Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Κανόνες τονισμοῦ

Περιεχόμενα

Σ᾿ αὐτὴ τὴν σελίδα παραθέτουμε τοὺς κανόνες τονισμοῦ δύο σημαντικῶν γλωσσολόγων: τοῦ Μανόλη Τριανταφυλλίδη καὶ τοῦ Ἀγαπητοῦ Τσοπανάκη. Στὴν πρώτη περίπτωση πρόκειται ἁπλούστατα γιὰ ἀπόσπασμα τοῦ σχολικοῦ βιβλίου γραμματικῆς τοῦ ΟΕΔΒ τοῦ 1977. Στὴν δεύτερη περίπτωση πρόκειται γιὰ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν μνημειώδη Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ ποὺ ἐκδόθηκε τὸ 1998 στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐνῷ ὁ Τριανταφυλλίδης δίνει γενικοὺς κανόνες πρὸς χρῆσιν ὅλων τῶν μαθητῶν, ὁ Τσοπανάκης μπαίνει πιὸ πολὺ στὶς λεπτομέρειες καὶ στὴν ἱστορικὴ πλευρὰ τοῦ θέματος. Ἄλλη μεγάλη διαφορὰ τῶν δύο γραμματικῶν: ὁ Τσοπανάκης χρησιμοποιεῖ βαρεῖες ἐνῷ ὁ Τριανταφυλλίδης δὲν ἀναφέρει κἂν τὴν ὕπαρξη τοῦ τρίτου αὐτοῦ καὶ παραμελημένου τόνου.

Ἡ σελίδα αὐτὴ ἀπευθύνεται σὲ αὐτοὺς ποὺ γνωρίζουν τονισμὸ καὶ θέλουν νὰ φρεσκάρουν τὴν γνώση τῶν κανόνων ἢ νὰ βεβαιωθοῦν γιὰ κάτι. Ἂν δὲν ξέρετε καθόλου τονισμὸ ἢ τὸν ἔχετε ξεχάσει, σᾶς συνιστοῦμε νὰ ἐπισκεφθεῖτε πρῶτα τὴν σελίδα μας «Μάθετε τονισμὸ σὲ δέκα ἁπλὰ μαθήματα».

Ἀπὸ τὴν Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ τοῦ Μανόλη Τριανταφυλλίδη (ΟΕΔΒ 1977)

Οἱ τόνοι εἶναι δύο: ἡ ὀξεία (ʹ) καὶ ἡ περισπωμένη (῀).

Ὁ τονισμὸς τῶν λέξεων γίνεται σύμφωνα μὲ τοὺς ἀκόλουθους κανόνες:

Γενικοὶ κανόνες τονισμοῦ

  • Ἡ προπαραλήγουσα παίρνει ὀξεία: ἥσυχος, εἴπαμε, ἀνήφορος, πήγαμε.
  • Ἡ βραχύχρονη συλλαβὴ παίρνει ὀξεία: ἔλα, ὅλα, βουνό, μέρος.
  • Ἡ παραλήγουσα παίρνει ὀξεία, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρόχρονη: καρφώνω, κλείνει, πήχη.
  • Ἡ μακρόχρονη παραλήγουσα παίρνει περισπωμένη, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχύχρονη: μῆλο, ξυπνῆστε, δῶσε, ἀγαποῦμε, ναῦτες, θυμοῦνται, ὦμοι, τοῖχοι.
    Δὲν ἀκολουθοῦν τὸν κανόνα καὶ παίρνουν ὀξεία οἱ λέξεις: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε.
  • Λογαριάζονται ὅτι τονίζονται στὴν προπαραλήγουσα καὶ οἱ λέξεις ποὺ ἔχουν καταχρηστικὸ δίφθογγο στὴ λήγουσα. Γι᾿ αὐτὸ παίρνουν ὀξεία λέξεις καθώς: καινούριος, κούφιος, κούνιες, ποτήρια.

Ὁ τόνος στὰ ὀνόματα καὶ στὶς ἀντωνυμίες

Ὁ τόνος στὴ λήγουσα

  • Τὰ ὀνόματα καὶ οἱ ἀντωνυμίες, ὅταν τονίζονται στὴ λήγουσα, παίρνουν ὀξεία ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γενική: ὁ μαθητής, τὸ μαθητή, μαθητή· οἱ οὐρανοί, τοὺς οὐρανούς, οὐρανοί· ὁ βαθύς, τὸ βαθύ, ἡ βαθιά, τὴ βαθιά· ὁ σταχτής, οἱ σταχτιοί, τοὺς σταχτιούς· ἐγώ, ἐσύ.
  • Δὲν ἀκολουθοῦν τὸν κανόνα καὶ παίρνουν περισπωμένη:
    • Τὰ ὀνόματα γῆ, φῶς, πᾶν, νοῦς.
    • Οἱ ἀντωνυμίες ἐμεῖς, ἐμᾶς, μᾶς — ἐσεῖς, ἐσᾶς, σᾶς.
    • Τὸ ἀριθμητικὸ τρεῖς καὶ οἱ πληθυντικοὶ σὲ -εῖς (συγγραφεῖς, συγγενεῖς, συνεχεῖς).
    • Τὰ κύρια ὀνόματα προσώπων σὲ -ᾶς: Λουκᾶς, Παλαμᾶς, Σκουφᾶς κτλ. καὶ μερικὰ ἄλλα κύρια: Ἰησοῦς, Ἀθηνᾶ, Ναυσικᾶ, Ἀπελλῆς, Ἑρμῆς, Ἡρακλῆς, Θαλῆς, Θεμιστοκλῆς, Μωυσῆς, Περικλῆς.
  • Παίρνουν περισπωμένη καὶ οἱ γενικὲς ποὺ δὲν ἔχουν βραχύχρονο φωνῆεν: τοῦ καλοῦ πραματευτῆ, τοῦ ψωμᾶ, τῆς γλυκιᾶς φωνῆς, τῆς Ἀργυρῶς, τῆς ἀλεποῦς, τῶν μικρῶν παιδιῶν, σοῦ δίνω.

Ὁ τόνος στὴν παραλήγουσα

  • Τὸ α τῆς λήγουσας στὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ ὀνόματα εἶναι μακρόχρονο· γι᾿ αὐτὸ βάζουμε ὀξεία στὴν παραλήγουσα: ὁ χειμώνας, τοῦ χειμώνα, τὸ χειμώνα, χειμώνα, ἡ πείνα, τῆς πείνας, τὴν πείνα, πείνα, ἡ γυναίκα — ἡ ἀσπρούλα.
  • Τὸ α στὸ τέλος τῶν οὐδετέρων εἶναι βραχύχρονο· γι᾿ αὐτὸ βάζουμε περισπωμένη στὴ μακρόχρονη παραλήγουσα: χρῶμα, ὡραῖα δῶρα, ἐκεῖνα τὰ σχολεῖα.
  • Τὸ ι τῆς λήγουσας στὰ οὐδέτερα εἶναι μακρόχρονο· γι᾿ αὐτὸ βάζουμε ὀξεία στὴν παραλήγουσα: μαχαίρι, λουλούδι, ἀλεύρι, χείλι, ποτήρι.
  • Τὰ α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν ὀνομάτων εἶναι βραχύχρονα καὶ γι᾿ αὐτὸ παίρνουν ὀξεία: διάκος, σκίνος, σκύλος, παπάδες, χωριάτες, πιάτο, κινίνο, σύκο, λάθος, κλάμα, κλίμα, χύμα.

Ὁ τόνος στὰ ρήματα

Ὁ τόνος στὴν λήγουσα

  • Ἡ μακρόχρονη λήγουσα τῶν ρημάτων παίρνει περισπωμένη: ἀγαπῶ, ἀργεῖ, ἀργοῦν, ἀκοῦς, νὰ δεῖς, κλαῖς, τρῶς.
    Στὰ ρήματα εἶναι μακρόχρονο καὶ τὸ τονισμένο α τῆς λήγουσας. Γι᾿ αὐτὸ παίρνει περισπωμένη: ἀγαπᾶς, πᾶς, ἀγαπᾶ.

Ὁ τόνος στὴν παραλήγουσα

  • Τὸ ἄτονο α στὴ λήγουσα τῆς ὁριστικῆς εἶναι βραχύχρονο. Γι᾿ αὐτὸ βάζουμε περισπωμένη στὴ μακρόχρονη παραλήγουσα: τραγουδοῦσα, τραγουδοῦσαν· εἶδα, εἶδαν.
  • Τὸ ἄτονο α στὴ λήγουσα τῆς προστακτικῆς εἶναι μακρόχρονο. Γι᾿ αὐτὸ βάζουμε ὀξεία στὴν παραλήγουσα: πήδα, ρώτα, φεύγα, τραγούδα, κοίτα.
  • Παίρνουν περισπωμένη οἱ ρηματικὲς καταλήξεις τοῦ ἑνικοῦ -ᾶμαι, -ᾶσαι, -ᾶται καὶ οἱ καταλήξεις τοῦ πληθυντικοῦ -ᾶμε, -ᾶτε, -ᾶνε: θυμᾶμαι, θυμᾶσαι, θυμᾶται· γελᾶμε, γελᾶτε, γελᾶνε· πᾶμε, πᾶτε, πᾶνε· μὴ γελᾶτε, ἐλᾶτε νὰ φᾶμε.
    Παντοῦ ἀλλοῦ τὸ α τῆς παραλήγουσας εἶναι βραχύχρονο: βάλε, σπάσε, κάψε, πάρε· κλάψτε, πάρτε, θυμάστε.
  • Τὰ ι, υ στὴν παραλήγουσα εἶναι βραχύχρονα καὶ παίρνουν ὀξεία: λύνε, λύναν, λύσε, λύσαν· δακρύσαν· πλύνε, πλύναν· πίνε, πίναν· ρίξε, ρίξαν.

Ἄτονες λέξεις

Μερικὲς μονοσύλλαβες λέξεις δὲν παίρνουν τόνο καὶ γι᾿ αὐτὸ λέγονται ἄτονες. Ἄτονες λέξεις εἶναι τὰ ἄρθρα ὁ, ἡ, οἱ καὶ τὸ ἐπίρρημα ὡς.

Ἐγκλιτικὲς λέξεις

Τὸ βιβλίο μου. Τὸ τετράδιό σου. Στὰ παραδείγματα αὐτὰ οἱ λέξεις μοῦ, σοῦ προφέρονται τόσο στενὰ ἑνωμένες μὲ τὴν προηγούμενη λέξη, ποὺ ὁ τόνος τους ἢ δὲν ἀκούεται (τὸ βιβλίο μου) ἢ ἀκούεται ὡς δεύτερος τόνος στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης (τὸ τετράδιό σου).

Οἱ μονοσύλλαβες λέξεις ποὺ χάνουν τὸν τόνο τους ἢ ποὺ τὸν ἀνεβάζουν στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης λέγονται ἐγκλιτικές.

Οἱ συχνότερες ἐγκλιτικὲς λέξεις εἶναι οἱ μονοσύλλαβοι τύποι τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας μοῦ μὲ μᾶς, σοῦ σὲ σᾶς, τος τὸν τοι τὴ τες κτλ.

Ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ:

  • μεταφέρεται ὡς ὀξεία:
    • στὴ λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης, ὅταν αὐτὴ τονίζεται στὴν προπαραλήγουσα: ὁ πρόεδρός μας (σας, τους).
    • στὴν προηγούμενη λέξη, ὅταν εἶναι κι αὐτὴ ἐγκλιτικὴ καὶ ἡ πρὶν ἀπὸ αὐτὴν εἶναι παροξύτονη ἢ προπερισπωμένη: φέρε μού το, δῶσε μάς το.
  • ἀποβάλλεται, ὅταν ἡ προηγούμενη λέξη τονίζεται στὴ λήγουσα ἢ στὴν παραλήγουσα: τὸ φῶς μας, ἡ χαρά μου, νά τους, τὰ δῶρα του, οἱ φίλοι σας.

Τὰ πνεύματα

Κάθε λέξη ποὺ ἀρχίζει ἀπὸ φωνῆεν παίρνει σ᾿ αὐτὸ ἕνα σημαδάκι ποὺ λέγεται πνεῦμα: ἀνθίζω, Ἑλλάδα, ἅγιος, ἔχω. Τὰ πνεύματα εἶναι δύο, ἡ ψιλὴ (᾿) καὶ ἡ δασεία (῾).

Οἱ περισσότερες λέξεις παίρνουν ψιλή.

Παίρνουν δασεία:

  • Ὅσες λέξεις ἀρχίζουν ἀπὸ υ: ὑγεία, ὕπνος.
  • Οἱ ἄτονες λέξεις ὁ, ἡ, οἱ, ὡς.
  • Τὰ ἀριθμητικὰ ἕνας, ἕξι, ἑπτά, ἑκατό.
  • Ὅλες οἱ ἀναφορικὲς ἀντωνυμίες: ὅποιος, ὅσος, κτλ.
  • Μερικὲς ἀκόμα λέξεις ὅπως ἅγιος, ἕλικας, ἡλικία, ἱκανός, ὁδηγός, κτλ.

Ἀπὸ τὴ Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ τοῦ Ἀγαπητοῦ Τσοπανάκη (Ἐκδόσεις Ἀδελφῶν Κυριακίδη 1998)

I. ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΑΒΩΝ - ΤΟΝΟΙ

§ 149. Ἀνάλογα μὲ τὰ φωνήεντα ποὺ βρίσκονται σὲ μιὰν συλλαβή, αὐτὴ εἶναι μακρὰβραχεία. Ἡ ἰδιότητὰ τους αὐτὴ καθορίζει καὶ τοὺς κανόνες τοῦ τονισμοῦ,

Βραχεία εἶναι μιὰ συλλαβή, ὅταν περιέχη βραχὺ φωνῆεν εο: πό-λε-μος.

Μακρὰ εἶναι μιὰ συλλαβή, ὅταν περιέχη μακρὸδιψήφιο φωνῆεν: μη-τέ-ρα, -ρα, οὐ-ρα-νός, γυ-ναί-κα, κα-τοι-κί-α, σει-ρά, υἱ-ο-θε-τῶ.

Δίχρονη λέγεται ἡ συλλαβὴ ποὺ περιέχει ἕνα ἀπὸ τὰ δίχρονα φωνήεντα, α, ι, υ, τὰ ὁποῖα στὴν νεοελληνικὴ γραμματικὴ λογαριάζονται συνήθως βραχέα.

Θέσει μακρὰ λέγεται ἡ συλλαβὴ ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ βραχὺ φωνῆεν καὶ ἀκολουθεῖται ἀπὸ σύμπλεγμα συμφώνων, σύνθετο σύμφωνο ἢ διπλό: ἀ-σβέ-στης, -ψος, τά-ξη, ἄλ-λος.

Σημ. Γιὰ τὰ διψήφια φωνήεντα αι, οι στὸ τέλος τῶν λέξεων βλ. § 172.

§ 150. Ὅπως σημειώσαμε μὲ συντομία στὴν εἰσαγωγὴ (§ 10, 11), ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα ἦταν μελωδικὴ καὶ στηριζόταν σὲ μακρὰ καὶ βραχέα φωνήεντα καὶ διφθόγγους καὶ σὲ ἀνέβασμα καὶ κατέβασμα τῆς μελωδικότητας. Τὰ μακρὰ φωνήεντα καὶ οἱ δίφθογγοι εἶναι φανερὸ ὅτι εἶχαν μακρότερη προφορά, καὶ τὰ βραχέα συντομότερην. Οἱ μουσικοὶ ἦχοι, δηλ. οἱ μουσικοὶ τόνοι, ἦταν ἄλλοτε σύντομοι, κοφτοὶ καὶ ὀξεῖς, κάτι ποὺ ταίριαζε κυρίως στὰ βραχέα φωνήεντα (ἡ ὀξεία), καὶ ἄλλοτε πλαγιο-κατεβατοὶ καὶ σοβαροί, βαριοί, κάτι ποὺ ἡταν βολικὸ στὸ τέλος τῆς λέξης καὶ στὸ μικρότερο ἢ μεγαλύτερο σταμάτημα τοῦ λόγου. Καὶ αὐτοὶ ταίριαζαν περισσότερο στὴ λήγουσα τῶν λέξεων, ποὺ ἔπαιρνε βαρεία, εἴτε ἦταν βραχεία ἢ μακρά, μέσα στὴν ροὴ τοῦ λόγου.

§ 151. Ὁ τρίτος μουσικὸς τόνος πρέπει νὰ ἦταν πιὸ μελωδικός, γιατὶ εἶχε καὶ ἀνέβασμα καὶ κατέβασμα τῆς φωνῆς, ἦταν δηλαδὴ ταυτόχρονα καὶ μακρότερος καὶ συνάμα ὀξὺς καὶ βαρὺς στὸ ἴδιο φωνῆεν· αὐτὸ ἔπρεπε ὑποχρεωτικὰ νὰ εἶναι μακρό, νὰ ἔχη δηλ. μεγαλύτερη φωνητικὴ ἔκταση ἀπὸ τὸ βραχύ, ἔτσι ὥστε νὰ μπορῆ ὁ τόνος νὰ ἀνεβοκατεβῆ μὲ τρόπον ποὺ νὰ γίνη αἰσθητὸς στὸν ἀκροατή. Αὐτὸς ὁ μουσικὸς τόνος ὀνομάστηκε *ὀξυβαρὺς-ὀξυβαρεῖαπερισπωμένη. Ὁ ὅρος ὀξυβαρεία εἶναι σαφής, γιατὶ περιλαμβάνει, καὶ τὴν ὀξεία καὶ τὴν βαρεία, ἡ περισπωμένη ὅμως δηλώνει τὴν περὶ-σπάση, τὸ τσάκισμα, ὅτι δηλ. ὁ τόνος περι-σπᾶται, τσακίζεται, ἢ καλύτερα, λυγίζει πρὸς τὰ κάτω, ἀφοῦ ἀνεβῆ πρῶτα πρὸς τὰ πάνω.

§ 152. Ἡ περισπωμένη ἦταν αἰσθητὴ μόνο στὴν λήγουσα καὶ τὴν παραλήγουσα, ποτὲ στὴν προπαραλήγουσα, γιὰ λόγους ποὺ εἶχαν πιθανῶς σχέση μὲ τὸν νόμο τῆς τρισυλλαβίας, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλήσαμε (§ 126 δ). Αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ στὸ πιθανὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ περισπωμένη μποροῦσε νὰ ἀκουσθῆ καὶ στὸ μακρὸ φωνῆεν τῆς παραλήγουσας. Γιὰ νὰ ἀκουσθῆ ὅμως ἐκεῖ, ἔπρεπε τὸ φωνῆεν τῆς λήγουσας νὰ εἶναι βραχύ· ἀλλιῶς,—ἂν δηλ. καὶ ἡ λήγουσα ἦταν μακρὰ–, ὁ τόνος θὰ ἦταν ὀξύς. Ἑπομένως, τὸ μάκρεμα τῶν φωνηέντων καὶ ἡ διαφορὰ τῶν τόνων ἐδήλωναν καὶ τὴν διαφορὰ τῆς μουσικότητας καὶ τὴν διατήρηση τοῦ νόμου τῆς τρισυλλαβίας, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποτελοῦσε ἀπὸ παλιὰ μελωδικὸν νόμο τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, καὶ ὄχι ἐφεύρεση τῶν Γραμματικῶν.

§ 153. Είπαμε ἐπίσης (§ 18) ὅτι σήμερα διασώζονται μουσικοὶ τόνοι, διαφορετικοὶ σὲ διάφορα νεοελληνικὰ ἰδιώματα, ἀπὸ τοὺς ὁποίους, μὲ προσοχή, μποροῦμε νὰ ἀποκτήσουμε κάποιαν ἀμυδρὴ ἰδέα τοῦ πῶς προφερόταν περίπου ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς λόγος. Μποροῦμε ὅμως νὰ δώσουμε μιὰν ἰδέα τῆς περισπωμένης, ἂν προσπαθήσουμε νὰ μιμηθοῦμε τὴν φωνὴ τῶν προβάτων, ὅπως τὴν διέσωσαν οἱ κωμικοὶ ποιητὲς τῆς ἀρχαιότητας, Κρατίνος καὶ ᾽Αριστοφάνης, ποὺ τὴν γράφουν βῆ, (βῆ). Ἡ μαρτυρία αὐτὴ εἰναι πολύτιμη, ἐπειδὴ στηρίζεται σὲ δυὸ ὁπωσδήποτε ἀσφαλῆ δεδομένα: πρῶτον, στὸ ὅτι εἶναι μᾶλλον ἀπίθανο νὰ ἔχη ἀλλάξει ἡ φωνὴ τῶν προβάτων μέσα σ᾿ αὐτὲς τὶς δυόμισυ χιλιάδες χρόνια, καὶ δεύτερον, στὸ ὅτι, ἀπὸ πολλὲς ἐνδείξεις, μερικὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀναφέραμε στὰ ἱστορικὰ (§ 7 κἑ.), μποροῦμε νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ προφορὰ τῶν φωνηέντων, τῶν συμφώνων καὶ τῶν διφθόγγων ἄλλαξε μὲν ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ ὣς σήμερα στὴν γλώσσα μας, ὄχι ὄμως καὶ τὸ βὲ-λασμα τοῦ προβάτου ὅπως τὸ ἀκούουμε καὶ σήμερα, δηλ. μπέὲ-μπέέ, ἀνεβάζοντας λίγο τὴν φωνὴ μας πρὸς τὰ πάνω στὸ πρῶτο ε καὶ λυγίζοντὰς την ἀμέσως πρὸς τὰ κάτω στὸ δεύτερο, τραγουδιστά, ὅπως τὴν ἀκούουμε ἀπὸ τὰ συμπαθητικὰ τετράποδα, καὶ βέβαια, ὄχι σὰν βὶ-βί! Μὲ αὐτὴν τὴν μαρτυρία ἀποκτοῦμε καὶ τὴν πρόσθετη βεβαίωση τοῦ πῶς προφέρονταν τότε καὶ τὰ σύμφωνα β, γ, δ, ποὺ ἀντιστοιχοῦσαν στὴν γραφὴ καὶ στὴν προφορὰ πρὸς τὰ λατινικὰ b, g, d (§ 19).

Σημ. 1. Ὅπου οἱ λλ. βαρεῖα, δασεῖα, κτλ. ἔχουν περισπωμένη, εἶναι γιατὶ τὶς παραθέτουμε ὡς ΑΕ τύπους.

Σημ. 2. Ἔχει κάποιο ἐνδιαφέρον νὰ προσθέσουμε ὅτι οὔτε τὸ βέλασμα οὔτε τὸ βελάζω μαρτυροῦνται στὰ ΑΕ (τὸ βελάζω εἶναι μεσαιωνικόν, βλ. Κριαρᾶ, Λεξ. Μεσ.).

II. ΠΝΕΥΜΑΤΑ

§ 154. Οἱ τόνοι χαρακτήριζαν μουσικὰ τὴν συλλαβὴ (§ 12 κἑ.) στὴν ὁποία κορυφωνόταν ἡ προφορά, ὑπῆρχαν ὅμως καὶ τὰ πνεύματα (βλ. § 8), τὰ ὁποῖα χρωμάτιζαν τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν τῶν λέξεων καὶ τὸ ἀρχικὸ . Ἂν ἡ λέξη ἄρχιζε ἀπὸ φωνῆεν καὶ ἔπαιρνε καὶ τόνο, τότε στὴν γραφὴ ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ ἔμπαινε καὶ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ τόνος: ἄνθρωπος, ἕλκος. Τὸ φυσιολογικὸ φαινόμενο δηλ. ὀφειλόταν στὸ ὅτι τὰ ἀρχικὰ φωνήεντα τῶν λέξεων, γιὰ νὰ προφερθοῦν, συνοδεύονταν ἀπὸ τὴν ἔξοδο τοῦ ἀέρα (ἐκπνοή, πνεῦμα), ὁ ὁποῖος, γιὰ τὰ ἴδια φωνήεντα, σὲ ἄλλες λέξεις ἦταν ἁπαλός, ψιλός, δηλ. λεπτός, καὶ σὲ ἄλλες πολὺ λιγότερες πιὸ τραχύς, δηλ. δασύς. Εἴχαμε δηλ. ἕνα πνεῦμα, ἕνα ρεῦμα ἀέρα ποὺ ἔβγαινε ἀπό τὴν τραχεία ἀρτηρία μαζὶ μὲ τὰ ἀρχικὰ φωνήεντα, καὶ αὐτὸ ἦταν ἄλλοτε ψιλό (ἡ ψιλὴ φωνή), δηλ. λεπτό, καὶ ἄλλοτε δασύ, δηλ. πυκνό. Δασὺ πνεῦμα συνόδευε τὶς λιγότερες ἑλληνικὲς λέξεις, ψιλὸ τὶς περισσότερες: ἄνθρωπος ἀλλὰ ἅγιος· ὅμοιος ἀλλὰ ὀρφανός, Ἑλένη ἀλλὰ ἐλιά, ἤρεμος ἀλλὰ ἥμερος, ἴδιος - ἱδρώτας, ὥρα - ὠκεανός. Τὸ υ καὶ τὸ ρ στὴν ἀρχὴ τῶν λέξεων ἔπαιρναν πάντοτε δασεία, τὰ ἄλλα φωνήεντα ὅμως ἄλλοτε ψιλὴ καὶ ἄλλοτε δασεία. Καὶ αὐτοὶ οἱ συνοδευτικοὶ ἦχοι χάθηκαν μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Μὲ αὐτὴν τὴν χονδρικὴ παράσταση, παίρνουμε μιὰν ἰδέα καὶ γιὰ τὴν προφορὰ τῶν λέξεων: π.χ. οἱ Λατίνοι ἔγραφαν Rho-dus = Ρχόδος = Ῥόδος καὶ Hy-mettus = Χυμηττὸς = Ὑμηττὸς (ἀκριβέστερα: Ρσό-δος, σΥμηττός).

Σημ. Ἡ ψιλὴ δὲν δηλωνόταν στὴν κλασσικὴ ἐποχὴ (στὴν γραφή). Μόνο τὴν δασεία συναντοῦμε σὲ ἐπιγραφὲς πρὶν ἀπὸ τὸ 403 π.Χ., ποὺ δηλωνόταν μὲ ἕνα Η (ΗΟΡΟΣ ὅρος, ὅριο, σύνορο). Γιὰ τὴν ἐξέλιξη βλ. § 17, 18.

§ 155. Σήμερα, ὁ τόνος,εἶναι δυναμικὸς (§ 18), πέφτει δηλ. μὲ τὸν ἴδιο τρόπο σὲ κάθε τονούμενη συλλαβή, ἐνῶ τὰ πνεύματα δὲν εἶναι καθόλου αἰσθητὰ στὴν προφορά, ἐπηρεάζουν ὅμως ἀκόμα τὴν σύνθεση τῶν λέξεων, ἐπειδή, ναὶ μὲν δὲν ἔχει σημασία ἂν θὰ τοποθετήσουμε ἢ ὄχι ψιλὴν ἢ δασεία στὸ ἀλλαγή, ἅλας, ἵππος, κτλ., ἔχει ὅμως σημασία, ὅταν θελήσουμε νὰ συνθέσουμε ἢ νὰ ἀναλύσουμε τὶς λέξεις: ἀπὸ-ἀλλαγὴ > ἀπαλλαγή, ἀπὸ-ἁλάτωση > ἀφαλάτωση, ἐπὶ-ἵππου > ἔφιππος, καὶ ἄλλα τέτοια. Στὴν πρώτη περίπτωση, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ ξέρουμε ὅτι ἡ ἀρχαία ψιλὴ τοῦ ἀλλαγή, καὶ κάθε ψιλή, δὲν ἐπηρέαζε τὴν ἄρθρωση ἑνὸς συμφώνου ποὺ ἐρχόταν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν τῆς ἀκόλουθης λέξης, στὴν δεύτερη ὅμως πρέπει νὰ διευκρινίσουμε ὅτι ἡ δασεία, καὶ κάθε δασεία, τροποποιοῦσε μερικὰ σύμφωνα τῆς προηγούμενης λέξης ποὺ ἔρχονταν σὲ ἐπαφὴ μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸ φωνῆεν ποὺ αὐτὴ συνὁδευε. Τὰ σύμφωνα αὐτὰ ὀνομάζονταν μάλιστα καὶ ψιλὰ καὶ ἦταν τὰ κ, π, τ, ποὺ τὰ ὀνομάζουμε σήμερα ἄηχα στιγμιαῖα (βλ. § 107, 108), καὶ ποὺ τρέπονται ἢ τρέπονταν στὰ ἀντίστοιχά τους ἄηχα διαρκῆ στὴν συνεκφώνηση ἢ στὴν σύνθεση: ἀπὸ ἑνὸς-ἀπὸ ἑτέρου > ἀφ᾿ ἑνὸς-ἀφ᾿ ἑτέρου, κατὰ ἕνα(ς) > καθένας, κακὴ ἕξις > καχεξία, κατὰ ἑξῆς > καθ᾿ ἑξῆς, καὶ τὰ σύμφωνα αὐτὰ ὀνομάζονταν δασέα. Στὴν περίπτωση αὐτήν, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὰ φαινόμενα εἶναι ἐσωτερικά, δηλ. ὀργανικά, ἀκόμα, στὴν γραπτὴ γλώσσα, ὄχι ὅμως πιὰ στὴν προφορικὴ (βλ. § 159).

§ 156. Ὁ μελετητὴς τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας πρέπει νὰ ξέρη αὐτὴν τὴν ἐξέλιξη καθὼς καὶ τὰ σημάδια μὲ τὰ ὁποῖα δηλωνόταν αὐτὸ τὸ φαινόμενο. Σήμερα, ἡ διατήρηση καὶ τῶν τόνων καὶ τῶν πνευμάτων μόνο ὡς γραφικῶν καὶ τυπογραφικῶν συμβόλων, ἔγινε περιττὴ καὶ δημιουργοῦσε καὶ σοβαρὰ προβλήματα ὀρθογραφίας. Γι᾿ αὐτὸ ἀποφασίσθηκε ἡ κατάργησή τους καὶ ἡ διατήρηση τῆς ὀξείας, ὄχι ὡς ὀξέος τόνου ἀλλὰ ὡς ἔνδειξης ὅτι τονίζεται ἡ συλλαβή.

§ 157. Ὅπως ὅμως συμβαίνει πολὺ συχνά, κάθε κατάργηση καταργεῖ προβλήματα, ποὺ ὁπωσδήποτε εἶναι γνωστά, δημιουργεῖ ὅμως ἄλλα ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ προβλεφθοῦν ὅλα, ὅσο καὶ ἂν προσπαθήση νὰ τὰ προβλέψη κανείς. Ἔτσι, καὶ τὸ μονοτονικὸ σύστημα ποὺ ἐφαρμόζεται καὶ στὰ σχολεῖα ἔχει ἀφήσει ἀρκετὲς ἀβεβαιότητες, κυρίως στὰ προκλιτικὰ καὶ ἐγκλιτικὰ στοιχεῖα τῆς γλώσσας, ὅπως εἶναι π.χ. οἱ μονοσύλλαβες ἀντωνυμίες: «ὁ πατέρας μου εἶπε νὰ πᾶμε ὅλοι μαζὶ νά...». Γιὰ νὰ καταλάβουμε ἂν τὸ μου ἀναφέρεται στὸν πατέρα (ὁ πατέρας μου, ἂν εἶναι δηλ. γενικὴ κτητική, δηλ. γενικὴ τῆς κτητικῆς ἀντωνυμίας, βλ. § 458 α, 467) ἢ στὸ ρῆμα εἶπε: μοῦ εἶπε (εἶναι δηλ. γενικὴ-δοτικὴ προσωπικὴ = ἔμμεσο ἀντικείμενο, δηλ. γεν. τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας, § 458 α), πρέπει νὰ προχωρήσουμε παρακάτω, διατηρώντας ἐνδόμυχα μιὰν ἐκκρεμότητα, καὶ νὰ ξαναγυρίσουμε ὕστερα νοητικὰ πρὸς τὰ πίσω, γιὰ νὰ καθησυχάσουμε τὴν ψυχική μας ἀμφιβολία. Αὐτὸς ὅμως δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ ὀνομασθῆ γραπτὸς λόγος, ἂν ἡ πρώτη ἰδιότητα τοῦ λόγου εἶναι ἡ σαφήνεια, δηλ. ἡ καθαρότητα. Καὶ εἶναι ἄλλο πράγμα νὰ εἶναι κανεὶς θεληματικὰ ἀσαφὴς —εἶναι καὶ αὐτὸ ἱκανότητα—, ἄλλο ὅμως νὰ εἶναι ἀσαφὴς ἀπὸ ἀτέλεια, δηλ. ἀπὸ ἀδυναμία.

Σημ. 1. ᾽Απὸ τὶς διάφορες λύσεις ποὺ προτάθηκαν, προσκόλληση τοῦ προκλιτικοῦ ἢ τοῦ ἐγκλιτικοῦ τύπου στὴν κύρια λέξη, —ὁ πατέραςμου εἶπεὁ πατέρας μοῦεἷπε- ἢ σύνδεσὴ του μὲ μικρὴ παύλα, τὴν συνέχεια ([βλ. § 212 α], ὁ πατέρας-μου εἶπεὁ πατέρας μου-εἷπε), νομίζουμε ὅτι ἡ πρακτικότερη εἷναι νὰ τονίζεται μόνο τὸ προκλιτικό, μιὰ πού, ἔτσι κι ἀλλιῶς, τὸ ἐγκλιτικό, καὶ ὅταν χάνη τὸν τόνο καὶ ὅταν τὸν ἀνεβάζη στὴν λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης, μένει ἄτονο: ὁ πατέρας μου εἶπεὁ πατέρας μοῦ εἶπε (βλ. καὶ § 124, σημ. 2).

Σημ, 2. Πρόβλημα δημιουργεῖται στὴν γραφὴ τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος καὶ μὲ τοὺς μονοσύλλαβους ἐγκλιτικοὺς τύπους, ὅταν βρεθοῦν ὕστερα ἀπὸ προπαροξύτονη λέξη καὶ πρέπει νὰ μεταβιβάσουν τὸν τόνο τους στὴν λήγουσὰ της, σύμφωνα μὲ τὸν ἀρχαῖο φωνητικὸ νόμο ποὺ ἰσχύει καὶ σήμερα. Οἱ τύποι αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὸ μονοτονικό, γράφονται ἄτονοι, μεταβιβάζουν ὅμως τόνον, σύμφωνα μὲ τὸν φωνητικὸ νόμο ποὺ ἀναφέραμε, στὴν λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης, ὅπως ὁρίζεται καὶ στὸν κανόνα τῆς σχολικῆς κρατικῆς Νεοελληνικῆς Γραμματικῆς (§ 28, 3: «ὁ πρόεδρὸς μας...») καὶ ὁπως γράφεται καὶ στὰ τυπωμένα μονοτονικὰ κείμενα (βιβλία κ.ἄ.). Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ σχολικὴ πράξη δὲν παρακολουθεῖ αὐτὸν τὸν κανόνα, ἂν κρίνη κανεὶς ἀπὸ γραπτὰ ἐξετάσεων (ὑποψηφίων κ.ἄ.).

§ 158. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸ τὸ σοβαρότερο πρόβλημα, οὔτε οἱ τονικοὶ κανόνες μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν τόσο δύσκολοι, ὕστερα ἀπὸ τὴν ἁπλοποίηση ποὺ εἶχε υἱοθετήσει ὁ Μανόλης Τριανταφυλλίδης στὴν Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ (τῆς Δημοτικῆς) καὶ ποὺ ἔγινε δεκτὴ γενικά, μαζὶ μὲ τὴν ἐπέκτασὴ της στὰ παραθετικά, ποὺ εἶχε προτείνει ὁ Αχιλλέας Τζάρτζανος καὶ υἱοθετήθηκε καὶ αὐτὴ στὴν ἀναθεώρηση τοῦ 1976. Εἴπαμε ἐπίσης (§ 120 α, 505 γ κἑ.) ὅτι ἦταν ἄτυχη καὶ ἡ ἐνοποίηση τῆς γραφῆς τῆς ὑποτακτικῆς μὲ τὴν ὁριστική, ἡ ὁποία δημιούργησε προβλήματα σὲ ὅλα τὰ τελικὰ -η, -ης, -ητε, -ηστε, εἴτε ἦταν ρήματα σὲ ὑποτακτικὴ εἴτε ὄχι.

§ 159. Μποροῦμε λοιπὸν νὰ θεωρήσουμε ὅτι, μολονότι τὰ πνεύματα δὲν ἀκούονται πιά, καὶ παίζουν μόνο ἕναν ἐπουσιώδη ρόλο (§ 155 κἑ.), ὁ τόνος εἶναι ἀκόμα ὁργανικὸ στοιχεῖο τῆς ἐλληνικῆς γλώσσας, ὅπως ἦταν σὲ ὅλην τὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ της. Καὶ ὅτι τὸ στοιχεῖο αὐτὸ συνοδεύει καὶ σήμερα μὲ ὁρισμένους κανόνες τὶς διάφορες κατηγορίες λέξεων στοὺς διάφορους γραμματικοὺς καὶ συντακτικοὺς τύπους καὶ εἶναι ἐπομένως ἀκόμα ένα ἐσωτερικὸ στοιχεῖο τῆς γλώσσας καὶ ὄχι μόνο ἐξωτερικό, ἀνεξάρτητο ἀπὸ τὴν ὁπτικὴ μορφὴ του. Τὰ πνεύματα ἔχουν καὶ αὐτὰ κάποιαν, ἔστω καὶ ἀσθενέστερη, δικαιολογία: τὰ ἵππος καὶ ἅγιος π.χ. παίρνουν δασεία καὶ γι᾿ αὐτὸ στὴν σύνθεση ὁ ἐπὶ ἵππου γίνεται ἔφιππος, καὶ τὸ κατὰ-ἁγιάζω > καθαγιάζω. Τὰ ἔπιππος καὶ καταγιάζω δὲν λὲν τίποτε.

Σημ. Ὡστόσο σήμερα στὶς διαφημίσεις ἀκούονται τὰ ἀντηλιακά, ἢ οἱ ἀντηλιακὲς κρέμες (ὁ ἥλιος παίρνει δασεία). Παλαιότερα εἴχαμε ἐπιχειρήσει (Ὁ δρόμος πρὸς τὴν Δημοτική, ᾽Αφοὶ Κυριακίδη. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 318-322, ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Νέα Ἑστία, τεῦχ. 1204, 1-9-1977, 1120-1142) νὰ προσδιορίσουμε τὴν τεχνικὴ καὶ γλωσσικὴ φύση ὁρισμένων προβλημάτων, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ τῶν τόνων, δίνοντας μεγαλύτερην ἔμφαση τότε στὴν τεχνικὴ παρουσία τοῦ τόνου.

§ 160. Δασυνόμενες λέξεις. Εἴπαμε ὅτι τὰ πνεύματα εἶναι δύο: ἡ ψιλὴ (᾿) καὶ ἡ δασεία (῾) καὶ ὅτι αὐτὰ τοποθετοῦνταν ἐπάνω στὰ ἀρχικὰ φωνήεντα τῶν λέξεων.

Παίρνουν δασεία ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ υυι: ὑγεία, υἱικός, καὶ οἱ ἀκόλουθες, μὲ ἀλφαβητικὴ σειρὰ —(καὶ τὰ παράγωγὰ τους):

ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, Ἅδης, ἁδρός, αἷμα, Αἷμος, αἵρεση, αἱρετός, ἅλας -άτι, Ἁλιάκμονας, ἁλιεία, Ἁλικαρνασσός, ἁλίπαστος, ἁλίπεδο, ἅλμα, ἅλμη, ἁλμυρός, Ἁλόννησος, ἁλτῆρες, ἁλυκή, ἁλυσίδα, ἁλώνι, ἅλωση, ἅμα, Ἁμαδρυάδα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἁπαλός, ἁπλός, ἅρμα (διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄρματα = ὅπλα, ποὺ παίρνουν ψιλὴ < λατ. arma), ἅρμη, ἁρμόζω, ἁρμός, ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίδα, ἁψίθυμος, ἁψίκορος, ἁψὺς

ἑαυτός, ἑβδομάδα, ἔβδομος, Ἑβραῖος, Ἕβρος, ἕδρα, εἵλωτας, εἱμαρμένη, εἱρκτή, εἱρμός, Ἑκάβη, Ἑκάτη, ἑκατόν, Ἕκτορας, ἕκτος, Ἑλένη, ἕλικας, Ἑλικώνας, ἕλκος, έλκύω, Ἑλλάδα, Ἕλλη, Ἕλληνας, ἕλος, ἕνας, ἕνεκα, ἑνικός, ἕντεκα, ἑνώνω, ἑξήντα, ἑξῆς, ἕξι, ἑπτὰ (ἑφτά), ἕρμαιο, ἑρμαφρόδιτος, ἑρμηνεύω, Ἑρμής, έρμητικός, Ἑρμιόνη, ἑρπετό, ἕρπω, ἑσμός, ἔσπερινός, ἔστία, ἑστιατόριο, έταιρεία, ἑταῖρος, ἕτοιμος, εὑρίσκω, εὑρετήριο, ἕως (ὥς).

ἡ, ἥβη, ἡγεμόνας, ἡγήτορας, ἡγούμενος, ἡδονή, ἡλικία, ἥλιος, ἡμέρα, ἥμερος, ἡμι(-σφαίριο, -τονο, κ.ἄ.), ἡνία, ἡνίοχος, ῆπατα, Ἥρα, Ἡρακλής, Ἡρόδοτος, ἥρωας, Ἥσίοδος, ἥσυχος, ῆττα, Ἥφαιστος.

ἱδρύω, ἱδρώνω -ώτας, ἱερός, Ἱερουσαλήμ, ἱκανός, ἱκετεύω, ἱλαρὰ (ἵλερη), ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάτιο, ῖππος -ικό, ἱστορία, ἱστίο, ἱστός.

ὁ, ὁδηγῶ, ὁδός, ὅλμος, ὁλόκληρος, ὅλος, ὁμάδα, ὁμαλός, ὅμηρος, Ὅμηρος, ὁμιλία, ὅμιλος, ὁμιλῶ, ὁμίχλη, ὁμο- (-λογῶ, -τεχνος, -φυλος), ὅμοιος, ὅμως, ὁπλή, ὅπλο, ὅποιος, ὁποῖος, ὅποτε, ὁπότε, ὅπου, ὅπως, ὅραμα, όραση, ὁρίζω, ὅριο, ὅρκος, ὅρμος, ὁρμῶ, ὅρος, ὁ (= περιορισμός ἀλλὰ ὄρος, τὸ =βουνό), ὅσιος, ὅσος, ὅταν, ὅτι, ὅ,τι.

υἱοθεσία, υἱοθετῶ, υἱός (ὁ κ. Τάδε καὶ Υἱός).

ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος, ὡς, ὣς (βλ. ἕως).

§ 161. Παίρνουν δασεία καὶ οἱ παράγωγες καὶ οἱ σύνθετες λέξεις ποὺ ἔχουν μιὰν δασυνόμενη ὡς πρῶτο συνθετικό: ἅμαξα -ἁμάξι -άκι -ιτός, ἁμαξοστοιχία, ἁμαξοστάσιο, ἁπλὸς -ότητα -οποιῶ, κτλ.

Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ δὲν δασύνονται εἶναι φυσικὸ νὰ παίρνουν ψιλή.

§ 162. Δὲν παίρνουν δασεία μερικὲς νεοελληνικὲς λέξεις ποὺ σχηματίσθηκαν ἀπὸ ἀρχαῖες δασυνόμενες μὲ φωνητικὴ μεταβολή: άμάδα (< ὁμάδα), ἀρμίδι (< ὃρμ-), ἐμεῖς (< ἡμ-), ἴσκιος (< ὴ-σκιά). Οὔτε τὰ άθροίζω (-σμα).

Δὲν παίρνουν πιὰ δασεία καὶ ὀσες λέξεις ἀρχίζουν μὲ ρ.

Δὲν παίρνουν δασεία ξένες λέξεις ποὺ γράφονται στὴν γλώσσα τους μὲ ἀρχικὸ h (δασὺ πνεῦμα): ᾽Αδριανός, -ούπολη, ᾽Αμβοῦργο, Ἄμλετ (-έτος), ᾽Αννίβας, ᾽Αψβοῦργος, Ἔγγελος, ἐκτάριο, ᾽Ελβετία, ᾽Ελιγολάνδη, ᾽Ελσίνκι, ἐραλδική, ἐρραρτιανός, ᾽Ερζεγοβίνη, ᾽Ερρίκος, ᾽Ινδοστάν, ᾽Ισπανία, ᾽Ολλανδία, ᾽Οράτιος, όρδή, ὀρτανσία, ὄστια, Οὐγγαρία, οὐγενότος, οὐμανισμός, Οὐμβέρτος, Οὐμβόλδος, Οὗννοι, Οὐσσάροι.

III. ΒΑΣΙΚΗ ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ - ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΟΝΟΥ - ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΝΟΥ - ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΟΥ ΤΟΝΙΣΜΟΥ

§ 163. Οἱ ἴδιες λέξεις μέσα στὸν λόγο παρουσιάζουν διάφορες μορφὲς (ὁ ἄνθρωπος, τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ἀνθρώπους, λέγω-λέγεις, ἔλεγα-ἔλεγες), μὲ μεταβολὲς στὴν τελευταία ἢ στὶς τελευταῖες συλλαβὲς ἢ στὶς ἀρχικές, καὶ συχνὰ μὲ μετακίνηση τοῦ τόνου. Καὶ αὐτὰ εἶναι ἀποτελέσματα ἱστορικῶν διαδικασιῶν, στὶς ὁποῖες ἄλλα στοιχεῖα προσθέτονται καὶ ἄλλα χάνονται. Ὁπωσδήποτε, γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας εἴμαστε ὑποχρεωμένοι, σὲ ὅλα τὰ μεταβλητὰ μέρη τοῦ λόγου, νὰ ἀναζητοῦμε τὸν βασικό τους τύπο καὶ τὸν βασικό τους τόνο. Στὶς κλιτὲς λέξεις, ὁ τύπος αὐτὸς εἶναι ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ ἐνικοῦ ἦ πληθυντικοῦ τῶν ἄρθρων, οὐσιαστικῶν, ἐπιθέτων, ἀντωνυμιῶν, ἀριθμητικῶν, καὶ τὸ αʹ ἑνικὸ πρόσ. τοῦ ἐνεστ. τῆς ὁριστικῆς: ὁ, ἕνας, ἄνθρωπος, γρήγορος, ἐκεῖνος, τρεῖς, ρωτῶ, φαίνομαι. Τὰ ἄκλιτα δὲν ἔχουν τέτοιο πρόβλημα.

§ 164. Ἀνάλογη μὲ τὸν τύπο τῶν λέξεων εἶναι καὶ ἡ κίνηση τοῦ τόνου. ᾽Απὸ τὴν ὀνομαστικὴ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὸν τόνο στὴν προπαραλήγουσα, περνοῦμε στὴν γενικὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου ἔχουμε ἀλλαγὴ τοῦ τύπου καὶ μετακίνηση τοῦ τόνου στὴν παραλήγουσα. Προχωρώντας ὅμως στὴν αἰτιατικὴ ἐνικοῦ καὶ στὸν πληθυντικὸ θὰ ξαναποῦμε πάλι τὸν ἄνθρωπο, οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ἀνθρώπους, κτλ. Τὸ ἴδιο καὶ στὰ πηγαίνω-πηγαίνεις-πηγαίνουμε, ὅπου ὁ τόνος μένει σταθερὰ στὴν συλλαβὴ -γαί-, ἔστω καὶ ἂν στὸ πηγαίνουμε προστέθηκε μιὰ συλλαβή, ἐνῶ ἂν ποῦμε πήγαἱνα-πήγαινες-πήγαινε, βλέπουμε ὅτι ὑπάρχει μιὰ μετακίνηση κατὰ μίαν συλλαβὴ πρὸς τὴν νέα προπαραλήγουσα. Ὕστερα ὅμως ἔχουμε πάλι μετακίνηση τοῦ τόνου στὰ πηγαίναμε-πηγαίνατε καὶ ξανὰ ἐπιστροφὴ στὸ πήγαιναν.

§ 165. Εἶναι φανερὸ ὅτι καὶ ἐδῶ, ἀκόμα λειτουργεῖ ὁ νόμος τῆς τρισυλλαβίας (βλ. § 126 δ), συνεχίζεται δηλ. ἡ παράδοση ποὺ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν αἰσθητὰ τὰ μακρὰ καὶ βραχέα φωνήεντα, ὁπότε ἡ προπαραλήγουσα τονιζόταν ὅταν ἡ λήγουσα ἦταν βραχεία, δὲν τονιζόταν ὅμως ὅταν ἡταν μακρά: ὁ ἄνθρω-πος - τοῦ ἀνθρὼ-που εἶχε στὴν πρώτη περίπτωση τὴν λήγουσα βραχεία, ἐνῶ στὴν δεύτερη ἡ λήγουσα αὐτὴ γινόταν μακρά. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ πηγαίν-ω-εις-ει-ουν, ὅπου τὰ -ω-εις-ει-ουν εἶναι μακρά, ἐνῶ στὰ πηγαίνου-με, -ετε μὲ τὴν προσθήκη μιᾶς βραχείας συλλαβῆς ὁ τόνος βρίσκεται στὴν προπαραλήγουσα χωρὶς νὰ μετακινῆται. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ πήγαινα-ες-ε, ὅπου τονίζεται ἡ προπαραλήγουσα, ἐπειδὴ ἡ λήγουσα ἦταν κάποτε βραχεία, μετακινεῖται ὅμως ὁ τόνος στὴν νέα προπαραλήγουσα, ἐπειδὴ προστέθηκε μιὰ νέα συλλαβή, ποὺ καὶ αὐτὴ ἄλλοτε ἦταν κάποτε βραχεία: πηγαὶ-ναμε-ατε. Στὸ πήγαιναν διαπιστώνουμε ὅτι ὁ τόνος ξαναπήδησε αὐτόματα πρὸς τὰ πίσω, ἐπειδὴ ἔλειψε ἡ πρόσθετη λήγουσα-συλλαβὴ καὶ ἡ παλιὰ λήγουσα ἦταν ἐπίσης βραχεία (ἐβαίνομεν-ἐβαίνετε-ἔβαινον): πήγαιναν. Ἐπίσης βλέπω-ἔβλεπα, βλέπαμε-ἔβλεπαν κτλ.

§ 166. Σὲ ἄλλους τύπους λέξεων ἔχουμε ἢ δὲν ἔχουμε ἄλλου εἴδους μετακινήσεις τοῦ τόνου: ἡ γυναίκα-τῆς γυναίκας, οἱ γυναῖκες-τὶς γυναῖκες, τὸ δέντρο-τοῦ δέντρου, τὰ δέντρα-τῶν δέντρων, δὲν ἔχουμε μετακίνηση· ἔχουμε ὅμως τὸν τύπο τῶν γυναικῶν (βλ. § 336 β), ὅπως καὶ στὸ πρόσωπο-τοῦ προσώπου, τὰ πρόσωπα-τῶν προσώπων, τὸ λάδι-τοῦ λαδιοῦ, κτλ., ὅπου ὁ τόνος μετακινεῖται.

§ 167. Ἡ συλλαβὴ στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ τόνος στὰ ἀρχαῖα καὶ στὰ νέα ἑλληνικὰ μπορεῖ νὰ εἶναι: ἡ μία τῶν μονοσύλλαβων λέξεων, μιὰ ἀπὸ τὶς δύο στὶς δισύλλαβες λέξεις, μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς στὶς τρισύλλαβες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς τρεῖς τελευταῖες στὶς πολυσύλλαβες λέξεις. Ὁ τόνος στὶς μονοσύλλαβες λέξεις καὶ στὴν τονισμένη συλλαβὴ τῶν δισύλλαβων λέξεων μπορεῖ νὰ εἶναι ἢ ὀξείαπερισπωμένη. Ὁ τόνος στὶς τρισύλλαβες καὶ πολυσύλλαβες λέξεις εἶναι: ὀξείαπερισπωμένη στὴν λήγουσα καὶ παραλήγουσα, μόνο ὀξεία ὅμως στὴν προπαραλήγουσα (§ 174 γ).

§ 168. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι: α) ὅταν ὁ τόνος πέφτη στὴν λήγουσα τῶν μονοσύλλαβων, δισύλλαβων καὶ ὑπερδισύλλαβων λέξεων, μπορεῖ νὰ εἶναι ὀξείαπερισπωμένη, καὶ τότε ἡ λέξη καὶ ἡ συλλαβὴ λέγεται ἀντίστοιχα ὀξύτονηπερισπώμενη· β) ὅτι ὅταν πέφτη στὴν παραλήγουσα τῶν δισύλλαβων ἢ ὑπερδισύλλαβων λέξεων, ἡ λέξη λέγεται παροξύτονηπροπερισπώμενη, ἂν ὁ τόνος εἶναι ὀξεία ἢ περισπωμένη, καὶ γ) ὅταν πέφτη στὴν προπαραλήγουσα τῶν τρισύλλαβων καὶ πολυσύλλαβων λέξεων, τότε εἶναι μόνο ὀξεία καὶ ἡ λέξη καὶ ἡ συλλαβὴ λέγεται προπαροξύτονη.

Σημ. Βαρύτονες χαρακτηριζουμε ἀόριστα καὶ τις λλ. ποὺ τονίζονται στὴν παραλήγουσα καὶ προπαραλήγουσα.

§ 169.βαρὺς τόνος, δηλ. ἡ βαρεία, ὡς τονικὸ σημάδι, τοποθετεῖται μόνο στὴν λήγουσα καὶ ἀντικαθιστᾶ ἐκεῖ τὴν ὀξεία, στὶς περιπτώσεις ποὺ ἡ ὀξύτονη λήγουσα δὲν βρίσκεται μπροστὰ σὲ παύση, δηλ. σὲ τελεία, ἄνω τελεία, δύο τελείες (:), κόμμα, ἐρωτηματικὸ καὶ θαυμαστικό (βλ. § 179). Στὴν παραλήγουσα καὶ προπαραλήγουσα δὲν μπαίνει ποτὲ βαρεία. Σημειώνουμε ὅμως ὅτι στὸ χειρόγραφο γράψιμο δὲν χρησιμοποιοῦμε πιὰ τὴν βαρεία. Αὐτὴ χρησιμοποιεῖται μόνο στὰ τυπωμένα κείμενα.

§ 170.ὀξεία, ὡς τυπογραφικὸ σημάδι, μπαίνει πάντα στὴν παραλήγουσα καὶ προπαραλήγουσα, ὅταν οἱ λέξεις εἶναι παροξύτονες ἢ προπαροξύτονες. Στὴν λήγουσα μπαίνει, α) ὅταν ἀκολουθῆ στίξη, δηλ. τελεία, ἄνω τελεία, δύο τελείες (:), κόμμα, θαυμαστικό, ἐρωτηματικό· β) ὅταν ἀκολουθῆ ἐγκλιτικὸ καὶ ἡ προηγούμενη λέξη εἶναι ὀξύτονη. Στὴν περίπτωση αὐτήν, τὸ ἐγκλιτικὸ χάνει τὸν τόνο του —εἴτε αὐτὸς εἶναι ὁξεία εἴτε περισπωμένη— καὶ μεταβάλλει σὲ ὀξεία τὸν τόνο τῆς προηγούμενης λέξης ἀπὸ βαρεία ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, σύμφωνα μὲ τὰ προηγούμενα· γ) τὸ ἐγκλιτικὸ μεταβιβάζει τὸν τόνο του εἴτε εἶναι ὀξεία εἴτε περισπωμένη στὴν λήγουσα τῆς προηγούμενης λέξης ὡς ὀξείαν, ἂν ἡ λέξη εἶναι προπαροξύτονη ἢ ἄτονη: ὁ ἄνθρωπός μου, φώναξέ το, φώναξέ τον, φώναξέ μου τον, (φέρε μου) - φέρε μού το. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ἂν ἡ λέξη εἶναι παροξύτονη ἢ προπερισπώμενη καὶ ἀκολουθήσουν δύο ἐγκλιτικά. Στὴν περίπτωση αὐτήν, ὁ τόνος τοῦ πρώτου ἐγκλιτικοῦ χάνεται, καὶ αὐτὸ μεταβάλλεται σὲ ἄτονη λήγουσα. Γι᾿ αὐτό, ὁ τόνος τοῦ δεύτερου ἐγκλιτικοῦ μετακινεῖται ὡς ὀξεία στἡν νέα ἄτονη λήγουσα (διώχνοντας τὴν περισπωμένη τῆς ἀντωνυμίας): φέρε μού το, δεῖξε μού το (§ 126 κἑ.), ἀντί: φέρε μοῦ το κτλ.

Σημ. Στὶς εὐθεῖες ἐρωτήσεις ἡ ὀξεία διατηρεῖται στὴν λήγουσα καὶ ὅταν τὸ ἐρωτηματικὸ δὲν βρίσκεται κοντὰ στὴν ἐρωτηματικὴ ἀντωνυμία ἢ τὸ ἐρωτηματικὸ ἐπίρρημα: τί θέλεις νὰ μοῦ πῆς; γιατί ζητᾶς τόσα χρήματα; Γίνεται ὅμως βαρεία στὶς πλάγιες ἐρωτήσεις: πὲς μου τὶ θέλεις· δὲν μοῦ εἶπες τὶ τὰ χρειάζεσαι τόσα χρήματα (βλ. § 721 σημ.).

§ 171. Ἐλάχιστα ἐγκλιτικὰ εἶναι δισύλλαβα καὶ τρισύλλαβα, κυρίως παρεκτεταμένες ἀντωνυμίες τόνε, τήνε, ρηματικοὶ τύποι βοηθητικῶν ρημάτων εἶμαι, ἔχω σὲ ἰδιωματικὸν ἢ γραπτὸ (ποιητικὸ) λόγο, κυρίως σὲ συνεκφώνηση φωνηέντων: φώναξέ τονε, φέρε μού τονε, καλάειμαστε, αὑτόῃταν, μικρόειναι τὸ καϋμένο, «τὴ θλίψη μας σὰν νὰ εἶχε μελετήσει», κ.ἄ. Ἔγκλιση τόνου σημειώνεται ἐπίσης καὶ στὴν κράση ἢ τὴν άφαίρεση ἀρχικῶν φωνηέντων (αὔξησης κ.ἄ.) σὲ διάφορες περιπτώσεις: τοῦ εἶπα > τοὔπατοῦ ᾿πα, τὰ εἴπαμε > τἄπαμετά ᾽παμε, μοῦ ἔφερε > μοὔφερεμοῦ ᾽φερε.

§ 172.περισπωμένη, ὡς τονικὸ σημάδι, μπαίνει μόνο στὴν μακρὰ λήγουσα καὶ παραλήγουσα μονοσύλλαβων, δισύλλαβων καὶ ὑπερδισύλλαβων λέξεων (§ 152).

Ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε (§ 12), ἡ περισπωμένη λεγόταν καὶ ὀξυβαρεία, χρειαζόταν δηλ. περισσότερον χρόνο γιὰ νὰ χρωματίση ἀνάλογα τὸ φωνῆεν, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀναγκαστικὰ μακρό, τὸν καιρὸ ποὺ οἱ Ἕλληνες ἦταν σὲ θέση νὰ προφέρουν καὶ νὰ διακρίνουν τὰ μακρὰ καὶ τὰ βραχέα φωνήεντα. Ἦταν φυσικό, λοιπόν, ἡ περισπωμένη νὰ μπαίνη πάνω σὲ μακρὸ φωνῆεν ἢ δίφθογγον. Ειπαμε ἐπίσης (§ 10) ὅτι μακρὰ φωνήεντα ἦταν τὰ η καὶ ω —ποτὲ τὰ ε καὶ ο— καὶ μερικὲς φορὲς τὰ δίχρονα α, ι, υ. ᾽Απὸ τὶς διφθόγγους, οἱ ου, υι, ει ἦταν πάντοτε μακρές, ἐνῶ οἱ αι καὶ οι ἦταν μακρὲς μόνον ὅταν ἦταν κλειστές, δηλ. βρίσκονταν στὸ μέσο τῶν λέξεων ἢ στὸ τέλος μὲ ἀκόλουθο σύμφωνο (π.χ. -αις, -οις: ταύταις, τούτοις), ὅταν ὅμως ἧταν ἀνοιχτὲς (-αι, -οι), δηλ. στὸ τέλος τῶν λέξεων χωρὶς ἀκόλουθο σύμφωνο, τότε λογαριάζονταν βραχεῖες (αὖται-οὗτοι). Πρέπει ὅμως ἐπίσης νὰ σημειώσουμε ὅτι, ὅταν οἱ γραμματικοὶ πρότειναν τὴν χρήση τῶν τόνων, εἶχε πιὰ ἀρχίσει νὰ κλονίζεται ἡ προσωδία, δηλ. ἡ διάκριση τῶν μακρῶν καὶ βραχέων φωνηέντων.

§ 173. Ἔτσι, ἡ περισπωμένη μποροῦσε νὰ τοποθετηθῆ: α) σὲ μιὰν μακρὰ λήγουσα, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνη ὅτι κάθε μακρὰ λήγουσα ἔπαιρνε περισπωμένην: ἀλλιῶς, καταγῆς, καταλεπτῶς, μονομιᾶς, καλεῖς, κλαῖς, ἀλλὰ καλή, καλούς· β) σὲ μιὰν μακρὰ παραλήγουσα, μόνο ὅμως ἂν ἡ λήγουσα τῆς λέξης ἦταν βραχεία: ἐκεῖνος, παῖξε, ζῆσε, εἶδε. Καὶ αὐτὸ μὲ τὴν σειρὰ του σημαίνει ὅτι ἂν ἡ λήγουσα ἦταν μακρὰ καὶ ὁ τόνος ἔπεφτε στὴν μακρὰ παραλήγουσα, αὐτὸς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὀξεία: ὁ Ζήσης, ὁ κομήτης, τοῦ Φώτη. Εἶναι βέβαια αὐτονόητο ὅτι ἂν ἡ παραλήγουσα ἧταν βραχεία, ὁ τόνος της θὰ ἧταν ὁπωσδήποτε ὀξεία: κόρη, ξέρω, ἡ Μάρω. ᾽Επαναλαμβάνουμε ὅτι καὶ ἡ προπαραλήγουσα ἔπαιρνε τόνον, καὶ αὐτὸς ἦταν πάντοτε ὀξεία, μἐ τὴν προϋπόθεση ὅτι ἡ λήγουσα ἡταν βραχεία: Ξάνθιππος, ἄνθρωπος, ἔμπορος. Ἂν ἡ λήγουσα ἦταν ἢ γινόταν μακρά, τότε τονιζόταν ἡ παραλήγουσα: ἐργάτης, Ξανθίππου, ἀνθρώπου, έμπόρου.

§ 174. Κανόνες τοῦ τονισμοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς τῆς βραχείας ἢ μακρᾶς λήγουσας διαφωτίζει τοὺς κανόνες τοῦ τονισμοῦ, τοὺς ὁποίους μποροῦμε νὰ συνοψίσουμε ὡς ἐξῆς:

α) Κάθε βραχεία συλλαβὴ παίρνει μόνο ὁξείαν, ὄταν τονίζεται: δέν, καλός, μόνος, ὑποφέρω, ἐμπόδιο.

β) Κάθε μακρὰ συλλαβή, λήγουσα ἢ παραλήγουσα, μπορεῖ νὰ πάρη ὀξείαν ἢ περισπωμένη : 1. Στὴν λήγουσα, οἱ ἀσυναίρετες μακρὲς συλλαβὲς παίρνουν ὁξεία, (νικητής), οἱ συνηρημένες (ρηματικὲς) περισπωμένη (τιμᾶς < τιμάεις). 2. Στὴν παραλήγουσα ἡ μακρὰ συλλαβὴ παίρνει περισπωμένη, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι βραχεία: παῖξε, καὶ παίρνει ὀξεία, ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρά: προχώρα (προχώραε), φήμη. 3. Ἡ παραλήγουσα παίρνει ἐπίσης ὀξεία καὶ ὅταν τὸ φωνῆεν εἶναι δίχρονο (α, ι, υ), ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ φωνῆεν τῆς λήγουσας, ἐπειδὴ στὰ ΝΕ τὸ δίχρονο λογαριάζεται συχνὰ βραχὺ (μαζὶ μὲ τὰ ε, ο· βλ. § 149, 177).

γ) Κάθε προπαραλήγουσα, βραχεία ἢ μακρά, παίρνει μόνο ὀξείαν, ὅταν τονίζεται: ἀγώνισμα, ἐμπόδιο.

Σημ. 1. Γιὰ τὰ ἐπίθετα ποὺ τονίζονται στὴν προπαραλήγουσα ὅταν ἡ λήγουσα εἶναι μακρὰ (ὁ ἀπίθανος-ἡ ἀπίθανη) βλ. § 390.

Σημ. 2. Παίρνουν ὀξεία οἱ σύνδεσμοι ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε, ἐπειδὴ οἱ λέξεις εἶναι σύνθετες μὲ τὸν ἀρχαῖο ἐγκλιτικὸ σύνδεσμο τε, ὁ ὁποῖος ἀνεβάζει τὸν τόνο του στὴν προηγούμενη ἄτονη λέξη (βλ. § 170 κἑ.). Τὸ τε εἶχε τὴν σημασία τοῦ καὶ στὰ ΑΕ. Γιὰ τὸ εἴθε δὲν ξέρουμε ἀκριβῶς τὴν ἐτυμολογία τοῦ -θε.

Σημ. 3. Μία ὀξεία τοποθετεῖται ψηλὰ καὶ δεξιὰ στὸν ἀριθμὸ ποὺ δηλώνει τὰ πρῶτα λεπτὰ (π.χ. 8.15ʹ), καὶ δύο σ᾿ αὐτὸν ποὺ δηλώνει τὰ δευτερόλεπτα (8.15ʹ καὶ 12ʹʹ). Τέτοια πλάγια καὶ ὑπερυψωμένη ὀξεία τοποθετεῖται ἐπίσης (συνήθως) καὶ κοντὰ στὴν ἀρίθμηση μὲ γράμματα (αʹ, βʹ, γʹ, κτλ.) (βλ. καὶ § 219α).

Σημ. 4. Ἕνα μικρὸ ° δεξιὰ καὶ ψηλότερα (π.χ. 6°) δηλώνει τὸν βαθμὸ θερμότητας, μοιρῶν κ.ττ.

§ 175. Εἰδικοὶ τονικοὶ κανόνες. Δεχόμαστε στὸ σύνολὸ τους τοὺς ὀρθογραφικοὺς καὶ τονικοὺς κανόνες ποὺ ἐφάρμοσε ὁ Μ. Τριανταφυλλίδης στὴν Νεοελληνικὴ Γραμματικὴ (τῆς Δημοτικῆς) τοῦ 1941, μὲ βάση τὴν μακρὰ καὶ βραχεία λήγουσα, ὅπως τὴν προσδιορίσαμε προηγουμένως (§ 174 κἑ.)· καὶ μὲ τὶς ἁπλοποιήσεις ποὺ ἐφάρμοσε γιὰ τοὺς χρόνους τῶν συλλαβῶν, κυρίως ἐκείνων ποὺ ἔχουν δίχρονα φωνήεντα (βλ. § 149). Βάζουμε ὀξεία καὶ σὲ ὁρισμένα ὀξύτονα οὐσιαστικὰ καὶ κύρια ὀνόματα, ποὺ τὰ τόνιζε ἐκεῖνος μὲ περισπωμένη. Π.χ. τονίζουμε γή, νούς, πάν, πλούς, ρούς, φώς, ᾽Αθηνά, ᾽Απελλής, Ἑρμής, Θαλής, Ἡρακλής, Λουκάς, Παλαμάς, Σκουφάς, κ.τ.ὅ., ἀλλὰ τῆς γῆς, τοῦ νοῦ, κτλ. (βλ. παρακ.).

1. Τονισμὸς τῶν ὀνομάτων

§ 176. Λήγουσα.

α) Οὐσιαστικά, ἐπίθετα, ἀντωνυμίες, κτλ.: 1. Βάζουμε ὀξεία στὴν λήγουσα σὲ ὅλες τὶς βασικὲς μορφὲς τῶν λέξεων αὐτῶν: (ὁ οὐρανός), ὁ κριτής, ὁ παπάς, ἡ καλή, ἡ παλιά, ἡ χαρά, ὁ παππούς, ἡ ἀλεπού, ἡ Μαριγώ, ὁ βαρύς, ἐγώ, ἐσύ, τὸ πάν. 2. Στὴν ὀνομαστικὴ καὶ αἰτιατικὴ τῶν οὐσιαστικῶν καὶ ἐπιθέτων σὲ -οὶ -ούς: οὐρανοὶ -ούς, καλοὶ -ούς.

Τὸν ἴδιο τόνο παίρνουν καὶ οἱ λέξεις ποὺ στὴν καθαρεύουσα ἔπαιρναν περισπωμένη, ἐπειδὴ τὸ τελικὸ τους φωνῆεν ἦταν συνηρημένο ἢ θεωροῦνταν τέτοιο ἀπὸ ἀναλογία: ἡ ᾽Αθηνά, ἡ Ναυσικά, ἡ ἁπλή, ἡ γή, ἡ διπλή, ἡ φακή, ἡ χρυσή, ὁ ἁμαξάς, ὁ Θωμάς, ὁ Λουκάς, ὁ Μεταξάς, ὁ Παλαμάς, ὁ φωνακλάς, ὁ Ἑρμής, ὁ Θαλής, ὁ Θεμιστοκλής, ὁ μερακλής, ὁ Μωυσής, ὁ Περικλής (§ 175).

β) Παίρνουν περισπωμένη στὴν λήγουσα τοῦ πληθυντικοῦ, οἱ τύποι σὲ -εῖς: ἐμεῖς, σεῖς, τρεῖς, ἀκριβεῖς, κουρεῖς, συγγραφεῖς, συγγενεῖς, ταχεῖς, κτλ.

γ) Οἱ πληθυντικοὶ τῶν οὐδετέρων σὲ -ῆ: τὰ ἀκριβῆ, ἀσφαλῆ, ἀφελῆ, ὑγιῆ.

δ) Οἱ γενικὲς τοῦ ἑνικοῦ καὶ τοῦ πληθυντικοῦ σὲ -ᾶς, -ῆς, -οῦ, -οῦς, -ῶς, -ῆ, -ᾶ, -ῶν: τῆς γιαγιᾶς, μαμᾶς, κακῆς, καλῆς, κακοῦ, καλοῦ, ἀλεποῦς, μυλωνοῦς, τοῦ άκριβοῦς, τοῦ ἀσφαλοῦς, τῆς ἀσφαλοῦς, τῆς ἀφελοῦς, τοῦ πονηροῦ, τῆς πονηρῆς, τῆς Ἡρῶς, τῆς Μαριγῶς, τοῦ Θωμᾶ, τοῦ πραματευτῆ, τοῦ ψωμᾶ, τῶν καλῶν, κακῶν, τριῶν, κεριῶν.

ε) Οἱ γενικὲς καὶ δοτικο-γενικὲς ἑνικοῦ καὶ πληθ. (βλ. § 458 κἑ., 467 κἐ.) τῶν προσωπικῶν καὶ κτητικῶν ἀντωνυμιῶν: μοῦ, σοῦ, τοῦ-τῆς-τοῦ, μᾶς, σᾶς, τοῦς (= τῶν).

Σημ. Οἱ τύποι αὐτοὶ παίρνουν τόνο ὅταν εἶναι προκλιτικοὶ (μοῦ ἕδωσε, μᾶς εἶπε). Ὁ τύπος τοὺς μπορεῖ νὰ εἶναι αἰτιατική: τοὺς ἔφερα στὸ σπίτι (= αὐτοὺς) καὶ παίρνει ὁξεία. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ δοτικο-γενική: τοῦς ἔφερα ἕνα δῶρο (= σ᾿ αὐτούς), καὶ παίρνει περισπωμένη. Οἱ ἴδιοι τύποι ὡς γενικὲς κτητικὲς εἶναι πάντα ἄτονοι: ὁ πατέρας μας, σας, τους (των).

§ 177. Παραλήγουσα.

α) Οἱ καταλήξεις -α, -ας τῆς λήγουσας στὰ θηλυκὰ καὶ ἀρσενικὰ θεωροῦνται μακρές. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξασφαλίζει πάντα ὀξείαν στὴν παραλήγουσα τῶν ὁνομάτων αὐτῶν, ὁποιοδήποτε μακρὸ φωνῆεν, ἁπλὸ ἢ διψήφιο ἢ δίχρονο μακρὸ (α, ι, υ) βρίσκεται ἐκεῖ: βήχας, ἑλαιώνας, ἱδρώτας, μήνας, παρθενώνας, σωλήνας, μοίρα, πείνα, προίκα, χήνα, αὔρα, γυναἵκα, ᾽Ελευσίνα, καμήλα, μούσα, παύλα, πλατεία, σκούπα, σφήνα, σφραγίδα, χαμηλοβλεπούσα, ὀξεία, βαρεία, δασεία κτλ.

β) Εἶναι φυσικὸ ὅτι, ὅταν ἡ παραλήγουσα ἔχη βραχὺ φωνῆεν ε, ο ἢ (βραχύ) δίχρονο (α, ι, υ), παίρνει ἐπίσης ὀξεία καὶ μὲ βραχεία καὶ μὲ μακρὰ λήγουσα: τὸ θέρος, τὸ θάρρος, τὸ μέρος, τὸ μάτι, τὸ χέρι, ἡ ἀξίνη, ἡ γίδα, ἡ ἡμέρα, ἡ Κατίνα, ἡ κατσίκα, ἡ μπόρα, ἡ μπύρα.

γ) Τὸ στὸ τέλος τῶν οὐδετέρων (ἑνικοῦ-πληθυντικοῦ) εἶναι βραχύ· ὅσα οὐδέτερα ἐπομένως ἔχουν στὴν παραλήγουσα μακρὸ φωνῆεν, ἁπλὸ ἢ διψήφιο, παίρνουν περισπωμένη: τὸ αἷμα, τὸ θαῦμα, τὸ κτῆμα, τὸ πεῖσμα, τὰ ἀστεῖα, τὰ γελοῖα, τὰ δῶρα, τὰ μοιραῖα, τὰ μοῦρα, τὰ ποῦρα, τὰ σχολεῖα.

γ1) Φυσικά, εἶναι βραχὺ καὶ τὸ -ο, -ος στὴν λήγουσα τῶν οὐδετέρων: τὸ γεῖσο, τὸ δῶρο, τὸ ποῦρο, τὸ μῆκος, τὸ χεῖλος.

δ) Τὸ στὴν ὀνομαστικὴ τῶν οὐδετέρων εἶναι βραχὺ καὶ στὰ ὀξύτονα καὶ στὰ παροξύτονα, γιατὶ προερχόταν ἀπὸ ἀρχαία κατάληξη -ίον, παιδίον, ψωμίον, καὶ -ʹιον, κυδώνιον, ποτήρἱον, στὴν ὁποία τὸ ι ἦταν βραχύ. Αὐτὰ ἐξελίχθηκαν σὲ ὀξύτονους τύπους, ἰγδίον > γουδί, δαδί, κλαδί, κλειδί, παιδί, ψωμΙ καὶ σὲ παροξύτονους ραρίδι, καρύδι, κεράσι, κουλούρι, κουνούπι, κυδώνι, μαρούλι, ξυπνητήρι, πειρούνι, ποτήρι, σανίδι, σκαλιστήρι, στασίδι, κτλ., καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐξακολουθοῦν νὰ παίρνουν ὀξεία, ἔστω καὶ ὅταν ἡ νέα τους παραλήγουσα εἶναι μακρά. Αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ κλίση τους ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὅμοια μὲ ἐκείνων ποὺ διατήρησαν τὴν κατάληξη -ο: βιβλί-ο, βιβλί-ου, βιβλί-α, βιβλί-ων, καὶ παιδί, παιδι-οῦ, παιδι-ά, παιδι-ῶν (βλ. § 342, 345).

ε) Τὰ δίχρονα α, ι, υ στὴν παραλήγουσα τῶν ὀνομάτων θεωροῦνται βραχέα: ἡ Κάσος, ἡ Πάρος, τὸ δράμα, τὸ κλάμα, τὸ πλάσμα, τὸ πρά(γ)μα, γεμάτος, ὁ πάτος, τὸ Κιάτο, τὸ πιάτο, τὸ κλἵμα, τὸ κρίμα, κινίνο, κρίνο, ὁ μίτος, τὸ μίσος, τὸ σίγμα, τὸ στίγμα, φεγγίτες, Μεσολογγίτες, ὁ γύρος, τὸ θύμα, ὁ μύθος, ὁ μύλος, τὸ μύρο, ὁ κύρος, τὸ κύρος, ὁ σκύλος, ὁ στύλος.

Σημ. Προπαραλήγουσα εἶναι ἡ τρίτη συλλαβὴ πρὶν ἀπὸ τὴν λήγουσα, καὶ ἀντιπροπαραλήγουσα ἡ τέταρτη (βλ. § 148 β).

2. Τονισμὸς τῶν ρημάτων

§ 178. α) Ἡ τονισμένη λήγουσα τῶν ρημάτων -ω -ας -α -ουν, -ω -εις -ει -ουν προέρχεται ἀπὸ ἀρχαία συναίρεση σὲ -αω καὶ -εω (§ 490 γ) καὶ παίρνει περισπωμένη: ἀγαπῶ-ᾶς-ᾶ-οῦν (< ἀγαπά-ω), καλῶ-εῖς-εῖ-οῦν (< καλέ-ω). Τὰ ρήματα αὐτὰ ὀνομάζονται συνηρημέναπερισπώμενα.

β) Μερικὰ βαρύτονα ρήματα (§ 553 δ), ποὺ ἔχουν φωνῆεν ἁπλὸ ἢ διψήφιο πρὶν ἀπὸ τὴν κατάληξη , ὅπως τὰ ἀκούω, καίω, κλαίω, φταίω, συναιροῦν μερικοὺς τύπους τοῦ ἐνεστώτα, ἰδιαίτερα στὸν προφορικὸ λόγο, καὶ παίρνουν περισπωμένη: ἀκούεις-ἀκοῦς, ἀκούουν-ἀκοῦν, καῖς-καῖν, κλαῖς-κλαῖν, φταῖς-φταῖν.

γ) Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ μερικὰ ποὺ πρὶν ἀπὸ τὴν κατάληξη ἔχουν γ, τὸ ὁποῖο ἀποσιωπᾶται στὸν προφορικὸ λόγο, ὅπως τὰ λέγω-λέω καὶ τρώγω-τρώω (§ 238 α, 247 δ). Καὶ αὐτὰ συναιροῦν τὸ βʹ ἑνικὸ πρόσωπο (λές, τρῶς) καὶ τὸ γʹ πληθ. (λέν, τρῶν), τὰ λὲς καὶ λὲν ὅμως παίρνουν ὀξεία, γιατὶ τὸ ε εἶναι βραχύ, ἐνῶ τὸ τρῶς-τρῶν παίρνει περισπωμένη, γιατὶ τὸ ω εἶναι μακρό.

δ) Ἡ τονισμένη παραλήγουσα τῶν ρημάτων σὲ -ᾶμαι-οῦμαι εἶναι ἐπίσης συνηρημένη καὶ μακρὰ καὶ παίρνει περισπωμένη, ἐπειδὴ ἡ λήγουσα εἶναι βραχεία (§ 172 κἑ.): κοιμοῦμαι-κοιμᾶμαι, κοιμᾶσαι, κοιμᾶται, κοιμᾶστε, κοιμοῦνται, θυμοῦμαι καὶ θυμᾶμαι, θυμᾶσαι, θυμᾶται, θυμᾶστε, θυμοῦνται, προσκαλοῦμαι, -εῖσαι, -εῖται, προσκαλεῖστε, -οῦνται, θεωροῦμαι, -εῖσαι, -εῖται, θεωρεῖστε, -οῦνται.

ε) Ἐπίσης συνηρημένο καὶ μακρὸ εἶναι καὶ τὸ ἄτονο στὴν προστακτικὴ τοῦ ἐνεστώτα, καὶ γι᾿ αὐτὸ ἡ τονισμένη παραλήγουσα παίρνει πάντοτε ὀξεία καὶ ὅταν εἶναι μακρὰ καὶ ὅταν εἶναι βραχεία: βοήθα, ρούτα, ζήτα, κοίτα, κούνα, πούλα, ρούφα, ρώτα, συχώρα, τραγούδα, φεύγα, χρώστα, κτλ., καὶ (μὲ τὴν παραλήγουσα βραχεία) ἀγάπα, γέλα, γύρνα, μίλα, ξεκίνα, ξεπρορόδα, φίλα, φύσα, χάλα.

ϛ) Τὸ ἄτονο στὴν λήγουσα τοῦ παρατατικοῦ καὶ ἀορίστου τῆς ὁριστικῆς εἶναι βραχύ· ἔτσι ἂν ἡ παραλήγουσα εἶναι μακρὰ καὶ τονίζεται, παίρνει περισπωμένη: κοιτοῦσα (-οῦσες, -οῦσε), -οῦσαν, γελοῦσα (-οῦσες, -οῦσε), -οῦσαν, εἷδα (εἶδες, εἷδε), εἷδαν, εἷπα (εἷπες, εἷπε), εἷπαν.

ζ) Τὸ α τῆς παραλήγουσας, στοὺς ἄλλους ρηματικοὺς τύπους, εἶναι βραχὺ (ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως), καὶ γι᾿ αὐτὸ παίρνει ὁξεία: βάλε, βγάλε, βράσε, κάψε, κλάψε, μπάσε, πάψε, πιάσε, σπάσε, τάξε, ψάξε.

η) Τὰ ι, υ στὴν παραλήγουσα καὶ τῶν ρηματικῶν τύπων εἶναι βραχέα: κλίνε, κρίνε, κρύβε, στρίβε, τρίβε, τρίξε (του τὰ δόντια), λύσε, σκάρε.

Σημ. 1. Οἱ τύποι ψάξ ᾽τε, κάψ ᾽τε, ἀνεβάσ ᾽τε, κτλ. προέρχονται ἀπὸ συγκοπὴ ἀκέραιων προπαροξύτονων τύπων (§ 84) άνεβάσετε, κάψετε, ψάξετε καὶ παίρνουν ὀξεία.

Σημ. 2. Στὴν μικρογράμματη γραφὴ τὰ πνεύματα καὶ οἱ τόνοι σημειώνονται ἐπάνω στὰ γράμματα· τὰ πνεύματα στὸ ἀρχικὸ φωνῆεν, οἱ τόνοι στὸ τονούμενο φωνῆεν. Στὸ ἀρχικὸ κεφαλαῖο γράμμα τὸ πνεῦμα ἢ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ τόνος τοποθετεῖται κάπως ψηλά, ἀριστερά του: Ὅμηρος. Στὰ σύνθετα (διψήφια) φωνήεντα τὸ πνεῦμα (καὶ ὁ τόνος) σημειώνονται ἐπάνω στὸ δεύτερο φωνῆεν: οὑρανός, εἶδα, υἱοθετῶ. Σὲ λέξεις γραμμένες μόνο μὲ κεφαλαῖα δὲν σημειώνεται οὔτε τόνος οὔτε πνεῦμα: ΟΜΗΡΟΣ (κακῶς, ἐπειδὴ συχνά, —π.χ. ὀνόματα—, δὲν ξέρουμε ποῦ θὰ τονίσουμε μιὰν λέξη).

3. Ἡ βαρεία

§ 179. Είπαμε ἤδη (§ 169) ὅτι ἡ βαρεία δὲν γράφεται ἀπὸ κανέναν στὸ χειρόγραφο γράψιμο καὶ δὲν ὑπάρχει πιὰ οὔτε στὶς γραφομηχανές, εἶναι ὅμως ἀκόμα ἕνα τυπογραφικὸ σημάδι ποὺ τοποθετεῖται μόνο στὴν λήγουσα τῶν λέξεων στὰ ΑΕ κείμενα καὶ σὲ λίγα ΝΕ, σύμφωνα μὲ τοὺς ἑξῆς κανόνες:

α) Ἡ βαρεία σημειώνεται μόνο στὴν λήγουσα καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀντικαταστήση τὴν όξεία· κανονικὰ στὶς ὁξύτονες λέξεις ποὺ ἀκολουθοῦνται ἀπὸ ἄλλες σὲ συνεχόμενον λόγο, χωρὶς νὰ μεσολαβήσουν σημεῖα στίξης: «ὁ καλὸς γείτονας ποὺ ἦρθε νὰ μὲ δῆ...», «ἐσὺ δὲν θὰ μπορέσης ποτὲ νὰ προκόψης».

β) Ὅταν μετὰ τὴν ὁξύτονη λέξη ἀκολουθῆ στίξη, δηλ. κόμμα, ἄνω τελεία, τελεία, δύο τελεῖες (:), ἐρωτηματικό, θαυμαστικό, τότε ἡ βαρεία σημειώνεται ὡς ὀξεία: Παιδιά, ἐτοιμαστῆτε. Θὰ ξεκινήσουμε πολὺ πρωί, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν κορυφή, πρὶν βγῆ ὁ ἥλιος. Δὲν μοῦ λές, θέλεις ν᾽ ἀνεβῆς κι ἐσύ; ᾽Εμπρός, περάσ᾽ τε. Τὶ φοβερό!

γ) Ὅταν μετὰ τὴν ὀξύτονη λέξη ἀκολουθῆ ἐγκλιτικό, τότε ἡ βαρεία τῆς λήγουσας γίνεται ὀξεία· ἀντί νὰ γράψουμε δηλ. «ὁ γιὸς μου πῆρε τὸ ἐνδεικτικὸ του μὲ καλὸν βαθμό», θὰ γράψουμε: «ὁ γιός μου πῆρε τὸ ἐνδεικτικό του μὲ καλὸν βαθμό».

δ) Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ὅταν ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ ἀνεβαίνη στὴν λήγουσα προπαροξύτονης λέξης ἢ μετακινῆται ἀπὸ ἄλλο ἐγκλιτικὸ καὶ σημειώνεται ὡς ὀξεία: Ὁ γείτονάς μας εἶναι καλὸς ἄνθρωπος. Φώναξέ με. Φέρε μού το. Δεῖξε τού το.

Σημ. Πρέπει νὰ προσέξουμε ὅτι ὁ τόνος τῶν ἐγκλιτικῶν μοῦ, σοῦ, τοῦ, κτλ. εἶναι περισπωμένη, στὴν ἔγκλιση τοῦ τόνου ὅμως μετακινεῖται ὡς ὁξεία (§ 170).

ε) Ἡ παρένθεση, τὰ εἰσαγωγικά, οἱ παῦλες, καὶ ἡ συνέχεια (-) (ἑνωτικὸ) δὲν ἀποτελοῦν λόγο νὰ βάζουμε ὀξείαν στὴν ὀξύτονη λέξη ποὺ βρίσκεται πρὶν ἀπὸ αὐτές, ἐκτὸς ἂν μετὰ τὸ κλείσιμο τῆς παρένθεσης ἀκολουθῆ στίξη: «πολλοὶ μαθητὲς (τοῦ Δημοτικοῦ καὶ τοῦ Γυμνασίου) καὶ οἱ γονεῖς τους»· ἀλλά: «ἀπὸ τὸ ἐποπτικὸ προσωπικό (Γυμνασιάρχες, Λυκειάρχες), οἱ πρῶτοι διευθύνουν μόνο τὸ Γυμνάσιο».

ϛ) Οἱ ὀξύτονες ἐρωτηματικὲς ἀντωνυμίες, ποιὸς-ὰ-ό, τί, παίρνουν ὀξεία, ὅταν εἰσάγουν ἐρώτηση, καὶ βαρεία, ὅταν εἰσάγουν πλάγια ἐρώτηση, καὶ λειτουργοῦν ὡς αἰτιολογικοὶ σύνδεσμοι (βλ. §§ 680, 721 σημ.).

ζ) Τὰ ἀναφορικὰ ἐπιρρήματα-σύνδεσμοι πού, πὼς (= ὅτι) καὶ ὁ σύνδεσμος γιατὶ (= διότι), παίρνουν βαρεία: ἐσὺ ποὺ τὰ ξέρεις ὅλα. Μοῦ εἶπες πὼς τὸν εἶδες. Μὲ κοίταξε μὲ δυσπιστία, γιατὶ μὲ ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορά. Ὅταν ὅμως εἶναι ἐρωτηματικά, τὰ ποῦ καὶ πῶς παίρνουν περισπωμένη, καὶ τὸ γιατί (ἐπίρρ. = διὰ τί;) καὶ τὸ τί ὀξεία: ποῦ τὄμαθες; πῶς σοῦ μίλησε; γιατί ρωτᾶς; τί θέλεις;

Σημ. Στὶς πλάγιες ἐρωτήσεις (§ 721 σημ.) τὸ γιατὶ καὶ τὸ τὶ παίρνουν βαρεία: μάθε πρῶτα γιατὶ σὲ ζητᾶ· ρώτησε τὶ σὲ θέλει. Τὸ ποῦ καὶ πῶς διατηροῦν τὴν περισπωμένη: δὲν ἤξερα ποῦ νὰ πάω· δὲν κατάλαβα πῶς ῆρθε μπροστὰ μου. Τὸ γιατὶ παίρνει βαρεία καὶ ὅταν ἀκολουθῆ παρενθετικὴ πρόταση (ποὺ χωρίζεται μὲ κόμμα): «Δὲν ῆρθε τότε γιατὶ, ὅπως μοῦ ἐξήγησε ἀργότερα, ἔπρεπε νὰ φύγη ἀμέσως».

η) Τὸ δεικτικὸ ἐπίρρημα νά: νά, πάρτο· νά, φίλος, δημιουργεῖ μιὰν μικρὴ παύση καὶ πρέπει νὰ παίρνη κόμμα ἀμέσως ὕστερα —καὶ ὀξεία. Τὸ ἐπίρρημα-πρόθεση γιά, ἂν καὶ προτρεπτικό, δὲν φαίνεται νὰ τὸ χρειάζεται, ἴσως ἐπειδὴ ἀκολουθεῖται πάντα ἀπὸ ρῆμα, κοντὰ στὸ ὁποῖο, πάντως ὁ τόνος του εἶναι αἰσθητὸς (ὀξύς): γιὰ δὲς τον· γιὰ τόλμησε (§ 636 θ, 675).

Σημ. Εἷναι αὐτονόητο ὃτι, ὣς τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ μονοτονικοῦ, ὅλες οἱ ἐκδόσεις ἐφάρμοζαν αὐτοὺς τοὺς τονικοὺς κανόνες.

Δασυνόμενες λέξεις

Α

ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, Ἅδης, ἁδρός, αἷμα, Αἷμος, αἵρεση, ἁλάτι, Ἁλιάκμονας, ἁλιεία, Ἁλικαρνασσός, ἁλίπαστο, ἅλμα, Ἁλόννησος, ἁλυκή, ἁλυσίδα, ἁλώνι, ἅλωση, ἅμα, ἁμάξι, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἁπαλός, ἁπλός, ἅρμα (= τὸ ὄχημα, ἐνῶ ἄρμα = τὸ ὅπλο), ἅρμη, ἁρμόζω, ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίδα, ἁψίθυμος, ἁψίκορος, ἁψύς.

Ε

ἑαυτός, ἕβδομος, Ἑβραῖος, Ἕβρος, ἑδώλιο, ἕδρα, εἵλωτας, εἱρμός, Ἑκάβη, Ἕκτορας, Ἑλένη, ἕλικας, Ἑλικώνας, ἕλκος, ἑλκύω, Ἕλλη, Ἕλληνας, Ἑλλάδα, ἕλος, ἑνώνω, ἑξῆς, ἕρμαιο, ἑρμηνέυω, Ἑρμῆς, Ἑρμιόνη, ἑρπετό, ἕρπω, ἑσπερινός, ἑστία, ἑστιατόριο, ἑταιρεία, ἕτοιμος, εὑρετήριο.

Η

ἥβη, ἡγεμόνας, ἡγούμενος, ἡδονή, ἡλικία, ἥλιος, ἡμέρα, ἥμερος, ἥμισυ, ἡνίοχος, ἥπατα, Ἥρα, Ἡρακλῆς, Ἡρόδοτος, ἥρωας, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἥττα, Ἥφαιστος.

Ι

ἱδρύω, ἱδρώτας, ἱερός, Ἱερουσαλήμ, ἱκανός, ἱκετεύω, ἱλαρός, ἱμάτιο, ἵππος, Ἱπποκράτης, ἱστορία, ἱστός.

Ο

ὁδηγός, ὁδός, ὅλμος, ὁλόκληρος, ὅλος, ὁμάδα, ὁμαλός, ὅμηρος, Ὅμηρος, ὁμιλία, ὅμιλος, ὁμίχλη, ὁμοῦ, ὅμοιος, ὅμως, ὁπλή, ὅπλο, ὅποιος, ὁποῖος, ὅποτε, ὅπου, ὅπως, ὅραση, ὁρίζω, ὅριο, ὅρκος, ὅρμος, ὅρμῶ, ὅρος (ὁ), ὅσιος, ὅσος, ὅταν, ὅτι, ὅ,τι.

Υ

[ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ υ μὲ πνεῦμα], υἱός.

Ω

ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος, ὡς, ὥς.

Ἐπίσης δασύνονται ὅλα τὰ παράγωγα αὐτῶν τῶν λέξεων, π.χ. ἁπλὸς → ἁπλούστερος, ἁπλούστατος, ἁπλώνω, ἁπλωσιά, ἁπλώστρα, ἁπλωτός, ἁπλοποίηση, ἁπλοποιῶ, ἁπλότης, ἅπλα, ἅπλωμα, ἁπλούστευση, ἁπλουστεύω, ἁπλοϊκός, ἁπλοϊκότης, ἁπλοχέρης, ἁπλόχωρος, κ.λπ. Ἀλλὰ ὄχι ἀπληστία (ἀπὸ τὸ στερητικὸ ἀ + πίμπλημι), ἄπλοια (ἀπὸ τὸ στερητικὸ ἀ + πλοῦς) ἀπλυσιὰ (ἀπὸ τὸ στερητικὸ ἀ + πλένομαι).

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση