Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Ὁ τονισμὸς σὲ δέκα ἁπλὰ μαθήματα

Περιεχόμενα

Μάθημα 5: Ὁ κανόνας τῶν τριῶν συλλαβῶν

Ὑπάρχει ἕνας ἀπαραβίαστος κανόνας τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας: μόνο οἱ τρεῖς τελευταῖες συλλαβὲς μίας λέξης μποροῦν νὰ τονισθοῦν. Αὐτὸς ὁ κανόνας εἶναι τόσο βαθειὰ ριζωμένος μέσα μας ποὺ ἂν δοκιμάσουμε νὰ τονίσουμε μία λέξη πάνω ἀπὸ τὴν προπαραλήγουσα δὲν θὰ τὰ καταφέρουμε. Δοκιμᾶστε νὰ πεῖτε «ἄκαταλληλος» ἢ «ἀκάταλληλος», θὰ δεῖτε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συλλαβὴ ποὺ φέρει τόνο, ἄθελά σας θὰ τονίσετε καὶ τὴν προπαραλήγουσα καὶ θὰ ἀκουσθεῖ κάτι σὰν «ἄκατάλληλος».

Ἡ περισπωμένη (ἢ ὀξυβαρεία) ὅταν ἐφευρέθηκε σήμαινε ὅτι πάνω στὴν ἴδια συλλαβὴ ἔχουμε καὶ ὀξεία καὶ βαρεία. Γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ ἡ συλλαβὴ ἔπρεπε νὰ ἔχει διπλὸ μῆκος, δηλαδὴ νὰ μετράει γιὰ δύο.

Ἂν ὅμως βάλουμε περισπωμένη στὴν προπαραλήγουσα σημαίνει ὅτι ἡ συλλαβὴ αὐτὴ μετράει γιὰ δύο καὶ ἄρα ἡ ὀξεία τῆς ὀξυβαρείας οὐσιαστικὰ μπαίνει στὴν τέταρτη συλλαβὴ ἀπὸ τὸ τέλος (ἂν ὄχι πέμπτη ἢ ἕκτη ἀνάλογα μὲ τὸ ἂν ἡ παραλήγουσα καὶ ἡ λήγουσα μετρᾶνε κι αὐτὲς γιὰ δύο). Αὐτὸ ὅμως δὲν γίνεται καὶ ἄρα ἡ προπαραλήγουσα μπορεῖ νὰ πάρει μόνο ὀξεία.

Ἂς περάσουμε τώρα στὰ ἐγκλιτικά. Πρόκειται γιὰ λέξεις ποὺ οὐσιαστικὰ τὶς κολλᾶμε (φωνητικὰ καὶ νοηματικὰ) στὴ λέξη ποὺ προηγεῖται: «ὁ δικός μου» προφέρεται σὰν «ὁ δικόσμου» (καὶ μάλιστα ὁρισμένοι κατὰ καιροὺς πρότειναν νὰ γράφονται ἔτσι κολλημένα, ἢ ἔστω μὲ μιὰ παυλίτσα: «ὁ δικός-μου»).

Τί γίνεται τώρα ὅταν ἡ λέξη τονίζεται στὴν προπαραλήγουσα: «ὁ ἄνθρωπος» καὶ θέλουμε νὰ τῆς κολλήσουμε ἐγκλιτικό; Ἂν προφέρουμε «ὁ ἄνθρωποσμου» τότε εἶναι σὰν νὰ τονίζουμε τὴν τέταρτη συλλαβὴ ἀπὸ τὸ τέλος, καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται. Ἡ λύση: τονίζουμε διπλὰ τὴν λέξη, πρῶτα ἐκεῖ ποὺ τονίζεται οὕτως ἢ ἄλλως καὶ ἔπειτα στὴ λήγουσα: «ὁ ἄνθρωπός μου».

Ὁ δεύτερος τόνος εἶναι ἀναγκαστικὰ ὀξεία γιατὶ ἀπὸ φωνητικῆς πλευρᾶς εἶναι σὰν νὰ εἶναι στὴν παραλήγουσα καὶ ἡ παραλήγουσα δὲν παίρνει ποτὲ βαρεία ὅπως εἴδαμε στὸ Μάθημα 4. Ἔτσι ὅταν ἀνεβαίνει ὁ τόνος ἑνὸς ἐγκλιτικοῦ τότε γίνεται πάντα ὀξεία παρ᾿ ὅλο ποὺ εἶναι στὴ λήγουσα καὶ δὲν ἀκολουθεῖ σημεῖο στίξης: «ὁ ἀδελφός μου», «ὁ ἀδελφς μοῦ εἶπε».

Στὸ μάθημα λοιπὸν αὐτὸ ἂς συγκρατήσουμε τοὺς ἑξῆς δύο βασικοὺς κανόνες:

  • ὅταν τονίζεται ἡ προπαραλήγουσα παίρνει πάντα ὀξεία·
  • ὅταν ἀνεβαίνει ὁ τόνος ἑνὸς ἐγκλιτικοῦ γίνεται ὀξεία.

Ἀσκήσεις

Ἄσκηση 1

Διαλέξτε τὶς λέξεις μὲ τὸν σωστὸ τόνο καὶ τὸ σωστὸ πνεῦμα. Ὅταν τελειώσετε κάντε κλὶκ στὸ κουμπὶ «Τελείωσα!». Ἂν θέλετε νὰ μάθετε ποιές λέξεις διαλέξατε λάθος, κάντε κλὶκ στὸ κουμπὶ «Δεῖξε λάθη!» καὶ οἱ λανθασμένες λέξεις θὰ ἐμφανισθοῦν σὲ κόκκινο χρῶμα (δὲν λειτουργεῖ σὲ ὅλους τοὺς ἱστοπλοηγούς). Γιὰ νὰ ξαναγίνουν μαῦρες ὅλες οἱ λέξεις κάντε κλὶκ στὸ «Κρύψε λάθη!».

[Τὸ κείμενο εἶναι τοῦ Καρκαβίτσα, ἀπὸ τὰ Λόγια τῆς πλώρης.]

Ἦρθε τέλος ἡ αὐγή. ὅμως νὰ μὴν ! Εἶδες τὸ καλοκαίρι ποὺ βάνουν φωτιὰ στὶς καλαμιές, πῶς κολῶνες οἱ καπνοί; Ἔτσι κολῶνες, ἀπὸ τὴ στὸν οὐρανό. Καὶ τί οὐρανό; πυκνὸ καὶ σὰν ἀπὸ ξαντὸ κουρελιῶν, ἀπὸ τὴν τοῦ καταρτιοῦ μας. Ἡ γαλέτα, ὁ κοντραπαπαφίγγος κι ὁ παπαφίγγος μέσα του. Μοῦ φάνηκε πὼς στὸ τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ οὐρανὸς ἦταν τόσο χαμηλὰ ποὺ τὸν τὰ βόδια· πὼς οἱ καπνοὶ δὲν ἦταν παρὰ τῆς μεγάλης φωτιᾶς ποὺ τὸ φίδι γιὰ νὰ τὸν κάψει. Καὶ ἀπ᾿ ὥρα σ᾿ ὥρα τὴν γουστερίτσα νὰ φέρει τὸ νερὸ γιὰ νὰ σβήσει τὴ φωτιά· ὁ οὐρανὸς νὰ ψηλώσει γαλανός, ὁ ἥλιος νὰ διώξει τοὺς καπνούς, νὰ φανεῖ ἡ γῆ πλουτοδότρα, νὰ λάμψ᾿ ἡ καὶ τὰ στ᾿ ἀνθισμένα κλαδιὰ νὰ δοξολογοῦν τὸ Δημιουργό.
ἦταν ἡ ἐλπίδα μου! Οἱ καπνοὶ ὅλο καὶ μᾶς καὶ δὲν παρὰ καμιὰ φορὰ ἄσπρο τὸν ἀφρὸ κυμάτου, σὰν . Κατὰ τὸ μεσημέρι κάπως καὶ εἶδα μακριὰ τὸν ἴσκιο ἑνὸς μπάρκου ποὺ μὲ τὰ πανιὰ τοῦ τρίγγου καὶ τῆς . καὶ μεῖς τραβέρσο ἀπάνου στὸν καιρὸ μὲ τὰ κάτω πανιά. Μὰ ὥστε νὰ τὸ καλοϊδῶ, τὸ τὸ μπάρκο. Οἱ κολῶνες πάλι ν᾿ ἀνεβαίνουν, τὶς τουλοῦπες τους, ἄλλες χαμηλές, ἄλλες , ἄλλες συμμαζεμένες, ἄλλες φυτεμένες στὴ γραμμή, ἄλλες κλαδεμένες στὶς κορφές, ἐδῶ ἀδερφωμένες, ἐκεῖ . Καὶ ἐμεῖς ἐκεῖ μέσα θαμμένοι, , μισοπαγωμένοι καὶ , πὼς σὲ κανένα δάσος ἀπὸ κεῖνα τὰ μαγεμένα, ποὺ ἔχουν δέντρα καὶ πατουλιές, κρεβατωσιὲς καὶ καμάρες · ποὺ δὲ διαβαίνει, καὶ πουλὶ δὲ λαλεῖ, καὶ θεριὰ δὲ μονιάζουν, παρὰ βασιλεύει ἐρημιά, καὶ σκοτάδι κυβερνᾶ, κι ἡ παγωνιὰ καταλεῖ ἀργὰ κι τοὺς ποὺ ἡ τύχη στὰ μονοπάτια του!

Ἄσκηση 2

[Ἡ συνέχεια τοῦ κειμένου τοῦ Καρκαβίτσα.]

Καὶ ὅμως οὔτε τ᾿ ἀγριεμένα , οὔτε οἱ καπνοί, οὔτε ἡ παγωνιὰ ποὺ τὸ αἷμα στὶς φλέβες, μᾶς τόσο, ὅσο ἡ ποὺ εἴχαμε μέσα μας. , μωρέ, ἡ πείνα μᾶς τὰ σωθικά! Ἦρθε ὥρα ποὺ κάθε δουλειὰ καὶ ὅλοι τέτοια φωνή, ποὺ τὰ θεριὰ τῆς την. νὰ τ᾿ ἀμπάρια, νὰ τὴν πλώρη κι ἂς ἦταν ὁ μας. Ὁ καπετάνιος εἶδε τὴ στιγμὴ κι ἀπὸ τὴν του ἕνα κουτὶ γαλέτες κι ἕνα μποτιλάκι ρούμι. Γαλέτα μὲ καὶ ρούμι ζαμάικα! . ἡ νύχτα κι ἄγρια. καὶ μεῖς νὰ μετρηθοῦμε μὲ τὸ Χάρο.
᾿ ἀκούω στὴν πλώρη στριγγιὰ τὴ φωνὴ τοῦ σκοποῦ καὶ τὴν καμπάνα ποὺ διαβολεμένα. Τὴν ἴδια ὥρα ἄλλη φωνὴ κι ἄλλη καμπάνα νὰ βγαίνει ἀπ᾿ τὸ . δὲν στὴ ζωή του φωνὴ καὶ καμπάνα, φορὲς ! Ὁ τῆς δὲν ἔχει γλώσσα ἀπ᾿ αὐτή. Τὴν ἀκοῦς μιὰ στιγμὴ καὶ τὴ θυμᾶσαι ὣς ποὺ νὰ πεθάνεις. Γιατὶ πίσω ἀκολουθάει πάντα ἕνας χτύπος ποὺ θυμίζει τὸ χῶμα καὶ τὸ .

Ἄσκηση 3

[Τὸ κείμενο αὐτό, σὲ ἁπλὴ καθαρεύουσα, εἶναι τοῦ Καλιτσουνάκη.]

Τὸ τονικὸν τῶν Βυζαντινῶν (τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐτὸ περίπου μὲ τὸ σημερινὸν ἰδικόν μας) κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀντιοχείας γραμματικοῦ Θεοδοσίου περὶ τὸ 400 μ. Χρ., ὅτε εἶχεν ἤδη ἐπέλθει ἰσοχρονισμὸς ὅλων τῶν φωνηέντων. Ἀπὸ δὲ τοῦ 9ου αἰῶνος καὶ ἑξῆς οἱ τόνοι καὶ τὰ εἶναι ὑποχρεωτικὰ πλέον καὶ ἔχουν καθολικὴν ἐφαρμογήν. μέχρι τοῦ 15ου αἰῶνος στίχους κατὰ τὴν ποσοτικὴν ἀρχὴν τοῦ μακροῦ καὶ βραχέος, ἀλλ᾿ ἡ τῶν στίχων ἤδη ἀπὸ τοῦ 4ου-5ου μ. Χρ. αἰῶνος μόνον κατὰ τὴν δυναμικὴν ἀρχὴν τοῦ τονουμένου καὶ ἀτόνου . τις ὅμως νὰ εἴπῃ ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω λεχθέντων ὅτι οἱ τόνοι καὶ τὰ ἀρχικῶς καὶ ὡς μέσον κυρίως τῶν λέξεων. Οἱ δὲν γενικῶς εἰπεῖν τὰ σημεῖα ταῦτα. Τὸν 1ον μ. Χρ. αἰῶνα εἰς χρῆσιν ἥτις προϋποθέτει τὴν εἰσαγωγήν των ἀπὸ παλαιοτέρους χρόνους (Σιγάλας σελ. 307). Τὰ ἐκ περγαμηνῆς τῶν πρώτων αἰώνων τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς δὲν ἔχουν οὔτε τόνους οὔτε (εἰς τὸν Βατικανὸν καὶ Ἀλεξανδρινὸν τῆς Ἁγίας Γραφῆς περὶ προσθήκης μεταγενεστέρας χειρὸς) (πρβλ. καὶ P. Maas, Pal. §18). λοιπὸν πόσον παλαιὰ εἶναι ἡ τῆς γραφῆς τοῦ τονικοῦ καὶ πόσον τοῦτο συνδέει τὴν γραφὴν τῆς σημερινῆς γλώσσης πρὸς τὴν Βυζαντιακὴν καὶ διὰ ταύτης καὶ πρὸς τὴν παλαιοτέραν Ἑλληνικήν.

→ Περνᾶμε στὸ ἕκτο μάθημα

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση