Ἑλληνικά   English  
Title
Ἐπιλογὴ γραμματοσειρᾶς:

(Οἱ γραμματοσειρὲς πρέπει νὰ εἶναι ἤδη ἐγκατεστημένες στὸ σύστημά σας γιὰ νὰ τὶς χρησιμοποιήσει ὁ ἱστοπλοηγός σας.)
Ἐπιλεγμένη γραμματοσειρά: Palatino Linotype
Τύπος ἱστοπλοηγοῦ: CCBot/2.0 (http://commoncrawl.org/faq/)

Μονοτονισμένη μουσικὴ

[Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Στάσιμα καὶ Ἔξοδος» τοῦ Στέλιου Ράμφου, Ἐκδόσεις τῶν Φίλων 1988.]

[Δημοσιεύθηκε στὴν Καθημερινὴ τῆς 1ης καὶ 8ης Ἰουνίου 1986 μὲ τίτλους τῆς συντάξεως. Τυπώθηκε αὐτοτελῶς τὸν Ἰούλιο 1986 ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ἀκρίτας. Στάσιμα καὶ Ἔξοδος, Ἀθήνα 1988, Οἱ Ἐκδόσεις τῶν φίλων.]

I

Στὸ περιοδικὸ Φιλόλογος (τ. 40/1985) δημοσιεύθηκε ἐνδιαφέρουσα πειραματικὴ ἔρευνα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μονοτονικοῦ συστήματος εἰς τὸ Γυμνάσιο. Ἡ ἔρευνα διεξήχθη σὲ ἕνα τμῆμα τῆς Πρώτης καὶ ἕνα τμῆμα τῆς Δευτέρας τάξεως τοῦ Γυμνασίου Διαβατῶν Θεσσαλονίκης, ἐπὶ τούτου δὲ συνεργάσθηκαν μία καθηγήτρια στόν τομέα Ψυχολογίας τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ θέμα καὶ ἐπέβλεψε τὸ πείραμα σὲ ὅλες του τὶς φάσεις, καὶ μία εἰδικὴ ἐρευνήτρια. Κατ᾿ ἀρχὴν τὰ παιδιὰ ἔγραψαν δύο ἐκθέσεις σὲ διάστημα δεκαπέντε ἡμερῶν καὶ ἕνα μήνα ἀργότερα ἐπανεξετάσθηκαν γραπτῶς κατὰ διαφορετικὴ ἔννοια: ἡ ἐρευνήτρια τοὺς ὑπαγόρευσε, ἐντὸς ἑνδεκαλέπτου, δώδεκα εἰδικὰ μελετημένες σύντομες προτάσεις (π.χ. Γειὰ χαρά, φίλε!) καὶ ἐν συνεχείᾳ τοὺς παρεχώρησε τετράλεπτο διορθώσεως, ἐκπνέοντος τοῦ ὁποίου ἔληξε τὸ πείραμα. Τὸ δεύτερο τοῦτο στάδιο εἶχε ἰδιαίτερη βαρύτητα, γιατὶ ἂν στὴν ἔκθεση οἱ ἐξεταζόμενοι παρέκαμπταν μὲ εὐχέρεια τήν κάθε ἀμφίβολη περίπτωση, ἐδῶ ἔγραφαν ἀπαρεγκλίτως τὰ ὑπαγορευόμενα, ὁπότε φάνηκε ὁλοκάθαρα πόσο ἀφομοίωσαν τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸ προηγούμενο σχολικὸ ἔτος τὰ ὑποκείμενα εἶχαν διδαχθῆ τὸ μονοτονικὸ σύστημα καὶ ὅτι πρὶν ἀρχίση τὸ πείραμα, ἡ εἰδικὴ ἐρευνήτρια τοὺς τὸ ξαναδίδαξε. Ἀλλὰ καὶ μετὰ κάθε ἔκθεση, σαράντα ἐπὶ τῶν ἑβδομήντα μαθητῶν εἶχαν πάλι τὴν εὐκαιρία νὰ τὸ ἐπαναλάβουν μαζί της, σὲ ἀτομικὴ ἐξέταση τοῦ διορθωμένου των γραπτοῦ.

Ἡ ἔρευνα ἔδειξε ὅτι γενικῶς τὰ παιδιὰ δὲν βάζουν τόνους καὶ ὅτι πολὺ συχνὰ παρατονίζουν, πράγμα τὸ ὁποῖο προσπαθοῦν νὰ ἀποφύγουν συλλαβίζοντας φωναχτά. Ἐπίσης ὅτι στὶς περιπτώσεις ἐκθλίψεως ἢ ἀποκοπῆς δὲν θυμοῦνται πότε πρέπει νὰ ἀπαλείψουν ἢ ν᾿ ἀφήσουν τὸν τόνο καὶ γι᾿ αὐτὸ γράφουν ὁλόκληρες τὶς λέξεις. Κανεὶς ἀπ᾿ ὅσους ἐξετάσθηκαν δὲν τήρησε ἀκριβῶς τοὺς κανόνες τοῦ μονοτονικοῦ, ἂν καὶ καταλαμβάνουν μόνο μιάμιση σελίδα στὴν ἐν χρήσει Γραμματικὴ τοῦ Γυμνασίου. Μάλιστα, τὰ σφάλματα τῶν μαθητῶν διπλασιάσθηκαν ἢ πολλαπλασιάσθηκαν στὴν καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἐξέταση. Νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ὁ αὐτόματος ἐξοβελισμὸς τῶν τονικῶν λαθῶν ἦταν ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἐπιχειρήματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπέτυχαν νὰ καταργηθῆ τὸ παραδεδομένο τονικὸ σύστημα, χωρὶς νὰ προηγηθῆ ἐπίσημος δημόσιος διάλογος καὶ πειραματισμός; Ἢ νὰ ἐπισημάνω ὅτι τὸ ἐκδεδομένο ἐφέτος (1985-86) ἐγχειρίδιο Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, πρὸς χρῆσιν τῶν μαθητῶν τοῦ Πολυκλαδικοῦ Λυκείου, παραθέτει τοὺς βασικοὺς κανόνες τονισμοῦ τῆς Ἀρχαίας στὸ τελευταῖο τρίτο τῆς σελίδος 25 καὶ στὰ δύο τρίτα τῆς σελίδος 26, ἤτοι σὲ μία μόνο σελίδα; Ἡ ἔρευνα ἔδειξε ἀκόμη ὅτι ὅσοι κάνουν ὀρθογραφικὰ λάθη, τὸ μέγα δηλαδὴ πλῆθος τῶν γυμνασιοπαίδων, κάνουν καὶ τονικά, ἐνῶ ὑψηλὸ ποσοστὸ μαθητῶν ἀγνοεῖ τήν ἐτυμολογία κοινοχρήστων λέξεων, λόγῳ ἀπειρίας τῶν Ἀρχαίων, σὲ περιπτώσεις δὲ ὅπως τοῦ ρήματος εὔχομαι, ταυτίζει τὸ ὕψιλον μὲ τὸ φῖ καὶ παρατονίζει τὴν δίφθογγο στὸ ἔψιλον. Ἔδειξε, τέλος, ὅτι οἱ περισσότερες παραβάσεις γίνονται σὲ λέξεις ὅπου ὁ τονισμὸς διαφοροποιεῖ τὴν σημασία, ἤγουν στὰ ἐρωτηματικὰ ἐπιρρήματα ποῦ καὶ πῶς, στὶς προσωπικὲς ἀντωνυμίες (μοῦ, σοῦ, μᾶς, σᾶς κ.λπ.), στὶς συνιζημένες λέξεις (π.χ. μιά, δυό), τὶς ὁποῖες τὰ παιδιὰ τονίζουν κατὰ σύστημα σὰν δισύλλαβες, καὶ στὸν τόνο τῶν ἐγκλιτικῶν (π.χ. ο δάσκαλός μας είπε), ποὺ προκαλεῖ εὐλόγως σύγχυση, ἀφοῦ ὁ δεύτερος τόνος ἀνήκει στὴν μονοσύλλαβη προσωπικὴ ἀντωνυμία, ἡ ὁποία ὅμως κατὰ τὸ μονοτονικὸ σύστημα δὲν τονίζεται.

Οἱ ἀνωτέρω πειραματικὲς διαπιστώσεις ὡδήγησαν τὶς ἐρευνήτριες στὰ ἑξῆς γενικὰ συμπεράσματα: Ἐνῶ μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφεύγωνται τὰ τονικὰ σφάλματα, ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τοὺς βασικούς του κανόνες καὶ ὡς πρὸς τὶς ἐξαιρέσεις των. Τὸ καθιερωμένο μονοτονικὸ σύστημα ἔχει, ὅπως ὑπογραμμίζουν, μηχανικὸ καὶ ὄχι λογικὸ χαρακτήρα. Τοῦτο δυσχεραίνει τὰ πράγματα διότι στὴν γλῶσσα μας ὑπάρχουν σιωπηλὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν ἀναγνωρίση ὁ μαθητὴς ἐτυμολογικῶς (π.χ. Εὔ-βοια, εὔ-φημος) κατ᾿ ἀνάγκην θὰ σφάλη, ἀφοῦ εἶναι ἑπόμενο νὰ ταυτίση τὸ σιωπηλὸ ὕψιλον μὲ τὸ βῆτα ἢ μὲ τὸ φῖ τοῦ δευτέρου συνθετικοῦ καὶ νὰ τονίση στὸ ἔψιλον. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει γιὰ τὶς ἄτονες, ἡμίτονες, τονισμένες καὶ ὑπερτονισμένες λέξεις τῆς Νεοελληνικῆς, ποὺ ἐν προκειμένῳ ἰσοπεδώνονται, γιατὶ μπορεῖ νὰ εἶναι μονοσύλλαβες, πλὴν ἔντονες (π.χ. φως, χθες), ἢ δισύλλαβες, ἀλλὰ συχνὰ στὴν συνάφεια ἄτονες (π.χ. από ᾿δω, ότι έλεγε). Ἐξ ἄλλου, παρατηροῦν, τὸ μονοτονικὸ δὲν βοηθεῖ πάντοτε νὰ διακρίνομε ὁμώνυμες λέξεις —λόγου χάριν τὸ για στὶς φράσεις για να δούμε (τελικὸς σύνδεσμος) καί για δες την (μόριο)—, εἰς βάρος πάντα τοῦ νοήματος. Συνάγουν λοιπὸν μετριοπαθῶς ὅτι στὴν ἐννεάχρονη ὑποχρεωτικὴ ἐκπαίδευση παρατηρεῖται μία γενικώτερη δυσκολία τῶν μαθητῶν τόσο στὴν ἀνάγνωση ὅσο καὶ στὴν χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου —ἰδίως στὴν ὀρθογραφία καὶ τὴν σύνταξη—, γιὰ νὰ ἐπιφέρουν ὅμως ἀναιτιολόγητα, πὼς θὰ ἦταν καλὸ νὰ εἴχαμε ἀκόμη λιγώτερους τόνους μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λογικότερη κατοχύρωση, ὁπότε ἀξίζει τὸν κόπο νὰ μελετηθῆ τί ἐπιπτώσεις θὰ εἶχε στήν γραφὴ καὶ τὴν ἀνάγνωση μιὰ περαιτέρω τονικὴ ἁπλοποίησις καὶ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀτονικοῦ συστήματος θὰ ἀποτελοῦσε λύση.

Ἡ εἰκόνα ποὺ δίνει ἡ ἔρευνα θὰ ἦταν πληρέστερη ἐάν, μαζὶ μὲ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἐφαρμογῆς, ἔδειχνε καὶ τὰ γενικώτερα μειονεκτήματα τοῦ ἀμελετήτου συστήματος, συνδέοντάς τα μὲ τὸν τύπο τῶν λοιπῶν ὀρθογραφικῶν λαθῶν καὶ τὰ ἐκφραστικὰ ἀδιέξοδα τῶν μαθητῶν. Βέβαια, κάτι τέτοιο δὲν ἦταν στὶς ἐπιδιώξεις τῶν ἐρευνητριῶν, ὥστε νὰ τὶς μεμφθοῦμε γιὰ παράλειψη. Μέχρι νὰ σχηματισθῆ ὅμως πλήρης εἰκόνα, ἀξίζει νὰ ὑπογραμμίση κανεὶς ὡρισμένες ἐγγενεῖς ἀδυναμίες τοῦ μονοτονικοῦ. Ἐπὶ παραδείγματι ἀφήνει ἀδήλωτη τὴν ἔμφαση σὲ φράσεις ὅπως: αυτό είναι το ζαχαροπλαστείο της περιοχής, ἀφοῦ δὲν ἔχει τρόπο νὰ διαστείλη τὴν ποιοτικὴ ἀπὸ τὴν ἀριθμητικὴ μοναδικότητα τοῦ καταστήματος, ἐὰν δὲν εἰσαχθῆ ἐπὶ τούτου νέα ἐξαίρεση στὰ ἰσχύοντα. Οὔτε διακρίνει τὸν τελικὸ σύνδεσμο γιὰ ἀπὸ τὸ αἰτιολογικό, τὸ διαζευκτικὸ ἢ τὸ προτρεπτικὸ ὁμώνυμό του, ὅπως στὴν περίπτωση μονοτονισμένου στίχου τοῦ Ζ. Παπαντωνίου, ποὺ συναντοῦμε σὲ ἀναγνωστικὸ τοῦ Δημοτικοῦ (μπράβο του για ρεζιλίκι), τοῦ ρουμελιώτικου για έβγα ήλιε μ᾿ για θα βγω, για έβγα για θα λάμψω ἢ τῆς φράσεως για να σου πω, ἡ ὁποία ἔχει ἄλλη ἔννοια ἐὰν τὸ για εἶναι προτρεπτικὸ μόριο καὶ ἄλλη ἐὰν εἶναι τελικὸς σύνδεσμος.

Γενικῶς τὸ μονοτονικὸ παρουσιάζει μειωμένη διακριτικὴ ἱκανότητα ἐπειδὴ θεωρεῖ τὸν τόνο σημάδι καὶ ὄχι σύμβολο ποιοῦ φωνῆς, ὁπότε τὸν σημειώνει κατὰ ὡρισμένη μηχανικὴ δεοντολογία καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν τονισμὸ τῆς λέξεως. Τουναντίον, τὸ παραδεδομένο τονικὸ σύστημα ἀνταποκρίνεται στὶς ποικίλες τροπὲς τοῦ λόγου καὶ διασώζει τὸ χρῶμα τοῦ τόνου εἴτε γιὰ ἐμφατικοὺς τύπους πρόκειται εἴτε γιὰ ἀνεμφάτους. Αὐτὸ διότι ὁ τόνος του λειτουργεῖ προσῳδιακὰ καὶ ἀποτελεῖ, ὡς ἐκ τούτου, ἠχητικὸ πλαίσιο ἐνεργοποιούμενο στὴν φράση, ὄχι ποιοτικῶς ἀμετάβλητο ἠχητικὸ σημεῖο (νότα), σὰν τὸν τόνο τοῦ μονοτονικοῦ. Ὁ τελευταῖος θὰ ἴσχυε ἐὰν στὴν γλῶσσα μας τονίζαμε ἀπαράλλακτα τὴν ἴδια συλλαβή, καθὼς οἱ Γάλλοι τονίζουν κυρίως τὴν λήγουσα, διακρίνοντας ἔτσι αὐτόματα τὴν ἔντονη ἀπὸ τὴν ἄτονη συλλαβή. Κάτι τέτοιο ὡστόσο δὲν συμβαίνει, ἐπειδὴ ὁ τόνος στὰ ἑλληνικὰ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο προσῳδιακὸ χαρακτηριστικὸ τῶν τύπων κάθε λέξεως καὶ πέφτει ἀναλόγως στὸ θέμα (ὁ ἥρως, ἡ ἰδέα) ἢ στὴν κατάληξη (ὁ πατήρ, τῆς μητρός), εἶναι ἕξις φυσικὴ ποὺ μᾶς ἐπιβάλλει νὰ γνωρίζουμε ὅλες τὶς λέξεις μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τόν τόνο τους. Ἐξ οὗ ἡ διακριτικὴ ἐνέργεια τῶν τόνων (πού/ποῦ, πώς/πῶς) καὶ ἡ ἀτοπία τοῦ κονσερβοποιημένου μονοτονισμοῦ, σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες τοῦ ὁποίου τό χθες, τό μας, τό λεν, ὡς μονοσύλλαβα δὲν τονίζονται, ἀλλὰ τό εχθές, τό εμάς, τό λένε, ὡς δισύλλαβα τονίζονται, ἐνῶ πρόκειται γιὰ τὶς ἴδιες λέξεις μὲ τὸν ἴδιο τόνο φωνῆς· (ἐξ οὗ τὰ μονοτονικὰ ἐκτρώματα τοῦ τύπου ποιος το δε;δος μου τόνε, ὅπου ἡ ἀντωνυμία τονίζεται καὶ ἡ προστακτικὴ τοῦ ρήματος ὄχι, ἢ τοῦ τύπου πε(ς)το, ὅπου ὅταν ἀπαλείφεται προαιρετικὰ τὸ τελικὸ σῖγμα, μένει ἕνα κινεζόηχο πε τo! Ἤθελα νὰ ξέρω πῶς ἀποφασίσαμε ὅτι οἱ μονοσύλλαβες λέξεις δὲν τονίζονται, ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς καὶ πλῆθος εἶναι στὴν γλώσσα μας καὶ ὁ τονισμός των ἔχει σημασία γιὰ τὸν λόγο.

Ἐνδέχεται νὰ προβληθῆ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι αὐτὰ τὰ βραχυκλώματα συμβαίνουν μόνο στὸ μηχανικὸ μονοτονικὸ καὶ ὅτι σὲ μία λογικὴ διασκευή του ἀποκλείονται. Ἀσφαλῶς, ἕνα σύστημα ὅπου κάθε λέξη, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ὄντως ἄτονες, τονίζεται κατὰ τὴν προφορά της, παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργικότητα ἀπὸ τὸ διάτρητο ἰσχῦον μονοτονικό. Δὲν εἶναι ὅμως καθόλου βέβαιο πὼς καθ᾿ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ σύστημα πλεονεκτικό, ἱκανὸ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν παραδεδομένη τονογραφία μας, ἂν κρίνω ἀπὸ τὶς μονοτονικὰ ἀδιευκρίνιστες ὁμωνυμίες, ποὺ ἐπιτρέπει τὸ προσῳδιακὸ ὑπόστρωμα τῆς γλώσσας μας. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ ἰδιωματικὴ προφορὰ τῶν τοπικῶν διαλέκτων δὲν μεταφέρεται ἄνετα στὸν ὁπωσδήποτε μονοτονισμένο γραπτό μας λόγο, αἴφνης στὴν περίπτωση τῆς φράσεως θέλου μια οὑρίτσα. Ἐὰν δὲν δασύνουμε τήν ουρίτσα, ὁ ἀναγνώστης θὰ μείνη μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι μᾶς χρειάζεται οὐρὰ καὶ ὄχι περιθώριο μιᾶς ὥρας. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ φράσεις τοῦ τύπου περιμένω την ακριβή εικόνα που μού υποσχέθηκες, ὅπου μένει ἄδηλο ἂν περιμένωμε κάποια εἰκόνα ἀξίας (ἀκριβὴ) ἢ κάποια πιστὴ (ἀκριβῆ) περιγραφή, ἀφοῦ ἡ αἰτιατικὴ τοῦ «ἀκριβὴς» διαφέρει ἀπὸ τὴν τοῦ «ἀκριβὴ» κατὰ τὴν περισπωμένη. Οὔτε εἶναι σαφὴς ἡ ἔννοια προτάσεων, ὅπως Ωραία η θέα!, Τι ωραία! καὶ Η Νίκη πρόβαλε μοιραία μπροστά του, ὅπου ἀγνοοῦμε ἂν τὸ δεύτερο ωραία καὶ τὸ μοιραία εἶναι ἐπίθετα ἢ ἐπιρρήματα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ὀξύνονται οὔτε περισπῶνται, εἴτε προτάσεων ὅπως τρικυμία παρέσυρε βοηθό ασυρματιστή, ὅπου γιὰ τὸν ἴδιο λόγο δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν παρέσυρε τὸν βοηθὸ τοῦ ἀσυρματιστῆ ἢ τὸν βοηθὸ ἀσυρματιστὴ τοῦ πλοίου. Τὸ λογικὸ μονοτονικὸ ἀπαιτεῖ, ἐξ ἴσου μὲ τὸ μηχανιστικό, τυποποιημένη καὶ ἀναλυτικὰ συγκροτημένη σύνταξη, ἡ ὁποία ἐκ προοιμίου ἀποκλείει κάθε συνθετικὴ ἐνέργεια στὴν φράση, μεταφέροντας τὸ κέντρο βάρους τῆς γραφῆς ἀπὸ τὸ νόημα στὴν ὀρθοπεδικὴ λογιστική.

Ἀλλὰ τὸ σοβαρότερο ἐλάττωμα τοῦ μονοτονικοῦ εἶναι ὅτι μὲ τὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ σημεῖο ποὺ χρησιμοποιεῖ, καταστρέφει τὸν ρυθμὸ τοῦ λόγου, διαλύει τὸ μέτρο καὶ ἐξαλείφει κάθε χρῶμα ἀπὸ τὴν φωνή, ξεριζώνει δηλαδὴ τὸ αἴσθημα. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ ἀναπήρου αὐτοῦ συστήματος ἦσαν προφανῶς ἀνυποψίαστοι ἢ ἐντελῶς ἀδιάφοροι γιὰ τὴν προσῳδιακὴ ὑφὴ τῆς ἀρχαίας γλώσσας καὶ ὅπως ἦταν ἑπόμενο, ἀντιμετώπισαν τεχνολογικὰ τὸ θέμα τῶν πνευμάτων καὶ τῶν τόνων. Ὅμως ἂν καὶ ἡ Νέα ἑλληνικὴ δὲν διατηρεῖ τὴν προσῳδία τῆς μάνας της, περισώζει χαρακτῆρες τῆς ἀρχαίας προφορᾶς στὴν προσῳδία καὶ τὴν μουσικότητα τόσο τῆς κοινῆς λαλουμένης ὅσο καὶ τῶν τοπικῶν διαλέκτων. Τὸ βλέπουμε, ἐπὶ παραδείγματι, στὸ ἰδιαίτερο ἠχητικὸ ποιὸν τῶν ἐρωτηματικῶν ποῦ καὶ πῶς, τὰ ὁποῖα γιὰ νὰ τὸ δηλώσουν γεγραμμένα περισπῶνται (ὀξυβαρύνονται), ἐνῶ τὸ μονοτονικὸ σημάδι ἀγνοεῖ τὸ χρῶμα τῆς φωνῆς καὶ λειτουργεῖ ὡς κωδικὸς συμβολισμὸς τῆς ἐρωτήσεως. Ἐπίσης τὸ βλέπουμε στὴν περίπτωση τῆς βαρείας, ἡ ὁποία προφέρεται σήμερα ὅπως ἀνέκαθεν. Προφέροντας, λόγου χάριν, τὴν πρώτη λέξη τῆς φράσεως γλυκὸ κρασί, μαλακώνουμε τὴν τάση τῆς φωνῆς, γιὰ νὰ ἐναρμονισθῆ μουσικὰ μὲ τὴν ἑπομένη λέξη, πράγμα τὸ ὁποῖο σημειώνουμε γραπτῶς μὲ τὴν βαρεῖα· ἀντίθετα ὅταν προφέρωμε κρασὶ καὶ ἀκολουθεῖ σημεῖο στίξεως, κόβεται δηλαδὴ ἡ ἀναπνοή, ἐντείνομε τὴν φωνὴ διότι τὸ σημεῖο στίξεως, ὅπως καὶ ὁ τόνος τοῦ ἐγκλιτικοῦ, τρέπει —«κοιμίζει» ἔλεγαν ἄλλοτε— τήν ὀξεῖα σὲ βαρεῖα. Ἐὰν ὅμως ἡ πρόταση ἔχει ἀδιάκοπη συνέχεια (γλυκὸ κρασὶ πεθύμησα), ἐκφωνοῦμε τὸ γλυκὸ καὶ τὸ κρασὶ βαρύνοντας τὸν τόνο καὶ στὶς δύο λέξεις.

Ἐπικαλούμενος ἐκφράσεις παλαιῶν γραμματικῶν, θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ὑποστηρίξη πὼς ἡ βαρεῖα δὲν εἶναι τόνος. Καθὼς ὅμως ὑπεγράμμιζαν ἐκεῖνοι, καὶ ἄς μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ παραπέμψω γιὰ τοὺς σχετικοὺς τόπους στὸν δεύτερο τόμο τῶν Ἑλληνικῶν Ἀνεκδότων (φιλολογικὴ προσφορὰ τοῦ Ἐμμ. Βεκκέρου), ἡ βαρεῖα δὲν συνιστᾶ τόνο ἐπιτάσεως ἀλλὰ τόνο ὁμαλισμοῦ ἢ ἀνέσεως τῆς φωνῆς, ἁρμονικὸ κλείσιμο τῆς λέξεως στὸ πλαίσιο τῆς συνέπειας, ἤγουν τῆς φράσεως. Τί νόημα ἔχει νὰ ἐπικαλούμεθα παλαιοὺς γραμματικούς, ἐὰν δὲν ἔχουμε κατανοήσει μαζί τους πὼς οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι προσῳδίες, διαφορετικὰ ὕψη τῆς φωνῆς ποὺ ἀποτελοῦν συστατικὸ στοιχεῖο τῆς ἐκφορᾶς τοῦ λόγου; Αὐτὲς τὶς προσῳδίες τὶς δηλώνουμε στὸν γραπτὸ λόγο μὲ τὰ γνωστὰ σύμβολα δίκην μουσικῆς σημειογραφίας, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ παίζη, βέβαια, ρόλο παρτιτούρας, ὑπογραμμίζει σὲ κάθε λέξη τοὺς συντελεστὰς τῆς προφορᾶς. Οἱ μακρὲς καὶ βραχεῖες συλλαβὲς συγκροτοῦν τὴν κατὰ ποσὸν προσῳδία τῆς ἀρχαίας γλώσσας μας, οἱ δὲ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα τὴν κατὰ ποιὸν —τὸ χρῶμα τῆς ἐκφράσεως. Κατὰ ποιὸν προσῳδία εἶναι ἡ ἔνταση (ὀξεῖα προσῳδία), ἡ ἄνεσις ἢ ὁ ὁμαλισμός (βραχεῖα προσῳδία) καὶ ἡ μεσότης τῆς φωνῆς, τουτέστι ἡ περισπωμένη, γνωστὲς ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Ἀριστοτέλους (βλ. Ῥητορικῆς 1403b 27-32 καὶ Ποιητικῆς 1456b 31-33) καὶ νωρίτερα. Ὁ πλατωνικὸς Σωκράτης (Κρατύλου 399a-b) δὲν ἐξηγεῖ ὅτι ἀπὸ τὴν ἔκφραση Διὶ φίλος σχηματίσθηκε μία λέξη, ὁ Δίφιλος, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀφαιρέσαμε τὸ δεύτερο ἰῶτα τοῦ Διὶ καί «ἀντὶ ὀξείας τῆς μέσης συλλαβῆς βαρεῖαν ἐφθεγξάμεθα»;

Παρόμοια ἰσχύουν καὶ γιὰ τὴν περίπτωση τῆς δασείας. Ἡ δασεῖα, βεβαιώνουν ὁμοφώνως οἱ παλαιοὶ καὶ οἱ σύγχρονοι φιλόλογοι, σημειωνόταν γραπτῶς πολὺ πρὸ τῶν κλασικῶν χρόνων, μὲ τὸ ψηφίο H. Ὅταν ὅμως, περὶ τὰ τέλη τοῦ Εʹ αἰῶνος, καθιερώθηκε στὴν Ἀθήνα ἡ εὐκλείδειος γραφή, τὸ H αὐτὸ χρησιμοποιήθηκε γιὰ νὰ δηλώνει τὸ μακρὸ E, διχοτομήθηκε δὲ γιὰ νὰ δηλώσει μὲ τὸ ἓν ἥμισυ τὴν δασεῖα ὡς αὔρα βαθειὰ καί, ἀργότερα, μὲ τὸ ἄλλο, ὡς λεπτὴ αὔρα ἢ ἄπνοια τὴν ψιλή. Ἐάν ἡ ψιλὴ ἦταν σημεῖο ἰδιαίτερου πνεύματος ἢ ἁπλῶς ἀπουσίας τοῦ δασέος, δὲν τὸ γνωρίζουμε ἀσφαλῶς καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἀποφάνσεις διίστανται. Σήμερα, ἡ ἐπιστήμη κλίνει πρὸς τὸ ἐνδεχόμενο ἡ ψιλὴ νὰ δήλωνε τὴν ἔλλειψη ἑνὸς πνεύματος δασέος, χωρὶς νὰ γίνεται ὡστόσο πιὸ πειστικὴ ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς γραμματικοὺς τῶν Ἑλληνικῶν Ἀνεκδότων, οἱ ὁποῖοι ἐτόνιζαν (τ. II, σ. 692-3) ὅτι «τὸ σημεῖον τῆς δασείας, ἤτοι τὸ διχοτόμημα τοῦ H τὸ ἐπὶ τὰ ἔξω ἀπεστραμμένον, τίθεται ἐπάνω φωνήεντος δασυνομένου, ἤγουν ἐκ τοῦ θώρακος μετὰ πολλῆς τῆς ὁρμῆς ἐκπεμπομένου· τὸ δὲ ἕτερον τοῦ αὐτοῦ στοιχείου διχοτόμημα, τὸ ἐπὶ τὰ ἔσω ἐστραμμένον, ἐπάνω φωνήεντος φιλουμένου, ἤτοι ἐξ ἄκρων τῶν χειλέων προφερομένου. Ἔστι γὰρ ἡ μὲν ψιλὴ ποιότης συλλαβῆς, καθ᾿ ἣν ἄκροις τοῖς χείλεσι τὸ πνεῦμα προφέρεται, οἷον Αἴας· ἡ δὲ δασεῖα ποιότης συλλαβῆς, καθ᾿ ἣν ἀθρόον ἐκ βάθους χειλέων τὸ πνεῦμα ἐκφέρεται, οἷον ἥλιος.»

Ἡ εἰκαζομένη ἀπὸ τοὺς συγχρόνους φιλολόγους φωνητικὴ ἀνυπαρξία τοῦ ψιλοῦ πνεύματος γίνεται ἄκρως συζητήσιμη, ἐὰν ἔχωμε διαρκῶς κατὰ νοῦ ὅτι οἱ Ἀρχαῖοι δὲν ἐδιάβαζαν σιωπηρῶς, ὅπως ἐμεῖς, ἀλλὰ ἀπήγγειλαν, καὶ ἂν ὑπ᾿ αὐτὸ τὸ πρῖσμα μελετήσωμε προσεκτικὰ τὸ πληρέστερο ἐγχειρίδιο ἀρχαίας εὐφωνικῆς ποὺ διασώζεται, τὸ ἐγκυρότατο περὶ συνθέσεως ὀνομάτων Διονυσίου τοῦ Ἁλικαρνασσέως, γραμμένο λίγους χρόνους πρὸ Χριστοῦ. Ὁλόκληρο τὸ δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τῆς πραγματείας αὐτῆς, ἀφιερωμένο στὴν ἀκουστικὴ ὑπόσταση ἀφώνων, ἡμιφώνων καὶ φωνηέντων, δείχνει πὼς οἱ πρόγονοί μας ἀντιλαμβάνονταν τὴν ἐκφώνηση κάθε γράμματος ὡς ἦχο μελῳδικό, τὴν δὲ στοματικὴ κοιλότητα, τὴν γλῶσσα καὶ τὰ χείλη ὡς πολυδύναμο μουσικὸ ὄργανο κατάλληλο νὰ τὸν παράγη τῇ συνεργείᾳ τῆς πνοῆς. Κατ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια τὸ πνεῦμα τῶν φωνηέντων εἶναι μακρὸ ἢ βραχύ, τὰ ἁπλᾶ ἡμίφωνα εἶναι λιγώτερο εὔηχα ἀπὸ τὰ διπλᾶ «διὰ τὸ εἰς βραχυτέρους αὐτῶν τόνους συνάγεσθαι τὸν ἦχον», ἐνῶ μεταξὺ τῶν ἀφώνων ἐπικρατοῦν ἀκουστικῶς ὅσα προφέρονται μὲ ἰσχυρὴ πνεύση, ἀκολουθοῦν ὅσα μὲ μέτρια καὶ ἕπονται ὅσα ἐκφωνοῦνται μόνο μὲ τὴν δική τους πνοὴ («κράτιστα μὲν οὗν ἐστιν ὅσα τῷ πνεύματι πολλῷ λέγεται, δεύτερα δ᾿ ὅσα μέσῳ, κακίω δ᾿ ὅσα ψιλῷ· ταῦτα μὲν γὰρ τὴν ἑαυτῶν δύναμιν ἔχει μόνην, τὰ δὲ δασέα καὶ τὴν τοῦ πνεύματος προσθήκην»). Ἡ ψιλότης καὶ δασύτης στὴν προφορὰ ἰσχύει ἐπίσης γιὰ τὸ πνεῦμα τῶν ἀρκτικῶν φωνηέντων, τὸ ὁποῖο στὰ λοιπὰ σημεῖα τῶν λέξεων δὲν χρήζει δηλώσεως γιατὶ στὸν τόνο καὶ τὴν συλλαβικὴ ποσότητα συνάζεται ἡ ἠχητική του ἔνταση καὶ ἔκταση. Πῶς θὰ διακρινόταν τὸ ἕξω ἀπὸ τὸ ἔξω, τὸ τοὺ εἰμὶ ἀπὸ τὸ τοῦ ἵεμαι, τὸ ὧν ἀπὸ τὸ ὤν, τὸ ἕξ ἀπὸ τὸ ἐξ, τὸ ἀπὸ τὸ , τὸ ὁδοὺς ἀπὸ τὸ ὀδούς, καὶ τόσα ἄλλα; Τὸ λάθος εἶναι νὰ ἀντιλαμβανώμαστε τὸ δασὺ καὶ ψιλὸ πνεῦμα ὡς ποσότητα μόνο πνοῆς, τὴν στιγμὴ ποὺ συνιστᾶ καὶ ποιότητά της — προσῳδία. Θὰ ἦταν διακριτικὰ ποσότητος, ἐὰν στὸν ἀρχαῖο κόσμο εἴχαμε δυναμικὴ προφορὰ τῶν λέξεων καὶ ὄχι μελῳδική τους ἐκφώνηση. Μπορεῖ λοιπὸν τὸ σημεῖο τοῦ ψιλοῦ πνεύματος νὰ ἐπενοήθη ἀπὸ τοὺς Ἀλεξανδρινούς, ἀλλὰ ἐπενοήθη γιὰ νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφή, γιὰ νὰ καλυφθῆ ἕνα κενὸ τὸ ὁποῖο παρεμπόδιζε τὴν εὔηχη ἀνάγνωση τῶν ἔργων. Ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοοῦμε ἢ νὰ ἀποσιωποῦμε τὰ ἱστορικὰ αὐτὰ δεδομένα καὶ νὰ διακηρύσσωμε ὅτι τὰ πνεύματα συλλήβδην καὶ οἱ τόνοι εἶναι ἄχρηστα ἐφευρήματα τῶν ἀλεξανδρινῶν γραμματικῶν, δημιουργώντας στὸν ἁπλὸ κόσμο τὴν ψευδαίσθηση πὼς μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα δὲν διευκολύνει μόνο τὴν ζωή του ἀλλὰ πλησιάζει καὶ τὶς ρίζες του; Σὰν νὰ εἶχαν οἱ Ἕλληνες τῶν κλασικῶν χρόνων μονοτονικό, μικρογράμματη γραφή, ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν λέξεων ἢ σημεῖα στίξεως!

Γιὰ νὰ γίνει σαφὲς τὸ μέγεθος τοῦ πράγματος, στὰ περὶ ἐλαττωμάτων τοῦ μονοτονικοῦ, θὰ προσθέσω δείγματα γραπτοῦ λόγου τῶν μαθητῶν δύο τμημάτων Πρώτης τάξεως Γυμνασίου τῶν Ἀθηνῶν, ἐρανισμένα ἀπὸ κείμενα ἐφετεινῶν ἐκθέσεων καὶ πρόχειρα διαγωνίσματα Ἀρχαίων καὶ Νέων ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα μοῦ ἐμπιστεύθηκε μὲ ἄδεια ἐλευθέρας χρήσεως ἡ οἰκεία καθηγήτρια. Τὸ ὑλικὸ εἶναι καταθλιπτικὸ καὶ γίνεται καταθλιπτικώτερο ἐὰν ἀναλογισθοῦμε ὅτι τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐνεγράφησαν στὸ Δημοτικὸ τὸ σχολικὸ ἔτος 1979-80 καὶ διδάσκονται Ἑλληνικὰ ἤδη ἕξι χρόνια. Σημειωτέον ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ περιπτώσεις προβληματικῶν ἀτόμων: τὰ παραδείγματα ποὺ δίδω καὶ ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ πολλαπλασιάσω ἀνετώτατα, ἀντιπροσωπεύουν ποσοστὰ 47% τῶν μαθητῶν τοῦ ἑνὸς τμήματος καὶ 70% τοῦ ἄλλου.

Σὲ ἐκθέσεις μὲ τὸ ἀπολύτως βατὸ θέμα Πῶς θὰ ἤθελα τοὺς γονεῖς μου, ἐκτὸς τῶν ἀπαραιτήτων πλέον παρατονισμῶν καὶ τῆς ἰσχυρᾶς ροπῆς πρὸς τὸν ἀτονισμό, ἀφθονοῦν λάθη τοῦ τύπου «οπατέρασμου», «ηαδερφήμου», «απωπάνω», «καταλάθως», «μεχαστούκισε», «ναντίνομε», «όταν του ζητάω λεφτά για σινεμά οι για το σχολείο οι και για αλλού», «Ένα βάζω που της τω έκαναν δώρο», «Ημητέραμου φεύγει το πρωεί και έρχεται το βράδι, φεύγει το μεσιμέρι και ερχεται κατά τις 11 στο σπίτι κουρασμένει», «τους αγαπώ πάρα πωλύ και ας είναι αυστιρή. τιν αυτιρώτιτα...», «Οι γωνείς μου είναι πολύ καλοί και ευγενικοί... Ο μπαμπάς μου είναι λίγο αυστηρώς και θα τον ήθελα λίγο πιο μαλακό δηλαδή να μην είναι αὐστηρώς», «είναι και ευσηνήδιτοι για το κάθε πράγμα που κάνουν. Εγώ τους γονείς μου δεν τους θέλω ακριβώς έτσι θέλω να γινόντουσαν πιο εύθημοι και πιο αυστηροί γιατί άμα ένα παιδί καλομάθει στα χάδια του γονειού του όταν μεγαλώσει θα είναι πολύ αιβέσθητω»· «Ακόμα τὸν ήθελα όπως είναι ψιλός στο πάχος όπως είναι μεσσέος», «ευγενικιά μαζί μετούς ανθρώπους».

Ἐξ ἴσου ἀντιπροσωπευτικὴ συμμετοχὴ σὲ πρόχειρο διαγώνισμα Νέων ἑλληνικῶν —τὰ παιδιὰ καλοῦνται νὰ ἀποδώσουν ἐλεύθερα τὸ περιεχόμενο γνωστοῦ κειμένου— εἶναι ἡ ἀκόλουθη: «Απαντησης. Πέρσι τα εγγόνια στη πρωτοχρονιά της έβαλαν δόντια της γιαγιάς που λάμπουν. Μα ολοένα τα μάτια της γιαγιάς έσφηνα απότοτε που πέθανε η μονάκριβη η κόρη της. Τα παιδιά χαίρονταν όταν έβλεπαν να τρώγει φουντουκία με τα ολόασπρα δόντια της. Η γιαγιά και ο μεγάλο της εγγονὸς βουλεβάν γιά να τα βλάλουν πέρα. Ο μικρός εγγονός φιλάγε ένα σκέδιο όταν έφτασε η μέρα ηταν ότι ο θεός εδώσε το φώς της γιαγιάς». Καὶ ἡ συμμετοχὴ ἄλλου μαθητοῦ σὲ πρόχειρο διαγώνισμα Ἀρχαίων — τὰ παιδιὰ καλοῦνται νὰ ἀποδώσουν ἐλεύθερα τὸ νόημα εἴκοσι πέντε μεταφρασμένων στίχων τῆς Ὀδύσσειας καὶ νὰ ὑπογραμμίσουν τὰ «ἰδεολογικὰ στοιχεῖα» — μὲ τὰ ἑξῆς: «Η Αθηνά λέει στων τηλέμαχο να πάρη το καλύτερο καράβι με είκοσι λαμνοκόπους και να πάει να βρει είδηση για των Πατέρα του που λείπει πολλά χρόνια και του λέει είτε από των Δία να πας στο γέρο Νέστορα στη πύλο και μετά στην Σπάρτη στο Μενέλαο Και αν μάθει καμία πως ζει να περιμένης Ένα χρόνο. Και αν μάθεις πως δε ζει να γυρίσεις αμέσω στην πατρίδα σου να κάνεις θυσίες και μετά να παντρεύψεις την μάνα σου». Ἰδεολογικὰ στοιχεῖα: «1) Η προσπάθεια της Αθηνάς να πείση των τηλέμαχο να ψάξει να βρει των Πατέρα του. 2) Η Αθήνα πρωσπαθούσε να κάνει των τηλέμαχο να γίνει άντρας.»

Τὸ ἀπελπιστικὸ αὐτὸ ἐπίπεδο δὲν περιορίζεται σὲ ἀμελητέα ποσοστὰ δυσμαθῶν κάποιας τάξεως ἑνὸς ἀθηναϊκοῦ Γυμνασίου, ἀλλὰ κατὰ πληθωρικὲς ἐνδείξεις πλήττει ὡς θεομηνία τὰ σχολεῖα σὲ ὅλη τὴν Ἐπικράτεια. Δὲν ἀρκεῖ ἑπομένως νὰ διακηρύξη κανεὶς ὅτι ἡ γλωσσικὴ πολιτικὴ τῆς τελευταὶας δεκαετίας καὶ ἡ μονοτονικὴ μεταρρύθμιση εἶχαν ὀλέθρια ἀποτελέσματα καὶ ὅτι τὸ ἐκφραστικὸ ἄγχος τῆς νέας γενηᾶς, ἡ ὁποία τὸ ἔτος 2000 θὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ προσκήνιο τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ραγδαῖα ἐπιδεινώνεται, ἀλλὰ νὰ δείξη ὅτι ἡ ἐπιδείνωση αὐτὴ δὲν ἔχει νὰ κάνη μὲ διογκωμένο ἁπλῶς ἀριθμὸ λαθῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκάναμε ἄλλοτε, ἔχει νὰ κάνη μὲ ἕναν τύπο καὶ εἶδος λαθῶν ποὺ ὁμολογουμένως εἶναι πρωτόφαντα.

Γενικὸ χαρακτηριστικὸ τῶν λαθῶν αὐτῶν εἶναι ὅτι ἀποτελοῦν ἠχητικὴ διασκευὴ τοῦ παραδεδομένου γραπτοῦ τύπου, ἡ ὁποία συντονίζεται μὲ τὴν πνευματοκτόνο ἐνέργεια τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας καὶ δὴ τῆς τηλεοράσεως, ἐνθαρρύνεται δὲ ἀπὸ τὶς «νέες» μεθόδους γλωσσικῆς διδασκαλίας, ποὺ ἔχομε εἰσαγάγει ἀβασάνιστα εἰς τὰ σχολεῖα μας. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μαθηταὶ τοῦ Δημοτικοῦ δὲν γράφουν πλέον Ἔκθεση καὶ δὲν διδάσκονται Γραμματική, ὥστε νὰ ἀναγνωρίζουν τουλάχιστον τὰ μέρη τοῦ λόγου, ἐνῶ ἡ Γραμματικὴ τοῦ Τριανταφυλλίδη, τὴν ὁποία διδάσκονται στὸ Γυμνάσιο, βασίζεται σὲ γλωσσικὰ στοιχεῖα τοῦ προφορικοῦ κυρίως λόγου, εἶναι παράγοντες τοὺς ὁποίους ὀφείλει κανεὶς νὰ λάβη σοβαρώτατα ὑπ᾿ ὄψει. Ἀλλὰ οἱ παράγοντες αὐτοὶ δὲν θὰ ἀνέπτυσσαν ἀνεμπόδιστα τὴν καταλυτική τους δράση, ἐὰν ὁ γλωσσικὸς ὀργανισμὸς διέθετε τὸ πάλαι ποτὲ ἰσχυρὸ ἀμυντικό του σύστημα: ὅσο ἡ δημοτικὴ συνεβάδιζε μὲ τὴν λόγια παράδοση εὐδοκιμοῦσε καὶ ἡ τηλεόραση λειτουργοῦσε πρὸ τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀναστατώσεως χωρὶς νὰ προκαλῆ τὶς σημερινὲς παρενέργειες. Τὸ ἀμυντικὸ σύστημα τῆς ἑλληνικῆς βασίζεται στὴν συνθετικὴ ὑφὴ τοῦ ἀρχαίου μας λόγου, ὑφὴ σχηματισμένη ἀπὸ τὴν προσῳδιακὴ συγκρότηση τῆς γλώσσας καὶ διατηρημένη ἐπὶ αἰῶνες χάρη στὴν ἀδιάλειπτη παρουσία τῆς λόγιας παραδόσεως, ποὺ μπόλιαζε μὲ τὸν γραπτό της τύπο καὶ τὸ πνεῦμα της τὸ σῶμα τῆς λαλουμένης. Δικαίως ἡ διδασκαλία τῶν Ἀρχαίων ἦταν ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος, ἀφοῦ καὶ ὑπὸ τὶς ἄθλιες συνθῆκες ποὺ γνωρίσαμε, ἐξασφάλιζε τὸ ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τοῦ πνευματικοῦ μας ὀργανισμοῦ. Γι᾿ αὐτὸ μόλις ἐξορίσθηκαν τὰ Ἀρχαῖα ἀπ᾿ τὸ Γυμνάσιο, ἔγινε ἐφικτὴ καὶ ἡ μονοτονικὴ ἐπέμβαση στὴν γραφή, νομιμοποιώντας μιὰ παθολογικὴ μορφή της, ἱκανὴ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς παρατακτικὲς καὶ μόνο ἀπαιτήσεις τῆς λογιστικῆς ἀναλύσεως.

Ἡ ὀρθογραφία μιᾶς λέξεως περικλείει τὴν ἱστορία καὶ τὴν σημασία της. Γραπτὸς καὶ προφορικὸς λόγος, ὡς γνωστόν, δὲν ταυτίζονται: ὅταν μιλοῦμε ἐκφράζομε τὴν σκέψη μας· ὅταν γράφουμε σημειώνουμε ὅ,τι ἐννοοῦμε. Εἶναι διαφορετικὴ ἑπομένως ἡ πνευματικὴ διεργασία στὴν μία περίπτωση καὶ διαφορετικὴ στὴν ἄλλη, ὁπότε ἂν στὴν σχολικὴ διδασκαλία τοῦτο δὲν ὑπολογίζεται, τὰ παιδιὰ προσεγγίζουν τὴν γλῶσσα στὸ ἐπίπεδο τῆς αἰσθήσεως καὶ ἡ διανοητική τους ἐνέργεια καταντᾶ βαθμιαῖα ὑποτυπώδης. Προσλαμβάνοντας τὸ ἑλληνόπουλο μιὰ λέξη ὡς ἦχο καὶ καταγράφοντάς την ἀναλόγως, διαμελίζει τὴν δυναμικὴ τῆς ἱστορικότητος, στὴν ὁποία βασίζεται κάθε νοηματικὴ ἐνέργεια τῆς γραπτῆς μας γλώσσας. Κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο ὁ λόγος διασπᾶται στὸ μέρος τοῦ ἀκούσματος, ποὺ ἐξαντλεῖ τὸ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο, καὶ στὴν ἱστορική του ὑπόσταση, ποὺ μένει μετέωρη, ἡ λέξη καθηλώνεται στὸν χῶρο τῆς συμβάσεως ἀποποιούμενη τὴν ποιητική της λειτουργία. Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς ἀφ᾿ ὅτου καθιερώθηκε τὸ μονοτονικὸ σύστημα τὰ παιδιὰ ἐπιμένουν χαρακτηριστικὰ νὰ μὴν τονίζουν εἴτε νὰ παρατονίζουν καὶ δημιουργηθοῦν ἐν γένει ὀρθογραφικὰ τέρατα, προκειμένου νὰ βάλουν στὸ χαρτὶ κάποια κουρέλια σκέψεων. Ὁ μαθητὴς ποὺ γράφει τὸ «εὐαίσθητο» αιβέσθητω ἔχει περιορίσει τὴν σημασία στὴν ἠχητικὴ μορφὴ τῆς λέξεως, ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἐτυμολογικὸ κενὸ ἔχει μεταβάλλει τὴν ἀρχικὴ σημασία ἀπὸ πνευματικὴ δημιουργία σὲ συμβατικὴ ἔννοια, ὁδηγεῖται σὲ ἕνα ὀρθογραφικὸ ἐξάμβλωμα, τὸ ὁποῖο εἶναι κατὰ βάθος ἔκτρωμα νοηματικό. Λειτουργεῖ σὰν μαγνητόφωνο, ποὺ ἀντὶ σημασιῶν ἐγγράφει ἤχους γιὰ νὰ τοὺς ἐπαναλάβη μηχανικά, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίζη ἄλλο περιεχόμενο ἀπὸ τὸν ἀκουστικὸ τύπο τῆς ἐκφορᾶς των. Ἡ καταστροφὴ τῆς ὁποίας παριστάμεθα μάρτυρες, ἄρχισε μὲ τοὺς πρὸ δεκαετίας γλωσσοεκπαιδευτικοὺς αὐτοσχεδιασμούς, γιὰ νὰ ἐπιδεινωθῆ μετὰ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ μονοτονικοῦ σὲ σημεῖο ἀπρόβλεπτο. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς τὸ ἐμπόδιο τῶν πνευμάτων καὶ τῶν τόνων κατερρίφθη, ἡ εἰκαστικὴ προφορικότης τῶν μέσων μαζικῆς ἐπικοινωνίας παρεισέφρησε καὶ στὸ πεδίο τῆς γραπτῆς ἐκφράσεως, ὅπου ἀφαιρώντας ἀπὸ τὶς λέξεις τὴν νοηματικὴ ὑποδομή, τὶς μετατρέπει σὲ νεφέλωμα. Ἐξ οὗ ἡ διαφορετικὴ ὑφὴ τῶν λαθῶν τοῦ παρελθόντος ἀπὸ τὰ σημερινά: Ἄλλοτε ἀγνοούσαμε ὅτι μακρὸν πρὸ βραχέος περισπᾶται καὶ ὀξύναμε· τώρα οἱ μαθηταὶ δὲν κάνουν μόνο λάθη ἀγνοίας, κάνουν κατὰ κύριο λόγο λάθη σὰν αὐτὰ ποὺ εἴδαμε καὶ ποὺ ὀνομάζω λάθη παραισθήσεως.

II

Ἐὰν δὲν ἐκδηλωθῆ μεγάλη ἀντίδραση καὶ δὲν ληφθοῦν γενναῖα προστατευτικὰ μέτρα, ἡ παραισθητικὴ λειτουργία θὰ γίνη σύντομα μοῖρα τῆς γλώσσας μας. Πρὸς τὸ παρὸν τέτοιος κίνδυνος ἴσως νὰ μὴν φαίνεται καθαρὰ γιατὶ ὅσοι κάνουν δημοσία χρήση τοῦ γραπτοῦ λόγου ἔχουν περάσει ἀπὸ τὸ παλαιὸ σχολεῖο καὶ διαθέτουν ἀντανακλαστικὰ τὰ ὁποῖα συγκρατοῦν ἀκόμη τὰ πράγματα. Ὅμως σὲ λίγο ποὺ θὰ κυριαρχοῦν οἱ γλωσσικῶς ἐξανδραποδισμένες γενηὲς τῆς μεταπολιτεύσεως, τὸ κατρακύλημα θὰ εἶναι ἀκατάσχετο. Ὅποιος βιώνει τὴν γλῶσσα του ὡς σύστημα εἰκόνων, ὁπότε ὁ λόγος λειτουργεῖ στὴν διάνοιά του σηματοδοτικά, γιὰ νὰ ἐκφρασθῆ ὀφείλει νὰ ἐξαρθρώση ὀπτικοακουστικὰ τὸ νόημα, πρᾶγμα ποὺ ἀποκλείει κάθε πνευματικότητα καὶ προαγωγὴ πολιτισμοῦ. Τί τὸ περίεργο ἂν οἱ δυὸ ἔννοιες ποὺ ἀποτελοῦν, αἴφνης, τὴν λέξη εὔφορος, καταντοῦν στὴν ἀκουστική της ἐκδοχὴ ἐτυμολογικὰ ἀδιάγνωστες καὶ ἂν αὐτὸ προκαλῆ τὴν γραφικὴ παράσταση έυφορος-έφορος, ταυτίζοντας τὴν ποιότητα τῆς γῆς μὲ τὸν ὑπάλληλο τῆς ἐφορίας; Τὸ θέμα εἶναι τεράστιο καὶ ἡ εὐθύνη τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας ἀπροσμέτρητη γιατὶ μὲ τὴν συντελουμένη καταστροφὴ διακυβεύεται ἐν πολλοῖς ἡ ἴδια ἡ ὑπόσταση τοῦ Γένους.

Οἱ Ρῶσοι ἄφησαν τὴν «ἁγία γλῶσσα» τους καὶ τὴν γραφή τους ἀνέπαφες1· οἱ Ἄραβες οὔτε διανοοῦνται ἀλλαγή2· οἱ Ἑβραῖοι νεκρανάστησαν τὴν βιβλική τους διάλεκτο· οἱ Κινέζοι, παρὰ τὶς ἐπιταγὲς τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς ὁρολογίας της, παρὰ τὴν ἀσυγκρίτως εὐκολώτερη ἐκμάθηση τῆς φωνητικῆς γραφῆς, δὲν θίγουν τὰ πατροπαράδοτα ἰδεογράμματα, ποὺ θεωροῦν ἀναπόσπαστο τμῆμα τῆς ἱστορικῆς των ταυτότητος· οἱ Ἰνδοὶ ἐπίσης χρησιμοποιοῦν τὴν δική τους παραδόσιμη γραφή· οἱ ἰλιγγιωδῶς ἀναπτυσσόμενοι στὴν τεχνικὴ Ἰάπωνες, ὄχι μόνο δὲν ἀγγίζουν τὴν περίπλοκη γραφή τους ἀλλὰ προετοιμάζουν μία ἐκπαιδευτικὴ μεταρρύθμιση, ἐν ὀνόματι τῆς δημιουργικῆς ἀνταποκρίσεως στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ἐξαυτοματισμένουν 21ου αἰῶνος, μὲ πνευματικὴ ἀναφορὰ τὶς προγονικὲς ἀξίες καὶ τὴν ἐθνική τους ταυτότητα. Ἀλλὰ οἱ λαοὶ τῆς Δύσεως, οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι, οἱ Γερμανοί, οἱ Βέλγοι, οἱ Ἰταλοί, οἱ Σκανδιναυοί, καὶ αὐτοὶ οἱ μόλις δύο αἰώνων μηχανόβιοι Βορειοαμερικανοί, συνειδητοποιοῦν πὼς ἡ φθορὰ τοῦ ὁμιλουμένου καὶ γραπτοῦ των λόγου πλήττει τὴν ἱστορική τους συνοχὴ καὶ προωθοῦν ἀποφασιστικὰ ἐκπαιδευτικὲς μεταρρυθμίσεις, τὶς ὁποῖες χαρακτηρίζει ἡ μέριμνα τῆς ἰδιοπροσωπίας, ἡ σπουδὴ τῶν κλασικῶν καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς μείζονος προσπάθειας. Στὸν γενικὸ ξεσηκωμὸ ἐναντίον τῆς τεχνολογικῆς καθολικότητος καὶ τοῦ «πολιτισμοῦ» τῶν εἰκόνων, ἐξαίρεση ἀποτελεῖ ἡ σημερινὴ Ἑλλάδα, ὁ κατὰ τραγικὴν εἰρωνεία φυσικὸς κληρονόμος τοῦ κατ᾿ ἐξοχὴν πνευματικοῦ πολιτισμοῦ. Μόνο ἐμεῖς, στὴν βαθιὰ κρίση ταυτότητος ποὺ ὑφιστάμεθα καὶ τὴν μανία τῆς αὐτοκαταστροφῆς ποὺ μᾶς ἔχει καταλάβει, ἀρνούμεθα ὡς «ἀχθοφόροι μεγάλου ὀνόματος» τὴν προγονικὴ κληρονομιὰ καὶ ὑπονομεύουμε τὴν γλῶσσα μας, ἀδιαφορώντας ἐὰν ἔτσι παίρνουμε δρόμους οἱ ὁποῖοι μπορεῖ ν᾿ ἀποδειχθοῦν χωρὶς ἐπιστροφή.

Ἂς μὴ βαυκαλιζώμαστε μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἡ παροῦσα γλωσσικὴ ἔκπτωση εἶναι πρόσκαιρη παρενέργεια τοῦ ἀκόμη νωποῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἐκδημοκρατισμοῦ ἢ διεθνὴς συγκυρία, ὀφειλομένη στὴν ἐπίδραση τῶν μέσων ἐπικοινωνίας καὶ τὸν ἐξαυτοματισμὸ μὲ τὶς κωδικὲς ρυθμίσεις ποὺ ἐπιτάσσει. Ἐὰν ὁ ἐκδημοκρατισμὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὰ ἀποσυνθετικὰ φαινόμενα ποὺ παρατηρήσαμε καὶ σταθερὸ ζητούμενο ἀποτελεῖ ἡ ἐξίσωση πάντων πρὸς τὰ κάτω, πῶς θέλει προκύψη ἀνασχετικὸς παράγοντας, ἀφοῦ ἡ φάση τῆς ἀνακάμψεως δὲν πρέπει νὰ συσχετίζεται μὲ ποιοτικὴ βελτίωση ἀλλὰ μὲ μιθριδατικὸν ἐθισμὸ στοὺς ἐκκωφαντικοὺς νέους μέσους ὅρους τοῦ προοδευτικῶς παρασκευαζομένου μαθητικοῦ πολτοῦ; Ὅσο γιὰ τὴν διεθνῆ συγκυρία, αὐτὴ πράγματι βαραίνει καὶ στὸν τόπο μας, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἀντανακλᾶται κυρίως στὰ καράφλιασα, τὰ κουφάθηκα ἢ τὴν ξύλινη γλῶσσα τῶν εὐελπίδων νέων μας καὶ δευτερευόντως στὰ ἀποπληκτικὰ «εὑρήματα» ποὺ συναντοῦμε στὰ γραπτὰ τῶν γυμνασιοπαίδων. Ἄλλο ἕνας εἰκονομορφικὸς λόγος καὶ ἄλλο ἕνας λόγος χωρὶς τὶς ἐνυπόστατες ἱστορικὲς —καὶ γι᾿ αὐτὸ νοηματοδοτικὲς— συντεταγμένες του. Στὴν πρώτη περίπτωση ἔχουμε ὄντως γνήσιο γλωσσικὸ προϊὸν τοῦ σύγχρονου «πολιτισμοῦ» εἰκόνος καὶ θεάματος· στὴν δεύτερη περίπτωση ἔχομε ἐξάρθρωση τοῦ γραπτοῦ λόγου, ἡ ὁποία γίνεται καθεστὼς ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἀποκόπτεται ἡ δημοτικὴ ἀπὸ τὴν σύνολη γλωσσική μας παράδοση, ἐξοβελίζονται δὲ οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα. Ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ συνέπεια τοῦ ἐξαρθρωμένου αὐτοῦ γραπτοῦ λόγου θὰ ὁδηγήση βαθμιαῖα στὸ ἀτονικὸ σύστημα, τὴν φωνητικὴ ὀρθογραφία κι ἐν τέλει στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο, μὲ τὸ «ἐθνικιστικὸ» ἐνδεχομένως ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι καὶ τοῦτο ἑλληνικό, ἀφοῦ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο τῶν ἀρχαίων Χαλκιδαίων. Νὰ σημειώσω πὼς διαλυομένου τοῦ γραπτοῦ μας λόγου θὰ περιπέσωμε σὲ τέτοιαν ἀφασία, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχη ἄλλη σανίδα σωτηρίας ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴ μιᾶς ξένης γλώσσας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι, κατὰ πᾶσαν βεβαιότητα, τὰ οἰκεῖα στοὺς πρώην Ἕλληνες καὶ παγκοσμίως κρατοῦντα πρακτικὰ ἀγγλικά;

Ὅσο τὸ μετακρητομυκηναϊκὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι φοινικικό, ὄχι ἐπειδὴ οἱ Φοίνικες χρησιμοποίησας τὰ κυπριακὰ συλλαβογράμματα γιὰ νὰ διαμορφώσουν τὸ δικό τους ἀλλὰ γιατὶ ὅταν περὶ τὸ 1000 π.Χ. οἱ πρόγονοί μας τὸ παρέλαβαν ἀπὸ τοὺς Φοίνικες, τὸ προσήρμοσαν στὶς δικές των ἀνάγκες προσθέτοντάς του τὰ φωνήεντα, τόσο ἑλληνικὸ εἶναι τὸ λατινικό, ποὺ ἀνέπλασε τὸ χαλκιδαϊκὸ κατὰ τὶς ἀπαιτήσεις γραφικοῦ συμβολισμοῦ τῆς προφορᾶς τοῦ ρωμαϊκοῦ κόσμου, γιὰ τὸν ὁποῖο τὸ γράμμα καὶ τὸ νόημα μιᾶς λέξεως ἀπέδιδαν τὴν σχέση ὀχήματος καὶ ὀχουμένου. Ἡ γλῶσσα ἐνσαρκώνει μὲ τὸν τρόπο της τὸ πνεῦμα ἑνὸς ἔθνους· διαφορετικὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο μένει μετέωρο μαζὶ μὲ τὸν λαό, ὁ ὁποῖος ἀδυνατεῖ νὰ δημιουργήση πολιτισμὸ καὶ νὰ ζήση χωρὶς δική του ἔκφραση. Τέτοιες χρεωκοπίες λαῶν συνέβησαν πολλὲς φορὲς στὸ παρελθὸν καὶ τίποτε δὲν ἀποκλείει νὰ ξανασυμβοῦν στὸ μέλλον, ἂν κρίνω ἀπὸ τὴν παρακμὴ τοῦ συγχρόνου ἑλληνισμοῦ, ποὺ χάνοντας τὴν γραφή του χάνει τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφράση τὸν βαθύτερό του ἑαυτὸ καὶ κινδυνεύει νὰ καταντήση ἱστορικὸς ἀποσυναγωγός. Βαθύτερός μας ἑαυτός, πνεῦμα μας, εἶναι μία ποιητικὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, στοὺς κόλπους τῆς ὁποίας συντελεῖται καὶ ἡ ἐπικοινωνία. Τὴν σχέση τούτη δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὴν συστήσουν τὰ ἰδεογράμματα ἢ τὰ εἰκονογράμματα, ποὺ σχηματοποιοῦσαν συμβατικῶς καταστάσεις καὶ πράγματα· τὴν ἐξέφρασε ἰδιοφυῶς ἡ φωνητικὴ γραφή, χαράζοντας ὀνόματα στὴν θέση τῶν σχημάτων. Μὲ τὴν ἑλληνικὴ γραφὴ ἡ γλῶσσα ἀπὸ μέσο ἀνταλλαγῆς μηνυμάτων τρέπεται σὲ φίλτρο σημασιῶν, τὸ ὁποῖο παρεμβαλλόμενο μεταξὺ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου δὲν ἀναπαράγει τὸν κόσμο εἰκονικῶς ἀλλὰ τὸν φωτίζει, γίνεται τόπος ἐπιφανείας ἀγνώστων ἀληθειῶν καὶ μᾶς ἀνεβάζει διὰ μιᾶς ἀπὸ τὸ ἡμίφως τῆς ἐμπειρικῆς δόξας στὸ φῶς τοῦ λόγου. Μετὰ τρεῖς χιλιάδες χρόνια ποιητικῆς γραφῆς, ὁ τεχνικὸς «πολιτισμὸς» καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι φανατικοί, πλὴν ἀνύποπτοι, μισόλογοι φιλόλογοι προαγωγοί του, μᾶς ξαναγυρνοῦν σήμερα σὲ ἕνα εἶδος ἀκουστικῶν ἰδεογραμμάτων καὶ εἰκονογραμμάτων, ποὺ μεταβάλλουν τὶς λέξεις σὲ σημεῖα κωδικά, στερώντας ἀπὸ μιὰ γλῶσσα μὲ τὴν προσῳδιακὴ ὑποδομὴ τῆς δικῆς μας τὴν δημιουργική της δύναμη, φυλασσόμενη ἐπὶ αἰῶνες στὴν φωνητική, πραγματικὰ ἢ συμβολικὰ (ἱστορικά), ὀρθογραφία. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαθύτερη αἰτιολογία τῆς τωρινῆς γλωσσικῆς μας καταπτώσεως καὶ ὄχι κάποια νέα παραλλαγὴ τῆς ἀντιπαραθέσεως δημοτικιστῶν καὶ καθαρολόγων.

Ὑπενθυμίζω ὡρισμένους κοινοὺς τόπους τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης γιὰ τὴν ἱστορικὴ πορεία τῆς μετακρητομυκηναϊκῆς ἑλληνικῆς γραφῆς. Ἡ γραφὴ αὐτὴ χρονολογεῖται ἀπὸ τὸν Ιʹ περίπου αἰῶνα. Τότε ἦταν πολὺ ἀτελής: κεφαλαιογράμματη, ἄτονη, χωρὶς στίξη οὔτε μεταξὺ τῶν λέξεων κενά, ἐνῶ πολλοὶ φθόγγοι δὲν εἶχαν τὰ ἰδιαίτερα στοιχεῖα τους, ὅπως τὸ ξῖ καὶ ψῖ, ποὺ γράφονταν ΚΣ καὶ ΠΣ, τὸ ὠμέγα (ὄμικρον μακρὸ) εἴτε τὸ ἦτα (μακρὸ ἔψιλον). Ὅπου δὲν ἐπικρατοῦσε ἡ αἰολικὴ διάλεκτος, τὸ δασὺ πνεῦμα δηλωνόταν μέχρι τέλους τοῦ Εʹ αἰῶνος μὲ τὸ γράμμα Η, τὸ ὁποῖο προσέλαβαν μαζὶ μὲ τὸ χαλκιδαϊκὸ ἀλφάβητο στὴν Δύση καὶ τὸ διατηροῦν μέχρι σήμερα. Ἡ ἀτέλεια τῆς ἀρχαϊκῆς φωνητικῆς μας γραφῆς ἦταν τέτοια, ὥστε μιὰ φράση ὅπως ΕΛΘΕΟΚΙΜΟΝ νὰ διαβάζεται ταυτόχρονα «Ἦλθε ὁ Κίμων» καὶ «Ἐλθέ, ὦ Κίμων», ἐξηγεῖται δὲ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι πρὸ τοῦ Εʹ αἰῶνος κυριαρχοῦσε ὁ ἀπαγγελτικὸς προφορικὸς λόγος σὲ τέτοι βαθμό, ποὺ δὲν ἔγινε ἔντονα αἰσθητὴ ἡ ἀνάγκη νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφή. Ὅταν ὅμως ἡ γραφὴ ἄρχισε νὰ διαδίδεται, χρειάσθηκε νὰ βελτιωθῆ τὸ ἐλαττωματικὸ ἐν χρήσει σύστημα, ὅπότε τὸ 403-402 π.Χ. οἱ Ἀθηναῖοι υἱοθέτησαν τὸ ἀλφάβητο ποὺ ἔχομε καὶ σήμερα, ἀφήνοντας ὡστόσο τοὺς τόνους ἀσημείωτους καὶ τὸ σύστημα τῆς στίξεως ὑποτυπῶδες. Ἀλλὰ ἡ κρίση τῆς ἀρχαίας προσῳδίας καὶ ὁ παρεπόμενός της κίνδυνος νὰ ἀπωλεσθοῦν τὰ μεγάλα κείμενα τοῦ κλασικοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐπέβαλαν δύο αἰῶνες ἀργότερα νὰ τελειοποιηθῆ ἡ γραφὴ ἔτι περαιτέρω. Τὸ ἔργο αὐτὸ ἀνέλαβαν καὶ ἔφεραν εἰς πέρας οἱ ἀλεξανδρινοὶ φιλόλογοι. Δὲν εἶναι τουλάχιστον ἄτοπο νὰ ἐπικαλούμεθα ὑπὲς τῆς ἁπλοποιήσεως τοῦ σημερινοῦ τελειοποιημένου γραπτοῦ μας λόγου, τὸ ἀτελὲς ἄτονο καὶ ἀπνευμάτιστό του παρελθόν;

Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶχε μιὰ ἰδιομορφία, ἡ ὁποία στὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ ἔπαψε νὰ σφραγίζη τὸν προφορικὸ λόγο: τὰ νοήματα τῶν λέξεων διακρίνονταν βάσει τῆς ποσότητος τῶν συλλαβῶν καὶ τῆς ποιότητός των, ἤτοι βάσει τῆς μακρότητος καὶ τῆς βραχύτητος τῶν φωνηέντων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ ὕψος τῆς φωνῆς, προτοῦ αὐτὰ ὅλα νὰ δηλωθοῦν γραπτῶς μὲ ἰδιαίτερα σύμβολα. Αἴφνης ἡ μετοχὴ οὐδετέρου τοῦ εἰμί - τὸ ὂν— διαφοροποιεῖτο ἀπὸ τὴν αἰτιατικὴ τῆς ἀναφορικῆς ἀντωνυμίας ὃν κατὰ τὸ ψιλὸν πνεῦμα τῆς προφορᾶς, ἐνῶ τὸ οὐσιαστικὸ κλῆσις (καλῶ) διαφοροποιεῖτο ἀπὸ τὸ κλίσις (κλίνω) κατὰ τὴν συλλαβικὴ ποσότητα τοῦ ἦτα καὶ τὴν μεσότητα τοῦ ὀξυβαρυνομένου (περισπωμένου) τόνου τῆς φωνῆς, ποὺ καθορίζει ὁ συσχετισμὸς τοῦ μακροῦ ἦτα καὶ τοῦ βραχεός γιῶτα μὲ τὴν βραχεῖα κατάληξη -ις. Οἱ ἀρχαῖες λέξεις εἶχαν, τρόπον τινά, ὑλικὸ βάρος, τὸ ὁποῖο ἀνάγκαζε τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεσμεύουν τὴν φωνή τους καὶ τὴν τάση της στὶς ρυθμικὲς ἐπιταγὲς τοῦ ποσοῦ τῶν συλλαβῶν. Τόνοι, στίξη, πνεύματα, μακρά, βραχέα συνδέονται τόσο, ὥστε μόνο ἀπὸ ἀσυνειδησία τοῦ προβλήματος μπορεῖ νὰ ὑπερμαχῆ κανεὶς τοῦ μονοτονικοῦ καὶ συγχρόνως νὰ ἐμμένη εἰλικρινὰ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία.

Ἡ προσῳδιακὴ ἰδιοτυπία εἶναι βασιλικὴ ὁδὸς γιὰ νὰ κατανοήσωμε τὸ πνεῦμα τῆς ἀρχαίας μας γλώσσας, πνεῦμα ποὺ ἀναγνωρίζει στὴν συλλαβικὴ ποσότητα τῆς λέξεως τὴν πηγὴ τοῦ ρυθμοῦ καὶ ὄχι στὸν ὁμιλοῦντα. Καθὼς ἔδειξε ὁ Θρασύβουλος Γεωργιάδης, ἡ ἴδια ἡ σημασία τῶν λέξεων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν οἱονδήποτε ἐμφατικὸ τονισμὸ τοῦ θεματικῶς ἰσχυροῦ σημείου των (μήτηρ καὶ πατὴρ) ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ρυθμιστικὴ ποσότητα τῶν συλλαβῶν. Ἔτσι τὸ ἐπίρρημα καθαρῶς διακρίνεται, στὸν προφορικὸ λόγο, ἀπὸ τὸ ἐπίθετο καθαρὸς χάρη στὴν συλλαβικὴ μακρότητα τοῦ καταληκτικοῦ ὠμέγα καὶ τὴν περισπωμένη, ἡ ὁποία τονίζει τὸ ὀξυνόμενο ὄμικρον τῆς παραληγούσης καὶ τὸ βαρυνόμενο ὄμικρον τῆς ληγούσης, ποὺ συναιροῦνται εἰς ὠμέγα. Ὁ λόγος εἶναι ταυτόχρονα γλῶσσα καὶ μουσική, ὁ δὲ στίχος ἔχει τὴν μελῳδία τῆς γλώσσας καὶ ὄχι αὐτὴν ποὺ τοῦ προσθέτουμε. Κατ᾿ αὐτὴ τὴν ἔννοια δὲν ὀνομάζει ἁπλῶς ὁ ἀρχαῖος ὅταν διαλέγεται, ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ ὄντα φανερώνονται στὴν ὑλική τους ὑπόσταση μὲ τὸν ἦχο τῆς λέξεως, εἰς τρόπον ὥστε κάθε διαχωρισμὸς μεταξὺ περιέχοντος καὶ περιεχομένου νὰ γίνεται ἀδύνατος. Καὶ ὅταν τραγουδᾶ δὲν κατανέμει ἰσομερῶς τὸν τόνο στὸ μῆκος τοῦ στίχου γιὰ νὰ ἀντικαταστήση τὴν φυσικὴ ἐκφορὰ τοῦ ἐρρύθμου λόγου μὲ μία ἀφηρημένη χρονική του διαίρεση. Ἐν αντιθέσει πρὸς τὴν δυτικὴ μουσική, στὴν ἑλληνική, ὡς γνωστόν, δὲν ὑφίσταται ρῆγμα μεταξὺ χρονικῆς διαιρέσεως καὶ ρυθμικῆς ἐκφορᾶς διότι ἀκριβῶς οἱ τόνοι ὡς ᾠδικὸς συσχετισμὸς μακρῶν καὶ βραχέων ἀποτελοῦν εἰς μάκρος διακοσμητικὸ μέλισμα τῶν συλλαβῶν καὶ ὄχι κατ᾿ ἔντασιν, ὅπως ἡ προστιθεμένη στὸν λόγο νότα. Ὅταν ὅμως προφέρουμε τὶς συλλαβὲς περίπου ὁμοιόμορφα, ὅπως σήμερα, ὁ μελῳδικὸς ὑπογραμμισμὸς συγκεντρώνεται στὴν μία συλλαβὴ ἀνεξαρτήτως τῶν ὑπολοίπων, καὶ μεταβαλλόμενος σὲ τόνο δυναμικὸ τὴν ἀνάγει σὲ κλειδὶ τοῦ νοήματος τῶν λέξεων, ἀλλοιώνοντας τὸ ἠχητικὸ ποιὸν τῆς ἐκφορᾶς καὶ ἀναδεικνύοντας τὸν ὁμιλητὴ κύριο τῆς σημασίας. Τὸ φαινόμενο ἀναπαράγεται καὶ στὸ βουβὸ πεδίο τῆς γραφῆς, ὅπου τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἀντικειμενοποιεῖ τὸν τόνο, ἐνῶ τὸ πολυτονικὸ τὸν ἐξαρτᾶ ἀπὸ τὴν προσῳδιακή του καταβολή, διατηρώντας τὸν ἀπόηχο τοῦ μελίσματος.

Ὑπάρχουν καὶ σὲ ἄλλες γλῶσσες μακρὰ ἢ βραχέα, ὀξεῖες, βαρεῖες καὶ περισπωμένες, ὅμως σὲ καμμία δὲν παρατηρεῖται τὸ ἑλληνικὸ φαινόμενο νὰ ἐξαρτᾶται τὸ ποιὸν τοῦ τόνου ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν συλλαβῶν. Ὄχι μόνο στὶς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες, ὁ τονισμὸς τῶν ὁποίων εἶναι σαφῶς δυναμικός, ἦτοι ἄσχετος πρὸς οἱανδήποτε συλλαβικὴ ποσότητα, ἀλλά, καθὼς ἐπισημαίνει ὡς ἐπαΐων ὁ Δημήτριος Καταρτζῆς στὰ Εὑρισκόμενά του, καὶ εἰς τὰ μουσικώτατα ἀραβικά, τὰ περσικὰ καὶ τὰ τούρκικα, ὅπου ὑφίσταται μὲν συλλαβικὴ ποσότης, ἀναλογία τῶν ποσοτήτων καὶ τόνοι, πλὴν ἄσχετοι καὶ μεταξύ των καὶ πρὸς τὴν συλλαβικὴ ποσότητα. Ἡ συνάρτησις τόνου καὶ συλλαβικῆς ποσότητος ἔδιδε τὸν ρυθμὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου, αὐτὴ ἔκανε τὴν προσῳδία νὰ διαφέρη ἀπὸ τὴν μελῳδικότητα τῆς προφορᾶς, ποὺ ὁ Ἰταλὸς ἢ ὁ Ἱσπανὸς διαθέτουν ἐν ἀφθονίᾳ. Ἡ προσῳδία τῆς Ἀρχαίας δὲν ἀφορᾶ στὴν μελῳδικότητα τῆς προφορᾶς, τὸ εὔηχονδύσηχον τῆς φράσεως, ἀφορᾶ στὴν ἠχορρυθμικὴ ἑνότητα τοῦ λόγου ἀπὸ τὴν ὁποία πηγάζει τὸ νόημα. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ διορίζει ὡς βάση τῆς καθ᾿ ἡμᾶς μουσικῆς τὴν φωνή, ἐνῶ ἀντίθετα ἡ ἀπουσία της ἐπιβάλλει ὡς βάση τῆς εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς τὸ ὄργανο. Δὲν πρόκειται γιὰ σωβινιστικῆς ἐμπνεύσεως ἀπόφανση ἀλλὰ γιὰ κοινὸ μεταξὺ τῶν εἰδημόνων τόπο, ἀνάλογο μὲ τὸν προσῳδιακὸ νόμο, ποὺ ἐκτὸς ὡρισμένων ἐξαιρέσεως (κορόιδεψε, ξοδεύουμασταν) ἀπαγορεύει στὰ ἑλληνικὰ πλεμόνια νὰ προφέρουν καὶ τὰ ἑλληνικὰ αὐτιὰ νὰ ἀνέχωνται τὸν τονισμὸ πέραν τῆς προπαραληγούσης, ὅταν γιὰ τὰ παρόμοια ἀπὸ πλευρᾶς φυσιολογίας ἀγγλικὰ πλεμόνια καὶ αὐτιά, ἀνώτατο ὅριο τονισμοῦ τίθεται ἡ ἕκτη συλλαβή.

Ἡ μουσικὴ κατάρτιση τοῦ νοήματος εἰς τὴν ἀρχαία μας γλῶσσα ὑποδηλοῖ ἐνσωμάτωση τοῦ πνεύματος στὰ πράγματα· ἡ λογική του σύσταση διὰ τοῦ σήματος φανερώνει τὴν ἀποξένωση τοῦ πνεύματος ἀπὸ τὰ πράγματα, ἕνα ὀντολογικὸ χάσμα ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀνεδύθη τὸ ψυχολογικὸ ὑποκείμενο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ σημασία ἐξαρτᾶται ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὸν ἐμφατικὸ τονισμὸ μιᾶς συλλαβῆς τῆς κάθε λέξεως, τὸ σῶμα τοῦ λόγου παύει νὰ συνιστᾶ ὀργανικὴ ἑνότητα μὲ τὸ νόημα, γινόμενο συμβατικὸς φορεύς του, ὁ προσῳδιακὸς ρυθμὸς τρέπεται σὲ ὁμοιοκαταληξία ἢ ἐλεύθερη συναρμογὴ εἰκόνων, τὸ πάθος τοῦ τραγουδιστοῦ συγκεντρώνεται στὴν κορῶνα, ὑποδαυλίζοντας τὸν πιὸ θολὸ ὑποκειμενισμό, τὸ πιὸ ξεχειλωμένο αἴσθημα. Ἦταν δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήση κάτι τέτοιο σὲ μιὰ γλῶσσα ὅπου γυμνώναν τὴν φωνὴ καὶ μετρίαζαν τὴν ἔντασή της, γιὰ νὰ διακρίνουν τὸ ους (αὐτὶ) ἀπὸ τὸ ἀντωνυμικό του ὁμώνυμο; Ποὺ ἀκόμη καὶ ἡ συλλαβικὴ μακρότης πρέπει νὰ δηλωθῆ, γραπτῶς ἔστω, προκειμένου νὰ σαφηνισθῆ ὅτι μιὰ λέξη σὰν τὸ ἀκριβό(ῶ)ς τῆς φράσεως ἐκεῖνος ὁ καθρέφτης φαίνεται ἀκριβό(ῶ)ς εἶναι ἐπίθετο ἢ ἐπίρρημα;

Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ μοῦ παρατηρήση καλόπιστα, ὅτι ναὶ μὲν ὅσα λέω ἰσχύουν γιὰ τὴν περίοδο ποὺ ὑπῆρχε ἡ ἀρχαία προσῳδία, ὅμως αὐτὴ ἐξέλιπε καὶ ἀπὸ αἰῶνες οἱ Ἕλληνες δὲν προφέρουν μὲ τὸν μουσικὸ τρόπο τῶν προγόνων τους, ὁπότε δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμένωμε σὲ τονικὰ σημάδια καὶ πνεύματα χωρὶς ἀντίκρισμα. Ἡ ἀπάντηση στὴν εὐλογοφανῆ τούτη παρατήρηση εἶναι εἶναι ὅτι ἂν καὶ ἡ ἀρχαία προσῳδία ἐσίγησε, ἡ δὲ νοηματοδοτικὴ ἐνέργεια πέρασε ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς λέξεις στὸν ἄνθρωπο, οἱ δίαυλοι τῆς πατροπαραδότου ἐκφράσεως —τὸ παραγωγικὸ σύστημα τῶν λέξεων, οἱ συζυγίες τῶν ρημάτων, τὸ κλιτικὸ σύστημα, ἡ λειτουργία τῶν μερῶν τοῦ λόγου στὴν σύνταξη— παρέμειναν κατὰ βάσιν ἀμετάβλητοι καὶ δεσμευτικοὶ γιὰ τὴν γλῶσσα καὶ τὴν ὀμιλία. Τὸ συνέλαβαν οἱ μεγάλοι φιλόλογοι τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων καὶ ἐνώπιον τοῦ κινδύνου νὰ καταστραφῆ ἡ πνευματική μας παράδοση καὶ ἡ γλῶσσα, ἐπενόησαν τὸ τονογραφικὸ σύστημα, τὰ σύμβολα τῆς ἀποστρόφου καὶ τῆς ὑποδιαστολῆς, συμπλήρωσαν τὰ σημεῖα τῆς στίξεως, ἐμπεδώνοντας καὶ τελειοποιώντας τὴν εὐκλείδειο μεταρρύθμιση τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ Εʹ π.Χ. αἰῶνος. Τοιουτοτρόπως ἡ ἀφανὴς πλέον ἁρμονία τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου προσέλαβε τὴν γραπτὴ ἀπαραίτητη ἐμφάνεια, ποὺ ἐπέτρεψε στὸν ὕστερο ἀρχαῖο καὶ μεσαιωνικὸ ἑλληνισμὸ νὰ ξεδιπλωθῆ δημιουργικὰ ἐνωμένος μὲ τὶς ρίζες του, παρὰ τὴν διαφοροποίηση τοῦ προφορικοῦ λόγου.

Τὰ αἴτια γιὰ τὰ ὁποῖα ὑπεχώρησε ἡ ἀρχαία μας προσῳδία ἐξηγοῦν καὶ γιατὶ δὲν ἄφησε στὸ ἔλεος τῆς ἄχροης προφορᾶς τὸν λόγο, γιατὶ ἐπεβίωσε ὑπογείως στὴν ἀνασυγκροτημένη ἑλληνιστικὴ κοινὴ γλῶσσα και δι᾿ αὐτῆς στὴν μεσαιωνικὴ και νεοελληνική. Ἡ προσῳδία ἀπηχεῖ τὸ αἴσθημα ἑνὸς κοινωνικοῦ βίου ὑφῆς λατρευτικῆς καὶ ὄχι τοῦ οἱουδήποτε κοινοῦ λόγου. Ἐὰν ὁ κοινὸς λόγος προϋποθέτει χωριστὲς ψυχές, τὸ τραγούδι ἀναβλύζει άπὸ τὸ ρίγος ὅλων. Ὅσο λοιπὸν ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ζοῦσε τὴν ἀράγιστη θρησκευτικὴ ὁμαδικότητα στὸν ρυθμὸ ἑνὸς φυσικοῦ καθόλου, ἡ προσῳδία ἄνθιζε· ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὁ ἀσφαλὴς λόγος γίνεται στοὺς κόλπους τοῦ ἄστεως ἀναγκαῖος γιὰ τὸν καθένα ὡς ἄτομο, ἡ προσῳδία ἀρχίζει νὰ μοιράζεται τὴν θέση της μὲ τὴν νοηματικὴ ὑπόσταση τῶν λέξεων. Αὐτὸ προανήγγειλε ἡ ἀνάπτυξη τοῦ δραματικοῦ διαλόγου εἰς βάρος τοῦ τραγικοῦ χοροῦ — τῶν λατρευτικῶν τραγουδιῶν τοῦ ἀλλοτε διονυσιακοῦ θιάσου. Ὁ προσῳδιακὸς λόγος συνάγει ἀπὸ τὸ δρῶν σύνολο τὴν ἐνέργεια τοῦ ἐγὼ καὶ ὡς ἐκ τούτου σφραγίζεται ἀπὸ τὴν ρηματικότητα· ὁ ψιλὸς λόγος τὴν στρέφει στὸν χῶρο τῆς συνειδήσεως καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ρηματικὴ ἐνέργεια δημιουργεῖ οὐσιαστικότητα. Ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸ λέγειν, τὸ ἰδεῖν, τὸ εἶναι, στὸν λόγο, τὴν ἰδέα, τὴν οὐσία, συνοψίζει τὴν πορεία ἀπὸ τὴν κλειστὴ ὁμάδα σ᾿ ἐκείνην ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει τὸ ἄτομο, ἀπὸ τὴν ζωηρή, πλὴν ἀβέβαιη, παραστατικὴ σκέψη, στὴν θεμελιωμένη ἐπιστημονικὴ-φιλοσοφική.

Ὅσο κι ἂν ὁ ἀτομικὸς λόγος ἔφθειρε τὸ μουσικὸ στοιχεῖο τῆς ἑλληνικῆς φωνῆς, ἡ τελευταία δὲν ἀπαρνήθηκε τὴν προσῳδιακή της καταβολή, τὴν ὁποία συγκράτησε στὸν χῶρο τῆς γραφῆς εἴτε τῆς ὁμαδικῆς προφορικῆς παραδόσεως καὶ δημιουργίας, ποὺ ἀναπτύσσεται σὲ ἐξ ἴσου ἀμετακίνητα στερεότυπα. Τοῦτο θὰ ἦταν ἀνέφικτο ἐὰν ὁ λόγος ἐπήγαζε ἀπὸ τὸ ἄμεσο ζωικὸ αἴσθημα δίκην τραγουδιοῦ, ὅπως ἤθελε ὁ Χέρντερ καὶ ὁ Θρ. Γεωργιάδης, ποὺ ἐν πολλοῖς τὸν ἀκολουθεῖ. Τὸ τραγούδι ἀναβλύζει ἀπὸ τὸν ψυχικὸ δεσμὸ τῆς ὁμάδος στὸ κοινὸ νόημα. Τὸ ἤξεραν οἱ Ἀρχαῖοι καὶ γι᾿ αὐτὸ τὴν μὲν ἠχητικὴ ἐκπομπὴ κάθε ἐμψύχου ἀποκαλοῦσαν ἀδιακρίτως φωνή, ἐνῶ γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λαλιὰ χρησιμοποιοῦσαν τὴν λέξη αὐδή, ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀείωδω (τραγουδῶ), ὑποδηλώνοντας ἔτσι τὴν ριζικὴ σχέση τοῦ τραγουδιοῦ μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ νοήματος. Ἡ κοινωνία τῆς ὁμάδος μὲ τὸ νόημα διατηρήθηκε στὴν προφορικὴ παράδοση καὶ τὴν γραφή, καὶ λειτουργεῖ ἀδιαλείπτως δίκην ἰσοκρατήματος, μέσα στὸ ὁποῖο ξεδιπλώνεται ἡ ἀτομικὴ φωνή. Αὐτὸς ὁ ὁρίζων τοῦ αἰσθήματος πλήττεται, ὅταν μεταβάλωμε τὴν γραφὴ μιᾶς γλώσσας μουσικὰ συναρθρωμένης, ὅπως ἡ δική μας, σὲ σημειωτικὴ τῶν ἐκφωνουμένων φθόγγων, ἡ ὁποία μπορεῖ μόνο νὰ καθρεφτίζη παθητικὰ τὸ ὄν, ἀντὶ νὰ γίνεται ἄνοιγμα, ποὺ ἀποκαλύπτει ποιητικὰ τὸν κόσμο στὰ μάτια μας. Οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα εἶναι τὸ αἴσθημα τῆς ἑλληνικῆς, ὁπότε μειώνοντάς τους σὲ ἕναν τὴν ἀναισθητοποιοῦμε καὶ τὴν ἀποχρωματίζομε, μ᾿ ἄλλα λόγια τὴν ἐξαναγκάζουμε εἰς ἐκ μονοτονίας μαρασμό.

Ποῦ ὁδηγοῦσε ἡ προσῳδιακὴ ἀποψίλωσις τῆς γλώσσας φαίνεται ἀπὸ κείμενα τοῦ δευτέρου μετὰ Χριστὸν αἰῶνος, ἐπιστολὲς κοινῶν θνητῶν, ποὺ ἔφθασαν σ᾿ ἐμᾶς διὰ τοῦ παπύρου τῆς Ὀξυρρύγχου. Σὲ μία ἐξ αὐτῶν (XII, 1481) διαβάζομε: ἐν παρεμβολῇ ἠμί, τὸ ὁποῖον κατὰ λέξη σημαίνει «μιλῶ στὴν ὑπηρεσία», διότι τὸ ρῆμα ἠμὶ θὰ πῆ «λέγω», ἐνῶ ὁ ἐπιστολογράφος ἔπρεπε νὰ γράψη εἰμί, δεδομένου ὅτι ἐννοοῦσε «βρίσκομαι στὴν ὑπηρεσία», «στὸ στρατόπεδο»· μὴ λοιποῦ, τὸ ὁποῖον σημαίνει «μὴν ὑπολείπεσαι», ἐνῶ θέλει νὰ πῆ λυποῦ («μὴ λυπᾶσαι»)· λείαν δ᾿ ἐλοιπήθην, ποὺ μπορῆ κανεὶς νὰ τὸ πάρη σὰν «ἔχω παρατήσει τὴν λεία», ἐνῶ πρόκειται γιὰ κακογραφία τοῦ λίαν δ᾿ ἐλυπήθην, «λυπήθηκα πολύ». Ἦταν τέτοιο τὸ πλῆθος τῶν ὁμοήχων ποὺ ἄφησε πίσω της ἡ προσῳδία, ὤστε ἡ παραμικρὴ ὀρθογραφικὴ παράβασις κινδύνευε νὰ δημιουργήση ἐννοιολογικὸ χάος, σὰν αὐτὸ ποὺ ἐμφανίζεται σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ γραπτὰ τῶν σημερινῶν μαθητῶν. Τὰ ἀδιάκριτα ὁμόηχα ὁδηγοῦσαν σὲ ἀδιέξοδο τὴν γλῶσσα, ἡ ὁποία γιὰ νὰ τὸ ὑπερβῆ ὤφειλε ἢ νὰ περιορισθῆ σὲ ὑποτυπώδεις έκφραστικοὺς τρόπους, ἀποποιούμενη τὴν κολοσσιαία προγονικὴ κληρονομιά, ἢ νὰ βρῆ μέσον νὰ τὰ διακρίνη, καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ τονογραφικὸ σύστημα. Οἱ τόνοι εἶναι, ὅπως ὑπογράμμιζαν παλαιοὶ γραμματικοί, «ἀπήχησις φωνῆς ἐναρμονίου, ἢ κατὰ ἀνάτασιν ἐν τῇ ὀξείᾳ, ἢ κατὰ ὁμαλισμὸν ἐν τῇ βαρείᾳ, ἢ κατὰ περίκλασιν ἐν τῇ περισπωμένῃ», ἤγουν μουσικὰ σύμβολα ἐγκεντρισμένα στὰ γράμματα καὶ ὄχι τυπικὰ σημάδια ἐπιθέμενα εἰς τὰ φωνήεντα τῶν λέξεων, ὅπως νομίζουν πολλοὶ σήμερα.

Εἰς πεῖσμα τῆς προσῳδιακῆς παραφθορᾶς, οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα διέσωσαν ἐπὶ δύο καὶ πλέον χιλιετίες τὸν ρυθμὸ καὶ τὸ χρῶμα τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου. Ὡς τύπος περισσότερο ἤ λιγώτερο τονιζομένων φωνηέντων, ὁ ρυθμὸς τοῦτος ἀναβλύζει ἕνα ὁμαδικὸ ἦθος, τὸ ὁποῖο βεβαιώνει ἀδιάκοπα τὴν λυτρωτικὴ ἐνότητα σώματος καὶ πνεύματος, θὰ ἦταν ὅμως ἀδύνατο νὰ ἐπιβιώνει τόσους αἰῶνες ἂν δὲν συνεργοῦσε μὲ ἀμείωτη ἔνταση ἕνα ἄπιαστο αἴσθημα, μιὰ χρωματικὴ ἀλογία (τὸ ἄλογον τῆς ἀκοῆς πάθος), στὸν χορευτικὸ μηχανισμὸ τῆς ὁποίας συντονίζονται οἱ ἐσχατιὲς τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου. Ὁ τόνος εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ λόγου, ὁπότε ἡ δήλωση εἴτε ἡ παράλειψή του ἐπηρεάζει εὐθέως τὴν φωνὴ — τὸ σῶμα του. Στὴν μελέτη του γιὰ τὴν εὐφωνία τῆς ἑλληνικῆς, ὁ Στάνφορδ δείχνει ὡραῖα ὅτι ἕνα χαρακτηριστικὸ τῆς γλώσσας μας εἶναι ἡ βαθμιαία κυριαρχία τῶν φωνηέντων ἐπὶ τῶν συμφώνων (τὰ ἰνδοευρωπαϊκὰ μ καὶ ν ἔγιναν α, τὸ δίγαμμα ἐξαφανίσθηκε, ὅλα τὰ τελικὰ σύμφωνα πλὴν τῶν ν, ρ καὶ ς ἀπεβλήθησαν κ.λπ.) καὶ ἡ συνακόλουθή της φωνηεντικὴ προφορά, ποὺ μόνο μὲ τονικὴ ποικιλία καλλιεργεῖται καὶ διαφυλλάσσεται. Γιὰ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ νὰ χρωματισθοῦν ἐν προκειμένῳ τὰ φωνήεντα τῆς κάθε λέξεως, ὁ τόνος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας καὶ ἰσχυρὸς διότι ἔτσι προεξέχει ἡ ἑκάστοτε τονιζόμενη συλλαβὴ καὶ τὰ ὑπόλοιπα φωνήεντα μεταβάλλονται σὲ ἠχητικῶς ἀνύπαρκτα ἢ οὐδέτερα στοιχεῖα (μύζ, προφέρουν οἱ Γάλλοι τὴν μοῦσα καὶ σίλμπλ οἱ Ἄγγλοι τὴν συλλαβή ), ὁ τόνος εἶναι ὡρισμένη μαλακὴ ἠχητικὴ γραμμή, ἡ διακύμανση τῆς ὁποίας ἐξασφαλίζει τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἐκφορᾶς.

Ἡ σημασία τοῦ φωνηεντισμοῦ τῆς ἑλληνικῆς εἶναι ἐξαιρετική, ὄχι μόνο γιὰ τὴν κινητικότητα ποὺ ὡς ἀκατάπαυστη διάνοιξις τοῦ λόγου προσδίδει στὴν γλῶσσα καὶ γιὰ τὸ ταμίευμα διαφόρων τύπων κάθε λέξεως ποὺ δημιουργεῖ (ἔμμεναι, ἔμεναι, ἔμμεν, ἔμεν, εἶναι· ἀήρ, ἀέρας, ἀγέρας, ἀέρι, ἀγέρι, ἀερίδα), ἀλλὰ κυρίως διότι ἀπεργάζεται τὴν πνευματικὴ ἐκείνη εὐρυχωρία τοῦ λόγου, ἡ ὁποία συνιστᾶ θεμελιακὸ στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ τῶν προγόνων μας καὶ χαρακτῆρα τοῦ ὕφους του. Ὁ φωνηεντισμὸς ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημα μιᾶς φωτεινῆς παρουσίας τοῦ κόσμου, μιᾶς ἀκουστικῆς κρυστάλλινης σὰν τὴν διαύγεια τῆς ἡμέρας, καὶ στὴν παράλληλη πνευματικὴ ἐπιταγὴ νὰ ἀποτελῆ ἡ μορφὴ μέρος τῆς οὐσίας καὶ ἡ οὐσία μέρος τῆς μορφῆς. Εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ σύγχρονη λογοτεχνία τῶν στενωπῶν καὶ τῶν φωτοσκιάσεων δίνει τὸ ἠχητικὸ προβάδισμα στοὺς ψιθυρισμοὺς τῶν συμφώνων; Ἡ αἰσθητικὴ τῆς φωνηεντικῆς ἁπλοχωριᾶς ἐξηγεῖ γιατὶ οἱ Ἀρχαῖοι προτιμοῦσαν τὴν ἀκουστικὴ ποικιλία (μεταβολή) ἀπὸ τὴνὁμοιοτονία, τὴν ὁποία προκαλεῖ ἕνα μονοτονικὸ σύστημα. Μὴ μᾶς παραπλανᾶ ὅτι στὶς ὑπερμονοσύλλαβες, ἔστω, λέξεις, τὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ μονοτονικὸ ὑπογραμμίζουν τὸ ἴδιο φωνῆεν: στὸ πρῶτο σύστημα ὁ τόνος εἶναι συνάρτηση τῆς βραχύτητος ἤ τῆς μακρότητος τῶν ἄλλων συλλαβῶν, ἐνῶ στὸ δεύτερο διακρίνει ἐμφατικὰ τὴν μία συλλαβὴ ἀπὸ τὶς ἄλλες, ποὺ περνοῦν φωνητικὰ στὸ περιθώριο. Τὸ μονοτονικὸ ἀναγνωρίζει τὴν ἔννοια μόνο τῶν λέξεων καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐνθαρρύνει μία γλῶσσα στατικὴ καὶ ἰδεοκεντρική, στερούμενη κάθε χυμοῦ, χρώματος καὶ αἰσθήματος. Μπροστὰ ὅμως σὲ κατατονικὲς φράσεις τοῦ τύπου θα δης το φως, δεν θα το δω· θα πης το ναι, δεν θα το πω, μὲ τὰ μαδημένα στὴν σειρὰ φωνήεντα τῶν ἄτονων μονοσυλλάβων, εἶναι φυσικὸ ἡ φωνὴ νὰ ἀλλοιωθῆ ὅπως στοὺς δίσκους, ὅταν παίζουν σὲ λάθος στροφές, ἐνῶ βρίσκει ἀμέσως τὴν θέρμη, τὰ φτερά της καὶ τὸ χρῶμα της, ὅταν ἡ ἴδια φράση γίνει λόγος ἔντονος.

Δὲν βούλιαξε λοιπὸν αὔτανδρη ἡ ἀρχαία προσῳδία ἀλλὰ διατηρήθηκε χάρη στὸ μουσικὸ αἴσθημα ποὺ δημιούργησε, στὸν μὲν προφορικὸ λόγο ἀλλοιωμένη, ἐμμέσως δὲ ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ὅρος τῆς διαπλάσεως τοῦ γραπτοῦ. Γιὰ τὸν δεύτερο ἰσχυρισμὸ δὲν χρειάζεται νὰ προσκομίσω ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, ἀφοῦ χωρὶς ἱστορικὴ ὀρθογραφία καὶ αὐτὴ ἡ διατύπωση τῶν νοημάτων γίνεται χαώδης· γιὰ τὸν πρῶτο παραπέμπω στὶς σελίδες 14-24 τῶν Εὑρισκομένων τοῦ Δ. Καταρτζῆ, παρατηρήσεις τοῦ ὁποίου καὶ παραθέτω ἀμέσως, μαζὶ μὲ κάποιες δικές μου. Ὅταν, παραδείγματος χάριν, λέμε κυρά, προφέρομε δύο συλλαβὲς μακρὲς καὶ ὅταν λέμε κυρία τρεῖς βραχεῖες· στὴν λέξη φθάνω τὸ α, λόγῳ τοῦ δασέος θ, εἶναι μακρό, ἐνῶ στὸ φτάνω τὸ ἴδιο α προφέρεται βραχύ· ἡ συνιζημένη συλλαβὴ εἶναι πάντοτε βραχεῖα (μιά), ὡς καὶ τὸ δασυνόμενο ἀρκτικὸ δευτέρου συνθετικοῦ (ἀφαίμαξις)· κάθε φωνῆεν τὸ ὁποῖο ἀκολουθοῦν δύο σύμφωνα προφέρεται μακρό (μήτρα, μίτρα), κ.ο.κ. Σήμερα ἐπίσης, ὅπως πρῶτα, τονίζομε τὶς λέξεις κατὰ συλλαβὴ καὶ ὄχι κατ᾿ ἔννοια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο συνεπάγεται τὸ καθαρῶς προσῳδιακὸ φαινόμενο τῆς πτώσεως τοῦ τόνου. Μετακινούμενος ὁ τόνος ἀπὸ τὴν μία συλλαβὴ στὴν ἄλλη, ἐξασφαλίζει ρυθμὸ καὶ ἀρμονία στὸν λόγο, ἐνῶ ἀγκυλωμένος σὲ ὡρισμένη συλλαβὴ προκαλεῖ ἀφόρητη δυσηχία, καθὼς δείχνει ὁ ἀδιάκριτος τονισμὸς τῶν προπαροξυτόνων (τὸ συνέδριο) στὴν προπαραλήγουσα (τοῦ συνέδριου).

Ἡ νεωτέρα προσῳδία βασίζεται στὴν παλαιὰ ἀλλὰ δὲν ταυτίζεται μαζί της. Μήπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει χρειάζεται νὰ ἀναπροσαρμοσθοῦν οἱ κανόνες τονισμοῦ στὰ δεδομένα της; Κατὰ κανένα τρόπο. Ἡ κλασικὴ τονογραφία συγκροτεῖ ἄξονα ὅλων τῶν συναφῶν παραλλαγῶν καὶ πρέπει νὰ μείνει ἀμετακίνητη ὄχι ὡς ὀρθογραφικὸ ἀπολίθωμα ἀλλὰ ὡς σταθερὴ προσῳδιακὴ ἀναφορά. Μὴ μᾶς διαφεύγη ὅτι πρόκειται γιὰ ἐγκεντρισμὸ στὸ σῶμα τῆς γραφῆς τοῦ ἀπαραιτήτου στοιχείου τῆς ἀρχαίας προφορᾶς, ἕνα χρωματικὸ πλαίσιο καὶ οὐδέποτε σημεῖο πρὸς τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ συμμορφωνώμαστε κατὰ τὴν ὀμιλία ἢ τὴν ἀκρόαση. Στὸ πλαίσιο τοῦτο χωροῦν ὅλες οἱ προφερόμενες παραλλαγές, ὅπως χωροῦν στὸν τονισμὸ τῆς νεοελληνικῆς κοινῆς οἱ προσῳδιακῶς διαφοροποιημένες τοπικὲς διάλεκτοι. Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ἡ ἀρχὴ τοῦ συλλαβικοῦ τονισμοῦ ἰσχύει γιὰ τὴν ἀρχαία ὅσο καὶ γιὰ τὴν σημερινὴ μας γλῶσσα, ἡ χρωματικὴ ὑπόσταση τοῦ λόγου δύναται νὰ παραλλάσση χωρὶς νὰ θίγη οὔτε νὰ θίγεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο της προηγούμενο, καθὼς βεβαιώνει ἡ καθημερινὴ ἀλλὰ καὶ ἡ ποιητικὴ πρεκτική, κατὰ τὴν ὁποία συχνὰ τονίζομε ἐμφατικὰ ἄτονες μονοσύλλαβες λέξεις (Ὁ ἄνθρωπος), ὅπως ἐπίσης βάζομε σὲ πολυσύλλαβες τόνο ἀνέμφατο (Ἀπὸ μακριά), ἤγουν καθαρὰ ὀρθογραφικό, ἄνευ μετρικῆς ἤ μουσικῆς ἰσχύος. Ἐὰν μὲ τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἡ γλῶσσα τραυματίζεται καίρια, ἡ ταλαίπωρη νεοελληνικὴ ποίηση καταδικάζεται ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα.

Ὁ ἀρχαῖος ρυθμὸς μπορεῖ νὰ ἀλλοιώθηκε μέχρις ἀφανισμοῦ στὴν ὀμιλία, διεσώθη ὅμως παράδοξα ἀκέραιος στὴν ὁμαδικὴ δημιουργικὴ παράδοση — τὴν ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ τὸ δημοτικὸ τραγοῦδι, μεγαλουργήματα ἀκαθαίρετα τοῦ μεσαιωνικοῦ καὶ νεώτερου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ποὺ ὁ χρόνος ἀνέδειξε σὲ γραμμὴ Μαζινὼ τοῦ ἐθνικοῦ μας αἰσθήματος. Γιὰ νὰ βεβαιωθῆ κανεὶς δὲν ἔχει παρὰ νὰ προσέξη τὸν ἀπὸ τὴν Ἀρχαιότητα ἤδη μεμαρτυρημένο «πάτριον ἡμῶν συρτόν», τοῦ ὁποίου τὰ δυνατὰ πατήματα ἀντιστοιχοῦν στὶς μακρὲς συλλαβὲς καὶ τὰ ἐλαφρότερα στὶς βραχεῖες. Ἀνέκαθεν εἴχαμε στὴν γλῶσσα μας τονισμὸ μουσικό, ἤτοι προσῳδία κατὰ τὸ ὕψος τῆς φωνῆς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀνάπτυξη τοῦ μέλους ἦταν, καθὼς ἔδειξε ὁ ταραντῖνος Ἀριστόξενος τὸν 4ο π.Χ. αἰῶνα, στὴν μὲν ὠδὴ διαστηματική (ἡ φωνὴ σταματᾶ στὶς λέξεις καὶ τὶς συλλαβὲς ἐξανεμίζοντας τὸν τονισμὸ τῆς ὀμιλίας), στὸν δὲ κοινὸ λόγο συνεχής (ἡ φωνὴ κινεῖται ἀκόμπιαστα μὲ ἐπιτάσεις καὶ ἀνέσεις, ποὺ ὑπογραμμίζουν μελῳδικὰ τὴν προφερόμενη λέξη). Τὸν διαστηματικὸ βηματισμὸ δὲν ἀκολουθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία καὶ τὸ δημοτικὸ τραγούδι; Στὸν συνεχῆ δὲν ὀφείλονται φαινόμενα ὅπως τῆς ἐγκλίσεως τοῦ τόνου, τῆς τροπῆς συμφώνων ἐνώπιον δασυνομένου φωνήεντος ἤ τόνων ἐνώπιον σημείου στίξεως; Ὁ δυναμικὸς τονισμὸς τῶν συγχρόνων δυτικοευρωπαϊκῶν γλωσσῶν παρακολουθεῖ τὴν ἔνταση ἁπλῶς τῆς φωνῆς γιὰ νὰ σταθεροποιῆ τὴν ἔννοια τῶν λέξεων, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς διαφέρει οὐσιαστικὰ ἀπὸ τὸν τονισμό μας. Τοῦτο ἀποδεικνύεται μὲ τὸ ἐξῆς: Ὅταν ὁ προσῳδιακὸς ρυθμὸς ὑπεχώρησε, ἡ μελῳδικὴ ρυθμικὴ ποὺ τὸν συνώδευε ἀρμονίσθηκε μὲ τὸν ποσοτικὰ ἐξουδενωμένο λόγο, μελίζοντας τὶς συλλαβὲς οἱ ὁποῖες ἀντιστοιχοῦσαν στὰ τονιζόμενα ἄλλοτε μακρὰ ἤ βραχέα, καὶ παρέμεινε ἄθικτη. Ἔτσι ὁ ρυθμὸς σχηματίσθηκε κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς ἄρσεως πρὸς τὴν θέση, ἀνεξαρτήτως πραγματικῆς βραχύτητος ἤ μακρότητος τῶν συλλαβῶν, καλλιεργώντας πιὰ τὸ πανάρχαιο λογῶδες μέλος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν δυναμικὸς τονισμὸς εἰς τὴν γλῶσσα μας καὶ ἄν ὑπάρξη θὰ εἶναι ὁ ἐπιθανάτιος ρόγχος της. Ἡ ἐθνική μας ψυχὴ ριζώνει μὲν στὴν πίστη καὶ τὴν γλῶσσα, μὲ τὴν μουσικὴ ὅμως τὶς βιώνει ὡς λυτρωτικὸ αἴσθημα καὶ γι᾿ αὐτὸ στὶς τροπὲς τῶν καιρῶν τὶς διασώζει. Μεταβάλλοντας τὸν τόνο ἀπὸ ποιὸν σὲ ποσόν, τὸ μονοτονικὸ σύστημα ἐρημώνει τὴν μουσική μας· κι ἐνῶ στὴν πολλὲς φορὲς χιλιόχρονη ἱστορία του ὁ ἑλληνισμὸς ξεριζώθηκε κατ᾿ ἐπανάληψιν ἀπὸ τὶς ἑστίες του ἀλλὰ δὲν ἔσβησε ἐπειδὴ διατηροῦσε ἀνέπαφη τὴν ἔσω ἑστία, τώρα κινδυνεύει νὰ ξεριζωθῆ ἀπὸ μέσα του, ὁπότε θὰ χάση τὸ πᾶν.


1. Σημ. (Γ.Χ.) Σημειώνουμε μιὰ μικρὴ ἀνακρίβεια ἐδῶ· στὴ πραγματικότητα ὁ Λένιν κατήργησε 4 γράμματα ἀπὸ τὸ κυριλλικὸ ἀλφάβητο (ѣ, ѳ, ѵ, і), ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ѳ προήρχετο ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ θ ἀλλὰ προφερόταν πλέον φ.

2. Σημ. (Γ.Χ.) Ὁ Ἀχμὲτ Λαχντὰρ πρότεινε μία ἁπλοποιημένη ἀραβικὴ γραφή, ποὺ χρησιμοποιεῖται στὶς ὁδικὲς πινακίδες τοῦ Μαρόκκου.

KIPEPOS Banner
Ἄνοιγμα δεξιᾶς πλευρᾶς μόνο γιὰ ἐκτύπωση