὲν χρησιμοποιεῖται σήμερα ἡ λέξη ὤρα (μὲ ψιλή). Ἔτσι μοῦ εἶχε πεῖ πολιτικὸς ποὺ πρὶν γίνει ὑπουργὸς δὲν τὸν γνώριζε οὔτε ὁ θυρωρὸς τῆς πολυκατοικίας του, καὶ ποὺ πάντα ἔδειχνε ὀλιγωρία στὸ νὰ έμβαθύνει στὴ σοφία τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς ποὺ ἀπαιτεῖ περίτεχνη σπουδή. Διότι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ μοιάζει μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἀκτογραμμὴ ποὺ ἀπαιτεῖ ἐπιδέξιους ἀκταιωροὺς γιὰ τὸν ἐλεγχό της. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι γιὰ τὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ὅ,τι οἱ Κυκλάδες, οἱ Β. καὶ Ν. Σποράδες γιὰ τὸν ἑλληνικὸ κορμό. Ἡ Κρήτη εἶναι ἡ περισπωμένη τῆς γλώσσας μας.

Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀκρωτηριασμοὶ ἔγιναν ἐν ὸνόματι τῆς περιβόητης ἁπλοποιήσεως. Καὶ μένω πάντα μὲ μία εὔλογη ἀπορία: γιατί δὲν ξεκινήσαμε ἀπὸ τὴν ἁπλοποίηση τῆς γραφειοκρατίας, ἀπὸ τὴν κατάργηση τῆς ἐγγραφοκρατίας καὶ τῆς σφραγιδοκρατίας; Ποιός βασανίζει τὸν Ρωμιὸ πιὸ πολύ, ἡ περισπωμένη, ποὺ εἰς τὸ κάτω-κάτω τὸν γυμνάζει αἰσθητικὰ καὶ πνευματικά, ἢ ἡ σύνταξη τῆς φορολογικῆς του δηλώσεως; Γιατί δὲν ξεκινούσαμε ἀπὸ τὴν ἀπλούστευση αὐτῶν τῶν γριφωδῶν, ἀλγεβραϊκῶν καὶ καββαλιστικῶν ἐντύπων ποὺ εἶναι οἱ φορολογικὲς δηλώσεις μας; Ἁπλοποίησαμε τὴ γραφή μας καὶ κάναμε περίπλοκη τὴ ζωή μας. Τὸ μονοτονικὸ ἔγινε σταδιακὰ ἀτονικὸ καὶ τὸ ἀτονικό, ἐπὶ τὸ εὐρωπαϊκώτερον, ἔγινε κεμαλικὴ γραφή. Καὶ ἐπιμένω σ᾿ αὐτό. Ὁ Κεμὰλ ὑπῆρξε ὁ πνευματικός μας ὁδηγός. Αὐτὸς μᾶς ὁδηγεῖ σὲ τοῦτο τὸν ἐκτραχηλισμὸ ποὺ λέγεται προοδευτικὸς νεοσκοταδισμός. Πιστέψαμε ὅτι μὲ όρθογραφικὲς καινοτομίες, ποὺ ὅλες μεταβλήθηκαν σὲ κενοτομίες, θὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς ψωροκώσταινας καὶ θὰ μποῦμε στὰ σαλόνια τῆς Εὐρωκώσταινας. Κι ὅμως παραμένουμε νήπιοι καὶ ψοφοδεεῖς. Ἕνας γλωσσότμητος λαός, ποὺ βδελύσσεται ἢ φοβᾶται τὴ γλῶσσα καὶ τὴ γραφή του! Καὶ τὴν ὑπέβαλε σ' ἕνα ὀρθογραφικὸ «στριπτήζ», γιὰ νὰ τὴν μοντερνοποιήσει καὶ νὰ μοντερνοποιηθεῖ...! Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετασθεῖ ὅλο τὸ φάσμα τῶν παραμέτρων τοῦ κακοῦ. Ἄλλωστε αὐτὰ ἔχουν ἀναλυθεῖ στὰ παλιὰ βιβλία μου «Ἀλαλία» τοῦ 1986 καὶ «Ἀλεξία» τοῦ 1992. Θά ᾽θελα μὲ τὸ σημείωμα αὐτὸ νὰ θίξω μόνο τρεῖς ἀκόμη περιπτώσεις: πρὸ τοῦ 1982 εἴχαμε μιὰ κάποια ὀρθογραφία. Σὲ ποσοστὸ 95% ὁμοιογενῆ στὴν καθαρεύουσα καὶ σὲ ποσοστὸ 80% στὴ Δημοτική. Τώρα ἔχουμε ἀποκτήσει μιὰ Ι.Χ. ὀρθογραφία. Γράφει ὅπως θέλει ὁ καθένας: ἄλλος πολυτονικὸ χαλαροῦ ἢ αὐστηροῦ τύπου, ἄλλος μονοτονικὸ στὴν ἐπίσημη ἢ ἀνεπίσημη ἐκδοχή, ἄλλος ἀτονικὸ καὶ οἱ περισσότεροι γράφουν ὅπως τοὺς ἔρχεται. Κανεὶς σεβασμὸς πιὰ σὲ κανόνες. Τὸ δεύτερο ἀφορᾶ στὴ νέα μορφὴ διγραφίας. Κάποτε, εἴτε γράφαμε στὴ δημοτικὴ εἴτε στὴν καθαρεύουσα, μᾶς ἕνωνε ὸ ἴδιος τύπος γραμμάτων. Τώρα ἄλλοι ἀπὸ μᾶς χρησιμοποιοῦν τὴν κεμαλικὴ γραφὴ σὲ ἀγγλίζουσα μορφὴ εἴτε τὴν ἑλληνικὴ σὲ ἀβέβαιη μορφή. Τὸ τρίτο ἀφορᾶ στὴν προφορά: μετὰ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, ποὺ λειτουργοῦσαν ὡς ὁδικὰ σήματα ἢ ὡς μουσικὲς νότες στὴν ἀνάγνωση, ἡ προφορὰ τῶν νεοελλήνων, εἰδικὰ τῆς μονοτονικῆς γενεᾶς, δὲν ἔγινε ἁπλῶς μονότονη, ἀφοῦ ἔχασε τὴν τονικὴ παλμικότητά της καὶ τὴ ρυθμοποιΐα της, ἔγινε μιὰ τρεκλίζουσα καὶ μπατάλικη προφορά, ὑπόκωφη, σπηλαιώδης καὶ βρυχητική, γιατὶ ἁπλούστατα, τὸ παιδὶ δὲν ἔχει σαφῆ αἴσθηση τοῦ τόνου, ἀφοῦ μὲ ἠλίθιους «κανόνες» τοῦ ἔχει ἐπιβληθεῖ νὰ μὴν τονίζει τὶς πιὸ ἰσχυρὰ τονούμενες λέξεις, ὅπως εἶναι οἱ ἐρωτηματικὲς ἀντωνυμίες, τί καὶ ποιός καὶ ἀκόμη τὰ ἄρθρα καὶ τὰ μονοσύλλαβα ἐπιφωνήματα, ἢ νὰ τονίζει μὴ ἰσχυρὰ προφερόμενες συλλαβές. Καὶ τὸ χειρότερο εἶναι πὼς τὸ σημερινὸ παιδί, ἐνῶ μαθαίνει τάχα πιὸ εὔκολα νὰ γράφει, λὲς καὶ ἡ δυσκολία δὲν συνιστᾶ ἄσκηση νοός, δυσκολεύεται νὰ διαβάσει, νὰ ἀρθρώσει μιὰ λέξη. Κι αὐτὸ δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ μαθητὲς καὶ νέους ἐπιστήμονες, ἀφορᾶ καὶ σὲ ἐκφωνητὲς καὶ νέους ἠθοποιούς. Πολλοὶ ἔχουν μία προφορὰ βατταριστική, ὡσὰν ἡ γλῶσσα τους νὰ ἔχει προσβληθεῖ ἀπὸ παράλυση. Ἡ παλαιὰ πολυτονικὴ γραφὴ ἔκανε τὴ λέξη γλυπτή, τετορνευμένη. Ἡ μονοτονικὴ γραφὴ ἐκανε τὴ λέξη γυμνὴ ἀπὸ τὴ μουσικότητά της. Σὲ αὐτό, ἂς προστεθεῖ καὶ τὸ γλωσσικὸ ἔγκλημα τῆς ἀκινησίας τοῦ τόνου (τὸ συμβούλιο, τοῦ συμβούλιου, τῶν συμβούλιων) ποὺ νέκρωσε τὴ λέξη καὶ τὴ μετέτρεψε σὲ «ὑπέροχο πτῶμα». Αὐτὸ ποὺ χαρακτήριζε τὴν ἀρχαία καὶ τὴ λογία ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ὁ ἀπαράβατος κανόνας: ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρὰ ἡ προπαραλήγουσα δὲν τονίζεται. Π.χ. τοῦ συμβουλίου, τῶν συμβουλίων. Ὁ Φαλλμεράυερ ἀρνήθηκε τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγοντας ὅτι στὴν τρέχουσα ἑλληνικὴ δὲν ἰσχύει αὐτὸς ὁ γλωσσικὸς κανόνας, ἀπεναντίας κυριαρχεῖ γλωσσικὸς κανόνας σλαβικῆς ἐπιρροῆς. Πολλοὶ Γερμανοὶ σοφοὶ ἀποπειράθηκαν νὰ ἀποδείξουν τὸ ἀσύστατο τῶν ἀπόψεών του. ᾽Εμεῖς οἱ ἀσύστατοι βαλθήκαμε —ἀκόμη καὶ μὲ συνδρομὴ κάποιων πανεπιστήμιων καὶ ἐπιστήμονων μας— νὰ τὸν δικαιώσουμε. Ἄφεριμ!

Ἠλίας Κεφάλας: 20 χρόνια μονοτονικοῦ.

Τὰ εἴκοσι χρόνια, ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴ βεβιασμένη θέσπιση τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος μέχρι τώρα, δὲν ἔδειξαν καμία καλυτέρευση στὸν τρόπο ἐκμάθησης καὶ ἐμπέδωσης τῆς νεοελληνικῆς γλώσσας στὰ παιδιά, οὔτε κάποια ἰδιαίτερη ἐλάφρυνση τοῦ ἐν γένει ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος. Τουναντίον οἱ ἀρνητικὲς ἐκτιμήσεις εἷναι πιὸ ἐμφανεῖς. Ἂς ὑπογραμιμίσουμε μερικές.

1. Χάθηκε ἠ αἰσθητικὴ τῆς πολυτονικῆς γραφῆς καὶ μαζί της ἡ σαφήνεια καὶ ἡ ἀμεσότητα τοῦ νοηματισμένου λόγου. Τὰ μέρη τοῦ λόγου μπερδεύονται μεταξύ τους εὔκολα καὶ γιὰ νὰ τὰ ξεχωρίσεις πρέπει νὰ θέσεις νέους κανόνες, ἐνῶ ἡ πρόθεση τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι νὰ τοὺς καταργήσει.

2. Τὸ μονοτονικὸ δὲν ἔπεισε ἐξ ἀρχῆς καὶ δὲν κατάφερε νὰ παρασύρει μαζί του ὅλους τοὺς κατ᾿ ἐξοχὴν χρῆστες τῆς γλώσσας, δηλαδὴ τοὺς συγγραφεῖς. Παρατηρήθηκε ὅτι ὅλο καὶ περισσότεροι συγγραφεῖς καί, ἀνάμεσά τους, οἱ πλέον ἄξιοι ἐπιμένουν στὴ χρήση τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Οἱ ἐκδότες ἀναγκάστηκαν νὰ ὑποκύψουν στὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν συγγραφέων καὶ νὰ ἐκδίδουν τὰ βιβλία τους σύμφωνα μὲ τὴν αἰσθητικὴ τοῦ πολυτονικοῦ συστήματος. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι αὐτὴ τὴ στιγμή, σχεδόν, ὅλη ἡ καλὴ ἑλληνικὴ λογοτεχνία ἐκδίδεται πολυτονικά.

3. Τὰ περιοδικά, σεβόμενα τὶς προτιμήσεις τῶν συνεργατῶν τους, ἄρχισαν ἤδη νὰ φιλοξενοῦν κατὰ κόρον τὶς πολυτονικὲς συνεργασίες, ἐνάντια στὴ δυσανασχέτηση τῶν τυπογράφων, οἱ ὁποῖοι προσβλέπουν στὴν ἀνευθυνότητα τῆς εὔκολης δουλειᾶς καὶ τὴν ἀκαλαισθησία τῆς γυμνότητας.

4. Φάνηκε ὅτι τὸ μονοτονικὸ εἶναι ἔργο τῶν τυπογράφων καὶ δὴ τῶν νέων, ἡ ἀνάγκη τοῦ ὁποίου προβλήθηκε ὅταν ἐξέλιπαν οἱ παλιοὶ μαστόροι καί, φυσικά, ὅταν μαζί τους ἔφυγε τὸ δημιουργικὸ μεράκι.

5. Ὅλο τὸ κακὸ ξεκινάει ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες; Ἡ δική τους αἴσθηση τοῦ ὡραίου, ἡ δική τους ἀνάγκη, ἡ δική τους ματαιοδοξία ἐπιβάλλει τὶς ἀποκλίσεις τῆς κοινῆς γνώμης, ἐπιφέρει ἀλλαγὲς στὶς ἐκτιμήσεις τῶν πραγμάτων, ἀποπροσανατολίζει συνειδήσεις, ἐγκαθιδρύει καταστάσεις, γκρεμίζει ἀκόμα καὶ αὐτὴ τὴ γλώσσα μας. Ἡ γλώσσα τῶν ἐφημερίδων, λοιπόν, καί, μαζί, ἡ γλώσσα τῆς διαφήμισης μᾶς παρασύρουν συχνὰ καὶ πρὸς τὸ ἀτονικὸ σύστημα. Ἀλλά, ἀνάμεσα σ' αὐτά, ἀκούστηκε ὅτι κάποια ἐφημερίδα θὰ κάνει παραχωρήσεις σὲ κάποιες σελίδες καὶ πρὸς τὸ πολυτονικό. Ἴδωμεν.

Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας: Ποιές οἱ ὠφέλεις ποὺ προέκυψαν;

Τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἐπιβλήθηκε κατὰ τρόπο βίαιο, ὑπο δημοκρατικὸ ὅμως μανδύα, στὴ μεταμεσονύχτια συνεδρίαση τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων τῆς 11ης ᾽Ιανουαρίου 1982, αἰφνιδιαστικά, σ᾿ ἕνα ἐντελῶς ἀσχετο νομοσχέδιο, ἀπὸ ὄχι περισσότερους ἀπὸ τριάντα βουλευτὲς (μετὰ ἀπὸ ἀποχώορηση τῶν βουλευτῶν τῆς Ν.Δ.). Ἡ θεμελιακὴ αὐτὴ ἀλλαγὴ στὴ γλωσσική μας παράδοση ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα τῆς μακρόχρονης μονομανίας μερικῶν φιλολόγων ποὺ κατάφεραν νὰ πείσουν τοὺς τότε κυβερνῶντες ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετεῖτο ἡ πτροοδευτικὴ πορεία τῆς χώρας. Προσωπικὰ θὰ ἤμουνα, μὲ πολλὴ καλὴ πίστη, πρόθυμος καὶ νὰ δεχτῶ ἀκόμα ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντισυνταγματικὲς αὐθαιρεσίες ἄν, μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ εἶχε προκύψει: α) ἄνοδος τοῦ γλωσσικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ μὲ ἐξελικτικὸ ἐμπλουτισμὸ τῆς γλωσσικῆς ἔκφρασης, κυρίως ἐκείνης τῶν νέων ἀνθρώπων, β) βελτίωση τῆς ὀρθογραφικῆς ἀποτύπωσης τῶν λέξεων ἀπὸ τὸ λαὸ καὶ γ) πρόοδος στὸν γλωσσικό μας πολιτισμό. Θὰ δεχόμουνα ἐπίσης νὰ συζητήσω τὸ μονοτονικὸ ἂν καὶ σ᾿ ἄλλες εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες (π.χ., γαλλικά, ἱσπανικά) εἶχε ἐπιβληθεῖ κάτι ἀνάλογο. (Ὅμως ἐκεῖ, παρότι ὑπῆρξαν ἀκραιφνεῖς σοσιαλιστικὲς κυβερνήσεις, κανεὶς δὲν σκέφτηκε κάτι παρόμοιο· ἀντίθετα προφύλαξαν μὲ προσοχὴ τὴ γλώσσα τους.) Προσωπικά, παραμένω ἀνοιχτὸς σὲ κάθε ἀδογμάτιστη συζήτηση ποὺ θὰ ἀποδείκνυε ὅτι τὸ μονοτονικὸ συνέβαλε σὲ κάτι θετικὸ κι ὄχι μόνο στὴν ἀποπνευματοποίηση καὶ στὴν τεμπελιὰ τῆς ἤσσονος προσπάθειας. Διατελῶ πρόθυμος νὰ ἀκούσω.

Π.Β. Πάσχος

Πρὶν 20 χρόνια ξαναζήσαμε τὸ μύθο τῆς ἀλεποῦς μὲ τὴν κομμένη οὐρά, ποὺ ἤθελε νὰ παρουσιαστεῖ καὶ ὡς... δημιουργὸς μόδας καὶ ὕφους ζωῆς καὶ τέχνης. Σὲ μιὰ τέτοια κρίσιμη στιγμή, τόλμησα κάποτε νὰ ρωτήσω τὸν ἀείμνηστο φίλο καὶ σοφὸ δάσκαλο, τὸν ᾽Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ποιὰ εἶναι ἡ γνώμη του γιὰ τὸ ἔγκλημα κατεπάνω στὸ ἱερὸ σῶμα τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας· κι᾿ ἐκεῖνος μοῦ ἀπάντησε, κοφτὰ κ᾽ ἐπιγραμματικά:

—Ἡ γλῶσσα, ὅπως κάθε φυσιολογικὸς καὶ ζωντανὸς ὀργανισμός, δὲν σηκώνει κανενὸς εἴδους βιασμό: οὔτε πρὸς τὰ μπρός, οὔτε καὶ πρὸς τὰ πίσω. Ὅποιοι καὶ ὅσοι ἐπιχειροῦν κάτι τέτοιο εἶναι ὠμοὶ βιαστὲς καὶ δὲν διαφέρουν σὲ τίποτε ἀπὸ τοὺς ἄλλους βιαστές, τοὺς ἐγκληματίες, ὅποιο ὄνομα κι ἂν δώσουν στὸ ἔργο τους... Ἂν καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ συνάδελφοι (στὸ Πανεπιστήμιο ἢ στὴ Λογοτεχνία), ποὺ εἶναι ἀπαισιόδοξοι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Πολυτονικό, ἐγὼ εἶμαι πολὺ αἰσιόδοξος κ᾿ ἐλπίζω νὰ νικήσουν οἱ ὀρθοφρονοῦντες. Μπορεῖ τὰ ποτάμια νὰ μὴ γυρίζουν πίσω, ὅπως λέγεται, ἀλλὰ ἔχουμε καὶ τὴ ρήση «ὁ ᾽Ιορδάνης ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω»! Δὲν μπορεῖ, λοιπὸν ἕνας λαός, ποὺ ἔχει τὴν ἱστορικὴ πολιτισμική του ταυτότητα καὶ τὴν ἐθνικὴ γλῶσσα του, ν᾿ ἀποφασίσει, ξαφνικά, ν᾿ αὐτοκτονήσει. Εἶναι ἀδιανόητο!

Ἡ ἐθνική του συνείδηση, ποὺ φυλάγει τὴν ἐσωτερικὴ ἐλευθερία του, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ξυπνήσει, πρὶν ἀλλοιωθεῖ ἡ ψυχή του. Ὅσοι ἀγαποῦμε τὴν γλῶσσα μας μὲ πάθος, τὴ γράφουμε ὁλόκληρη, μὲ τόνους καὶ πνεύματα, καὶ τὴ μουσική της τὴ φυλάγουμε σὰν τὴν πολύτιμη ψυχή μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εἴμαστε ποιηταί, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς Φώτης Κόντογλου: ὁ ρήτορας ἀγαπάει τὴ γλῶσσα παίζοντας, ὅπως τὴν ἀγαπητικιά του· ὁ ποιητής, ὅμως, ἀγαπάει καὶ σέβεται τὴ γλῶσσα του σὰν τὴν ἀρραβωνιαστικιά του! Καί, γιὰ νὰ μὴ σταματοῦμε στὰ θεωρητικά, θὰ ἦταν χρήσιμο ν᾿ ἀναρωτηθοῦμε καὶ νὰ ἰδοῦμε ἀπὸ κοντὰ τί θετικὸ ἢ τί εὐεργετικὸ ἔφερε στὴν πατρίδα μας, στὴν παιδεία, στὴν τέχνη κ.λπ., ἡ ἀλλαγὴ τοῦ μονοτονικοῦ; Φοβοῦμαι, πώς, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ αἰσιόδοξοι διαφημισταὶ τῶν δῆθεν εὐεργετημάτων τῆς ἀλλαγῆς, δὲν θὰ ἔχουν σοβαρὰ στοιχεῖα νὰ προσκομίσουν· ἐκτὸς ἄν, ἡ ραστώνη τῶν διδασκόντων καὶ ἡ διευκόλυνση τῶν τεμπέληδων μαθητῶν ἢ φοιτητῶν, ἀποτελοῦν θετικὰ στοιχεῖα ἢ εὐεργετήματα, ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἔχουμε προοδευτικὰ μάτια νὰ τὰ ἰδοῦμε! ᾽Εμεῖς, ποὺ δὲν τυπώσαμε (παρὰ τὶς διαταγὲς καὶ τοὺς νόμους) οὔτε μία σελίδα πανεπιστημιακοῦ συγγράμματος σὲ μονοτονικό. Δόξα τῷ Θεῷ!

᾽Εγὼ θὰ ἤθελα, ἀπὸ τὴν πλευρά μου, νὰ ἰδῶ τ᾿ ἀποτέλεσματα τῆς ἀλλαγῆς αὐτῆς στὸ Πανεπιστήμιο. ᾽Εκτὸς ἐξαιρέσεων, ποὺ εἶναι πάντα ὑπόθεση προσώπων μὲ συνέπεια καὶ ὑπευθυνότητα, ἡ ἀλλαγὴ ἔχει ἀνοίξει πληγὲς ποὺ δὲν ξέρω ἂν ποτὲ καὶ πῶς θὰ μπορέσουν νὰ κλείσουν. ᾽Ιδιαίτερα οἱ λεγόμενες καθηγητικὲς Σχολὲς τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖες βγάζουν ἀνθρώπους, ποὺ θὰ διδάξουν αὔριο στὰ Γυμνάσια, στὰ Λύκεια, στὰ Τ.Ε.Ι. καί, ἴσως, καὶ στὰ Α.Ε.Ι., ἔχουν ἕνα ἐπίπεδο ποὺ συνεχῶς κατολισθαίνει —χειρότερα ἀπὸ τοὺς ἐθνικοὺς δρόμους, μὲ τὶς κακοτεχνίες τῶν τελευταίων χαλόνων. Μιλῶ συγκεκριμένα, γιὰ τὰ μαθήματα ποὺ δίδαξα τὰ τελευταῖα χρόνια, δηλαδὴ Βυζαντινὴ Ὑμνογραφία, Ἁγιολογία, Κριτικὴ ἔκδοση Ἀρχαίων Κειμένων, Παλαιογραφία καὶ Θεολογικὴ καὶ Φιλοσοφικὴ ἀνάλυση τῆς Λογοτεχνίας. Ἂν ἐξαιρέσει κανεὶς τὸ τελευταῖο, ποὺ ἔχει νὰ κάμει μὲ νεοελληνικὰ κείμενα ἤ, ξένα, μεταφρασμένα στὰ νεοελληνικά, τ᾿ ἄλλα τέσσερα μαθήματα γίνονταν μὲ τέτοιες δυσκολίες, ἐπειδὴ ἔχουν στὴν ὕλη τους Ἀρχαῖα καὶ Βυζαντινὰ Ἑλληνικά, ποὺ στὸ τέλος ἀνέκραζα μὲ πικρία, πὼς κάθε πέρσι καὶ καλύτερα, κάθε νέα χρονιὰ κάι χειρότερα! Τὰ παιδιά μας, ἀπ᾿ τὸ Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, ἴσαμε τὸ Πανεπιστήμιο φτωχαίνουν καὶ κουτσαίνουν γλωσσικὰ κι᾿ ἔχουν σὲ τέτοιο σημεῖο ἀλαλία καἱ ἀφωνία, ποὺ εΙναι ἀδύνατο νὰ οἰκοδομήσεις ἐπάνω τους κάτι ἀξιόλογο ἀπὸ τὴν ἄποψη τῶν ἀπαραίτητων εἰδικῶν γνώσεων καὶ τῆς παιδείας γενικώτερα. Τὸ διακηρύσσουν καὶ οἱ Συνάδελφοι τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, τὸ ὁμολογοῦν καὶ τὰ ἴδια τὰ παιδιά μας, ὅτι αἰσθάνονται ξυπόλητα στ᾽ ἀγκάθια, καὶ πὼς πᾶνε στὸν πόλεμο τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας δίχως τὸν ἀπαραίτητο ὁπλισμό. Ἀκόμη κι ἂν ἀφιερώσω διπλάσιες ὧρες στὴ διδασκαλία τῆς Παλαιογραφίας ἢ τῆς Κριτικῆς ᾽Εκδόσεως Ἀρχαίων Κειμένων, εἶναι ἀδύνατο νὰ ἔχομε τὰ ἐπιθυμητὰ ἀποτελέσματα. Δὲν γεννᾶται, φυσικά, ζήτημα νὰ δυνηθοῦν νὰ κατανοήσουν οἱ φοιτητές μας τὰ ὑμνολογικὰ ἢ άγιολογικὰ κείμενα (ποὺ θὰ χρειαστεῖ νὰ διδάξουν αὔριο στὰ σχολεῖα τους), ἀφοῦ ἀγνοοῦν τὴ στέρεη βασικὴ δομὴ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, τὴ γραμματική της, τὸ συντακτικό της, κανόνες τονισμοῦ, συλλαβισμοῦ κ.λπ. Καὶ θυμοῦμαι, τώρα, ἕνα φίλο συνάδελφο στὸ Χάρβαρντ, ποὺ συναντοῦσε προβλήματα μὲ τοὺς μαθητές του (ἀνάμεσά τους καὶ μερικοὶ Ἕλληνες) στὸ μάθημα τῆς Βυζαντινῆς Παλαιογραφίας, κ᾿ ἔλεγε χαρακτηριστικὰ —καὶ τόσο ἀληθινά: «τὸ θέμα τῆς Παλαιογραφίας, κ. Συνάδελφε, εἶναι καθαρὰ θέμα βαθειᾶς ᾽Ελληνομάθειας· δίχως αὐτὴν δὲν μποροῦμε δυστυχῶς νὰ προχωρήσουμε». ᾽Εμεῖς, σήμερα, τί νὰ ποῦμε; Θὰ περιμένουμε, ἴσως μ᾿ ἐλπίδα κ᾿ αἰσιοδοξία, νὰ φτάσουμε στὸν πάτο, «στοῦ κακοῦ τὴ σκάλα» καὶ τότε, ὅταν δὲν ἔχει ἄλλο πιὸ κάτω, νὰ πάρουμε τὴν ἀνηφόρα; Ἤ, θὰ ἀνασκουμπωθοῦμε, ἀμέσως ἀπὸ σήμερα, γι᾽ ἀγῶνες τίμιους, νὰ ξανακερδίσουμε τὴ γλῶσσα μας καὶ τὴν ψυχή μας;

Κυριάκος Πλήσης: Εἴκοσι χρόνια μονοτονικό.

Ἡ καθιέρωση τοῦ μονοτονικοῦ ὑπῆρξε πράξη τραγελαφική. Οἱ ἐκσυγχρονιστὲς ὑπῆρξαν τολμητίες ἀλλὰ ὄχι ἀρκούντως τολμηροί. Ἂν ἦταν ἀρκούντως τολμηροί, ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγουν τὴ φωνητικὴ ὀρθογραφία, γιὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς μὲ τὸ τόλμημά τους. Ἅπαξ καὶ διατηρήθηκε, ἔστω καὶ ἁπλοποιημένη, ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία, ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων εἶναι πράξη ἐντελῶς ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ γραπτοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία δὲν μπορεῖ νὰ νοηθεῖ χωρὶς τόνους καὶ πνεύματα.

Ἡ γλώσσα δὲ σηκώνει ἄστοχους καὶ ἀνιστόρητους πειραματιομούς. Ἂν ἐπεκράτησε καὶ σωστὰ καθιερώθηκε ἡ δημοτική, εἶναι γιατὶ ἀφέθηκε νὰ ἐξελιχθεῖ φυσιολογικὰ καὶ δὲ βιάσθηκε. Οἱ δημιουργοί, κυρίως οἱ λογοτέχνες, δούλεψαν μὲ τὸ αἰσθητήριό τους τὴ γλώσσα αὐτὴ καὶ τῆς ἔδωσαν συγκεκριμένη μορφή. Ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ πολιτεία, ἐκτελώντας τὸ καθῆκον της, τὴν θεσμοθέτησε.

Ἡ καθιέρωση τῆς δημοτικῆς ὑπῆρξε καὶ λογικὴ καὶ νόμιμη. Ποιά ὅμως λογικὴ ἀναγκαιότης ὑπῆρξε, ὥστε νὰ ἐξοβελισθοῦν ἀπὸ τὸν γραπτὸ λόγο οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα; Τὸ ἐπιχείρημα πὼς στὴν κλασικὴ ἐποχὴ δὲν ὑπῆρχαν τόνοι καὶ πνεύματα εἶναι ἕωλο. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατρέχουμε πρὸς τὰ πίσω μὲ ἄλματα. Ἡ γραπτὴ ἑλληνικὴ γλώσσα εἷναι αὐτὴ ποὺ διαμορφώθηκε στὴν ἱστορική της ἐξέλιξη.

Ἡ κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων πρέπει νὰ ἀπέβλεπε σὲ ἄλλους στόχους ἐλάχιστα πνευματικούς. Αὐτοὶ οἱ στόχοι, οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοί, δὲν ὠφελοῦν τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὰ μεγάλα κεφάλαια καὶ τοὺς ἀλληθωρίζοντες πρὸς μιὰν κεκαλυμμένη πνευματικὴ παγκοσμιοποίηση.

Εἰπώθηκε, μεταξὺ ἄλλων, πὼς μὲ τὴν κατάργηση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἐξοικονομήθηκε διδακτικὸς χρόνος καὶ ἔτσι βελτιώθηκε τὸ γλωσσικὸ αἰσθητήριο τῶν μαθητῶν. Αὑτὸ εἶναι καὶ ψεῦδος καὶ φενακισμός. Ἡ γλώσσα τῶν μαθητῶν ὄχι μόνον δὲ βελτιώθηκε ἀλλά, ἀντιθέτως, ἡ ὀρθογραφία τους χειροτέρεψε αἰσθητῶς. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ διατηροῦνται (καὶ ὀρθῶς διατηροῦνται) τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ μὲ τὴν ἱστορική τους ὀρθογραφία, οἱ μαθητὲς δυσκολεύονται πολὺ νὰ προσαρμοσθοῦν μὲ τὸ μονοτονικό, ὅταν τὴ μιὰ φορὰ γράφουν «αγαπώ» καὶ λίγο πιὸ κάτω «ἀγαπῶ».

Βέβαια, γιὰ τὴ γλώσσα δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ προβάλλουμε ὠφελιμιστικὰ ἐπιχειρήματα. Μπροστά μας ὀρθώνεται τὸ μέγα ἐρώτημα: Μποροῦμε νὰ διακόψουμε βάναυσα τὴν παράδοση τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ὅπως διαμορφώθηκε στὴν ἱστορική της πορεία; Καὶ ἐπὲιδὴ τὸ ἐρώτημα δὲν ἀφορᾶ μόνο στὴ γλώσσα ἀλλὰ γενικότερα στὸν πολιτισμό μας τὸ ἐπαναλαμβάνω: Εἴμαστε τόσον ὀλιγόνοες καὶ ἄσπλαχνοι ὥστε νὰ πληγώνουμε βάναυσα αὐτὸν τὸν πολιτισμὸ καὶ νὰ διακόπτουμε τὴ φυσιολογική του ἐξέλιξη; Μπορεῖ νὰ εἴμαστε «προοδευτικοὶ» σὲ πολλὰ ἄλλα; στὴ διάρθρωση τῆς πολιτείας, στὶς σχέσεις τοῦ κράτους μἐ τοὺς πολίτες, στὶς σχέσεις μας μὲ τ' ἄλλα κράτη καὶ μὲ εὐρύτερες ἑνότητες Κρατῶν, ὅμως στὰ πνευματικὰ —καὶ μάλιστα στὴ γλώσσα— ὀφείλομε νὰ εἴμαστε ἄκρως προσεκτικοί. Διαφορετικὰ μπορεῖ νὰ γίνουμε, ὅπως καὶ γίναμε, φορεῖς κακῶν ἀθεράπευτων.

Μερόπη Ν. Σπυροπούλου: Ἀπὸ ποῦ ἄραγε σχηματίζονται;

Κάποια μέρα, στὸ τέλος μιᾶς παράδοσης στοὺς δευτεροετεῖς φοιτητές μας, ἕνα κορίτσι ποὺ μὲ εἶχε παρακολουθήσει μὲ πολλὴ προσοχὴ μοῦ εἶπε: «Χρησιμοποιεῖτε μία κάπως διαφορετικὴ γλῶσσα, μὲ ὡραῖο ἦχο, γιατὶ μοῦ φάνηκε ὅτι ἔχει, κάπως, πιὸ πολλά... Φοὺ καὶ Θού». Προσπάθησα νὰ καταλάβω τί ἐννοοῦσε καὶ τῆς ζήτησα νὰ μοῦ φέρει ἕνα παράδειγμα. Νά, εἴπατε κάποιες λέξεις, ποὺ τὶς ἔχω σημειώσει κιόλας, ὅπως π.χ. ἀφαίμαξη, ἐφίδρωση, ἐφάμιλλος, καθοριστικός, αὐθαίρετος, πενθήμερο, μεθερμηνευόμενο, καὶ κάποιες ἄλλες ποὺ δὲν τὶς συγκράτησα, ἀλλὰ μοῦ ἄρεσαν. Ἀπὸ ποῦ ἀραγε σχηματίζονται αὐτὲς οἱ λέξεις;. Τῆς ἐξήγησα τὸν κανόνα γιὰ τὸ τί συμβαίνει μὲ τὸ σύμφωνο τῶν προθέσεων, ὅταν αὐτὲς ἀποτελοῦν τὸ πρῶτο συνθετικὸ μαζὶ μὲ δασυνόμενες λέξεις καί, συγχρόνως, τῆς σχολίασα τὴ σημασία τῶν ἀντίστοιχων προθέσεων. Μὲ ἄκουσε μὲ ἀπορία καί, σχεδὸν ἔκθαμβη, μοῦ εἶπε μὲ κάποια νοσταλγία φεύγοντας: «Ἄ, γι᾿ αὐτὸ ποτὲ δὲ μοῦ ἄρεσε ἡ ἔκφραση “πενταήμερη ἐκδρομή”· Τί κρίμα ἐμεῖς νὰ μὴν τὰ ξέρομε ὅλα αὐτά...». Ἀλήθεια, τί κρίμα καὶ τί ἔγκλημα νὰ σᾶς τὰ ἔχομε ἐμεῖς στερήσει ὅλα αὐτά!

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος

Τὸ γλωσσικό, μεταμεσονύκτιο, πραξικόπημα τοῦ 1982, ἐπιβάλλοντας στὴ γραπτὴ γλώσσα μας τὸ μονοτονικό, τῆς ἐστέρησε τὸν γενετικὸ κώδικα τῶν λέξεών της. Δύσκολα πλέον, σχεδὸν χρειάζεται νὰ μαντέψεις τὴν καταγωγὴ μιᾶς λέξης κι ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος —ὅσο ἁπλοποιημένος ἢ καὶ ἁπλουστευμένος κι ἂν εἶναι— κρέμεται πάντοτε ἀπὸ τὶς λέξεις του, αὐτὲς οἱ λέξεις, ὅταν δὲν γράφονται σωστά, τότε, οὔτε ὀρθὰ προφέρονται. Καὶ ὅταν δὲν ἐννοοῦνται καταγωγικά, γενετικά, οὔτε κατανοοῦνται. Παρουσιάζεται φέτος μιὰ μοναδικὴ γιὰ τὴν σκέψη καὶ τὸν πνευματικὸ πολιτισμὸ τῶν Ἑλλήνων εὐκαιρία: οἱ ἄνθρωποι ποὺ νύκτωρ ἀποφάσισαν κι ἐπέβαλαν τὸ μονοτονικό, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, μὲ τιμιότητα καὶ γενναιότητα, νὰ προβοῦν σὲ ἐπανόρθωση τοῦ κακοῦ. Μόνο αὐτοὶ μποροῦν!

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση