Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Οἱ ἀναφορὲς τῶν μονοτονιστῶν στὸν Βιλαμόβιτς καὶ στὸν Γεώργιο Χατζιδάκι

[Τοῦ Γιάννη Χαραλάμπους, καθηγητῆ στὴν Ἀνωτάτη Ἐθνικὴ Σχολὴ Τηλεπικοινωνιῶν τῆς Βρετάνης. Τὸ κείμενο αὐτὸ ἔχει κατατεθεῖ πρὸς δημοσίευσιν στὸ περιοδικὸ Εὐθύνη.]

Οἱ δύο μεγαλύτεροι φιλόλογοι τοῦ 19ου αἰῶνα, ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις (1848-1941) καὶ ὁ Enno Friedrich Wichard Ulrich von Wilamowitz-Möllendorff (1848-1931), θεωροῦνται ἀπὸ τοὺς μονοτονιστὲς ὡς ἅγιοι προστάτες τοῦ μονοτονισμοῦ ἐνῷ στὴν πραγματικότητα οἱ προτάσεις τους —τουλάχιστον ὅσες ὄντως δημοσιεύθηκαν καὶ ὄχι λόγια ποὺ μαρτυροῦνται ἀπὸ τρίτους— εἶναι καθαρὰ παιδαγωγικῆς φύσεως καὶ δὲν ἀναφέρονται ἐπ᾿ οὐδενὶ στὸ πανελλήνιο μονοτονικὸ ὅπως τὸ θέλησε ὁ Κακριδῆς τὸ 1943 καὶ ὅπως τὸ ἐπέβαλε τὸ ΠΑΣΟΚ τὸ 1982.

Μελετῶντας τὰ κείμενά τους ἀνακαλύπτουμε ὅτι καὶ οἱ δύο ἀναφέρθηκαν στὴν διδασκαλία τῶν τόνων σὲ ἕνα συγκεκριμένο σχολικὸ πλαίσιο: ὁ μὲν Βιλαμόβιτς ἀναφέρεται στὸ γερμανικὸ Γυμνάσιο καὶ προτείνει νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ τόνοι ἀλλὰ νὰ μὴν διδάσκονται οἱ κανόνες τονισμοῦ· ὁ δὲ Χατζιδάκις ἀναφέρεται στὸ σχολικὸ βιβλίο τοῦ ἑλληνικοῦ Δημοτικοῦ καὶ προτείνει νὰ τονίζεται μόνον ἡ «τονουμένη συλλαβὴ κειμένου». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ἡ διδασκαλία τοῦ τονισμοῦ μετατίθεται στὴν ἐκάστοτε ἑπόμενη ἐκπαιδευτικὴ βαθμίδα: στὸ Λύκειο γιὰ τὸν Βιλαμόβιτς, στὸ Γυμνάσιο γιὰ τὸν Χατζιδάκι. Καὶ οἱ δύο μεγάλοι φιλόλογοι ἔδωσαν ἐλάχιστη σημασία στὶς προτάσεις τους αὐτὲς καὶ δὲν τὶς συμπεριέλαβαν παρὰ παρεμπιπτόντως σὲ δευτερεύουσες, σήμερα δυσεύρετες δημοσιεύσεις. Καὶ ὅλως περιέργως καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑπάρχει ἀπὸ μία «ἀνεπίσημη» ἀναφορὰ σὲ πιὸ «ριζοσπαστικὲς» προφορικὲς δηλώσεις ποὺ φημολογεῖται ὅτι ἔκαναν ἀλλὰ ποὺ ὅμως δὲν δημοσιεύθηκαν πουθενά: στὸν Χατζιδάκι ἀναφέρεται ὁ Νιρβάνας σὲ δύο χρονογραφήματά του· στὸν Βιλαμόβιτς ὁ Ρωμαῖος, ἐνθυμούμενος συζήτηση ποὺ εἶχαν 40 χρόνια πρίν.

Στὸ ἄρθρο αὐτό, βασιζόμενοι στὶς πηγές, θὰ δοῦμε πῶς οἱ μονοτονιστὲς χρησιμοποίησαν τὰ δύο αὐτὰ μεγάλα ὀνόματα ἀπὸ τὸ 1943 μέχρι τὸ 2003, καὶ ποιά ἦταν ἡ πραγματικότητα.

Τὸ κείμενο «Τὰ διακριτικὰ σημεῖα τῆςἑλληνικῆς γραφῆς» τοῦ Βιλαμόβιτς (1900)

Ὁ μεγάλος Γερμανὸς κλασσικιστὴς Enno Friedrich Wichard Ulrich von Wilamowitz-Möllendorff σπούδασε στὴν Βόννη τὴν δεκαετία τοῦ 1860 καὶ ἔγινε γνωστὸς ὅταν, πρὶν ἀκόμα περάσει τὴν διδακτορικὴ διατριβή του, ἔγραψε ἕνα ἀγριώτατο κείμενο διαμαρτυρίας πρὸς τὴν Γέννηση τῆς τραγωδίας τοῦ (συμφοιτητῆ του) Νίτσε, κείμενο στὸ ὁποῖο ἀπάντησε τὸ ἴδιο ἔντονα ὁ Ρίχαρντ Βάγκνερ… Ὁ Β. δίδαξε μεταξὺ ἄλλων στὴν Γοττίγγη καὶ στὸ Βερολῖνο ἀπὸ τὸ 1897 μέχρι τὸ 1921 ὅταν βγῆκε στὴν σύνταξη. Τὸ 1891 ἐκλέχτηκε μέλος τῆς Πρωσσικῆς Ἀκαδημίας Ἐπιστημῶν. Τὸ φυλλάδιό του Der griechische Unterricht auf dem Gymnasium (Τὸ μάθημα τῶν Ἑλληνικῶν στὸ Γυμνάσιο) [W] τοῦ 1900 ἀκολουθεῖται ἀπὸ ἕνα συμπλήρωμα μὲ τίτλο Die Lesezeichen der griechischen Schrift (Τὰ διακριτικὰ σημεῖα τῆς ἑλληνικῆς γραφῆς) ποὺ παραθέτουμε σὲ μετάφραση τοῦ συγγραφέα:

Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τῶν Ἑλλήνων Γραμματικῶν ἦταν ἡ εἰσαγωγὴ τῶν σημείων ποὺ ὀνομάζουμε, κάπως ἄστοχα, τόνους καὶ πνεύματα. Οἱ δεινοὶ αὐτοὶ μελετητὲς παρετήρησαν ὅτι τὰ γράμματα δὲν ἀπέδιδαν ἀρκετὰ πιστὰ τὸν προφορικὸ λόγο καὶ εἰσήγαγαν τὰ σημεῖα αὐτὰ χάρη στὰ ὁποῖα γνωρίζουμε σήμερα τὸν τονισμὸ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας καὶ διὰ μέσου αὐτῆς καὶ τῆς ἀρείας [ἰνδοευρωπαϊκῆς] πρωτογλώσσας. Σκοπὸς τῆς εἰσαγωγῆς τους δὲν ἦταν νὰ χρησιμοποιηθοῦν παντοῦ, παρὰ μόνο σὲ δύσκολα διαλεκτικὰ ποιητικὰ κείμενα, οὕτως ὥστε διὰ τῆς ἀναλογίας νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξακριβώσει τὴν προφορὰ ξεχασμένων λέξεων. Βέβαια μελέτησαν κυρίως τὸν τονισμὸ τῆς πρότασης στὰ πλαίσια τοῦ προφορικοῦ λόγου, ποὺ δὲν ξεχωρίζει μεμονωμένες λέξεις. Ὅταν ἔβαζαν τὰ σημεῖα αὐτά, τότε κάθε συλλαβὴ εἶχε τὸν τόνο της: εἴτε τὴν ἀποκαλούμενη βαρεία, ποὺ δήλωνε ὅτι ἡ συλλαβὴ ἔπρεπε νὰ προφέρεται χαμηλά, χωρὶς ὅμως νὰ διευκρινίζουν γιὰ ποιό σχετικὸ ὕψος ἢ βάθος ἐπρόκειτο, εἴτε τὴν ἀποκαλούμενη ὀξεία, σημεῖο τοῦ ὕψους, εἴτε τὴν ἕνωση τῶν δύο, ὅταν δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ἰδίας συλλαβῆς ἡ φωνὴ ἀρχίζει ἀπὸ ψηλὰ καὶ κατεβαίνει. Παρετήρησαν ἐπίσης ὅτι κατὰ τὴν σύνδεση τῶν λέξεων καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῆς ἑπομένης λέξης ὁ ὑψηλὸς τόνος μετεκινεῖτο: πρόκειται γιὰ τὸ φαινόμενο ποὺ ὀνομάζουμε ἔγκλιση καὶ τὰ ἐπακόλουθά του. Αὐτὰ ἰσχύουν σὲ κάθε γλώσσα, ὅπως π.χ. στὰ Λατινικὰ σὲ μεγάλη ἔκταση· ἀλλὰ δὲν τοὺς δίνουμε σημασία σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση γιατὶ τὰ [γραπτὰ] σημεῖα λείπουν. Ἔχει διασωθεῖ ἕνα ἀρχαῖο κείμενο (τοῦ Σπαρτιάτη ποιητῆ Ἀλκμᾶνος), στὸ ὁποῖο ἔχει τεθεῖ τόνος ἐπὶ κάθε συλλαβῆς. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου διαπιστώθηκε ὅτι ἔφτανε νὰ σημειώνεται μόνον ἡ τονούμενη συλλαβή· τὸ σύστημά μας, δηλαδὴ τὸ νὰ βάζουμε βαρεία ἀντὶ ὀξείας στὴν συλλαβὴ ποὺ δὲν διακρίνεται ἠχητικὰ μέσα στὴν πρόταση, δὲν συναντᾶται καθόλου στὴν ἀρχαιότητα. Ὁ τόνος στὰ Ἑλληνικὰ τῆς ἀρχαιότητας ἦταν καθαρὰ μουσικῆς φύσεως καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσουμε τὸ ὕψος καὶ τὸ βάθος μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο. Ὁ τόνος ὅπως τὸν χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοέλληνες, ἐπεκράτησε μόλις στὸν 3ο αἰώνα μ.Χ., καὶ μόνο τότε τὰ Ἑλληνικὰ ἄρχισαν νὰ λειτουργοῦν φωνητικὰ ὅπως τὰ Γερμανικὰ λειτουργοῦσαν ἀνέκαθεν. Ἐμεῖς οἱ σύγχρονοι δὲν μποροῦμε νὰ προφέρουμε τὸν μουσικὸ τόνο ἢ νὰ ξεχωρίσουμε τὴν περισπωμένη ἀπὸ τὴν ὀξεία, καὶ οὔτε οἱ Νεοέλληνες εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὸ κάνουν. Δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ στὴν ἀρχαιότητα τονισμένα βιβλία γενικοῦ περιεχομένου, ἀφοῦ τοὺς τόνους δὲν τοὺς χρησιμοποιοῦσαν παρὰ μόνον οἱ Γραμματικοί. Μόλις τὸν 9ο αἰώνα, μέσῳ τῆς μελέτης τῆς παλιᾶς λογοτεχνίας ἀπὸ κάποια μορφωμένα ἄτομα ἐπανέρχεται ὁ τονισμὸς μὲ ἀποτέλεσμα ὅλα τὰ κείμενα νὰ γράφονται τὸ ἴδιο ἀλλόκοτα ὅσο αὐτὸ τοῦ Ἀλκμᾶνος τοῦ 3ου αἰώνα π.Χ. Ξεκινῶντας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κύκλους μελετητῶν γενικεύθηκε κάτοπιν ἡ συνήθεια τοῦ τονισμοῦ ἀφοῦ, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, καὶ οἱ συγγραφεῖς καὶ οἱ ἀντιγραφεῖς τῶν βιβλίων εἶχαν τὴν ἴδια μόρφωση. Ἔτσι ἔφτασε ἡ ἀρχαιογνωσία στὴν Δύση, ἡ ὁποία μελέτησε τὰ κείμενα ὅπως τὰ παρέλαβε. Ἂν στὸν προηγούμενο αἰώνα [= τὸν 18ο] τὰ Ἑλληνικὰ τυπώνονταν συχνὰ χωρὶς τόνους, ὅπως βλέπουμε π.χ. στὸ ἔργο τοῦ Λέσσινγκ, αὐτὸ ἦταν λόγῳ ἀπερισκεψίας καὶ ὄχι λόγῳ τεκμηριωμένης διορατικότητας. Καὶ σήμερα δὲν σπανίζει αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπιση. Ἀλλὰ στὴν σχολή μας, ποὺ δὲν χωρίσθηκε ἀκόμα ἀπὸ τὴν φιλολογία, ἡ χρήση τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἔχει ἀφομοιωθεῖ σὲ τέτοιο βαθμὸ μὲ τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα ὥστε ὁ κόσμος συχνὰ πιστεύει ὅτι οἱ ἐπιγραφὲς καὶ οἱ πάπυροι θἄπρεπε νὰ εἶναι τονισμένοι, ὅπως εἶναι τονισμένες οἱ τόσον ἐπιμελεῖς ἔντυπες ἐκδόσεις τους.

Εἶναι προφανὲς ὅτι οἱ μαθητὲς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ θέτουν σημάδια ποὺ κανεὶς [ἀρχαῖος] Ἕλλην δὲν ἔθεσε ποτέ· ὅτι θὰ ἔπρεπε [οἱ μαθητὲς] νὰ χρησιμοποιοῦν αὐτὰ τὰ τόσο χρήσιμα βοηθήματα μόνο στὰ βιβλία· καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε ναὶ μὲν ἡ ὁμιλία τῶν μαθητῶν καὶ τῶν δασκάλων νὰ καθορίζεται ἀπὸ αὐτά [τὰ βοηθήματα], ἀλλὰ τὰ μυστικὰ τῶν περισπωμένων καὶ τῶν παροξυτόνων, τῆς ἐγκλίσεως, τῶν ἀτόνων, κ.λπ., καλύτερα νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὴν διδακτικὴ ὕλη τοῦ σχολείου. Στὴν Prima [= τὰ τελευταῖα δύο χρόνια πρὶν τὸ ἀπολυτήριο] μποροῦμε νὰ τοὺς διδάξουμε τὸ σύστημα αὐτὸ ἀναπτύσσοντας ταυτόχρονα τὶς γενικὲς γλωσσολογικὲς θεωρίες καὶ γιὰ τὰ Λατινικὰ καὶ τὰ Γερμανικά· ἀλλὰ ὁ μαθητὴς δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θέσει οὔτε πνεῦμα οὔτε τόνο. Ὅσον ἀφορᾶ ὡστόσο στὰ πνεύματα, πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι προφέρουμε σήμερα τὴν δασεία σὰν [γερμανικὸ] h, διότι στὴν ἀττικὴ καὶ στὶς ἄλλες διαλέκτους προφερόταν ἔτσι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἄρχισε ἡ χρήση τῆς ἰωνικῆς γραφῆς, στὴν ὁποία τὸ μετέπειτα περιττὸ αὐτὸ σημεῖο δήλωνε τὸ μακρὸ ἔψιλον [δηλαδὴ τὸ ἦτα]. Οὕτως ἢ ἄλλως σὲ πολλὰ κείμενα ἡ χρήση τῆς δασείας εἶναι λανθασμένη καὶ γι᾿ αὐτὸ δὲν ἀξίζει νὰ μελετηθεῖ παρὰ μόνον ἀπὸ εἰδικούς. Βάσανο ἀποτελεῖ ἐπίσης καὶ τὸ νῦ ἐφελκυστικὸ [= νῦ εὐφωνικὸ] ἀπὸ τὸ ὁποῖο πηγάζουν πολλὰ λάθη τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καὶ οἱ Ἕλληνες καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἀρχαιότητας, παραβιάζουν τοὺς κανόνες ἀφαιρῶντας το πρὶν ἀπὸ φωνῆεν καὶ θέτοντάς το πρὶν ἀπὸ σύμφωνο. Βέβαια μὲ αὐτὴν τὴν μέθοδο [ποὺ προτείνουμε] δυσχεραίνουμε τὸ ἔργο τῶν καθηγητῶν φιλολογίας [τοῦ Λυκείου] οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ διδάξουν αὐτοὶ πρῶτοι τοὺς κανόνες τονισμοῦ στοὺς σπουδαστές, στὸν βαθμὸ ποὺ πρέπει νὰ τοὺς γνωρίζει κάθε Φιλόλογος· ἀλλὰ τὸ φορτίο ποὺ ἀφαιροῦμε ἔτσι ἀπὸ τὰ παιδιὰ εἶναι σαφῶς βαρύτερο.

Ἂς ἀναφερθοῦμε σύντομα καὶ στὴν προφορά, ὄχι γιὰ νὰ συζητήσουμε τὶς νεοελληνικὲς ἀνοησίες ποὺ δὲν τὸ ἀξίζουν κἂν (καὶ διορατικοὶ ἄνθρωποι δὲν λείπουν οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα), ἀλλὰ γιατὶ μία εὐκατανόητη προφορὰ μπορεῖ νὰ διευκολύνει αἰσθητὰ τὴν ἐκμάθηση τῆς γλώσσας. Κατ᾿ ἀρχάς, τὸ θῆτα προφερόταν σὰν ἀγγλικὸ th σὲ μερικὲς περιοχὲς ἤδη ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ Σόλωνος: μιὰ τέτοια προφορὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν ξεχωρίζουμε πλέον σήμερα τὴν διαφορὰ μεταξὺ διαρκῶν καὶ δασέων. Κατὰ δεύτερον, τὸ σῖγμα πρέπει νὰ προφέρεται ὀξὺ ὅπως στὰ Γαλλικά, τὸ ζῆτα ποτὲ ὡς γερμανικὸ z ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ds ἢ ὅπως στὰ Γαλλικὰ τὸ μαλακὸ s. Ἡ διδασκαλία τῶν φθόγγων ἔτσι διευκολύνεται κατὰ μεγάλο βαθμό. Τὸ πιὸ σημαντικὸ ὅμως εἶναι ἡ προφορὰ τῶν διφθόγγων. Μὲ ἕνα πολὺ σύντομο κανόνα μποροῦμε νὰ ἀποφύγουμε ὅλες τὶς παρεξηγήσεις καὶ τὰ λάθη: «τόνιζε τὸν πρῶτο φθόγγο τῆς διφθόγγου». Καὶ δέκα φορὲς λανθασμένο νὰ εἶναι αὐτό, θὰ τὸ προτιμοῦσα γιὰ σιγουριά, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως δὲν θέλουμε νὰ πειραματισθοῦμε ἀναζητῶντας δῆθεν τὴν πάσει θυσίᾳ αὐθεντικὴ προφορά. Ἀλλὰ τελικὰ αὐτὸ ἐπαληθεύεται τόσο συχνὰ πού, στὰ ἀρχαῖα βιβλία ποὺ ἐκδίδονται τελευταῖα, πραγματικὰ φαίνεται ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι ἐτόνιζαν τὸν πρῶτο φθόγγο ἀπὸ τοὺς δύο. Καὶ τέλος, πρέπει νὰ σταματήσουμε τὴν λανθασμένη χρήση τῆς ὑπογεγραμμένης ἡ ὁποία δὲν ἐμφανίζεται παρὰ στὰ τέλη τοῦ Μεσαίωνα. Ἀντ᾿ αὐτοῦ ἂς ποῦμε στὸ παιδί: «μετὰ ἀπὸ μακρὸ α, η καὶ ω, εἶναι κουραστικὸ νὰ προφέρουμε τὸ ἰῶτα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἂς μὴν τὸ κάνουμε, ὅπως ἄλλωστε δὲν τὸ ἔκαναν καὶ οἱ [ἀρχαῖοι] Ἕλληνες». Σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση θὰ ἦταν βέβαια συνετὸ νὰ σημειώνουμε τὸ μακρὸ ἄλφα στὰ σχολικὰ κείμενα. Ἂν τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια υἱοθετήσουν αὐτὴν τὴν πρακτικὴ τότε σύντομα θὰ ἐπικρατήσει γενικότερα. Μέσῳ ὅλων αὐτῶν [τῶν ρυθμιστικῶν παρεμβάσεων] ἡ γλώσσα θὰ σταματήσει νὰ ξενίζει αὐτὸν ποὺ τὴν πρωτοαγγίζει· θὰ ἦταν ἐπίσης χρήσιμο ἂν μποροῦσαν νὰ συνηθίσουν οἱ δάσκαλοι νὰ ὀνομάζουν τὸ ἑλληνικὸ ἄλφα «α» ὅπως καὶ τὸ γερμανικὸ a, κ.λπ., ἀλλὰ ὅλα αὐτά, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, δὲν εἶναι παρὰ μπαγκατέλλες.

Στὴν πρώτη παράγραφο ὁ Β. δίνει μία περιληπτικὴ ἱστορία τῶν τόνων καὶ πνευμάτων (τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ διάλεξή του καὶ ἔτσι δικαιολογεῖται ἡ συνεχὴς ἀλλαγὴ θέματος καὶ οἱ συχνὲς παρενθέσεις). Ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὰ κείμενα τῆς ἀρχαιότητας (τὸ ὁποῖο εἶναι φυσικό, ἀφοῦ πρόκειται γιὰ τὴν ἐπιστήμη του), καὶ παρουσιάζει τοὺς τόνους ὡς βοήθημα ποὺ ναὶ μὲν πρότεινε ὁ Σπαρτιάτης Ἀλκμὰν τὸν 3ο π.Χ. αἰῶνα ἀλλὰ ποὺ δὲν ἐπεκράτησε πραγματικὰ παρὰ 12 αἰῶνες ἀργότερα. Στὸ τέλος ὅμως τῆς παραγράφου στρέφεται κατὰ τῆς ἀτονικότητας, ὅταν αὐτὴ προέρχεται ὄχι ἀπὸ «τεκμηριωμένη διορατικότητα» (überlegene Einsicht) ἀλλὰ ἀπὸ «ἀπερισκεψία» (Unkenntnis) ὅπως στὴν περίπτωση τοῦ Λέσσινγκ. Καὶ τέλος ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι οἱ τόνοι εἶναι πλέον τόσο διαδεδομένοι ὥστε ὁ κόσμος ποὺ τοὺς ἔχει συνηθίσει στὰ βιβλία παραξενεύεται ὅταν δὲν τοὺς συναντάει στοὺς παπύρους καὶ στὶς ἐπιγραφὲς…

Στὴν δεύτερη παράγραφο ἀναφέρεται στὴν διδακτέα ὕλη τοῦ ἑξαταξίου ἐννεαετοῦς γερμανικοῦ γυμνασίου ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς τάξεις Sixta, Quinta, Quarta, Tertia (δύο χρόνια), Secunda (δύο χρόνια) καὶ Prima (δύο χρόνια). Προτείνει τὸ ἀκόλουθο σύστημα γιὰ τὶς τάξεις Sixta μέχρι καὶ Secunda:

  1. Τὰ κείμενα στὰ σχολικὰ βιβλία νὰ εἶναι ἀμιγῶς τονισμένα.
  2. Οἱ μαθητὲς νὰ διαβάζουν τὰ ἑλληνικὰ ξέροντας μόνο ὅτι ἡ τονισμένη συλλαβὴ προφέρεται διαφορετικὰ καὶ ὅτι ἡ δασεία προφέρεται σὰν τὸ γερμανικὸ h.
  3. Νὰ μὴν διδάσκονται οἱ κανόνες τονισμοῦ, δηλαδὴ νὰ μὴ γνωρίζουν οἱ μαθητὲς βάσει ποίων μηχανισμῶν μπαίνουν οἱ τόνοι.
  4. Στὴν τάξη Prima οἱ κανόνες τονισμοῦ νὰ διδάσκονται πλέον κανονικά.

Ἐξ αὐτῶν προκύπτει ὅτι ὁ μαθητὴς τῶν τάξεων Sixta ἕως Secunda θὰ εἶναι μὲν συνηθισμένος νὰ βλέπει τονισμένα κείμενα καὶ δὲν θὰ ἀμφισβητεῖ τὴν ἀναγκαιότητα τῶν τόνων, ἀλλὰ ταυτόχρονα δὲν θὰ γνωρίζει ἀκόμα τοὺς κανόνες τονισμοῦ καὶ ἄρα δὲν θὰ μπορεῖ νὰ συντάξει ὁ ἴδιος ἕνα κείμενο, τὸ ὁποῖο θὰ σήμαινε ὅτι πρέπει νὰ διαλέξει μόνος του τοὺς κατάλληλους τόνους.

Ἐπ᾿ αὐτοῦ ὁ Καλιτσουνάκης γράφει [ΑΤ, σ. 480]: «ὅσοι εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ γνωρίσουν τὸν μέγαν φιλόλογον, νὰ συνομιλήσουν ἐπὶ θεμάτων φιλολογικῶν ἢ ἄλλων μαζί του καὶ νὰ ἀκούσουν γνώμας καὶ κρίσεις του, γνωρίζουν ὅτι ἡ μεγαλοφυΐα του συχνάκις πρὸ ἐμποδίων μετέβαλλεν ἀμέσως πορείαν καὶ γνώμην καὶ συχνὰ εἶτα κατέληγεν εἰς ἀκριβῶς ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἀφ᾿ ὅ,τι τις ἐφαντάζετο». Καὶ πράγματι τὸ σύστημα ποὺ προτείνει παρουσιάζει κάποιες χοντρὲς ἐλλείψεις: εἶναι δυνατὸν νὰ μαθαίνει κανεὶς Ἀρχαῖα ἐπὶ 7 (!) συναπτὰ ἔτη ἐν πλήρῃ ἀγνοίᾳ τῶν κανόνων τονισμοῦ; Εἶναι δυνατὸν σὲ αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ μὴν ζητηθεῖ ἀπὸ τοὺς μαθητὲς νὰ συντάξουν ἕνα δικό τους κείμενο, μία μετάφραση ἀπὸ τὰ Γερμανικὰ στὰ ἀρχαῖα Ἑλληνικά; Καὶ εἶναι τέλος πάντων αὐτοὶ οἱ κανόνες τονισμοῦ —τοὺς ὁποίους πρὶν τὸ 1982 τὰ Ἑλληνόπουλα μάθαιναν ἀκόμα στὶς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ— τόσο δύσκολοι ὥστε νὰ προτιμᾶ ὁ δάσκαλος νὰ ἀποσιωπήσει τὸν μηχανισμό τους;

Ἄσχετα μὲ τὸ ἂν στέκει ἢ ὄχι, εἶναι ξεκάθαρο (α) ὅτι ἡ πρόταση αὐτὴ εἶναι καθαρὰ παιδαγωγικῆς φύσεως καὶ ἀναφέρεται μόνο στὸ γερμανικὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῆς ἐποχῆς, καὶ (β) ὅτι ἡ ἐκμάθηση τῶν κανόνων τονισμοῦ δὲν ἀπορρίπτεται ἀλλὰ ἁπλῶς μετατίθεται χρονικὰ στὴν τελευταία τάξη τοῦ Λυκείου. Ἡ ἑρμηνεία τῆς πρότασης αὐτῆς ὡς πρότασης εἰσαγωγῆς τοῦ μονοτονικοῦ στὸν ἑλληνικὸ χῶρο εἶναι ἀπαράδεκτη.

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ παρατηρήσει ὅτι ὁ Β. στὴν συγκεκριμένη ὁμιλία ἁπλῶς δὲν ἔτυχε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ θέματα τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας καὶ ὅτι, ἂν τὸ ἔκανε τότε πιθανὸν νὰ τασσόταν ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ. Καὶ ὅμως, στὴν ὁμιλία αὐτὴ ἀναφέρεται δύο φορὲς στὰ ἑλληνικὰ δρώμενα: «ὁ τόνος ὅπως τὸν χρησιμοποιοῦν οἱ Νεοέλληνες, ἐπεκράτησε μόλις στὸν 3ο αἰώνα μ.Χ., καὶ μόνο τότε τὰ Ἑλληνικὰ ἄρχισαν νὰ λειτουργοῦν φωνητικὰ ὅπως τὰ Γερμανικὰ» καὶ «ἂς ἀναφερθοῦμε σύντομα καὶ στὴν προφορά, ὄχι γιὰ νὰ συζητήσουμε τὶς νεοελληνικὲς ἀνοησίες, ποὺ δὲν τό ἀξίζουν κἂν (καὶ διορατικοὶ ἄνθρωποι δὲν λείπουν οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα), ἀλλὰ γιατὶ…». Οἱ φράσεις αὐτὲς δείχνουν ὅτι (α) ἦταν γνώστης τοῦ νεοελληνικοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, καὶ (β) ὅπου ἔβρισκε εὐκαιρία δὲν δίσταζε νὰ ἀναφερθεῖ στὴν νεοελληνικὴ γλώσσα, κάποτε καὶ περιφρονητικὰ ἀκόμα. Ἀναφέρει μάλιστα τοὺς «διορατικοὺς ἀνθρώπους» (Einsichtige) «ποὺ δὲν λείπουν οὔτε ἀπὸ τὴν σύγχρονη Ἑλλάδα», μιὰ φράση ἐντὸς παρενθέσεων ποὺ φαίνεται ξεκάρφωτη —ἴσως στὸ ἀκροατήριο νὰ βρισκόταν κάποιος Ἕλληνας μαθητής του καὶ ἐκείνη τὴν στιγμὴ νὰ τοῦ ἔκλεινε τὸ μάτι. Ἂν πίστευε ὅτι ἡ νεοελληνικὴ γλώσσα εἶχε κάτι νὰ κερδίσει ἀπὸ τὴν κατάργηση τῶν τόνων, εἶχε ἀρκετὲς εὐκαιρίες μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ κείμενο νὰ τὸ διαλαλήσει ἢ ἔστω νὰ τὸ ὑπονοήσει.

Ἡ τελευταία παράγραφος δείχνει ξεκάθαρα τὴν πρόθεσή του. Ὅταν μιλάει γιὰ «εὐκατανόητη προφορὰ» (verständige Aussprache), ὅταν προτείνει μία ἁπλοποίηση τῆς προφορᾶς παραδεχόμενος ταυτόχρονα ὅτι αὐτὸ μπορεῖ νὰ εἶναι «δέκα φορὲς λανθασμένο» ἀλλὰ ὅτι τὸ προτείνει παρ᾿ ὅλα αὐτά, ὅταν ζητάει τὸ ἄλφα νὰ ὀνομάζεται «α» (τὸ ὁποῖο ὄντως εἶναι «μπαγκατέλλα»), εἶναι ἐμφανὲς ὅτι προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπο νὰ διευκολύνει, ὅπου αὐτὸ γίνεται, τὴν πρώτη ἐπαφὴ τοῦ μαθητῆ μὲ τὰ Ἀρχαῖα. Ἡ λέξη μάλιστα ποὺ χρησιμοποιεῖ ὅταν ἀναφέρεται στὸ «παιδὶ» (Knaben) δηλώνει τὴν πιὸ τρυφερὴ ἡλικία. Ἑπομένως τὸ σύστημα ποὺ προτείνει εἶναι μία ἁπλοποίηση τῆς προφορᾶς καὶ τῆς γραφῆς γιὰ καθαρὰ παιδαγωγικοὺς σκοπούς, ποὺ δὲν ἀφορᾶ παρὰ τὶς πρῶτες τάξεις τοῦ γερμανικοῦ Γυμνασίου. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἀναφέρεται σὲ γενικὴ μεταρρύθμιση τῆς γραφῆς καὶ προφορᾶς τῶν ἀρχαίων ἢ τῶν νέων ἑλληνικῶν. Ἄλλωστε, ὅπως γράφει ὁ Καλιτσουνάκης: «καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου αὐτὸ θὰ ἦτο ἔμπνευσις τῆς στιγμῆς μᾶλλον ἢ ἀπόφασις ληφθεῖσα ἐκ μακροῦ χρόνου μετὰ ὥριμον σκέψιν· διότι οὐδέποτε ἔκαμεν σοβαρὸν περὶ τούτων λόγον εἴς τινα πανεπιστημιακήν του παράδοσιν ἢ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν ἢ εἰς Συνέδριον φιλολόγων κλ. Τὰ ἀρχαῖα ῾Ελληνικὰ κείμενα ἔγραφε καὶ ἐτύπωνε κατὰ τὴν παραδεδομένην συνήθειαν καὶ διὰ τὸ Corpus τῶν ῾Ελληνικῶν ᾽Επιγραφῶν τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ἡ ἐν Βερολίνῳ Πρωσσικὴ Ἀκαδημία καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁποίου αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος καὶ ἐπιβλητικώτατος ὁδηγὸς ἐκρατήθησαν οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα καὶ διὰ ἀναγραφὴν τῶν ἀρχαίων ἐπιγραφῶν». Καὶ σὲ ὑποσημείωση προσθέτει: «εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Lesebuch [= ἀναγνωστικὸ] τὸ ὁποῖον εἰς 4 τεύχη ἐξέδωκεν, ὄχι μόνον διὰ φοιτητὰς ἀλλὰ καὶ διὰ μαθητὰς Γυμνασίων, ἐξεδόθη μὲ πνεύματα καὶ τόνους κατὰ τὰ παραδεδομένα, οὐδεμία δὲ ἐν αὐτῷ νύξις ἢ μνεία γίνεται περὶ ἀτόνου καὶ ἀπνευματίστου γραφῆς».

Τὸ «Περὶ τοῦ δέοντος γενέσθαι» τοῦ Χατζιδάκι (1920)

Στὴν Ἐπιστημονικὴ Ἐπετηρίδα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, 1909-1910, τόμος Ϛʹ, στὸ ἄρθρο «Ἀκαδημεικὰ ἀναγνώσματα περὶ τοῦ γραπτοῦ ἡμῶν λόγου» (σελ. 25-89) [Χ1] καὶ συγκεκριμένα στὸ ἕκτο κεφάλαιο μὲ τίτλο «Περὶ τοῦ δέοντος γενέσθαι», ὁ Χατζιδάκις ἀναφέρεται στὴν διαφορὰ μεταξὺ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου (ἐννοεῖ τὴν καθαρεύουσα καὶ τὴν δημοτικὴ) καὶ λέει ὅτι «εὐχῆς ἔργον εἶναι ἡ διαφορὰ αὕτη ὄχι μόνον νὰ μὴ ἐκτείνηται πέραν τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου, ἀλλὰ καὶ νὰ βαίνῃ κατὰ μικρὸν ἐλαττουμένη καὶ τοῦτο ἀκριβῶς χάριν τοῦ ἐθνικοῦ καὶ ἐκπολιτιστικοῦ σκοποῦ τῆς γλώσσης». Εὔχεται δηλαδὴ νὰ συγκλίνουν ἡ δημοτικὴ καὶ ἡ καθαρεύουσα γιὰ τὸ καλὸ τῆς γλώσσας. Συνεχίζει δὲ ὡς ἑξῆς:

Ὅταν ταῦτα γίνωνται κατὰ τὸν εἰρημένον τρόπον, τότε πράγματι θὰ εὑρίσκωνται λανθάνοντα ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἑλληνοφώνων μαθητῶν ἥ τε γραμματικὴ καὶ τὸ συντακτικὸν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ ὁ διδάσκαλος θὰ δύναται τότε διὰ καταλλήλου διδασκαλίας νὰ καθιστᾷ αὐτὰ συνειδητὰ τοῖς διδασκομένοις· τότε ὄντως θὰ παύσῃ ὁ δογματικὸς τρόπος τῆς διδασκαλίας γραμματικῶν καὶ συντακτικῶν κανόνων καὶ ἡ μηχανικὴ ἀπομνημόνευσις αὐτῶν, θὰ ἐπικρατήσῃ δὲ ἀντ᾿ αὐτῶν ἡ εὑρετική, ἡ μαιευτικὴ ὡς εἰπεῖν μέθοδος πρὸς γνῶσιν τῆς γλώσσης. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ἡ διδασκαλία θέλει καταστῆ ἀπείρῳ ἁπλουστέρα καὶ δὴ εὐκολωτέρα καὶ καρποφορωτέρα. Ἀκριβῶς δὲ εἰς τὴν εὐκολωτέραν τῆς γλώσσης ἡμῶν διδασκαλίαν ἀποβλέπων τολμῶ νὰ εἴπω ὅτι, ἐπειδή, ὡς γνωστόν, τὰς μεγίστας δυσκολίας εὑρίσκουσιν οἱ μικροὶ μαθηταὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς γραμματικῆς, τ.ἔ. ἐν τοῖς διδάγμασι περὶ πνευμάτων καὶ τόνων μεθ᾿ ὧν συνάπτονται τὰ περὶ μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων, τὰ περὶ ἐγκλίσεως κττ., διὰ τοῦτο εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν τὸ διδακτικὸν βιβλίον τὸ προωρισμένον διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐξετυποῦτο ἄνευ τῶν σημείων τούτων, ἁπλῶς δὲ δι᾿ ἑνὸς σημείου, οἷον σταυροῦ, ἀστερίσκου ἢ ἄλλου τινὸς ὁπωσδήποτε διακριτικοῦ, ἄνωθεν τῆς τονουμένης συλλαβῆς κειμένου, ἐδηλοῦτο ἡ θέσις τοῦ τόνου. Οὕτω θὰ ἀπηλλάσσοντο οἱ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου μαθηταὶ τῶν πλείστων κανόνων περὶ ψιλῆς καὶ δασείας, περὶ ὀξείας, βαρείας καὶ περισπωμένης, περὶ μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων, περὶ ἐγκλίσεως, τόνου κλπ., περὶ ὧν, ἐπειδὴ ἐν τῷ προφορικῷ ἡμῶν λόγῳ οὐδὲν τούτων ἔχομεν, οὐδὲν αἰσθάνονται οἱ διδασκόμενοι, ἀναγκάζονται δὲ ν᾿ ἀποστηθίζωσι μηχανικῶς πάντα. Οὕτως ἡ διδασκαλία τῆς γραμματικῆς ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τῆς κλίσεως τῶν ὀνομάτων, ἤτοι ἀπὸ γλωσσικῶν στοιχείων γνωστῶν καὶ αἰσθητῶν τοῖς μαθηταῖς καὶ θὰ ἀπέβαινε κατὰ πολλὰ εὐκολωτέρα καὶ ὠφελιμωτέρα. Καὶ σημειωτέον ὅτι διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως ταύτης οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐγίνετο ἢ θὰ ἀπεβάλλοντο μὲν τὰ ὑπὸ μεταγενεστέρων καὶ μεσαιωνικῶν λογίων ἐπινοηθέντα ὀρθογραφικὰ ταῦτα σημεῖα, θὰ ἐλάμβανε δὲ ἡ γραφὴ ὃν κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους εἶχε τύπον. Ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐδιδάσκοντο κατόπιν τὴν χρῆσιν τῶν σημείων τούτων ὅσοι ἐκ τῶν πολλῶν μαθητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἤθελον φοιτήσει εἰς αὐτά.

Ἡ παράγραφος αὐτὴ χρησιμοποιήθηκε ἐπανειλλημένα —ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω— ἀπὸ τοὺς μονοτονιστές, ἐνῷ εἶναι ξεκάθαρο ἀπὸ τὶς φράσεις «ἂν τὸ διδακτικὸν βιβλίον τὸ προωρισμένον διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐξετυποῦτο ἄνευ τῶν σημείων τούτων» καὶ «ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐδιδάσκοντο κατόπιν τὴν χρῆσιν τῶν σημείων τούτων» ὅτι ἀναφέρεται μόνο στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, καὶ ὅτι ἡ διδασκαλία τῶν τόνων καὶ πνευμάτων θὰ γίνεται πλέον κανονικὰ στὸ γυμνάσιο. Ἐκτὸς αὐτοῦ προτείνει συγκεκριμένα νὰ χρησιμοποιηθεῖ τονικὸ σημεῖο «ἄνωθεν τῆς τονουμένης συλλαβῆς κειμένου» δηλαδὴ ὄχι τὴν μηχανικὴ ἀποκοπὴ τοῦ τόνου ἀπὸ τὶς μονοσύλλαβες λέξεις (δηλ. τὸ σύγχρονο μονοτονικὸ) ἀλλὰ τὴν χρήση τοῦ τονικοῦ σημείου στὶς συλλαβὲς τοῦ κειμένου ποὺ ὄντως τονίζονται, τὸ ὁποῖον ἑρμηνεύουμε ὡς «αὐτὲς ποὺ παίρνουν ὀξεία ἢ περισπωμένη ἀλλὰ ὄχι βαρεία». Ἕνα (ὑποθετικὸ) παράδειγμα: «πές μου αν θές, τί να δώ» (Χατζιδάκις) ἔναντι τοῦ τελείως ἐπίπεδου «πες μου αν θες, τι να δω» (ΠΑΣΟΚ).

Ἐνδιάφερον παρουσιάζει καὶ ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου, τὴν ὀποίαν συστηματικὰ ἀποσιωποῦν οἱ μονοτονιστές. Λέγει λοιπὸν ὁ Χατζιδάκις:

Ἀλλὰ πιθανὸν τινὲς παρανοοῦντες τοὺς λόγους μου τούτους νὰ ὑπολάβωσιν ὅτι συμφωνῶ πρὸς τοὺς καινοτόμους, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ἐγκρίνω τοιαύτην τοῦ γραπτοῦ λόγου ἁπλοποίησιν. Ἀλλ᾿ ἡ δοξασία αὕτη δὲν εἶναι ἀληθής. Διότι οὗτοι μὲν ἀποκηρύττουσι καθ᾿ ὁλοκληρίαν τὸν καθεστηκότα παρ᾿ ἡμῖν γραπτὸν λόγον, διδάσκοντες ὅτι «ὡς βάσις ἀνάγκη νὰ ληφθῇ οὐχὶ ἡ καθαρεύουσα, ὅτι γλῶσσα τοῦ μέλλοντος πρέπει νὰ μὴ γίνῃ ἡ καθαρεύουσα ἡπλοποιημένη, ἀλλὰ ἡ δημοτικὴ…» […] Ἐγὼ δὲ τἀναντία τούτων ἐφαρμόζων τὴν μεθοδολογικὴν ἀρχὴν «πάντοτε ἀπὸ τῶν γνωστῶν ἐπὶ τὰ ἄγνωστα, ἀπὸ τῶν ἐγγὺς ἐπὶ τὰ ἀπωτέρω» βλέπων δὲ ὅτι δι᾿ ἡμᾶς σήμερον γνωστὴ καὶ ἐγγὺς εἶναι αὕτη ἡ καθαρεύουσα, ταύτην μεταχειρίζομαι διδάσκων καὶ γράφων, καὶ ταύτην θέλω βάσιν τῆς γλώσσης τοῦ μέλλοντος, ἁπλοποιουμένην, ὡς εἰκός, καὶ συμπληρουμένην κατὰ τὰς ἑκάστοτε ἀνάγκας ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἐγὼ ἐπιδιώκω ὡς πρὸς πάντα τὰ στοιχεῖα τῆς γλώσσης, λέξεις, τύπους, σημασίας, συντάξεις κλπ. ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ εἴδομεν ἀνωτ. σ. 27 σημ. ὅτι κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Clément συνιστᾷ ὁ κ. Ψυχάρις ὡς πρὸς μόνην τὴν ὀρθογραφίαν, ἤτοι «προσοχὴν προκειμένου περὶ καινοτομιῶν ἐν τῷ γλωσσικῷ καθεστῶτι, ἁπλοποιήσεις μεθοδικὰς καὶ ἐφαρμοστὰς ἐπὶ πάσας τὰς ἀναλόγους περιπτώσεις, ὅτι μεγάλην ἔχει σπουδαιότητα τὸ νὰ μὴ προσκρούῃ τις καὶ μάλιστα ἀποτόμως πρὸς ἕξεις βαθέως ἐρριζωμένας, ὅτι ἀνάγκη ἐξοικονομήσεως ἐργασίας συνεχοῦς ἀλλὰ βαθμιαίας» κλπ. Κατὰ ταῦτα δὲν δύναται νὰ λεχθῇ περὶ ἐμοῦ ὅτι συμφωνῶ πρὸς τοὺς καινοτόμους· διότι, ὡς ἕκαστος βλέπει, ἐγὼ δὲν καινοτομῶ, ἀλλὰ ἀσπάζομαι μὲν τὸ ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν μετὰ μεγίστης ἀνάγκης γλωσσικὸν καθεστώς, παρατηρῶ δὲ ὡς ἱστορικὸς τὴν πορείαν ἣν χωροῦσιν οἱ γράφοντες, ἀναγράφω καὶ πιστῶ αὐτήν.

Μὲ ἄλλα λόγια, προτείνει ξεκάθαρα τὴν ἁπλὴ καθαρεύουσα ὡς «βάσιν τῆς γλώσσης τοῦ μέλλοντος», ἀφοῦ «ἀσπάζεται τὸ ὑπὸ τῆς ἱστορίας ἐπιβαλλόμενον ἡμῖν μετὰ μεγίστης ἀνάγκης γλωσσικὸν καθεστώς». Εἶναι δυνατὸν νὰ ὁραματιζόταν μία μονοτονικὴ καθαρεύουσα ὡς γλώσσα τοῦ μέλλοντος; Ἢ μήπως θέλησε νὰ προτείνει μία παιδαγωγικὴ μέθοδο ποὺ νὰ ξεκινᾶ ἀπὸ τὰ ἁπλᾶ (δημοτικὴ χωρὶς τόνους) καὶ «ἀπὸ τῶν ἐγγὺς ἐπὶ τὰ ἀπωτέρω» νὰ περνᾶ στὰ πιὸ δύσκολα (δημοτικὴ μὲ τόνους, καὶ μετὰ ἁπλὴ καθαρεύουσα μὲ τόνους), ἔτσι ὥστε τὸ μικρὸ παιδὶ νὰ μὴν τρομάξει, νὰ μὴν νοιώσει ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ἀλλὰ σιγὰ-σιγὰ νὰ γνωρίσει τὸν πλοῦτο τῆς γλώσσας του;

Ὁ Καλιτσουνάκης ἀναφερόμενος σ᾿ αὐτὸ τὸ κείμενο ἔγραφε: «παρέβλεπεν ὅμως ὁ σοφὸς ἀνὴρ τὴν σύγχυσιν καὶ τὸν κυκεῶνα ὁ ὁποῖος θὰ ἐγεννᾶτο ἔπειτα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅπου ἄλλοι μὲν θὰ ἔγραφον μὲ μίαν μόνον ὀξεῖαν, ἀπόφοιτοι ὄντες μόνον τῶν κατωτέρων σχολείων, ἄλλοι δέ, διδαχθέντες εἰς ἀνώτερα Σχολεῖα, θὰ ἔγραφον μὲ τόνους καὶ πνεύματα κατὰ τὴν πατροπαράδοτον συνήθειαν» [ΑΤ, 481-483]. Μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ κάνουμε κάποια κριτικὴ στὴν πρόταση τοῦ Χατζιδάκι σημειώνοντας ὅτι, ἀντίθετα μὲ τὴν παρόμοια πρόταση τοῦ Βιλαμόβιτς —ποὺ σὲ τελικὴ ἀνάλυση ἀναφέρεται σὲ Γερμανοὺς μαθητές, ἡ σχέση τῶν ὁποίων μὲ τὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν σχέση τῶν Ἑλλήνων μαθητῶν μὲ τὴν γλώσσα τους— ἡ ἐφαρμογή της θὰ κατέληγε σὲ χάος ἀφοῦ τὰ ἄτομα μὲ μορφωτικὸ ἐπίπεδο Δημοτικοῦ θὰ ἔγραφαν χωρὶς τόνους καὶ τὰ κάπως πιὸ μορφωμένα μὲ τόνους.

Αὐτὸ πάντως ποὺ ἔχει σημασία σήμερα δὲν εἶναι ἡ παιδαγωγικὰ ἴσως ἀμφισβητήσιμη πρόταση τοῦ Χατζιδάκι, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι βασιζόμενοι στὴν παιδαγωγικὴ αὐτὴ πρόταση ποὺ ἀφοροῦσε μόνο τοὺς μαθητὲς Δημοτικοῦ, οἱ μονοτονιστὲς παρουσίασαν τὸν Χατζιδάκι ὡς πρωτοπόρο τοῦ μονοτονισμοῦ ὄχι ὡς παιδαγωγικῆς μεθόδου ἀλλὰ ὡς πανελλήνιας γλωσσικῆς μεταρρύθμισης…

Ἡ ἀδημοσίευτη ἀνακοίνωση τοῦ Χατζιδάκι στὴν Ἀκαδημία (1929) μέσα ἀπὸ τὰ χρονογραφήματα τοῦ Παύλου Νιρβάνα

Ἡ ἐφημερίδα Ἑστία —σήμερα προπύργιο τοῦ πολυτονισμοῦ— δημοσίευσε τὸ 1929 δύο χρονογραφήματα τοῦ Παύλου Νιρβάνα, στὰ ὁποῖα δὲν ἔπαψαν ἔκτοτε —ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω— νὰ ἀναφέρονται οἱ μονοτονιστές. Ἀφοροῦν ἀνακοίνωση τοῦ ὑπερογδονταετοῦς Χατζιδάκι στὴν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Παραθέτουμε καὶ σχολιάζουμε παρακάτω τὰ χρονογραφήματα αὐτά:

Πρῶτο χρονογράφημα: Ἡ ὀρθογραφία μας [Ν1]

Τὸ νὰ ὁμιλῇ κανείς, ἐπαφροδίτως, περὶ πραγμάτων ἀνιαρῶν, εἶνε μέγα χάρισμα. Καὶ τὸ χάρισμα αὐτὸ τὸ ἔχει, χωρὶς ἄλλο, ὁ κ. Χατζιδάκης. Ἕνας γλωσσολόγος τῆς περιωπῆς του καὶ τῆς φήμης του γνωρίζει νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν ξηροτέρων ζητημάτων τῆς ἐπιστήμης του, μ᾿ ἕνα τρόπον χαριτωμένον, μὲ μίαν διαλεκτικὴν ἀξιέραστον καί, πρὸ πάντων, εἰς ἕνα τόνον οἰκειότητος, ποὺ γοητεύει. Αἱ ὁμιλίαι του καὶ αἱ ἀνακοινώσεις του εἰς τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν, ἀκούονται, μὲ τὴν πλέον ἀφωσιωμένην προσοχὴν καὶ ἀπὸ τοὺς πλέον ξένους πρὸς τὴν ἐπιστήμην του συναδέλφους του, ὅπως ἀκούονται καὶ ἀπὸ τὸ ἑτερόκλητον ἀκροατήριον τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ ἀμφιθεάτρου. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ συμβαίνῃ διαφορετικά. Ἁπλούστατα, αἱ λέξεις εἶνε οἱ ἔρωτες τοῦ κ. Χατζηδάκη.

Στὴν πρώτη αὐτὴ παράγραφο ὁ Νιρβάνας ἤδη μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ ἀκολουθήσει: τὴν ἀνακάλυψη «μιᾶς ἄλλης πλευρᾶς» τοῦ αὐστηροῦ καὶ καθαρεύοντος Χατζιδάκι. Σκοπὸς τῆς βαθμιαῖα ὅλο καὶ πιὸ λανθασμένης γραφῆς τοῦ ὀνόματός του («Χατζιδάκης» ἰῶτα/ἦτα στὴν ἀρχὴ τῆς παραγράφου καὶ… «Χατζηδάκης» ἦτα/ἦτα στὸ τέλος της), τοῦ χαρακτηρισμοῦ του ὡς «χαριτωμένου», τῆς ἀναφορᾶς στὴν «οἰκειότητα», στὴν «γοητεία» καὶ στοὺς «ἔρωτές» του, εἶναι νὰ μᾶς ὁδηγήσουν σὲ μία ἀναθεώρηση τῆς εἰκόνας ποὺ εἴχαμε γι᾽ αὐτόν, ἔτσι ὥστε νὰ δεχθοῦμε εὐκολότερα τὴν ρηξικέλευθη πρόταση ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει.

Ὁ κ. Χατζιδάκης, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐρώτων του εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἀκαδημίας, ὡμίλησε περὶ τῆς νέας μας ὀρθογραφίας. Κυρίως, δηλαδὴ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἀκαδημίαν, ὡς τὸ ἁρμοδιώτερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου σῶμα, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ρυθμίσεως τοῦ ὀρθογραφικοῦ μας ζητήματος, προκαλοῦσα τὴν σχετικὴν ἐπίσημον ἐξουσιοδότησιν. Ὁ κ. Χατζιδάκης εἶνε, ὡς γνωστόν, κεκηρυγμένος, θεωρητικῶς, ὑπὲρ τῆς ὀρθογραφικῆς ἁπλοποιήσεως. Καί, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλά, πρὸ ἐτῶν ἔγραφεν, ὅτι, πρὸ πάσης ἄλλης γλωσσικῆς φροντίδος, οἱ Ἕλληνες θὰ ἔπρεπε νὰ εἴχαμεν φροντίσει νὰ ἁπλοποιήσωμεν τὴν γραφὴν τῆς γλώσσας μας. Ἀλλὰ τὸ κύριον θέμα τῆς ἀνακοινώσεώς του δὲν ἦτο αὐτό. Τὴν ἁπλοποίησιν τὴν ἔθιξεν, ἁπλῶς, ἐν ἐπιλόγῳ, περιορίσας αὐτὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ τονισμοῦ. Ἐκεῖνο, ποὺ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἀκαδημίαν, ἦτο κἄτι μᾶλλον ἐπεῖγον: Ἡ κατάλυσις τῆς ὀρθογραφικῆς ἀναρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν παραδέρνομεν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.

Ἐν ὀλίγοις, σύμφωνα μὲ τὸν Νιρβάνα, τὸ κύριο θέμα τῆς ὁμιλίας τοῦ Χ. ἦταν ἡ «κατάλυση τῆς ὀρθογραφικῆς ἀναρχίας», κάτι μὲ τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ συμφωνήσει ὁ κάθε ἀναγνώστης, ἀνεξαρτήτως πεποιθήσεων. Ἐκτὸς αὐτοῦ δηλώνει ὅτι ὁ Χ. ἦταν ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὀρθογραφίας —προφανῶς ἀναφέρεται στὸ «Περὶ τοῦ δέοντος γενέσθαι»— τὴν ὁποία ὅμως αὐτὴ τὴν φορὰ «ἁπλῶς ἔθιξε, περιοριζόμενος στὸν τονισμό». Προσπαθεῖ δηλαδὴ ὁ Ν. νὰ ἐλαχιστοποιήσει ὅσο γίνεται τὸ θέμα τοῦ τονισμοῦ παρουσιάζοντάς το σὰν μικρὸ μέρος μιᾶς γενικότερης «ἁπλοποίησης» τὴν ὁποία ἐπικαλεῖται μὲ σκοπὸ τὴν «κατάλυση τῆς ὀρθογραφικῆς ἀναρχίας», ἕνα ζήτημα οἰκουμενικῆς φύσεως ποὺ τίθεται ὑπεράνω δημοτικῆς καὶ καθαρεύουσας:

Δὲν πρόκειται πλέον περὶ δημοτικῆς καὶ καθαρευούσης. Τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει δημοτικιστὰς καὶ καθαρευουσιάνους, ἐξ ἴσου. Ἀδιακρίτως τοῦ ποίαν γλῶσσαν προτιμᾷ καὶ γράφει ὁ καθένας, ἡ ὀρθογραφία τῆς γραφομένης γλώσσας, πρέπει, διὰ λόγους στοιχειώδους συνεννοήσεως, νὰ εἶνε μία. Δὲν μπορεῖ καθένας νὰ γράφῃ, ὅπως τοῦ καπνίσῃ. Διότι αὐτὸ ἀκριβῶς συμβαίνει. Ἡ γραφὴ μιᾶς γλώσσης πρέπει, ἀπαραιτήτως, νὰ ἔχῃ ἕνα ἐπίσημον κανόνα. Σήμερον κατηντήσαμε νὰ μὴν ἔχωμεν κανένα κανόνα. Ἢ μᾶλλον κάθε συγγραφεὺς ἔχει τὸν δικόν του κανόνα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅμως, δὲν εἶνε οὔτε γλωσσολόγοι οὔτε συγγραφεῖς. Ἔχουν ἀνάγκην ἑνὸς ἐπισήμου κανόνος πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ συμμορφωθοῦν. Καί, μὴ ὑπάρχοντος ἐπισήμου κανόνος, καθένας ἀκολουθεῖ πότε τὸν ἕνα, πότε τὸν ἄλλον, πότε ὅλους μαζί. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὀρθὴ γραφὴ καὶ μὴ ὀρθὴ γραφή. Κάθε γραφὴ εἶνε ὀρθὴ καὶ ταὐτοχρόνως ἐσφαλμένη. Ὅπως τὴν πάρωμεν.

— Ἐγὼ ἔτσι τὸ γράφω, κύριε.

Ὑπάρχει ἄραγε ἀνάγκη παραδειγμάτων; Ἐσεῖς γράφετε κοιτάζω μὲ ὀμικρὸν γιῶτα. Ἔχετε δίκηο. Τὸ παράγετε ἀπὸ τὸ κοίτη. Ἐγὼ τὸ γράφω κυττάζω, μὲ ὑψηλὸν καὶ δύο ταῦ. Ἔχω κ᾿ ἐγὼ δίκηο. Τὸ παράγω ἀπὸ τὸ κυπτάζω. Ἐσεῖς γράφετε εἶνε μὲ ἐψιλόν. Δίκηο ἔχετε. Δημιουργεῖτε νέαν ρηματικὴν κατάληξιν. Ἐγὼ γράφω εἶναι, μὲ ἄλφα ἰῶτα. Δίκηο ἔχω κ᾿ ἐγώ. Σχηματίζω τὸ εἶμαι, εἶσαι, εἶναι, κατ᾿ ἀναλογίαν τοῦ κεῖμαι, κεῖσαι, κεῖται. Ἐσεῖς γράφετε ἡ χάρι, μὲ γιῶτα. Ἔχετε δίκηο. Ἀποκόπτετε ἁπλῶς τὸ τελικὸν σίγμα. Ἐγὼ γράφω χάρη, μὲ ἦτα. Ἔχω δίκηο κ᾿ ἐγώ. Παραδέχομαι, δηλαδή, ὅτι τὸ τριτόκλιτον χάρις ἔγινε πρωτόκλιτον χάρη, ὅπως ἡ βρύσις ἔγινε βρύση. Ἡ χάρη τῆς χάρης, ἡ βρύση τῆς βρύσης. Καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅλοι, δηλαδή, ἔχομεν δίκηο καὶ μόνον ἡ δυστυχισμένη ὀρθογραφία ἔχει ἄδικον.

Θέλετε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὅλης αὐτῆς τῆς ἀναρχίας; Καθρεφτισθῆτε στὴν παροιμιώδη ἀνορθογραφίαν τῆς τελευταίας μαθητικῆς γενεᾶς. Τί νὰ κάμουν καὶ τὰ καϋμένα τὰ παιδιά; Ἡ ὀρθογραφία τῶν σχολικῶν των βιβλίων ἀλλάζει —ὅπως ὑπέμνησεν ἐκτὸς τοῦ κ. Χατζιδάκη καὶ ὁ κ. Μενάρδος— μὲ κάθε ἀλλαγὴν ὑπουργείου. Διαφορετικὰ βλέπουν γραμμένην μίαν λέξιν εἰς τὰ ἀναγνωστικά των βιβλία, διαφορετικὰ εἰς τὴν ἐφημερίδα, διαφορετικὰ εἰς τὸ βιβλίον τοῦ ἑνὸς συγγραφέως, διαφορετικὰ εἰς τοῦ ἄλλου καὶ διαφορετικὰ κἄποτε εἰς δύο σελίδας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ βιβλίου. Ἀδύνατον νὰ σχηματίσουν μίαν ὀπτικὴν εἰκόνα τῶν λέξεων. Καὶ γράφουν, καὶ αὐτά, ὅπως τοὺς καπνίσῃ. Καὶ τὸ ἀπώτερον ἀποτέλεσμα. Τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν ἔλλειψιν μεθόδου καὶ τάξεως εἰς τὴν γραφὴν τῶν συμβόλων τῶν πραγμάτων, ποὺ εἶνε αἱ λέξεις, παρακολουθεῖ ἡ ἀναρχία καὶ τὸ χάος εἰς τὴν σκέψιν. Καὶ τὸ συμπέρασμα. Καθαρευουσιάνοι ἢ δημοτικισταὶ ἢ μαλλιαροὶ —ἀδιάφορον— πρέπει ν᾿ ἀποκτήσωμεν ἕνα κανόνα γραφῆς. Καὶ εἶνε προτιμότερος ἕνας, ἔστω καὶ ἐσφαλμένος κανών, ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν κανόνος. Ἐπὶ τέλους, δὲν ἐχάθηκε ὁ κόσμος ἀπὸ ἕνα ἔψιλον ἢ ἕνα ἄλφα ἰῶτα. Ἀλλὰ ἢ ὅλοι θὰ γράφωμεν παίρνω ἢ ὅλοι πέρνω. Αὐτὸ εἶνε τὸ οὐσιῶδες: Ὁ κανών. Καὶ τὸν κανόνα αὐτὸν εἶνε καιρὸς νὰ μᾶς τὸν δώσῃ, μὲ τὸ κῦρός της καὶ τὴν ἐπιβολήν της, ἡ Ἀκαδημία.

Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω λίγα λόγια, διὰ τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ τονισμοῦ —τὴν μόνην ἴσως δυνατήν, σήμερον, ἁπλοποίησιν— ποὺ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἀκαδημίας ὁ κ. Χατζιδάκης. Ἀλλὰ καὶ αὔριον —ὅπως ἔλεγεν ἕνας παλαιός μου δάσκαλος, ποὺ δὲν ἀγαποῦσε νὰ κουράζῃ πολὺ τοὺς μαθητάς του— ἡμέρα τοῦ Θεοῦ εἶνε.

Μόνο στὴν τελευταία παράγραφο ἀναφέρεται ὁ Ν. πραγματικὰ στὸν τονισμό, παρουσιάζοντας τὸ μονοτονικὸ σὰν «μόνη ἴσως δυνατὴ σήμερα ἁπλοποίηση», μιὰ φράση ξεκάρφωτη ὅπου ὁ ἀναγνώστης δὲν ξέρει ἂν πρόκειται γιὰ ἄποψη τοῦ Χατζιδάκι ἢ τοῦ Νιρβάνα, γιὰ συμπέρασμα τῶν λεχθέντων ἢ γιὰ περίληψη τοῦ ἑπόμενου χρονογραφήματος. Ἡ τακτικὴ τοῦ Ν. εἶναι νὰ ἀπομακρύνει τὸν ἀναγνώστη ἀπὸ τὴν ἔννοια τοῦ γλωσσικοῦ πλούτου ποὺ μεταφέρει ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία καὶ νὰ παρουσιάσει τὴν ἁπλοποίηση σὰν ἀναγκαία ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἕνα περιττὸ καὶ βλαβερὸ φορτίο —βλαβερὸ ἀφοῦ εὐθύνεται δῆθεν γιὰ τὴν «ὀρθογραφικὴ ἀναρχία», ἀντιστρέφοντας τοὺς ὅρους: σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν λογική, ἂν ὑπάρχει ὀρθογραφικὴ ἀναρχία εἶναι λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ πλούτου τῆς γλώσσας καὶ ὄχι λόγῳ ἀμάθειας ἢ ἀγραμματοσύνης. Ὑμνεῖ τοὺς «κανόνες» ποὺ χρειάζεται ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι ἡ κατάργηση τῶν τόνων μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ἁπλῶς σὰν ἕνας παραπάνω ὀρθογραφικὸς κανόνας τῆς Ἀκαδημίας, χωρὶς περαιτέρω συνέπειες —ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅτι βρισκόμαστε στὸ 1929 μόλις ἕνα χρόνο μετὰ τὴν ὀρθογραφικὴ μεταρρύθμιση τοῦ Kemal Atatürk ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸ ἀραβικὸ ἀλφάβητο στὸ λατινικὸ μέσα σὲ τρεῖς μῆνες: τί βάρος μποροῦν νὰ ἔχουν οἱ δύσμοιροι τόνοι ὅταν στὴν διπλανὴ χώρα γίνονται τόσο ριζικὲς καὶ ἀπότομες ἀλλαγὲς στὸ σύστημα γραφῆς; Τὴν τακτικὴ αὐτὴ τῆς ὑποτίμησης τοῦ γλωσσικοῦ πλούτου —καὶ εἰδικότερα τοῦ τονισμοῦ— ὁμόφωνα ἀκολούθησαν οἱ μετέπειτα μονοτονιστὲς καὶ εἶχε σὰν ἐπακόλουθο τὴν καταστροφικὴ ἰσοπέδωση τῆς γλώσσας ἀπὸ τὸ ΠΑΣΟΚ τὴν δεκαετία τοῦ 80.

Καταλήγει δὲ ὁ Ν. μὲ μιὰ χιουμοριστικὴ αἰχμή:

ΥΓ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ὀρθογραφίας, ἡ στιγμὴ εἶνε κατάλληλη νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ὀρθογραφία τῆς στήλης μου δὲν εἶνε πάντοτε ἡ δική μου. Εἶνε καὶ τοῦ διορθωτοῦ τῆς ἐφημερίδος καὶ τοῦ στοιχειοθέτου. Τί εἴπαμεν; Καθένας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει τὴν ὀρθογραφίαν του. Δικαίωμα ἀναφαίρετον.

Δεύτερο χρονογράφημα: Ἡ ἁπλοποίησις τοῦ τονισμοῦ [Ν2]

Ἐλέγαμεν, χθές, διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χατζιδάκη, ἐνώπιον τῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἀθηνῶν, περὶ ἁπλοποιήσεως τοῦ τονισμοῦ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶνε νέον. Ἔχουν προταθῆ, ὣς τώρα, πολλὰ σχετικὰ συστήματα, ἀπὸ τῆς ἁπλοποιήσεως μέχρι τῆς ἐντελοῦς καταργήσεως τοῦ τονισμοῦ. Πολλοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς μεταρρυθμιστὰς ἔφθασαν καὶ μέχρι πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματός των. Ἀλλὰ τώρα, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Τὸ ζήτημα ἀνακινεῖται ἀπὸ ἕνα συντηρητικὸν σοφὸν καὶ ἀπασχολεῖ ἐπισήμως τὴν Ἀκαδημίαν, σῶμα ἐκ φύσεως συντηρητικὸν καὶ αὐτό. Καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ τὸ προσέξουν καὶ ὅσοι ἀκόμη εἰς τὰς σχετικὰς ἀποπείρας, ποὺ ἔγιναν, μέχρι σήμερον, ἤθελαν νὰ διαβλέπουν ἀνατρεπτικὰ διαβήματα, ἀκρότητας ἀνευθύνων μεταρρυθμιστῶν ἐπιφόβους αἱρέσεις ἢ «μαλλιαριστικοὺς ἐξωφρενισμούς». Ὁμιλεῖ, ἐπὶ τέλους, ὁ κ. Χατζιδάκης, ὁ περισσότερον πολεμηθεὶς ἀπὸ τοὺς ὀρθοδόξους δημοτικιστὰς καὶ ὁ δριμύτερον πολεμήσας τὸν ἀνατρεπτικὸν ἀγῶνα.

Ἂν κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ Ν. «τὸ ζήτημα ἀπασχολεῖ ἐπισήμως τὴν Ἀκαδημίαν» τότε δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ἀναρωτηθοῦμε: πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ «ἐπίσημη» ἀσχολία νὰ μὴν ἐμφανίζεται καθόλου στὰ Πρακτικά της;

Ἐπίσης ἐκμεταλλεύεται ὁ Ν. στὴν παράγραφο αὐτὴ τὴν σύγχυση μεταξὺ τονικοῦ καὶ γλωσσικοῦ ζητήματος, παρουσιάζοντας τὸ μονοτονικὸ σὰν ἀναπόσπαστο μέρος τῆς δημοτικῆς γλώσσας τὴν ὁποία θεωρεῖ ὄχι ὡς ἀποτέλεσμα αἰώνων ἐξελικτικῆς πορείας τῆς γλώσσας ἀλλὰ μᾶλλον ὡς… μέτωπο λαϊκῶν ἀγώνων κατὰ τῆς συντήρησης. Ἡ μαχητικὴ αὐτὴ θεώρηση τῆς δημοτικῆς εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα νὰ περάσει σὲ δεύτερο ἐπίπεδο καὶ τελικὰ νὰ ἀγνοηθεῖ ἡ ἀνάγκη τῆς ἱστορικῆς συνέχειας. Ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἀδυναμία ἐκμεταλλεύθηκαν καὶ οἱ μονοτονιστὲς βασιζόμενοι σὲ γλωσσολογικὲς θεωρίες ὅπως ἡ σωσσυριανὴ ποὺ παρουσιάζει τὸν γραπτὸ λόγο σὰν ἁπλὴ ἀναπαράσταση τοῦ προφορικοῦ καὶ ἄρα ἀντιτάσσεται στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία καὶ στὸν τονισμό. Ἂν θεωρήσουμε ὅτι ἡ δημοτικὴ δὲν εἶναι παρὰ ἡ σημερινὴ μορφὴ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, τότε ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία —τῆς ὁποίας ἀναπόσπαστο μέρος εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα— εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς συνδετικοὺς κρίκους ποὺ ἐξασφαλίζουν τὴν διαχρονικὴ συνοχή της. Ὅπως πολὺ ὡραῖα ἔγραψε ὁ Κωνσταντῖνος Τσάτσος ἤδη τὸ 1981 [ΚΤ, σελ. 85], «[καταργώντας τοὺς τόνους] κάνωμε τὴ γλώσσα μας ἀπὸ στερεομετρία ἐπιπεδομετρία», καὶ ἀναφέρεται φυσικὰ στὴν δημοτική!

Ἀλλὰ ἂς γυρίσουμε στὸ κείμενο τοῦ Ν.:

Μὲ τὸν σοφόν, ὅμως, αὐτὸν —τοῦ ὁποίου κανεὶς δὲν ἔφθασε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν αὐθεντίαν— συμβαίνει τὸ ἑξῆς παράδοξον. Ὅταν τὸν ἀκούει κανεὶς ν᾿ ἀναπτύσσῃ θεωρητικῶς ἕνα ζήτημα τοῦ κλάδου του, μπορεῖ νὰ ὁρκισθῇ, ὅτι ἔχει ἐνώπιόν του ἕνα ἀκραῖον δημοτικιστήν. Εἶνε ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἄλλως τε, ποὺ ἐμύησεν ἐμᾶς τοὺς νεωτέρους, εἰς τὴν γλωσσικὴν πραγματικότητα, ἀποδείξας, ἐπιστημονικῶς, ὅτι ἡ σημερινὴ κοινὴ γλῶσσα τῶν Ἑλλήνων, δὲν εἶνε παραφθορὰ τῆς ἀρχαίας καὶ ἐξοβελιστέον γέννημα τῆς δουλείας, ἀλλὰ προϊὸν φυσικῆς ἐξελίξεως ἐκείνης, κατ᾿ ἀπαραβάτους γλωσσικοὺς νόμους, καὶ ἑπομένως γνήσιον τέκνον τῆς ἀρχαίας. Εἶνε δὲ γνωστὴ καὶ ἡ πολυειδὴς συμβολή του εἰς τὸ ζήτημα τῆς συναγωγῆς καὶ τῆς μελέτης τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ, διὰ τὴν μεθοδικὴν σπουδὴν τῆς ἱστορίας τῶν λέξεων. Ὅ,τι χωρίζει τὸν κ. Χατζιδάκην ἀπὸ τοὺς κυρίως δημοτικιστὰς εἶνε ὅ,τι χωρίζει τὴν θεωρίαν ἀπὸ τὴν πρᾶξιν. Ὁ κ. Χατζιδάκης εἶνε δημοτικιστὴς θεωρητικός. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἔχει τὰς γνωστὰς ἀντιλήψεις του. Δὲν πρόκειται νὰ τὰς συζητήσωμεν.

Καὶ πάλιν ὁ Νιρβάνας τονίζει τὸ κῦρος τοῦ Χ. γιὰ νὰ μᾶς προετοιμάσει γιὰ τὴν ἔκπληξη ποὺ θὰ μᾶς προκαλέσει ἡ ἐπικείμενη πρὸς τὸ λαϊκώτερον μεταμόρφωση τοῦ σοφοῦ αὐτοῦ.

Τὸ γεγονὸς εἶνε, ὅτι ὁ κ. Χατζηδάκης ἐζήτησεν, ἐνώπιον τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, τὴν ἁπλοποίησιν τοῦ τονισμοῦ, τοῦ μεγάλου καὶ περιττοῦ αὐτοῦ βασάνου τῆς νεοελληνικῆς γραφῆς. Καὶ πόσον χαριτωμένα τὴν ἐζήτησεν. Οἱ θεωροῦντες τὰς ψιλὰς καὶ τὰς δασείας καὶ τὰς ὀξείας καὶ τὰς βαρείας καὶ τὰς περισπωμένας ὡς γλωσσικὸν σακροσάντο, ἐὰν δὲν ἦτο ὁ κ. Χατζηδάκης, ποὺ ὡμιλοῦσε, θὰ ἔσπευδον νὰ κρούσουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου καὶ νὰ καλέσουν τὴν φρουρὰν τῶν γλωσσαμυντόρων εἰς τὰ ὅπλα, διὰ τὴν διάσωσιν τῆς κινδυνευούσης θείας γλώσσης τῶν προγόνων μας. Ἀλλὰ ὁ κ. Χατζηδάκης διηγήθη γεγονότα. Καὶ θὰ προσπαθήσω ν᾿ ἀποδώσω ὅσον πιστὰ μοῦ ἐπιτρέπει ἡ μνήμη μου τοὺς λόγους του.

Ἰδιαιτέρως ὕποπτη εἶναι ἡ τελευταία φράση: «Καὶ θὰ προσπαθήσω ν᾿ ἀποδώσω ὅσον πιστὰ μοῦ ἐπιτρέπει ἡ μνήμη μου τοὺς λόγους του». Ἡ μελοδραματικότητα αὐτῆς τῆς φράσης τοῦ Νιρβάνα εἶναι ἀνάρμοστη σὲ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν μόλις 3 μέρες νωρίτερα καὶ ἐπιβεβαιώνει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «ἀνακοίνωση» τοῦ Χατζιδάκι ἦταν ἀνεπίσημη: ἂν ὁ γραμματέας τῆς Ἀκαδημίας εἶχε καταγράψει τὰ λεχθέντα δὲν θὰ χρειαζόταν ὁ Ν. νὰ βασισθεῖ στὴν μνήμη του.

Ἐπίσης γραφικότατη εἶναι ἡ ἀντιπαράθεση ἀνάμεσα στὴν «φρουρὰ τῶν γλωσσαμυντόρων ποὺ κρούουν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου διὰ τὴν διάσωσιν τῆς κινδυνευούσης θείας γλώσσης τῶν προγόνων» ἀπ᾿ τὴν μία πλευρὰ καὶ τὰ «γεγονότα» ἀπ᾿ τὴν ἄλλη. Ἐξισώνει δηλαδὴ χωρὶς καμία ἐπιχειρηματολογία τοὺς τόνους μ᾿ ἕνα εἶδος τυφλοῦ προγονολατρισμοῦ καὶ τὸ μονοτονικὸ μὲ τὸν πρακτικὸ ρεαλισμὸ τῆς δημοσιογραφίας ποὺ «διηγεῖται γεγονότα». Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιά εἶναι τὰ «γεγονότα» αὐτά:

— Μὴ νομίζετε, κύριοι —εἶπε μὲ λόγια ἁπλᾶ καὶ καθαρὰ— ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι ἀρχαία κληρονομία μας. Οἱ ἀρχαῖοι δὲν μετεχειρίζοντο οὔτε τόνους, οὔτε πνεύματα. Αὐτοὶ εἶχαν τὴν αἴσθησιν τῶν δασέων, τῶν μακρῶν καὶ τῶν βραχέων, εἶχαν ἔμφυτον τὴν μουσικὴν προφορὰν τῆς γλώσσης των καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην τόνων καὶ πνευμάτων, γιὰ νὰ κανονίσουν τὴν ὀρθὴν ἐκφώνησιν τῶν λέξεων. Ἄλλως τε, στὸ τονιζόμενον φωνῆεν δὲν ἔπεφτε γι᾿ αὐτοὺς τὸ βάρος τοῦ τονισμοῦ, ὅπως σήμερον, ἀλλὰ ἡ μουσική του ἐκφώνησις. Ὁ δυναμικὸς τονισμὸς ἦλθε πολὺ ἀργότερα. Τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἐπενοήθησαν, ὅταν ἐχάθη τὸ αἴσθημα τῶν μακρῶν καὶ βραχέων καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔπρεπε νὰ τὰ ἀντιληφθοῦν μὲ ὁρατὰ σημεῖα. Σήμερον, ἑπομένως, ἐγὼ ποὺ δὲν ἔχω τὴν αἴσθησιν αὐτήν, δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω ἂν ἕνα φωνῆεν εἶνε μακρόν, ἐπειδὴ φέρει περισπωμένην, ὅταν εὑρίσκεται πρὸ βραχέος φωνήεντος.

Δυσκολευόμαστε νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ Χατζιδάκις μπορεῖ νὰ εἶπε αὐτὰ τὰ «ἁπλᾶ καὶ καθαρὰ» λόγια. Πρῶτον, στὴν φράση «οἱ ἀρχαῖοι […] δὲν εἶχον ἀνάγκην τόνων καὶ πνευμάτων, γιὰ νὰ κανονίσουν τὴν ὀρθὴν ἐκφώνησιν τῶν λέξεων» ἀντιστρέφει τὸ αἴτιο καὶ τὸ αἰτιατό: ἡ προφορὰ τῶν λέξεων προϋπῆρχε καὶ οἱ τόνοι, ὡς σημεῖα τῆς γραφῆς, τὴν ἀναπαριστοῦν, δὲν τὴν «κανονίζουν». Δεύτερον, ἡ φράση «τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι ἐπενοήθησαν ὅταν ἐχάθη τὸ αἴσθημα τῶν μακρῶν καὶ βραχέων καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔπρεπε νὰ τὰ ἀντιληφθοῦν μὲ ὁρατὰ σημεῖα» εἶναι ἀνακριβής: οἱ τόνοι δηλώνουν μουσικὸ ὕψος καὶ ὄχι διάρκεια· ἄλλα εἶναι τὰ σημεῖα ποὺ ἐπινοήθηκαν γιὰ νὰ δηλώσουν διάρκεια καὶ δὴ τὰ γράμματα ἦτα καὶ ὠμέγα, ποὺ ἀναπαριστοῦν τὰ μακρὰ ἔψιλον καὶ ὄμικρον —καὶ αὐτὰ τὰ γράμματα, εὐτυχῶς, τὰ ἔχουμε διατηρήσει μέχρι σήμερα, τουλάχιστον μέχρι τὴν ἑπόμενη «ἁπλοποίηση». Σίγουρα, ὅσον ἀφορᾶ τὰ δίχρονα φωνήεντα ἄλφα, ἰῶτα καὶ ὕψιλον, ἐξετάζοντας τοὺς τόνους μποροῦμε σὲ κάποιες εἰδικὲς περιπτώσεις νὰ ἀποφανθοῦμε ἂν εἶναι μακρὰ ἢ βραχέα (π.χ. δίχρονο φωνῆεν στὴ παραλήγουσα ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχεία)· ἀλλὰ δὲν ἦταν ποτὲ αὐτὸς ὁ πρωταρχικὸς ρόλος τῶν τόνων. Τρίτον, ἡ φράση «δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ μάθω ἂν ἕνα φωνῆεν εἶνε μακρόν, ἐπειδὴ φέρει περισπωμένην, ὅταν εὑρίσκεται πρὸ βραχέος φωνήεντος» δείχνει μᾶλλον κάποιον ποὺ ἀγνοεῖ τοὺς κανόνες τονισμοῦ, ἀφοῦ ὁποιοδήποτε περισπώμενο φωνῆεν εἶναι ἀναγκαστικὰ μακρό, σὲ ὅποια θέση καὶ ἂν βρίσκεται. Συνεχίζει ὁ (κατὰ Νιρβάνα) Χατζιδάκις:

Ὅλα αὐτὰ μοῦ εἶναι περιττά. Τὸ μόνον, ποὺ μοῦ χρειάζεται, γιὰ ν᾿ ἀποφύγω μερικὰς συγχύσεις τονισμοῦ, ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶνε νὰ γνωρίζω ποῖον εἶνε τὸ τονιζόμενον γράμμα. Ἕνας τόνος ἑπομένως ἢ ἕνα στῖγμα ἐπὶ τοῦ τονιζομένου γράμματος μοῦ ἀρκεῖ. Καὶ τὸ πολὺ-πολὺ καὶ ἡ δασεῖα, γιὰ τὰ ὀλίγα δασυνόμενα φωνήεντα, ὄχι πάλιν, διότι θὰ τὰ προφέρω δασύτερα, ἀλλὰ γιὰ νὰ γνωρίζω τὰς μετατροπὰς ποὺ γίνονται εἰς τὰ σύνθετα πρὸ δασέος (αἵρεσις-καθαίρεσις). Ὅλα τὰ ἄλλα, τόνοι καὶ πνεύματα, εἶνε περιττὴ καὶ ἄσκοπος πολυτέλεια. Καὶ ἀρκεῖ νὰ λάβετε ὑπ᾿ ὄψει σας, ὅτι ἔχομεν σήμερον δεκαεννέα εἴδη ἄλφα, γιὰ νὰ ἐννοήσετε ποῖον κέρδος γιὰ γράφοντας καὶ τυπογράφους θὰ εἶνε ὁ περιορισμὸς τοῦ τονισμοῦ εἰς ἕνα μόνον τόνον καὶ μίαν δασεῖαν.

Στὴ πραγματικότητα ἔχουμε 12 —καὶ ὄχι 19— εἴδη ἄλφα (α ά ὰ ᾶ ἀ ἄ ἂ ἆ ἁ ἅ ἃ ἇ) καὶ 24 ἂν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη μας καὶ τὴν ὑπογεγραμμένη, στὴν ὁποίαν περιέργως δὲν ἀναφέρεται ὁ Χ. Ὄντως τὴν ἐποχὴ τῆς κάσας οἱ τυπογράφοι δαπανοῦσαν χρόνο καὶ ἐνέργεια γιὰ νὰ βροῦνε τὰ σωστὰ τυπογραφικὰ στοιχεῖα μέσα στὴν ἀρκετὰ πολύπλοκη κάσα — γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὅμως ἔπαψε νὰ ἰσχύει μὲ τὴν χρήση τῶν κλαβιὲ τῆς μονοτυπίας καὶ τῆς λινοτυπίας. Μέχρι πρόσφατα ἀκόμα ἐξαίρετοι μάστορες τῆς τυπογραφικῆς τέχνης ὅπως οἱ ἀδελφοὶ Παληβογιάννη προσέφεραν στὴν χώρα μας ἀριστουργήματα τυπογραφικῆς τέχνης, χωρὶς νὰ παραπονεθοῦν ποτὲ γιὰ τὴν πληθώρα διακριτικῶν στοιχείων. Ὅσο γιὰ τοὺς «γράφοντας» δηλαδὴ γιὰ ὅσους γράφουν μὲ τὸ χέρι, δὲν εἶναι ξεκάθαρο ποιό «κέρδος» ἐννοεῖ ὁ Χ. ἀφοῦ ὁ κόπος τοῦ νὰ γράψει κανεὶς περισπωμένη ἀντὶ τονικοῦ σημείου ἢ τοῦ νὰ τονίσει τὶς μονοσύλλαβες λέξεις ἢ τοῦ νὰ βάλει ψιλὴ στὰ ἀρχικὰ φωνήεντα ποὺ δὲν παίρνουν δασεία εἶναι ἀμελητέος.

Καὶ κατέληξεν οὐμοριστικώτατα:

— Ἐπὶ τέλους, σκεφθῆτε, ὅτι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπενόησαν τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα, εἶχαν καὶ ἀρκετὸν καιρὸν εἰς τὴν διάθεσίν των, γιὰ νὰ στολίζουν τὰ γράμματα μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ μπιχλιμπίδια. Σήμερον, δυστυχῶς, στὴν ἐποχὴν τοῦ τηλεγράφου, τοῦ αὐτοκινήτου καὶ τοῦ ἀεροπλάνου, ὁ καιρός μας εἶνε τόσον ὀλίγος, ὥστε νὰ μὴ μᾶς περισσεύῃ καὶ γιὰ παρόμοια μπιχλιμπίδια.

Ἡ φράση αὐτὴ τοῦ Ν. παρουσιάζει τὸν Χ. ὡς γέροντα ξεπερασμένο ἀπὸ τὰ τεχνολογικὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἀρχῆς τοῦ 20οῦ αἰώνα. Φυσικὰ τὸ 1929 οὔτε ὁ Χ. οὔτε ὁ Ν. δὲν μποροῦσαν νὰ φαντασθοῦν ὅτι 80 χρόνια ἀργότερα ἡ τεχνολογία —ποὺ θεωροῦσαν χρονοβόρα καὶ ἄρα ἐχθρὸ τοῦ «στολισμοῦ» τῶν γραμμάτων— θὰ διευκόλυνε τὸν τονισμό, τὴν ἐκμάθησή του, τὴν διόρθωση τῶν κειμένων, κ.λπ. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ χρήση τοῦ γνωστοῦ παραδόξου σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἐνῷ ὁ τηλέγραφος, τὸ αὐτοκίνητο καὶ τὸ ἀεροπλάνο σκοπὸ ἔχουν ἀκριβῶς νὰ ἐπιταχύνουν τὶς τηλεπικοινωνίες καὶ τὶς μεταφορές, ὁ χρόνος ποὺ ἔχουμε στὴν διάθεσή μας εἶναι (φαινομενικὰ τουλάχιστον) λιγότερος. Ξεχνάει ὅμως ὁ Χ. ὅτι ὅπως τὸ αὐτοκίνητο ἐπιτάχυνε σημαντικὰ τὶς μεταφορὲς ἔτσι καὶ οἱ στοιχειοθετικὲς μηχανὲς (μονοτυπία, λινοτυπία, κ.λπ., ποὺ ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται ἤδη ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνα) ἐπιτάχυναν ἐξίσου τὴν στοιχειοθεσία, μειώνοντας ταυτόχρονα σημαντικὰ τὴν διαφορὰ ἀποδόσεων μεταξὺ πολυτονικῆς καὶ μονοτονικῆς στοιχειοθεσίας, τουλάχιστον ὅταν ὁ χειριστὴς ἔχει ἐπαγγελματικὴ ἐμπειρία.

Τάδε λέγει Χατζιδάκης.

Νά λοιπὸν ποὺ ὁ «Χατζηδάκης» (ἦτα/ἦτα) ξαναγίνεται «Χατζιδάκης» (ἰῶτα/ἦτα, δηλαδὴ ὅπως τὸν ἔγραφε ὁ Νιρβάνας στὴν ἀρχή). Τὰ εἶπε ὅμως πραγματικά; Καὶ ὑπὸ ποιές συνθῆκες;

Τόσον ἡ προηγούμενη χρονικὰ ἀνακοίνωση τοῦ Χατζιδάκι, δύο μῆνες πρωτύτερα [Χ2], ὅσο καὶ ἡ ἑπόμενη, δύο μῆνες ἀργότερα [Χ3], ἦσαν καθαρὰ ἐπιστημονικοῦ περιεχομένου.

Στὴν πρώτη τελειώνει γράφοντας:

ἀλλ᾿ ὅταν τις ἀναλογισθῇ ὅτι αἱ ψυχολογικαὶ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου κατὰ πάντας τοὺς αἰῶνας ἦσαν ὁποῖαι καὶ σήμερον, καὶ δὴ ὅπως τώρα, οὕτω πάντοτε ὁ ἄνθρωπος ᾐσθάνετο, συνῆπτε καὶ συνεπλήρου κατ᾿ ἀναλογίαν καὶ οὕτως ἔπλαττε, μετέπλαττε, καὶ ἐπλούτιζε τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ, ὅτι ἄρα ἀνάλογα πρὸς τὰ νῦν γινόμενα ἐν τῇ γλώσσῃ πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν, ὡς εἰπεῖν, θὰ ἦσαν καὶ τὰ παλαιὰ καὶ τὰ παλαιότατα, ὅταν τὶς ταῦτα ἀναλογισθῇ δύναται νὰ σχηματίσῃ ἰδέαν τινὰ περὶ τοῦ πῶς οἱ παλαιοὶ καὶ αὐτοὶ οἱ παλαιότατοι ἄνθρωποι ὁρμώμενοι ἀπὸ ὀλίγων καὶ τούτων ἀκατεργάστων φωνῶν (τῶν συνήθως λεγομένων ριζῶν) ἔπλασαν κατὰ μικρὸν τὸ μέγα καὶ περίλαμπρον οἰκοδόμημα τῆς γλώσσης […] ἐν ἄλλοις λόγοις δύναται νὰ σχηματίσῃ ἔννοιάν τινα πῶς ὁ ἄγλωσσος ἄνθρωπος, τὸ ζῷον, ἀνυψώθη καὶ κατέστη σὺν τῷ χρόνῳ ὁ ἱστορικός, ὁ σημερινός, ὁ ἄνθρωπος ἤ, ἵνα καθ᾿ Ὅμηρον εἴπω, ὁ ἰδόθεος φῶς.

Καὶ στὴν δεύτερη ἀναφέρεται στὴν λιγοστὴ χρήση τῆς παθητικῆς φωνῆς ἀπὸ τοὺς Νεοέλληνες καὶ τελειώνει ὡς ἑξῆς:

παρατηρεῖται ὅτι ἡ τοιαύτη παθητικὴ χρῆσις τῶν ρημάτων ἐπιτυγχάνεται μόνον ὑπὸ λαῶν ἀνεπτυγμένων καὶ κατὰ ταῦτα φυσικὸν φαίνεται νὰ γίνεται μὲν τοῦτο ἐν χρόνοις ἐλευθερίας, πολιτικῆς, οἰκονομικῆς, φιλολογικῆς, ἐπιστημονικῆς κ.λ. ἀκμῆς, ἐν μιᾷ λέξει ἀκμῆς τοῦ πολιτισμοῦ, νὰ παραμελῆται δὲ ἐν χρόνοις δουλείας, πενίας, ἀμαθείας, κοινωνικῆς καὶ ἠθικῆς καταπτώσεως, ὅπως συνέβαινε παρ᾿ ἡμῖν μετὰ τὴν δούλωσιν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν Ρωμαίων, ὅτε καὶ ἄλλας ἀρετὰς καὶ λεπτότητας τῆς Ἑλλην. γλώσσης καὶ αὐτὴν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος τῶν παθητικῶν ρημάτων χρῆσιν μετὰ τῆς ὑπὸ σὺν γενικῇ παρημελήσαμεν καὶ ἀπεβάλομεν. Ὅπως ἕκαστος βλέπει, ἡ αἰτία τῆς ἀπωλείας τῆς τοιαύτης τῶν ρημάτων συντάξεως δὲν κεῖται ἐν τῇ γλώσσῃ, ἀλλ᾿ ἐν τῇ ψυχολογικῇ, τῇ πολιτικῇ καταστάσει τοῦ ἔθνους.

Τὸ ὕφος καὶ τὸ ἦθος τῶν φράσεων αὐτῶν ποὺ γράφτηκαν τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀπὸ τὸν Χατζιδάκι διαφέρουν αἰσθητὰ ἀπὸ αὐτὰ τῶν κατὰ Νιρβάνα λεχθέντων.

Ἀκόμα καὶ ἂν δεχθοῦμε ὅτι τὸν Χατζιδάκι ἐξαίφνης περιήστραψεν [μονοτονικὸν] φῶς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ σὰν τὸν Σαῦλο ποὺ ἀπὸ διώκτης τῶν Χριστιανῶν ἔγινε Ἀπόστολος Παῦλος, ἂν αὐτὴ ἡ ἐμφώτισή του ἦταν τόσο ἰσχυρὴ ὥστε νὰ ἀλλάξει ριζικὰ τὶς ἀπόψεις του καὶ νὰ ἐκλαϊκίσει ἀκόμα καὶ τὸ ὕφος του σὲ σημεῖο ποὺ νὰ μιλάει γιὰ «μπιχλιμπίδια» μπροστὰ στοὺς Ἀθανάτους τῆς Ἀκαδημίας, τότε γιατί νὰ μὴν ἀπαθανατίσει αὐτήν του τὴν ἐμφώτιση γράφοντας μιὰ ἀνακοινωσούλα στὰ Πρακτικά; Διαπιστώνουμε ξεφυλλίζοντας τὰ Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδημίας ὅτι μερικὲς ἀνακοινώσεις δὲν ὑπερβαίνουν τὶς δέκα ἀράδες — ὁ κόπος θὰ ἦταν ἀσήμαντος. Καὶ γιατί νὰ μὴν ἀναφερθεῖ σὲ αὐτές του τὶς ἀπόψεις σὲ καμία μεταγενέστερη δημοσίευση; Μέχρι καὶ τὸν Νοέμβρη τοῦ 1933 (σὲ ἡλικία 85 ἐτῶν) στὴν ἐννεασέλιδη «Συμβολὴ εἰς τὴν ἱστορίαν Ἑλληνικῶν τινων ἐπιθημάτων» δὲν ἀφήνει νὰ φανεῖ καμία τάση πρὸς τὸ μονοτονισμό.

Ὁ ἐπίσης ἀκαδημαϊκός, κορυφαῖος ποιητὴς Κωστῆς Παλαμᾶς, στὸν λόγο του γιὰ τὰ ὀγδόντα χρόνια τοῦ Χατζιδάκι, στὰ Πρακτικὰ τῆς Ἀκαδημίας [ΚΠ], λέγει:

ἀλησμόνητοι παραμένουν εἰς τὴν σκέψιν ἀνακοινώσεις σου […] καθὼς καὶ ἡ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὑπόδειξίς σου περὶ τοῦ ἀναγκαίου τῆς ἁπλοποιήσεως τῆς ὀρθογραφίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑνοποιήσεως αὐτῆς, διὰ νὰ καταπολεμηθῇ ἡ ἐπικρατοῦσα σήμερον ὀρθογραφικὴ ἀναρχία. Εἰς ἀμφοτέρας τὰς παραστάσεις σου ταύτας, καθὼς τὰς ἀνέπτυξες, ὑποφαίνεται ὁ κύριος χαρακτήρ σου ὁ τείνων πρὸς στερέωσιν τῶν ὁπωσδήποτε ἀσταθμήτων· θὰ τὸν ἔλεγα δίψυχον. Τὸν ἀποτελοῦν ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀνάγκης τῆς συντηρούσης τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν καὶ ὁμοῦ ἡ ἀναγνώρισις νέου τινὸς ζωπύρου διαβλεπομένου εἰς τὸ βάθος τῆς παραδόσεως.

Ἂν ὄντως ἀναφέρθηκε στὸ μονοτονικὸ ὁ Χ., τότε ὡς τί ἀπὸ τὰ δύο τὸ ἐπρότεινε; Ὡς μέρος τῆς «ἀνάγκης τῆς συντηρούσης τὴν ἱστορικὴν παράδοσιν» ἢ ὡς μέρος τοῦ «νέου τινὸς ζωπύρου διαβλεπομένου εἰς τὸ βάθος τῆς παραδόσεως»;

Βλέπουμε ὅτι, ἀντίθετα μὲ τὸν χρονογράφο Νιρβάνα, ὁ ποιητὴς τοῦ Δωδεκάλογου τοῦ γύφτου ἐνῷ σχολιάζει τὴν ἴδια ἀκριβῶς παρέμβαση τοῦ Χατζιδάκι ἀναφέρεται μὲν στὴν ἁπλοποίηση τῆς ὀρθογραφίας ἀλλὰ ὄχι σὲ ἐνδεχόμενες περὶ τονισμοῦ δηλώσεις του.

Εὐλόγως λοιπὸν δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσει κανείς: Γιατί ἀλλοιῶς μεταφέρουν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Χ. ὁ Παλαμᾶς καὶ ὁ Νιρβάνας; Μήπως τὰ φερόμενα ὡς λόγια τοῦ Χ. περὶ τονισμοῦ, δὲν εἰπώθηκαν ποτέ; Μήπως εἰπώθηκαν μέσα σὲ ἄλλο πλαίσιο ἢ ἀκόμη ἐν εἴδει παρωδίας, ὥστε ἀκόμη καὶ ὁ δημοτικιστὴς Παλαμᾶς νὰ μὴν τὰ ἀποδεχθεῖ ὡς πρόταση μονοτονισμοῦ; Περιμένουμε κάποιος (μὴ μονοτονιστὴς) βιογράφος τοῦ Χατζιδάκι κάποια μέρα νὰ λύσει αὐτὸ τὸ αἴνιγμα.

Πάντως, ἂν ὁ Χατζιδάκις δὲν ἔδωσε ποτὲ τὴν ἀπαιτούμενη σημασία σ᾿ αὐτὲς τὶς ὑποτιθέμενες δηλώσεις του γιὰ νὰ τὶς δημοσιεύσει, οἱ μονοτονιστές, ὅπως θὰ δοῦμε, δὲν ἔπαψαν ἐπὶ 60 χρόνια νὰ τὶς παρουσιάζουν σὰν τὸ ἀνυπέρβλητο γκράαλ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ μονοτονισμοῦ.

Ἡ «Δίκη τῶν τόνων» καὶ οἱ ἀναφορὲς στὸν Βιλαμόβιτς καὶ στὸν Χατζιδάκι

Ὅταν ἀναφερόμαστε στὴν «Δίκη τῶν τόνων» συχνὰ συγχέουμε δύο πράγματα: τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τῆς δίκης ποὺ ἔλαβε χώρα τὸ 1943, καὶ τὸ βιβλίο «Ἡ Δίκη τῶν τόνων» [ΔΤ], ποὺ ἐξεδόθη λίγους μῆνες ἀργότερα ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῆς Ἑστίας. Ἡ ἐπιλογὴ τῶν κειμένων ποὺ περιέχει τὸ βιβλίο (κατηγορητήριο, καταθέσεις συνηγόρων, ἀπολογία Κακριδῆ) δείχνει καθαρὰ τὴν μονόπλευρη ἀντιμετώπιση τοῦ γεγονότος ἀπὸ τὸν ἐκδοτικὸ αὐτὸν οἶκο, ἀντιμετώπιση τῆς ὁποίας τὴν σκυτάλη παρέλαβαν οἱ ἀλλεπάλληλες γενεὲς μονοτονιστῶν, μέχρι καὶ τὸ 1982 στὴν Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων.

Τὸ 1944, δηλαδὴ μόλις ἕναν χρόνο μετά, ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν (λιγότερο γνωστὸ) ἐκδοτικὸ οἶκο Τζάκα-Δελαγραμμάτικα ἕνα ἄλλο βιβλίο: ἡ «Ἀντιδικία τῶν τόνων» [ΑΤ], ὅπου οἱ καθηγητὲς τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς ἀπαντοῦν στὶς περιεχόμενες στὸ [ΔΤ] ἐναντίον τους κατηγορίες. Δὲν εἶναι καθόλου περίεργο τὸ γεγονὸς ὅτι ἐνῷ τὸ [ΔΤ] ἐπανεκδίδεται συνέχεια, τὸ [ΑΤ] δὲν ἐπανεξεδόθη ποτὲ καὶ εἶναι πολὺ δυσεύρετο.

Τὸ [ΔΤ] ἀναφέρεται ἐλάχιστα στοὺς τόνους: τὸ βασικὸ «ἀδίκημα» τοῦ Κακριδῆ εἶναι ἡ χρήση τῆς δημοτικῆς στὰ βιβλία του καὶ οἱ κάπως τολμηρὲς ἀπόψεις του πάνω στὴν σχέση τοῦ Νεοέλληνα μὲ τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πολιτισμό. Τὸ [ΑΤ] ἀναφέρεται κάπως περισσότερο στοὺς τόνους, καὶ ἰδιαίτερα ἡ ὁμιλία τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ Καλιτσουνάκη.

Πῶς ἀναφέρεται λοιπὸν ὁ Κακριδῆς καὶ οἱ συνήγοροί του στὸν Χατζιδάκι καὶ στὸν Βιλαμόβιτς μέσα ἀπὸ τὶς καταθέσεις τῆς «Δίκης τῶν τόνων»;

Ὁ Σωκράτης Κουγέας, καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ ἀκαδημαϊκὸς [ΔΤ, σ. 79] λέει ὅτι «ἡ δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Κακριδῆ ἐφαρμοζομένη κατάργησις ἢ ἁπλοποίησις τῶν τόνων εἶχε προταθῆ καὶ συστηθῆ παλαιότερα ὄχι μόνο ἀπὸ ξένους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἰδικούς μας ἐπιφανεῖς ἐπιστήμονας καὶ ἀκαδημαϊκοὺς διδασκάλους, ὡς οἱ ἀείμνηστοι Γ. Χατζιδάκις, … οἵτινες κάθε ἄλλο παρὰ ἀντεθνικὰ πράγματα ἐδίδαξαν καὶ ἐκήρυξαν».

Ὁ Νίκος Βέης, καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ ἀκαδημαϊκὸς [ΔΤ, σ. 83] λέει ὅτι «καὶ αὐτὸς ὁ μακαρίτης διδάσκαλος τοῦ Ἔθνους Γ. Ν. Χατζιδάκις εἰς τὴν Ἀκαδημίαν προέτεινε τὴν ἁπλοποίησιν τῆς ὀρθογραφίας ἡμῶν.»

Ὁ Δημήτριος Μπαλάνος, καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ ἀκαδημαϊκὸς [ΔΤ, σ. 86] λέει στὴν κατάθεσή του ὅτι ἡ «δευτέρα κατηγορία εἰς τὸ ἀρχικὸν κατηγορητήριον τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἁπλοποίησιν τῶν τόνων καὶ τὴν κατάργησιν τῶν πνευμάτων, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν διαπρεπέστατοι ἐπιστήμονες, ὡς … καὶ ἐκ τῶν ξένων ἐπιστημόνων ὁ διαπρεπέστατος ἑλληνιστὴς Wilamowitz … Καὶ εἰς ἐπισήμους δὲ συνεδρίας τῆς Ἀκαδημίας ὑπεστήριξαν τὴν ἁπλοποίησιν ταύτην ἀκαδημαϊκοί, ὡς ὁ Γ. Χατζιδάκις, … καὶ ἐγώ.»

Ὁ Γεώργιος Σωτηρίου, καθηγητὴς πανεπιστημίου καὶ ἀκαδημαϊκὸς [ΔΤ, σ. 90] λέει ὅτι «τὸ ζήτημα τέλος τῆς καταργήσεως τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων ἀνεκινήθη καὶ πάλιν ἐσχάτως καὶ ἀνεγνωρίσθη κατ᾿ ἀρχὴν ὡς σκόπιμος ἡ κατάργησίς των ὑπ᾿ αὐτοῦ τοῦ ἀειμνήστου Γ. Χατζιδάκι».

Ὁ Νικόλαος Λοῦρος, καθηγητὴς πανεπιστημίου [ΔΤ, σ. 106] λέει ὅτι «δὲν εἶμαι μὲν ἁρμόδιος νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἄλλοι ἐπιφανεῖς γλωσσολόγοι, φιλόλογοι καὶ θεολόγοι, ὡς ὁ Γ. Χατζιδάκις, ὁ Wilamowitz … ὑπεστήριξαν τὴν μονοτονίαν».

Ὁ Πέτρος Κόκκαλης, καθηγητὴς πανεπιστημίου [ΔΤ, σ. 107] λέει ὅτι «αὐτὸς ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις ἔχει ἀνακινήσει τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ τονικὸν σύστημα μετὰ κατευθύνσεων παρομοίων πρὸς τὰς ἐθνικὰς καὶ ἐπιστημονικὰς ἀντιλήψεις τοῦ κ. Κακριδῆ».

Ἡ Σοφία Ἀντωνιάδου, καθηγήτρια τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Leiden (Ὁλλανδίας) [ΔΤ, σ. 117] λέει ὅτι «οἱ ἐλάχιστοι νεωτερισμοί, τοὺς ὁποίους ἐφαρμόζει ὁ κ. Κακριδῆς —οἱ ὁποῖοι ἄλλωστε οὔτε νεωτερισμοὶ κἂν εἶναι, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Χατζιδάκις ἤδη συνεβούλευσε νὰ ἐφαρμοσθοῦν— εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τῶν 3 τόνων ἀπὸ μόνην τὴν ὀξεῖαν καὶ ἡ ἔλλειψις πνευμάτων».

Ὁ Ἀλέξανδρος Δελμοῦζος, τ. καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [ΔΤ, σ. 119] λέει ὅτι «τὴν ἀλλαγὴ τοῦ τονικοῦ συστήματος δὲν τὴν εἶχαν ζητήσει μόνον οἱ ἐκπαιδευτικοὶ σὲ διάφορες γενικὲς συνελεύσεις τῆς Δημοδιδασκαλικῆς Ὁμοσπονδίας, ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμονες συντηρητικοὶ σὰν τὸν Γ. Χατζιδάκι.»

Ὁ Μανόλης Τριανταφυλλίδης, τ. καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [ΔΤ, σ. 132] λέει ὅτι «εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τὸ ἴδιο» (δηλ. τὴν τονικὴ μεταρρύθμιση) «ζήτησαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες γλωσσολόγοι: Ὁ Χατζιδάκις τὸ πρότεινε ἤδη στὰ 1911 σὲ μελέτη του καταχωρισμένη στὴν ἴδια τὴν Ἐπετηρίδα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου: ἐπειδὴ «τὰς μεγίστας δυσκολίας εὑρίσκουσιν οἱ μικροὶ μαθηταὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς γραμματικῆς, τ.ἔ. ἐν τοῖς διδάγμασι περὶ πνευμάτων καὶ τόνων μεθ᾿ ὧν συνάπτονται τὰ περὶ μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων, τὰ περὶ ἐγκλίσεως κττ.», καὶ ξαναγύρισε ὁ Χατζιδάκις στὴν ἴδια αὐτὴ πρόταση, συμπληρωμένη, ὡς ἀκαδημαϊκὸς πιά, στὴν Ἀκαδημία, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1929.»Ὅπως μπορεῖ νὰ διαπιστώσει ὁ ἀναγνώστης συμβουλευόμενος τὸ πρωτότυπο κείμενο, ὁ Τριανταφυλλίδης σταματάει ἐκεῖ τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Χ. γιὰ νὰ μὴ φανεῖ ὅτι ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὸ διδακτικὸ βιβλίο τοῦ δημοτικοῦ.

Ὁ Νικόλαος Κριτικός, καθηγητὴς τοῦ Πολυτεχνείου Ἀθηνῶν [ΔΤ, σ. 147] λέει ὅτι ὁ Κακριδῆς ἐφαρμόζει« μίαν σκοπιμωτάτην μεταρρύθμισιν τῆς γραφῆς μας, ὑποστηριχθεῖσαν ὡς γνωστὸν καὶ ἀπὸ συντηρητικοὺς γλωσσολόγους, ὅπως ὁ Γ. Χατζιδάκις».

Ὁ Γεώργιος Καφαντάρης, τ. πρωθυπουργὸς [ΔΤ, σ. 152] λέει ὅτι «τελείως ἀπαράδεκτος παραμένει ἡ προσπάθεια τῆς καταπνίξεως διὰ μεσαιωνικῶν διωγμῶν μιᾶς ὑποδείξεως» [ἐννοεῖ τὸ μονοτονικὸ] «καθαρῶς ἑλληνικῆς ἐμπνεύσεως, ὑποδείξεως εἰς τὴν ὁποίαν ἄλλωστε πρὸ τοῦ κ. Κακριδῆ προέβησαν πραγματικαὶ κορυφαί, ἐγχώριαι καὶ ξέναι, τῆς ἀρχαίας φιλολογίας καὶ τῆς γλωσσολογικῆς ἐπιστήμης, ὁ Χατζιδάκις, ὁ Wilamowitz, …» Ἔχει βεβαίως δίκηο ὅτι ἡ πειθαρχικὴ δίωξη αὐτὴ ἦταν μία πολὺ σκοτεινὴ ὑπόθεση ἐν μέσῳ μίας ἐξ ἴσου σκοτεινῆς περιόδου τῆς ἱστορίας μας, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἡ δίωξη ἦταν σκευωρία δὲν συνεπάγεται καὶ δικαίωση τῆς «ὑποδείξεως» τοῦ Κακριδῆ. Τὸ ὅτι ὁ Κακριδῆς κατηγορήθηκε ἄδικα δὲν σημαίνει κιόλας ὅτι ἡ πρότασή του περὶ τονισμοῦ ἦταν σωστή.

Ὁ Ἀλέξανδρος Μυλωνᾶς, τ. ὑπουργὸς [ΔΤ, σ. 161] λέει ὅτι «πολλοὶ κορυφαῖοι νεοέλληνες ἐπιστήμονες ἐκφράστηκαν γιὰ μιὰ τέτοια μεταβολή: Ἕνας Γεώργιος Χατζιδάκις,» …

Ὁ Φίλιππος Δραγούμης, τ. ὑπουργὸς [ΔΤ, σ. 164] λέει ὅτι «γιὰ τὴν τονικὴ μεταρρύθμιση, ποὺ καταπιάνεται (ὁ Κακριδῆς) ὕστερα ἀπὸ παλιότερους κι᾿ ἁρμοδιώτερούς του, ὅπως π.χ. τὸν ἀείμνηστο καὶ μεγάλο γλωσσολόγο Γ. Χατζιδάκι, συμφωνῶ μαζί του».

Ὁ Ἀλέξανδρος Μαζαράκης Αἰνιάν, ἀντιστράτηγος [ΔΤ, σ. 168] λέει ὅτι «διὰ τὴν κατάργησιν πνευμάτων καὶ τόνων τὸ κῦρος καὶ ὁ πανελλήνιος σεβασμὸς πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου σοφοῦ ἐπιστήμονος καὶ θερμοῦ πατριώτου Γεωργίου Χατζιδάκι, τοῦ εἰσηγηθέντος πρό τινων ἐτῶν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν παρομοίαν μεταρρύθμισιν, θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ κάπως τοὺς κατηγόρους ταύτης…»

Ὁ Κλέανδρος Λάκων-Καρθαῖος, ἀντιστράτηγος [ΔΤ, σ. 173] λέει ὅτι «ἡ κατάργηση τῶν πολλῶν τόνων, ποὺ τὴν εἶχε ἤδη ζητήσει καὶ ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις, εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ πραχτικὲς [sic] μεταρρυθμίσεις»…

Ὁ Νικόλαος Σμπαρούνης-Τρίκορφος, χειροῦργος [ΔΤ, σ. 180] λέει ὅτι «εἰς τὴν σύγχρονον ἐποχὴν ὁ μέγας γλωσσολόγος μας Γεώργιος Χατζιδάκις —ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἄλλωστε δημοτικιστὴς— ὑπέβαλε σχετικὴν πρότασιν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τῷ 1929».

Ὁ Κωνσταντῖνος Δημαρᾶς, λόγιος [ΔΤ, σ. 185] λέει ὅτι «ἡ κατάργησίς των [δηλαδὴ τῶν τόνων καὶ πνευμάτων], προταθεῖσα πρὸ πολλοῦ ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ ξένων σοφῶν, οἷοι ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις, ὁ Wilamowitz, …»

Ὁ Γεώργιος Θεοτοκᾶς, λογοτέχνης [ΔΤ, σ. 188] λέει ὅτι «γνωστὸν εἶναι ὅτι καὶ ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις εἶχε ταχθῆ ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἁπλουστεύσεως».

Ὁ Βασίλειος Τατάκης, γυμνασιάρχης [ΔΤ, σ. 197] λέει ὅτι «ὁ Κακριδῆς … καινοτομεῖ δὲ μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῶν πνευμάτων, τὰ ὁποῖα καταργεῖ, καὶ τῶν τόνων, τοὺς ὁποίους περιορίζει εἰς ἕνα, ἀκολουθῶν εἰς τοῦτο τὰ διδάγματα τοῦ ἀειμνήστου Γ. Χατζιδάκι».

Ὁ Σταῦρος Τζουμελέας, γενικὸς ἐπιθεωρητὴς [ΔΤ, σ. 287] λέει ὅτι «ὁ ἀείμνηστος Γεώργιος Χατζιδάκις, ὁ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἁρμόδιος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο προέτεινε τόσον εἰς τὸ συνέδριον τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων τῷ 1919, ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν τῷ 1929 τὴν χρησιμοποίησιν ἑνὸς μόνου σημείου εἰς τὴν τονιζομένην συλλαβὴν ἑκάστης λέξεως καὶ τὴν κατάργησιν τῶν πνευμάτων καὶ τῶν ἄλλων περιττῶν στολιδιῶν τῶν λέξεων.»

Σὲ ἕνα ἄλλο κείμενό του (ποὺ περιέργως πως συμπεριλαμβάνεται στὸ βιβλίο [ΔΤ, σ. 211-212] ἐνῷ δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν δίκη) ὁ Δημήτριος Μπαλάνος ἀναφέρεται πρῶτα στὸν Χατζιδάκι, γράφοντας: «Οὔτε ὑποθέτω ὅτι ἂν ἦτο ἀντεθνικὴ ἡ περὶ τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα καινοτομία θὰ συνιστᾶτο αὕτη ὡς ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τοῦ πρυτάνεως τῶν παρ᾿ ἡμῖν γλωσσολόγων, ἀκαδημαϊκοῦ καὶ καθηγητοῦ τοῦ πανεπιστημίου, ἀειμνήστου Γεωργίου Χατζιδάκι». Καὶ σὲ ὑποσημείωση: «Ὁ Γ. Χατζιδάκις, ἀναγνωρίζων κατ᾿ ἀρχὴν ὡς σκόπιμον τὴν κατάργησιν τόνων καὶ πνευμάτων, ἐθεώρει ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ ταύτης ἡ ὑπὸ τῶν ἐκδοτῶν τῶν κλασσικῶν κειμένων Teubner κλ. ἀποδοχὴ καὶ ἐφαρμογὴ τῆς καινοτομίας. Βραδύτερον ὅμως σαφῶς ἐξέφερε τὴν γνώμην ὅτι ῾῾εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἂν τὸ διδακτικὸν βιβλίον τὸ προωρισμένον διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἐξετυποῦτο ἄνευ τῶν σημείων τούτων᾿᾿». Ὑποσημείωση ποὺ φανερώνει τὸν παραλογισμὸ τῶν ἐπιχειρημάτων του: Ἂν ὁ Χ. ἦταν τόσο φανατικὸς μονοτονιστὴς ὥστε νὰ θέλει μέχρι καὶ οἱ ἐρευνητικὲς ἐκδόσεις ἀρχαίων κειμένων τῆς Ἑσπερίας νὰ μονοτονίζονται, τότε γιατί στὸν ἑλληνικὸ χῶρο νὰ περιορίζεται στὸ δημοτικὸ σχολεῖο; Κι ἄν, ἀντίστροφα, ἡ πρόταση ποὺ «σαφῶς ἐξέφερε» περιοριζόταν μόνο στὰ ἐγχειρίδια τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, ἀπὸ ποῦ κι ὣς ποῦ θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθεῖ ὁ μονοτονισμὸς τῶν κλασσικῶν ἐκδόσεων ἀρχαίων κειμένων Teubner;

Πιὸ κάτω ἀναφέρεται καὶ στὸν Βιλαμόβιτς: «Ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως [δηλ. τοῦ μονοτονικοῦ] … ἐτάχθη μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ διάσημος ἑλληνιστὴς Wilamowitz-Möllendorff …» Καὶ σὲ ὑποσημείωση: «Ὁ Wilamowitz χαρακτηριστικῶς λέγει: «Δὲν πρέπει οἱ μαθηταὶ νὰ μεταχειρίζωνται σημεῖα ὁποῖα κανεὶς Ἕλλην δὲν ἐσημείωσέ ποτε … Πρέπει νὰ ἐξαφανισθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ σχολείου τὰ ἀπόκρυφα τῶν περισπωμένων καὶ παροξυτόνων, τῶν ἐγκλιτικῶν καὶ ἀτόνων». (Πρβλ. Μ. Τριανταφυλλίδη, Ἡ ὀρθογραφία μας, εἰς τὸ Δελτίο τοῦ Ἐκπαιδ. Ὁμίλου 1913, σελ. 175)». Βασίζεται δηλαδὴ σὲ παράθεμα τοῦ Βιλαμόβιτς σὲ κείμενο τοῦ Τριανταφυλλίδη, ἀποσιωπῶντας ἄλλη μιὰ φορὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Β. ἀναφερόταν μόνο στὶς ἐκθέσεις τῶν Γερμανῶν μαθητῶν γυμνασίου.

Ὁ Ἀλέξανδρος Σβῶλος, καθηγητὴς πανεπιστημίου [ΔΤ, σ. 216] λέει ὅτι «καὶ ἀπὸ ξένους ἑλληνιστὰς καὶ ἀπὸ ἰδικούς μας ἐπιστήμονας μεγάλου κύρους —ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσῃ κανεὶς τὸν Γ. Χατζιδάκιν— ἔχει ἀνακινηθῇ πρὸ καιροῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτοῦ» (δηλ. τοῦ τονικοῦ συστήματος).

Καὶ τέλος, ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος, ἀκαδημαϊκὸς [ΔΤ, σ. 222-223] ἀναρωτιέται: «Αὐτὸς ὁ μεγάλος γλωσσολόγος κι᾿ ὑπέρμαχος τῆς καθαρεύουσας, ὁ Γεώργιος Χατζιδάκις, δὲν εἰσηγήθηκε στὴν Ἀκαδημία τὴν κατάργησι τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων;»

Ὁ ἴδιος ὁ Κακριδῆς στὴν ἀπολογία του ἀντὶ νὰ ἀναφέρει ἁπλᾶ, ὅπως τὸ ἔκαναν οἱ πολυποίκιλοι συνήγοροί του, ὅτι ὁ Βιλαμόβιτς ἦταν ὑπὲρ τοῦ μονοτονικοῦ, γράφει: «Ἐπίσης ὁ κ. Ρωμαῖος ἀναφέρει ὅτι συμπαθεῖ τὴν ἰδέαν τῆς ἁπλοποιήσεως καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἔχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατόπιν συνομιλίας μετὰ τοῦ Wilamowitz, ὅστις τῷ 1903 τοῦ ἀνέπτυξεν, ὅτι τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι μπορεῖ νὰ ἦσαν χρήσιμα ἄλλοτε, ὅπως π.χ. ἐπὶ Φωτίου, ἀλλὰ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἶναι πράγματα ἄχρηστα καὶ ἐπιζήμια (Πρακτ. Φιλοσοφ. Σχολ. Θεσσαλονίκης 17.12.1932).»

Χρησιμοποιεῖ δηλαδὴ γιὰ νὰ κάνει ἀξιόπιστο τὸ ἐπιχείρημά του μία παραπομπὴ τῶν πολλὰ σεβαστῶν Πρακτικῶν τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ οὐσιαστικὰ ἀναφέρεται σὲ μία προσωπικὴ συζήτηση ποὺ εἶχε πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Ρωμαῖος μὲ τὸν Βιλαμόβιτς. Στηριζόμαστε δηλαδὴ στὴν ἀνάμνηση μιᾶς συζήτησης ποὺ ἔγινε 40 χρόνια πρὶν… Πιὸ κάτω ὁ Κακριδῆς συνεχίζει: «Ἀναφέρω μόνον, ὅτι πλὴν τοῦ Wilamowitz, τοῦ μεγαλυτέρου φιλολόγου τῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀναφέρει ἀνωτέρω ὁ καθηγητὴς Ρωμαῖος καὶ εἶναι καὶ ἄλλως γνωστόν, ὑπεστήριξε πάντοτε τὴν κατάργηση τῆς πολυτονίας…» Πόθεν «εἶναι καὶ ἄλλως γνωστόν»; Ὁ Κακριδῆς δὲν μᾶς λέγει.

Μετέπειτα ἀναφορὲς στὸν Βιλαμόβιτς καὶ στὸν Χατζιδάκι

Στὶς 11 Ἰανουαρίου 1982, τὴν νύχτα ἐν μέσῳ τῆς ὁποίας ψηφίσθηκε τὸ μονοτονικό, ὁ Ἐλευθέριος Βερυβάκης, Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, στὸν προλογισμὸ τοῦ νόμου ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς:

Γιὰ τὴ σημασία τοῦ μονοτονικοῦ στὴν ἐκπαιδευτικὴ πραγματικότητα, ἰδιαίτερη βαρύτητα ἔχει σχετικὰ ἡ γνώμη τοῦ μεγάλου γλωσσολόγου Γ. Μ. Χατζηδάκι [μὲ ἦτα/ἰῶτα!] ποὺ ἀπὸ τὸ 1911 ἀκόμα παρατηροῦσε τὰ ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ὡς γνωστὸν τὰς μεγίστας δυσκολίας εὑρίσκουν οἱ μικροὶ μαθηταὶ εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῆς γραμματικῆς, ἐν ταῖς διδάγμασι περὶ πνευμάτων καὶ τόνων, […] διὰ τοῦτο εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἂν τὸ διδακτικὸν βιβλίον τὸ προωρισμένον διὰ τὰ δημοτικὰ ἐξετυποῦτο ἄνευ τῶν σημείων τούτων […] θὰ ἐλάμβανε δὲ ἡ γραφὴ ὃν τύπον εἶχεν κατὰ τοὺς ἀρχαίους». [ΠΒ, συνεδρίαση κʹ, 11 Ἰανουαρίου 1982, σελ. 467β]

Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι αὐθεντικό, ἀλλὰ ὁ Βερυβάκης ἀποσιωπᾶ τὸ δεύτερο σκέλος τῆς πρότασης Χατζιδάκι γιὰ τὴν χρήση πολυτονικοῦ στὸ Γυμνάσιο: «Ἐν τοῖς σχολείοις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως θὰ ἐδιδάσκοντο κατόπιν τὴν χρῆσιν τῶν σημείων τούτων ὅσοι ἐκ τῶν πολλῶν μαθητῶν τῶν δημοτικῶν σχολείων ἤθελον φοιτήσει εἰς αὐτά», συμπληρώνει ὁ Χατζιδάκις. Μὲ ἄλλα λόγια: ὅσοι μετὰ τὸ Δημοτικὸ συνεχίζουν τὴν μόρφωσή τους περνῶντας στὴν Μέση Ἐκπαίδευση θὰ μάθουν ὁπωσδήποτε τοὺς τόνους καὶ τὰ πνεύματα τῆς νεοελληνικῆς. Σύμφωνα μὲ τὸν Χ. τοῦ ὁποίου τὴν γνώμη δείχνει τόσο νὰ σέβεται ὁ Βερυβάκης, τὸ ΠΑΣΟΚ μὲ τὸ νὰ ἐπιβάλει τὸ μονοτονικὸ στὸ Πανελλήνιο… κατέβασε ὅλη τὴν Ἑλλάδα στὸ μορφωτικὸ ἐπίπεδο τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου τοῦ 1911.

Τὸ 2003, ὁ Πέτρος Εὐθυμίου, ἐπίσης Ὑπουργὸς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, ἀπαντᾶ σὲ ἐπερώτηση τοῦ βουλευτῆ Καρατζαφέρη στὴν Βουλή λέγοντας:

«Πρῶτος ὁ Βιλαμόβιτς ἔθεσε τὸ ἀναντίρρητο γεγονὸς ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν διέθετε τόνους καὶ πνεύματα διότι στηριζόταν στὴν προσωδία. Ἅρα, κύριε Καρατζαφέρη, τὸ θέμα τῶν τόνων δὲν εἶναι θέμα ἀρχῆς, δὲν εἶναι θέμα οὐσίας, δὲν εἶναι θέμα περιεχομένου τῆς γλώσσας. Δὲν ὑπῆρξε μεγάλος Ἕλληνας γλωσσολόγος, ἀπὸ τὸν Μανώλη καὶ τὸν Γιῶργο Χατζηδάκη [μὲ δύο ἦτα!], τὸν Ἐμμανουὴλ Κριαρᾶ, τὸν Κωνσταντίνο Ἅμαντο, τὸν Γιάννη Κακριδῆ, δὲν ὑπῆρξε μεγάλος Ἕλληνας φιλόλογος ἢ μεγάλος ξένος φιλόλογος ποὺ νὰ συνέδεσε ποτὲ τὰ περιεχόμενα, τὴν ἱστορικότητα, τὴν ἀξία τῆς γλώσσας μὲ τὸ τονικὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο ἦταν ἕνα πρόσκτημα, ἐπαναλαμβάνω, μία ἀναγκαστικὴ ἐπιλογὴ τῶν Ἀλεξανδρινῶν, ὥστε νὰ ὑπάρξει ἡ ἐπισήμανση μιᾶς πλευρᾶς τῆς ἱστορικότητάς της ποὺ ἦταν ἡ προσωδία.

Καὶ πάλιν ὁ Χατζιδάκις ἐμφανίζεται ὑπέρμαχος τῶν ἀπόψεων τῶν μονοτονιστῶν, ἐνῷ ἀποσιωπᾶται πλήρως τὸ ὅτι «προσκτήματα» τῶν ὑστερότερων χρόνων εἶναι ἐπίσης ἡ μικρογράμματη γραφὴ καὶ ἡ στίξη! Στὴν δήλωση αὐτὴ διακρίνουμε ἐπίσης μία περιφρονητικὴ στάση ὡς πρὸς τὴν ἑλληνικὴ ἱστορία τῶν τελευταίων 17 αἰώνων: κατὰ Εὐθυμίου, ἡ ἐξέλιξη τῆς γλώσσας κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἦταν ἀξιόλογη καὶ ἀποτελεῖ τὴν γλωσσική μας κληρονομιά — δὲν δέχεται ὅμως τὴν μετέπειτα ἐξέλιξή της καὶ θεωρεῖ τὸν τονισμὸ σὰν «πρόσκτημα», δηλαδὴ σὰν κάτι τὸ περιττὸ καὶ βλαβερό.

Ὁ Εὐθυμίου φυσικὰ δὲν πρωτοτυπεῖ! Ἤδη στὴν «Δίκη τῶν τόνων» δύο συνήγοροι τοῦ Κακριδῆ εἶχαν χρησιμοποιήσει παρόμοια ἐπιχειρηματολογία: ὁ Καφαντάρης [ΔΤ, σ. 152] λέει ὅτι «κοινὴ εἶναι ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι οὔτε τόνοι οὔτε πνεύματα ὑπῆρχον τὴν περίοδο τῆς ἀνθήσεως τοῦ ἀρχαίου πνεύματος, καὶ ἦλθον στὸ φῶς μόνον κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παρακμῆς» καὶ ὁ Δημαρᾶς [ΔΤ, σ. 185] ρωτάει: «῾῾Ἑλληνικὴν γλῶσσαν” νοεῖ τὸ κατηγορητήριον ἐκείνην, ἡ ὁποία διεμορφώθη σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου εἰς ἐποχὰς παρακμῆς καὶ δουλείας, ἢ τὴν ἀνόθευτον ἀρχαίαν; Ἂν τὴν πρώτην νοῇ, τότε καλῶς ψέγει τὸν καθηγητὴν καταργοῦντα τὴν πληθὺν τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωστόν, εἰσήχθησαν εἰς τὴν γλῶσσαν μας κατὰ τοὺς χρόνους τῆς παρακμῆς». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ ἱστορικὴ περίοδος ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς μέχρι σήμερα ἀποκαλεῖται περίοδος «παρακμῆς», ἀντίληψη ποὺ συμμερίζονται στὶς μέρες μας κύκλοι δωδεκαθεϊστῶν, προγονολατρῶν καὶ ἄλλων ἀντιπάλων τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας. Καὶ προπαντός, ἀντίληψη ποὺ συμμεριζόταν τὶς μαῦρες μέρες τῆς «Δίκης τῶν τόνων» καὶ ἡ δεσπόζουσα χιτλερικὴ θεώρηση τοῦ ὅτι «τὴν χρυσὴ ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα ἀκολούθησε παρακμὴ λόγῳ προσμίξεως μὲ μικρασιατικὲς φυλές» (ὅρα π.χ. [RO]).

Τέλος, γιὰ νὰ γυρίσουμε στὸ 2003, ἕνα lapsus στὴν ἐπιχειρηματολογία τοῦ Εὐθυμίου: πρῶτα δηλώνει μὲ στόμφο ὅτι «κανένας μεγάλος γλωσσολόγος δὲν συνέδεσε ποτὲ τὴν ἱστορικότητα τῆς γλώσσας μὲ τὸ τονικὸ σύστημα», καὶ ἔπειτα τελειώνει τὴν ἴδια πρόταση λέγοντας ὅτι «οἱ τόνοι ἦταν ἀναγκαστικὴ ἐπιλογὴ τῶν Ἀλεξανδρινῶν γιὰ νὰ ὑπάρχει ἐπισήμανση μίας πλευρᾶς τῆς ἱστορικότητας τῆς γλώσσας». Μά ἂν οἱ τόνοι ἐπισημαίνουν (καὶ ἄρα διατηροῦν) ἕνα μέρος τῆς ἱστορικότητας, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι συνδέονται ἄμεσα μὲ αὐτήν;

Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ μποροῦμε νὰ ἀναρωτηθοῦμε: ἂν οἱ τόνοι ἦταν ἀναγκαστικὴ ἐπιλογὴ γιὰ τοὺς Ἀλεξανδρινοὺς (καὶ ἄρα καὶ αὐτοὺς ποὺ ἀκολούθησαν) μὲ ποιά λογικὴ ἄραγε ἡ ἐπιλογὴ αὐτὴ τῆς ἱστορικότητας ἔπαψε νὰ εἶναι ἀναγκαστικὴ γιὰ τοὺς τωρινοὺς Ἕλληνες;

Δυστυχῶς ἡ ἀπάντηση εἶναι γνωστή: γιατὶ κάποιοι ἀνάξιοι ἐκπρόσωποι τῶν τωρινῶν Ἑλλήνων καὶ κάποιοι ἀδίστακτοι γλωσσολόγοι, μεθυσμένοι ἀπὸ τὴν αἴσθηση ἐξουσίας ποὺ προκαλοῦν οἱ μεταρρυθμίσεις, θέλησαν νὰ τοὺς πείσουν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα τοῦ 21ου αἰώνα πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἱστορικότητά της· ὅτι ἡ τεχνολογικὴ πρόοδος περνάει ἀναγκαστικὰ ἀπὸ τὴν πτώχυνση τῆς γλώσσας· ὅτι ἡ γλώσσα-ἐργαλεῖο στὴν ὑπηρεσία τῆς τεχνολογίας πρέπει νὰ παραμένει σὲ χαμηλὰ ἐπίπεδα πληροφορίας γιὰ νὰ μένει χῶρος στὸν ἐγκέφαλό μας γιὰ ἄλλα «πιὸ χρήσιμα» πράγματα· ὅτι κάτι ποὺ ἡ ἐξουσία χαρακτηρίζει ὡς ἄχρηστο εἶναι ὄντως ἄχρηστο καὶ ἄρα πρέπει νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπ᾿ αὐτό· ὅτι μὲ τὸ νὰ ξεφορτωνόμαστε τὸν πλοῦτο τῆς γλώσσας μας, μᾶς φεύγει ἕνα βάρος ἀπὸ πάνω μας.

Συμπέρασμα

Ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Νιρβάνα μέχρι σήμερα οἱ διαδοχικὲς γενεὲς μονοτονιστῶν δὲν ἔχασαν εὐκαιρία νὰ οἰκειοποιηθοῦν τὸν Βιλαμόβιτς καὶ τὸν Χατζιδάκι σὰν πρωτοπόρους τοῦ κινήματός τους. Μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα ποὺ παραθέσαμε καὶ σχολιάσαμε, ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ πλέον νὰ κρίνει κατὰ πόσον οἱ ἀναφορὲς τῶν μονοτονιστῶν στοὺς δύο αὐτοὺς μεγάλους ἐπιστήμονες εἶναι ἀξιόπιστες καὶ τεκμηριωμένες. Εὐχόμαστε τὸ δοκίμιό μας αὐτὸ νὰ συνεισφέρει στὴν ἀποκατάσταση τῶν ἀπόψεων τῶν Βιλαμόβιτς καὶ Χατζιδάκι στὴν πραγματική τους βάση, ὥστε νὰ ἐπανέλθει στὶς περὶ τόνων καὶ πνευμάτων συζητήσεις καὶ ἀποφάσεις ἡ σοβαρότης καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ μέθοδος ποὺ τόσον ἀπουσίασαν κατὰ τὴν «τονικὴ μεταρρύθμιση» τοῦ 1982.

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι πανομοιότυπα ἀρχεῖα PDF τῶν ντοκουμέντων τῶν Βιλαμόβιτς, Χατζιδάκι, Παλαμᾶ καὶ Νιρβάνα στὰ ὁποῖα ἀναφερθήκαμε, καθὼς καὶ τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῆς 11ης Ἰανουαρίου 1982, παρατίθενται στὸν ἱστοχῶρο τῆς Κίνησης Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος στὴν διεύθυνση:

http://www.polytoniko.gr

καὶ συγκεκριμένα στὶς ἱστοσελίδες «Κείμενα ὑπὲρ τοῦ πολυτονικοῦ» καὶ «Ἱστορικὸ τῆς καταστροφῆς».

Εὐχαριστίες

Θερμὰ εὐχαριστοῦμε τὶς κυρίες Ἰφιγένεια Μποτουροπούλου καὶ Μαρία Γιουρούκου, καὶ τοὺς κυρίους Ἰωάννη Τσέγκο καὶ Χρυσόστομο Παπασπύρου γιὰ τὴν βοήθεια ποὺ μᾶς προσέφεραν.

Βιβλιογραφία

Γιάννης Χαραλάμπους

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση